Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Το Oberverwaltungsgericht Berlin σας υποβάλλει δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (1) (στο εξής: οδηγία).
2 Τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Γεωργίου Αρανίτη και του Land Berlin. Κατ' ουσίαν, σας ζητείται να αποφανθείτε επί της εννοίας της «νομοθετικά κατοχυρωμένης επαγγελματικής δραστηριότητας» του άρθρου 1, στοιχεία γγ και δδ, της οδηγίας.
3 Ο Αρανίτης, κάτοχος ελληνικού πτυχίου γεωλογίας (2), εργάσθηκε ως γεωλόγος στην Ελλάδα από το 1977 έως το 1990, με εξαίρεση μιας διετούς διακοπής κατά τη διάρκεια της οποίας εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Τον Μάιο του 1990, εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο για να ασκήσει εκεί αυτή την επαγγελματική δραστηριότητα. Το Arbeitsamt (υπηρεσία απασχολήσεως) ενέγραψε την αίτησή του στην κατηγορία «μη ειδικευμένο βοηθητικό εργατικό δυναμικό» παρόλον που ο Αρανίτης είχε προσκομίσει το ελληνικό πτυχίο αποπερατώσεως σπουδών.
4 Αμφισβητώντας την κατάταξη αυτή και επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, (3) της οδηγίας, ο προσφεύγων στην κύρια δίκη προσέφυγε στη Senatsverwaltung fόr Wissenschaft und Forschung (δηλαδή την αρμόδια δημοτική διοικητική αρχή επί επιστημονικών και τεχνικών υποθέσεων, στο εξής: Senatsverwaltung) προκειμένου να διαπιστωθεί η ισοτιμία του διπλώματός του με το αντίστοιχο γερμανικό δίπλωμα. Η Senatsverwaltung αρνήθηκε να αναγνωρίσει την ουσιαστική ισοτιμία του ελληνικού διπλώματος τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως γεωλογίας με το γερμανικό δίπλωμα· αρνήθηκε επίσης να του επιτρέψει να φέρει τον τίτλο που αντιστοιχεί στο γερμανικό δίπλωμα του «Diplom-Geolοge». Πάντως, δέχθηκε να του επιτρέψει να φέρει τον τίτλο που αντιστοιχεί στο ελληνικό του δίπλωμα και να προσθέσει, εντός παρενθέσεων, στο πιστοποιητικό που αφορά την άδεια, την κατά λέξη μετάφραση «Diplomierter Geologe» (πτυχιούχος γεωλογίας).
5 Κατά τη Senatsverwaltung, η οδηγία δεν τυγχάνει εφαρμογής επί της υποθέσεως που της έχει υποβληθεί. Πράγματι, κατ' αυτήν, το πεδίο εφαρμογής της περιορίζεται στα νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα. Το επάγγελμα όμως του γεωλόγου στη Γερμανία δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο. οΕτσι η Senatsverwaltung θεμελίωσε την άρνησή της επί των διατάξεων του γερμανικού εθνικού δικαίου.
Η εθνική αυτή νομοθεσία εξαρτά την απονομή εθνικού διπλώματος γεωλόγου, «Diplom Geologe», από την υποβολή γραπτής διπλωματικής εργασίας. Επειδή αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση του αντιστοίχου ελληνικού διπλώματος, η Senatsverwaltung απαίτησε από τον Αρανίτη να υποβάλει διπλωματική εργασία σε μια ανώτατη γερμανική σχολή προκειμένου να ικανοποιηθεί το αίτημά του.
6 Μετά την απόρριψη της προσφυγής του που κρίθηκε αβάσιμη από το Verwaltungsgericht, ο Αρανίτης άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Oberverwaltungsgericht Berlin.
7 Το δικαστήριο αυτό, συμφωνώντας με τη νομική ανάλυση που ανέπτυξε το Verwaltungsgericht, έκρινε ότι η οδηγία δεν τυγχάνει εφαρμογής επί της υποθέσεως η οποία του υποβλήθηκε. Επειδή όμως έχει αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 1 της οδηγίας, σας υποβάλλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) αΕχει το άρθρο 1, στοιχείο γγ, σε συνδυασμό με το στοιχείο δδ, της οδηγίας του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών (89/48/ΕΟΚ), την έννοια ότι υφίσταται νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα όταν δεν υπάρχουν μεν νομικές διατάξεις που να ρυθμίζουν την πρόσβαση σε ένα επάγγελμα και την άσκησή του, πλην όμως η μοναδική συναφής κατάρτιση συνίσταται σε σπουδές τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως, διαρκείας τουλάχιστον τεσσεράμισι ετών πιστοποιούμενες από το σχετικό δίπλωμα, ώστε τα μόνα πρόσωπα που εμφανίζονται στην αγορά εργασίας είναι, σε τελική ανάλυση, μόνο οι κάτοχοι αυτού του διπλώματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που είναι και οι μόνοι που ασκούν το εν λόγω επάγγελμα;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: αποτελεί, υπό τις προϋποθέσεις που εκτίθενται στο δεύτερο μέρος του πρώτου ερωτήματος, ο ακαδημαϋκός τίτλος "Πτυχιούχος ..." (στην προκειμένη περίπτωση: Γεωλόγος) επαγγελματικό τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, όταν δεν υφίσταται - άλλος - επαγγελματικός τίτλος καθοριζόμενος και προστατευόμενος νομικώς;»
8 To δεύτερο προδικαστικό ερώτημα αποσαφηνίζει το πρώτο. Ξρήζει επικουρικώς απαντήσεως. Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο σας ρωτά ως προς την εφαρμογή της οδηγίας σε επάγγελμα όπως του γεωλόγου στη Γερμανία. Η πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό και η άσκησή του δεν ρυθμίζονται μεν νομοθετικά από τις δημόσιες αρχές, η εξέταση όμως της γερμανικής αγοράς εργασίας καταδεικνύει ότι μόνον οι κάτοχοι του γερμανικού διπλώματος γεωλόγου έχουν πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό. Εφαρμόζεται η οδηγία σε παρόμοια περίπτωση; Με άλλα λόγια, η συμπεριφορά της αγοράς εργασίας βασίζεται στην έννοια του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος»; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συνίσταται στην πραγματικότητα στον προσδιορισμό της εννοίας του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος» σύμφωνα προς την οδηγία και στο εάν, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, η οδηγία τυγχάνει εφαρμογής.
Παρατηρώ ότι είναι η πρώτη φορά που καλείσθε να αποφανθείτε επί του ορισμού της εννοίας αυτής.
9 Το αιτούν δικαστήριο εκκινεί από το αξίωμα σύμφωνα με το οποίο το επάγγελμα του γεωλόγου δεν είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στη Γερμανία. Αυτό προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής:
«Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν υφίσταται καμία διάταξη που να απαγορεύει την άσκηση του επαγγέλματος του γεωλόγου από ελεύθερο επαγγελματία ή από μισθωτό, ο οποίος δεν έχει το αντίστοιχο δίπλωμα, όπως π.χ. στην περίπτωση κάποιου που άρχισε μεν τις σπουδές γεωλογίας αλλά δεν τις ολοκλήρωσε (με επιτυχία)» (4).
Πάντως, διερωτάται εάν υπάρχει δυνατότητα διευρύνσεως του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας ώστε να καλύπτει και άλλες περιπτώσεις. Θα καθορίσω την έννοια του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος» αφού προβώ σε σύντομη παρουσίαση του γενικού συστήματος που έχει θεσπιστεί συναφώς.
Παρουσίαση του γενικού συστήματος
Η προέλευσή του
10 Καρπός των διασκέψεων του Ευρωπαϋκού Συμβουλίου του Fontainebleau τον Ιούνιο του 1985, η οδηγία θεσπίζει ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως πανεπιστημιακών διπλωμάτων για να διευκολύνει την άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Με τη νέα αυτή προσέγγιση αναγνωρίσεως των διπλωμάτων όχι πλέον κάθετα, δηλαδή κατά τομείς δραστηριοτήτων (5), αλλά οριζόντια, δηλαδή κατά επίπεδο εκπαιδεύσεως, ο κοινοτικός νομοθέτης επιδιώκει να εξαλείψει, για τα νομοθετικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα, το εμπόδιο του εθνικού διπλώματος εντός αρκετά συντόμων προθεσμιών (6).
11 Λόγω του γενικού της χαρακτήρα, η οδηγία μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένου του επαγγέλματος του γεωλόγου, πράγμα το οποίο παρακάμπτει τη δυσχέρεια καταρτίσεως εξαντλητικού καταλόγου των εν λόγω επαγγελμάτων.
12 Υπό το φως αυτών των σκέψεων πρέπει να ερμηνεύσουμε την απάντηση που έδωσε ο Bangemann επ' ονόματι της Επιτροπής στην ερώτηση υπ' αριθ. 1062/90 της Mayer ως προς το εάν η οδηγία εφαρμόζεται στο επάγγελμα του γεωλόγου (7):
«Η οδηγία αυτή, η οποία λόγω του γενικού της και όχι πλέον τομεακού της χαρακτήρα καθορίζει τη νέα προσέγγιση της Κοινότητας στον τομέα της αναγνώρισης των διπλωμάτων και καλύπτει μεγάλο αριθμό επαγγελμάτων, θα εφαρμοστεί στους γεωλόγους, υπό τον όρο ότι θα έχουν αποκτήσει τα επαγγελματικά τους προσόντα μετά από κατάρτιση που θα πιστοποιείται από δίπλωμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ελάχιστης διάρκειας τριών ετών.»
Η θεμελίωση της αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως
13 Η θεμελίωση αυτή βρίσκεται στην ταυτότητα μεταξύ της επαγγελματικής δραστηριότητας για την οποία ο μετανάστης έχει σπουδάσει στο κράτος μέλος προελεύσεώς του και της δραστηριότητας που επιθυμεί να ασκήσει στο κράτος μέλος υποδοχής (8). Η πρωτοτυπία όμως του γενικού συστήματος είναι ότι, κατ' αρχήν, αυτή η αντιστοιχία σπουδών δεν καθορίζεται με συγκριτική εξέταση των σπουδών και τη διαπίστωση των ομοιοτήτων τους, αλλά με συγκριτική εξέταση των πεδίων των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και με το τεκμήριο ότι, εάν οι κύριες δραστηριότητες είναι ίδιες, οι σπουδές που οδηγούν σ' αυτές πρέπει να είναι επαρκώς παρεμφερείς ώστε να τύχουν αναγνωρίσεως (9).
14 Η θεμελίωση της αναγνωρίσεως των διπλωμάτων εξηγεί και τα όρια της αναγνωρίσεως. Ο επιδιωκόμενος από τον κοινοτικό νομοθέτη στόχος διατυπώνεται σαφώς στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Η οδηγία συνιστά μέσον υπερπηδήσεως του εμποδίου στην ευχέρεια μετακινήσεως που συνιστά το δίπλωμα στην περίπτωση όπου «(...) των επαγγελματικών δραστηριοτήτων για τις οποίες απαιτείται, σε ένα κράτος μέλος υποδοχής, εκπαίδευση πέραν της δευτεροβάθμιας, εφόσον [οι Ευρωπαίοι πολίτες] διαθέτουν τέτοια διπλώματα που τους προετοιμάζουν για τις δραστηριότητες αυτές (...)» (10).
Αντιθέτως, η οδηγία δεν συνιστά μέσον υπερπηδήσεως του εμποδίου που συνδέεται με τις διαφορές στις επαγγελματικές δομές που ισχύουν στα κράτη μέλη:
«ότι, εξάλλου, ο στόχος του γενικού συστήματος αναγνώρισης των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν είναι ούτε η τροποποίηση των επαγγελματικών κανόνων, συμπεριλαμβανομένων των δεοντολογικών που ισχύουν για κάθε πρόσωπο που ασκεί επαγγέλματα στο έδαφος κράτους μέλους, ούτε η εξαίρεση των μεταναστών από την εφαρμογή αυτών των κανόνων· ότι το εν λόγω σύστημα προβλέπει απλώς κατάλληλα μέτρα που εξασφαλίζουν ότι ο μετανάστης συμμορφώνεται προς τους επαγγελματικούς κανόνες του κράτους μέλους υποδοχής» (11).
Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το σύστημα αυτό επιτρέπει στον κοινοτικό υπήκοο να ασκεί το επάγγελμά του σε όλη την Ευρωπαϋκή Κοινότητα. Πρέπει περαιτέρω το επάγγελμα αυτό να υφίσταται στο κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου επιθυμεί να το ασκήσει.
15 Πάντως, η ύπαρξη του επαγγέλματος είναι μεν αναγκαία για την εφαρμογή του γενικού συστήματος, πλην όμως δεν είναι επαρκής. Το εν λόγω επάγγελμα πρέπει να είναι επίσης νομοθετικά κατοχυρωμένο (12).
Το νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα: «έννοια-κλειδί» του γενικού συστήματος
16 Η εφαρμογή του γενικού συστήματος που θεσπίστηκε από την οδηγία εξαρτάται από την ύπαρξη κανόνων που διέπουν την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή την άσκησή του. Το χαρακτηριστικό αυτό στοιχείο έχει δύο θεμελιώδεις συνέπειες.
17 Πρώτον, αυτό που ενεργοποιεί την εφαρμογή του γενικού συστήματος αναγνωρίσεως είναι το στοιχείο της νομοθετικής κατοχυρώσεως μιας επαγγελματικής δραστηριότητας στο κράτος μέλος υποδοχής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους υπηκόους κράτους μέλους οι οποίοι επιθυμούν να ασκήσουν ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα σε κράτος μέλος υποδοχής» (13).
18 Δεύτερον, το στοιχείο της νομοθετικής κατοχυρώσεως μιας επαγγελματικής δραστηριότητας είναι που υποχρεώνει και πάλι το κράτος μέλος υποδοχής να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να αναγνωρίσει τα προσόντα που αποκτήθηκαν μετά από εκπαίδευση η οποία προετοιμάζει για την άσκηση του ιδίου επαγγέλματος στα άλλα κράτη μέλη,
«ηΟταν, στο κράτος μέλος υποδοχής, η πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα ή η εξάσκησή του προϋποθέτει την κατοχή διπλώματος (...)» (14).
19 Η έννοια του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος» είναι συνεπώς η έννοια-κλειδί τόσο για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του γενικού συστήματος (15) όσο και για τη λήψη των εθνικών μέτρων εφαρμογής του συστήματος (16). Συνεπώς είναι θεμελιώδες για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής του γενικού συστήματος να δοθεί ορισμός της εννοίας αυτής.
Ορισμός του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος»
20 Το αιτούν δικαστήριο σας ρωτά αν επιτρέπεται ευρεία ερμηνεία του όρου «νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα».
21 Από κοινωνιολογικές και στατιστικές παρατηρήσεις της συμπεριφοράς της αγοράς εργασίας οι οποίες καταδεικνύουν ότι οι κάτοχοι εθνικών πανεπιστημιακών διπλωμάτων προσλαμβάνονται κατά προτίμησιν από τους κοινοτικούς υπηκόους, κατόχους διπλωμάτων άλλου κράτους μέλους, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το εν λόγω επάγγελμα είναι έμμεσα νομοθετικά κατοχυρωμένο. Συνεπώς η οδηγία μπορεί να τύχει εφαρμογής.
Κατά συνέπεια, το κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να λάβει τα μέτρα που καθιστούν δυνατή την αναγνώριση της ουσιαστικής ισοτιμίας του διπλώματος άλλου κράτους μέλους με το οικείο εθνικό πανεπιστημιακό δίπλωμα (17).
22 Δυνατός είναι και ένας άλλος ορισμός της έννοιας αυτής του νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος: ο «τελεολογικός ορισμός» (18), δηλαδή προσαρμοσμένος προς τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία.
23 Κατ' αυτή την έννοια, θεωρείται ως νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα το επάγγελμα, η πρόσβαση και η άσκηση του οποίου διέπονται από την εθνική νομοθεσία.
24 Κατά τη γνώμη μου, ο ορισμός που έγινε δεκτός από τον κοινοτικό νομοθέτη στην οδηγία βασίζεται σε τελεολογική αντίληψη. Θα το καταδείξω προβαίνοντας στην ανάλυση του άρθρου 1, στοιχεία γγ και δδ, και διακρίνοντας κατόπιν τα μείζονα μειονεκτήματα στα οποία θα οδηγούσε αναπόφευκτα η επιλογή ενός ευρέος ορισμού της έννοιας του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος».
Ανάλυση του άρθρου 1, στοιχεία γγ και δδ
25 Το άρθρο 1, στοιχεία γγ και δδ, δίνει τελεολογικό ορισμό της εννοίας του «νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος»:
«γ) (...) η δραστηριότητα ή το σύνολο νομοθετικά κατοχυρωμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων που αποτελούν το επάγγελμα αυτό σε ένα κράτος μέλος·
δ) (...) η επαγγελματική δραστηριότητα για την πρόσβαση στην οποία, την εξάσκησή της ή για ένα τρόπο εξασκήσεώς της, σε ένα κράτος μέλος απαιτείται, αμέσως ή εμμέσως, βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, η κατοχή διπλώματος (...)» (19).
26 Ο κοινοτικός νομοθέτης αντιμετωπίζει συνεπώς δύο περιπτώσεις. Στην πρώτη περίπτωση, οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις εξαρτούν την πρόσβαση σε ένα επάγγελμα από την κατοχή διπλώματος. Στη δεύτερη, οι διατάξεις αυτές εξαρτούν την άσκηση του επαγγέλματος από την κατοχή διπλώματος.
27 ςΟσον αφορά την πρώτη περίπτωση, η κατοχή τίτλου που αποδεικνύει συγκεκριμένο επαγγελματικό προσόν συνιστά την απαραίτητη προϋπόθεση ώστε ο ενδιαφερόμενος να μπορεί να ασκεί τη δραστηριότητα αυτή. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε τις περιπτώσεις αυτές.
Μπορούμε να πούμε ότι η δραστηριότητα είναι συνεπώς νομοθετικά κατοχυρωμένη «(...) όταν η επιταγή αυτή προκύπτει από εθνικές διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές διατυπώνουν τα απαιτούμενα προσόντα ή χορηγούν σε έναν επαγγελματικό οργανισμό την αρμοδιότητα να τα καθορίζει και οι διατάξεις αυτές ή τα μέτρα που έχουν ληφθεί βάσει αυτών είναι που πρέπει να προσαρμοστούν για τη θέση σε εφαρμογή (της) οδηγίας(ών)» (20).
28 οΟσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, είναι πιο δύσκολο να διακρίνουμε τις συναφείς κατηγορίες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας παρέχει διευκρινίσεις διακρίνοντας τρεις τρόπους ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας.
29 α) Η άσκηση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας προϋποθέτει την κατοχή επαγγελματικού τίτλου (21).
Αυτή είναι η περίπτωση σε όλα τα κράτη μέλη των δικηγόρων, που ένα τμήμα των δραστηριοτήτων τους είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο [π.χ., απαιτείται ιδιαίτερο επαγγελματικό προσόν για την εκπροσώπηση και υπεράσπιση ενώπιον του δικαστηρίου (...)].
30 Ο επαγγελματικός τίτλος καθορίζεται ως ο τίτλος που χρησιμοποιείται σε μια δραστηριότητα επ' αμοιβή και πιστοποιεί στον τομέα αυτόν ιδιαίτερη ικανότητα. Ο τίτλος δεν μπορεί να καταστεί επαγγελματικός τίτλος παρά μόνον αν η δημόσια αρχή καθορίζει τους όρους απονομής του, είτε ευθέως, είτε εξουσιοδοτώντας προς τούτο έναν συγκεκριμένο οργανισμό (ιδίως μια επιτροπή ή ένα επαγγελματικό όργανο), και αν εξασφαλίζει την προστασία του τίτλου αυτού με την επιβολή ποινικών κυρώσεων σε περίπτωση παρανόμου χρήσεως.
31 Η συμμετοχή της δημόσιας αρχής στον καθορισμό του τρόπου απονομής του τίτλου είναι αποφασιστικής σημασίας. Διακρίνει τον τίτλο αυτόν από τους τίτλους η χρήση των οποίων επιτρέπεται από επαγγελματική ένωση ή επιστημονική εταιρία (παραδείγματος χάριν, ο τίτλος του ψυχαναλυτή στη Γαλλία).
32 β) Ο δεύτερος τρόπος ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας προβλέπεται στη δεύτερη περίπτωση του πρώτου εδαφίου του στοιχείου δδ του άρθρου 1 της οδηγίας (22).
33 Εδώ, η πρόσβαση στην επαγγελματική δραστηριότητα είναι ελεύθερη, η άσκηση όμως της δραστηριότητας αυτής προϋποθέτει την κατοχή συγκεκριμένου τίτλου.
34 Αυτή είναι η περίπτωση του επαγγέλματος του μη ιατρού ψυχολόγου στη Γερμανία όπου, καταρχήν, η δραστηριότητα του ψυχολόγου δεν εξαρτάται από την ύπαρξη επαγγελματικών προσόντων, σχετικά με την οποία όμως η κοινωνική ασφάλιση επιστρέφει τις ιατρικές δαπάνες μόνο για τις υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί από ειδικευμένους επαγγελματίες. Ο κοινοτικός νομοθέτης συνάγει τις σχετικές συνέπειες: η άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας στο πλαίσιο ενός οργανισμού όπως η κοινωνική ασφάλιση την καθιστά νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα.
35 γ) Ο τρίτος και τελευταίος τρόπος ασκήσεως νομοθετικά κατοχυρωμένης επαγγελματικής δραστηριότητας προβλέπεται στο άρθρο 1, στοιχείο δδ, δεύτερο και τρίτο εδάφιο (23).
36 Η τελευταία περίπτωση, που αναφέρει ο κοινοτικός νομοθέτης στο προοίμιο της οδηγίας (24), είναι η περίπτωση ορισμένων επαγγελματικών ενώσεων κάπως ιδιαίτερης μορφής που συναντώνται σπάνια στην ηπειρωτική Ευρώπη, αλλά συνηθέστατα στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στην Ιρλανδία. Οι ενώσεις αυτές είναι:
- αυτές που έχουν ως σκοπό να προωθήσουν υψηλό επίπεδο προσόντων σε ένα επάγγελμα·
- αυτές που επιβάλλουν στα μέλη τους συγκεκριμένη εκπαίδευση και την τήρηση δεοντολογίας·
- αυτές που αναγνωρίζονται κατά τον ένα ή άλλο τρόπο από τις δημόσιες αρχές ως δημοσίας ωφελείας. Για παράδειγμα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αναγνώριση που γίνεται με Βασιλικό Διάταγμα.
37 Γι' αυτόν τον λόγο εξομοιώνεται προς νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα η άσκηση της δραστηριότητας του μέλους αυτού του είδους ενώσεων, για τις οποίες η οδηγία δίνει ως παράδειγμα, για το Ηνωμένο Βασίλειο, τριάντα οκτώ ονόματα (Institute of Chartered Accountants in England and Wales, British Psychological Society ...).
Τα μειονεκτήματα του ευρέος ορισμού
38 Η αποδοχή ευρέος ορισμού της έννοιας αυτής θα επέφερε αναπόφευκτα τουλάχιστον τέσσερα μείζονα μειονεκτήματα.
39 Πρώτον, η αποδοχή ευρείας έννοιας θα ισοδυναμούσε με το να υποστηρίξουμε ότι δεν είναι τα κράτη μέλη οι αποδέκτες της οδηγίας αλλά οι οικονομικές μονάδες που δρουν στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 14 της οδηγίας:
«Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.»
40 Δεύτερον, τα κράτη μέλη θα ήταν υποχρεωμένα να τροποποιήσουν τις επαγγελματικές δομές που υφίστανται στις επικράτειές τους.
ςΟπως όμως είδαμε (25), δεν είναι αυτός ο στόχος του κοινοτικού νομοθέτη.
41 Εξάλλου, ο ευρύς αυτός ορισμός μπορεί να διευκολύνει τις απάτες σχετικά με τα διπλώματα και να παραπλανήσει το κοινό, δυνητική πελατεία των επαγγελματιών, στους οποίους θα επιτρεπόταν να χρησιμοποιούν πανεπιστημιακούς τίτλους τους οποίους η εκπαίδευσή τους και οι πανεπιστημιακές τους σπουδές δεν τους επιτρέπουν να φέρουν.
42 νΟμως, όχι μόνον ο νομοθέτης δηλώνει ρητώς ότι δεν πρέπει να είναι αυτή η συνέπεια της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως (26), αλλά και το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί στην απόφαση της 31ης Μαρτίου 1993, Kraus (27), ότι:
«(...) Η ανάγκη δε προστασίας ενός όχι κατ' ανάγκη ευαισθητοποιημένου κοινού κατά της καταχρηστικής χρησιμοποιήσεως πανεπιστημιακών τίτλων που δεν χορηγούνται σύμφωνα με τους προβλεπόμενους για τον σκοπό αυτό στο κράτος όπου ο κάτοχος του διπλώματος σκοπεύει να το επικαλεσθεί κανόνες συνιστά θεμιτό συμφέρον που δικαιολογεί περιορισμό εκ μέρους του εν λόγω κράτους μέλους των θεμελιωδών ελευθεριών που εξασφαλίζονται από τη Συνθήκη.»
43 Τέλος, η εφαρμογή του γενικού συστήματος καθορίζεται μόνον από το επίπεδο και τη διάρκεια των σπουδών που είναι απαραίτητες για την απόκτηση του διπλώματος ή τίτλου εκπαιδεύσεως που απαιτούνται στο κράτος μέλος υποδοχής.
ςΟπως όμως είδαμε (28), το γενικό σύστημα εφαρμόζεται μόνον εάν το επάγγελμα είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος υποδοχής.
44 ςΟσον αφορά την υπόθεση που έχει υποβληθεί στο αιτούν δικαστήριο, πρέπει να δεχθούμε ότι δεν υπάγεται σε καμιά από τις περιπτώσεις που προβλέπει η οδηγία (29). Μπορούμε συνεπώς να υποστηρίξουμε ότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος εφόσον ούτε η πρόσβαση ούτε η άσκηση της δραστηριότητας του γεωλόγου στη Γερμανία υποβάλλονται σε δεσμευτικούς κανόνες που θεσπίζει άμεσα ή έμμεσα η δημόσια αρχή. Μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι η πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό και η άσκησή του είναι ελεύθερες (30).
Οι επαγγελματίες υπόκεινται μόνον στους κανόνες της αγοράς εργασίας και στη συμπεριφορά της αγοράς αυτής και όχι σε νομικές δεσμεύσεις.
45 ςΟπως είδαμε, η οδηγία δεν έχει ως αντικείμενο να επιβάλλει στα κράτη μέλη την τροποποίηση της δομής των επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Κατά μείζονα λόγο, δεν μπορεί να έχει ως αντικείμενο ούτε να εξαναγκάζει τους επιχειρηματίες να προσλαμβάνουν υπαλλήλους οι οποίοι δεν διαθέτουν τα συγκεκριμένα απαιτούμενα προσόντα ούτε να αλλοιώνει την πραγματικότητα επιτρέποντας σε πρόσωπα που δεν είναι κάτοχοι συγκεκριμένου διπλώματος να κάνουν χρήση διπλώματος το οποίο δεν κατέχουν.
46 Υπό το φως των διευκρινίσεων αυτών σας προτείνω να απαντήσετε αρνητικά στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
47 Το δεύτερο ερώτημα καθίσταται άνευ αντικειμένου.
48 Ενόψει των προεκτεθέντων, σας προτείνω να απαντήσετε ως εξής στο ερώτημα του Oberverwaltungsgericht Berlin:
«Το άρθρο 1, στοιχείο γγ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο δδ, της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών, έχει την έννοια ότι ένα επάγγελμα είναι νομοθετικώς κατοχυρωμένο μόνον αν η δημόσια αρχή έχει άμεσα ή έμμεσα θεσπίσει κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στο επάγγελμα και την άσκησή του και αν η μη τήρηση των κανόνων αυτών υπόκειται σε κυρώσεις.»
(1) - ΕΕ 1989, L 19, σ. 16.
(2) - Πτυχίο γεωλογίας που απονέμεται από ελληνικό πανεπιστήμιο μετά από τετραετείς σπουδές γεωλογίας.
(3) - Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι «Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής αναγνωρίζει, στους υπηκόους των κρατών μελών που πληρούν τους όρους για την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα και για την εξάσκησή του στο έδαφός του, το δικαίωμα να φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής που αντιστοιχεί στο εν λόγω επάγγελμα».
(4) - Βλ. σ. 9 της γαλλικής μεταφράσεως.
(5) - Επτά τομεακά συστήματα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων θεσπίστηκαν μεταξύ 1975 και 1985 και εφαρμόζονται σε ποικίλες δραστηριότητες στον τομέα της υγείας και της αρχιτεκτονικής: ιατροί, νοσοκόμοι, οδοντίατροι, κτηνίατροι, μαίες, φαρμακοποιοί και αρχιτέκτονες.
(6) - Πρώτη, δεύτερη και τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(7) - ΕΕ 1991, C 35, σ. 12.
(8) - Πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(9) - Συναφώς, Beuve-Mιry, J. J.: «La reconnaissance des diplτmes: le systθme gιnιral adoptι le 21. 12. 1989 par le Conseil des Communautιs europιennes», Revue du marchι commun, αριθ. 336, Aπρίλιος 1990, σ. 293.
(10) - Τρίτη αιτιολογική σκέψη, η υπογράμμιση δική μου.
(11) - Δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(12) - Τρίτη, πέμπτη, όγδοη, ένατη και δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(13) - Αρθρο 2, πρώτο εδάφιο, η υπογράμμιση δική μου.
(14) - Αρθρο 3, πρώτο εδάφιο, η υπογράμμιση δική μου.
(15) - Αρθρο 2, πρώτο εδάφιο.
(16) - Αρθρο 3.
(17) - Συμφώνως προς το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.
(18) - Pertek, J.: «Reconnaissance des diplτmes: systθmes sectoriels, systθmes gιnιraux», Juris-classeurs, 1994, τεύχος 720.
(19) - Η υπογράμμιση δική μου.
(20) - Pertek J., προαναφερθέν, παράγραφος 62, δεύτερο εδάφιο.
(21) - Το άρθρο 1, στοιχείο δδ, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίπτωση, ορίζει: «η εξάσκηση δραστηριότητας υπό επαγγελματικό τίτλο, εφόσον η χρήση αυτού του τίτλου επιτρέπεται μόνον στους έχοντες δίπλωμα που καθορίζεται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις.»
(22) - «στον τομέα της υγείας η εξάσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, εφόσον για την επ' αμοιβή εξάσκηση αυτής της δραστηριότητας, ή/και την επιστροφή των ιατρικών δαπανών, απαιτείται σύμφωνα με το εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης κατοχή διπλώματος».
(23) - «Εφόσον το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, εξομοιώνεται προς νομοθετικά κατοχυρωμένη επαγγελματική δραστηριότητα, η επαγγελματική δραστηριότητα των μελών ένωσης ή οργάνωσης κύριος στόχος των οποίων είναι η προαγωγή και η διατήρηση της στάθμης του οικείου επαγγέλματος σε υψηλά επίπεδα, και οι οποίες για την επίτευξη αυτού του στόχου, τυγχάνουν αναγνωρίσεως υπό ειδική μορφή σε κράτος μέλος και - χορηγούν στα μέλη τους δίπλωμα,- υποβάλλουν τα μέλη τους σε επαγγελματικούς κανόνες τους οποίους θεσπίζουν οι ίδιες, και- παρέχουν σ' αυτά το δικαίωμα να κάνουν χρήση τίτλου ή συντομογραφίας ή ιδιότητας που αντιστοιχεί προς αυτό το δίπλωμα.Στο παράρτημα περιλαμβάνεται ενδεικτικός κατάλογος των ενώσεων ή οργανώσεων που πληρούν τους όρους του δεύτερου εδαφίου κατά την έκδοση της παρούσας οδηγίας. ςΟταν κράτος μέλος αναγνωρίζει μια ένωση ή οργάνωση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή η οποία δημοσιεύει την πληροφορία αυτή στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.»
(24) - Εβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(25) - Παράγραφος 14 των προτάσεών μου.
(26) - Δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(27) - Υπόθεση C-19/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-1663, σκέψη 35.
(28) - Παράγραφοι 15 έως 19 των προτάσεών μου.
(29) - Παράγραφοι 27 έως 37 των προτάσεών μου.
(30) - Το αιτούν δικαστήριο καθώς και όλοι οι παρεμβαίνοντες το παραδέχθηκαν κατά τη διάρκεια της δημοσίας συνεδριάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy