Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Η Pretura circondariale di Roma σας υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, 5 και 6 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών της 4ης Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: Ευρωπαϋκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου).
2 Τα προδικαστικά αυτά ερωτήματα ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως που άσκησε η εισαγγελική αρχή της Pretura circondariale di Roma κατά του Perfili.
3 Το αιτούν δικαστήριο παρέχει τα ακόλουθα στοιχεία όσον αφορά το πραγματικό και το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως.
4 Στις 30 Ιουλίου 1991 ο νόμιμος αντιπρόσωπος της Lloyd's of London, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, παρέσχε γενική πληρεξουσιότητα (power of attorney) στον Gabriele Alliata. Βάσει του πληρεξουσίου αυτού εγγράφου, ο Alliata μπορεί να ενεργεί και να παρίσταται εξ ονόματος και για λογαριασμό της Lloyd's of London ενώπιον όλων των ιταλικών δικαστηρίων.
5 Στις 25 Μαου 1994 ο Alliata παρέσχε ειδική πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο για την άσκηση πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη κατά του Perfili.
6 Ενώπιον του ιταλικού ποινικού δικαστηρίου ανέκυψε το ζήτημα του παραδεκτού της πολιτικής αγωγής. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο Alliata δεν έχει δικαίωμα ασκήσεως πολιτικής αγωγής. Πράγματι, το άρθρο 78 του ιταλικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (στο εξής: ΚΠΔ), το οποίο ρυθμίζει τη διαδικασία ασκήσεως της πολιτικής αγωγής, επιβάλλει στο πρόσωπο που ενεργεί ως αντιπρόσωπος του παθόντος, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει πολιτική αγωγή στο πλαίσιο ποινικής δίκης, την υποχρέωση να προσκομίσει έγγραφο ειδικής πληρεξουσιότητας για την άσκηση της πολιτικής αγωγής. Το πληρεξούσιο έγγραφο που καταρτίστηκε στις 30 Ιουλίου 1991 όμως δεν παρέσχε ειδική πληρεξουσιότητα στον Alliata για την άσκηση πολιτικής αγωγής κατά την ποινική δίκη που κίνησε η ιταλική εισαγγελική αρχή κατά του Perfili.
7 Αφού εξέθεσε τις διαφορές μεταξύ των κανόνων της αγγλικής και της ιταλικής ποινικής δικονομίας όσον αφορά τη θέση του παθόντος ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων και στη συνέχεια ανέφερε ότι λόγω των διαφορών αυτών ο παθών αγγλικής ιθαγενείας που αγνοεί τους ισχύοντες κανόνες του ιταλικού δικαίου τυγχάνει κατ' ανάγκη δυσμενούς μεταχειρίσεως σε σχέση με τον παθόντα ιταλικής ιθαγενείας, το αιτούν δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ιταλικός νόμος εισάγει πρόδηλη διάκριση εις βάρος των νΑγγλων υπηκόων. Κατά συνέπεια, αντιβαίνει προς τα άρθρα 3, 5 και 6 της Συνθήκης ΕΚ καθώς και προς το άρθρο 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
8 Εν πάση περιπτώσει, επειδή είχε αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, 5 και 6 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιβαίνει το άρθρο 78 του ισχύοντος ιταλικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προς τα άρθρα 3, 5 και 6 της Συνθήκης της Ρώμης, επειδή επιβάλλει στους κοινοτικούς υπηκόους, εν προκειμένω σε έναν νΑγγλο υπήκοο, να καταρτίζουν, εφόσον προτίθενται, ως παθόντες, να ασκήσουν πολιτική αγωγή, έγγραφο ειδικής νομικής φύσεως, το οποίο δεν προβλέπεται από την έννομη τάξη τους και συνίσταται στην παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας για την άσκηση πολιτικής αγωγής, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά το αγγλικό δίκαιο η ειδική αυτή πληρεξουσιότητα θα μπορούσε να είναι περιττή, επειδή περιλαμβάνεται στη γενική πληρεξουσιότητα (power of attorney);
2) Αντιβαίνει το προαναφερθέν άρθρο 78 προς το άρθρο 6 της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου της 4ης Νοεμβρίου 1950 και είναι η Σύμβαση αυτή κρίσιμη για την προκειμένη δίκη;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
9 Από παγία νομολογία προκύπτει ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται ως προς το αν ορισμένα συγκεκριμένα εθνικά μέτρα συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο (1). Πρέπει εν πάση περιπτώσει να θεωρηθεί ότι ο Pretore ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τα άρθρα της Συνθήκης τα οποία μνημονεύονται στο πρώτο ερώτημα, προκειμένου να κρίνει ο ίδιος κατά πόσον οι επίδικοι κανόνες συνάδουν προς τις εν λόγω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
10 Η Επιτροπή και ο Perfili επισημαίνουν ότι το αιτούν δικαστήριο παρέλειψε να εκθέσει με τη διάταξή του το πραγματικό και το κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα. Η Επιτροπή και η Lloyd's έχουν αμφιβολίες ως προς τη λυσιτέλεια ερωτημάτων που στηρίζονται σε ανακριβή ερμηνεία του εθνικού δικαίου. Η Επιτροπή και ο Perfili καταλήγουν, για διαφορετικούς λόγους, στο συμπέρασμα ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο. Η Επιτροπή, στηριζόμενη στις αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992 επί των υποθέσεων Lourenηo Dias (2) και Meilicke (3), υποστηρίζει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι προδήλως άσχετο με την επίλυση της διαφοράς, καθόσον το εθνικό δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το εθνικό του δίκαιο. Συνακολούθως η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι απαράδεκτο ή έστω ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως. Ο Perfili επικαλείται την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993 στην υπόθεση Telemarsicabruzzo κ.λπ. (4) και τη διάταξη της 19ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση Banchero (5) και θεωρεί ότι, ελλείψει επαρκούς καθορισμού του πραγματικού και του κανονιστικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται τα υποβληθέντα ερωτήματα, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, το ερώτημα πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.
11 Δεν αμφισβητείται ότι η διάταξη περί παραπομπής παρέχει πολύ λίγα στοιχεία όσον αφορά το πραγματικό και το νομικό πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης. Ο καθορισμός του πραγματικού και του κανονιστικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται το υποβληθέν ερώτημα είναι ωστόσο απαραίτητος σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως δε στους τομείς που χαρακτηρίζονται από περίπλοκες πραγματικές και νομικές καταστάσεις, όπως το δίκαιο του ανταγωνισμού· τούτο υπενθυμίζεται συναφώς με τη διάταξη της 26ης Απριλίου 1993 στην υπόθεση Monin Automobiles (6). Η επιταγή όμως αυτή πρέπει, κατ' εμέ, να ισχύει γενικώς σε όλους τους τομείς. Τούτο για δύο βασικούς λόγους.
12 Πρώτον, δεν είναι δυνατόν να παρασχεθεί αποτελεσματική βοήθεια στο εθνικό δικαστήριο, εαν δεν μπορείτε να αντιληφθείτε την ύπαρξη και το περιεχόμενο του νομικού προβλήματος που αντιμετωπίζει το δικαστήριο αυτό.
Τούτο έχει υπομνησθεί από το Δικαστήριό σας κατ' επανάληψη, μεταξύ άλλων δε ρητώς με την προπαρατεθείσα απόφαση Lourenηo Dias:
«(...) το πνεύμα συνεργασίας που πρέπει να διέπει τη διαδικασία της υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων επιβάλλει επίσης να λαμβάνει και το εθνικό δικαστήριο υπόψη του την αποστολή που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο, η οποία συνίσταται στη συμβολή του στην απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών και όχι στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμοδοτήσεων επί γενικών και υποθετικών ερωτημάτων (...).
Ενόψει της αποστολής του αυτής το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν του επιτρέπεται να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε εθνικό δικαστήριο, ιδίως όταν (...) η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ή η εξέταση του κύρους κοινοτικού κανόνα, που ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα ή το αντικείμενο της κύριας δίκης (...).
(...) προκειμένου να δοθεί στο Δικαστήριο η δυνατότητα να προβεί σε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, επιβάλλεται, πριν από την υποβολή των προδικαστικών ερωτημάτων, το εθνικό δικαστήριο να έχει εξετάσει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και να έχει επιλύσει τα καθαρώς εθνικού δικαίου προβλήματα (...). Επιβάλλεται, επίσης, να εξηγεί το εθνικό δικαστήριο τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς (...).
ςΕχοντας στη διάθεσή του αυτά τα πληροφοριακά στοιχεία, το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει αν η αιτούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου έχει σχέση με την πραγματικότητα και το αντικείμενο της κύριας δίκης. Εάν προκύπτει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι προδήλως άσχετο με την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απόσχει από την έκδοση αποφάσεως» (7).
13 Δεύτερον, έχετε δεχθεί επίσης ότι η διαδικασία του άρθρου 177 της Συνθήκης δεν αποτελεί απλώς διάλογο μεταξύ δύο δικαστών. Με την απόφαση της 1ης Απριλίου 1982 στην υπόθεση Holdijk κ.λπ., κρίνατε ρητώς ότι η διαδικασία αυτή αποτελεί επίσης για όλα τα κράτη μέλη, των οποίων οι νομοθεσίες ενδέχεται να τροποποιηθούν λόγω της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, μέσον προβολής των απόψεών τους επί των ζητημάτων ερμηνείας ή εκτιμήσεως του κύρους τα οποία θέτει το εθνικό δικαστήριο (8):
«(...) τα στοιχεία που περιέχονται στις περί παραπομπής αποφάσεις δεν χρησιμεύουν απλώς στο να επιτρέψουν στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στο να παρέχουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους, να καταθέτουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Πράγματι, στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως μόνο οι περί παραπομπής αποφάσεις κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους.»
Επιβεβαιώσατε την άποψη αυτή με δύο πρόσφατες διατάξεις, η μία από τις οποίες εκδόθηκε στις 23 Μαρτίου 1995 στην υπόθεση Saddik (9) και η άλλη στις 7 Απριλίου 1995 στην υπόθεση Grau Gomis κ.λπ. (10).
14 Θα εξετάσω τώρα αν στην υπό κρίση περίπτωση η διάταξη περί παραπομπής ανταποκρίνεται στις επιταγές της νομολογίας σας, προκειμένου να σας προτείνω είτε να κρίνετε απαράδεκτο το προδικαστικό αυτό ερώτημα είτε να αποφανθείτε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως είτε ακόμη να επιλέξετε διαφορετική λύση.
15 ηΟπως ήδη ανέφερα, το αιτούν δικαστήριο δεν αιτιολόγησε με ιδιαίτερη σαφήνεια τη διάταξη περί παραπομπής και παρέχει λίγα στοιχεία περί του πραγματικού και του κανονιστικού πλαισίου της υποθέσεώς του. υΟσον αφορά το πραγματικό πλαίσιο, δεν νομίζω ότι η υπόθεση, ενόψει της φύσεώς της, χρειάζεται διεξοδικότερη ανάλυση. Προκειμένου περί του κανονιστικού πλαισίου, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι, καίτοι το αιτούν δικαστήριο όντως παρέσχε κάποια στοιχεία περί των χαρακτηριστικών της εθνικής του νομοθεσίας, τα στοιχεία αυτά δεν είναι πλήρη, με αποτέλεσμα να μη μου δίνουν τη δυνατότητα να εντοπίσω τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου προς τους οποίους ενδεχομένως αντιβαίνει η νομοθεσία αυτή.
16 Εξάλλου, η Επιτροπή και ο Perfili υποστηρίζουν ότι το εθνικό δικαστήριο είτε ερμήνευσε εσφαλμένα το δικό του δίκαιο είτε επικαλέστηκε κείμενο του εθνικού δικαίου άσχετο με την υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, κατά τον Perfili, το άρθρο 78 του ΚΠΔ, στο οποίο αναφέρθηκε το αιτούν δικαστήριο, δεν ρυθμίζει το ζήτημα της ασκήσεως πολιτικής αγωγής, αλλά απαριθμεί τους σχετικούς με την κατάθεση της δηλώσεως περί ασκήσεως πολιτικής αγωγής τύπους (για παράδειγμα, η δήλωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει το όνομα και το επώνυμο του δικηγόρου και μνεία της πληρεξουσιότητας που του έχει παρασχεθεί) (11). Εν αντιθέσει πάντως προς τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, ο Perfili δεν αμφισβητεί ότι το ιταλικό δίκαιο περιλαμβάνει την υποχρέωση ειδικής πληρεξουσιότητας, υπό την έννοια που την περιέγραψε το αιτούν δικαστήριο.
17 Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν το εθνικό δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα το εθνικό του δίκαιο. Πράγματι, κατά παγία νομολογία (12), το άρθρο 177 της Συνθήκης στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών των εθνικών δικαστηρίων αφενός και του Δικαστηρίου αφετέρου. Τουναντίον, η ίδια η φύση της διαδικασίας αυτής, την οποία ορίσατε ως μηχανισμό άμεσης (13), στενής (14) και αμοιβαίας (15) συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, επιβάλλει αντίστοιχες αλλά και αμοιβαίες υποχρεώσεις στο Δικαστήριο και στα εθνικά δικαστήρια. Για να είναι σε θέση να δώσει χρήσιμη απάντηση για την επίλυση μιας διαφοράς, το Δικαστήριο πρέπει ακόμη να γνωρίζει το πλαίσιο και το περιεχόμενο του νομικού προβλήματος που αντιμετωπίζει το αιτούν δικαστήριο.
18 Δεν νομίζω ότι η παρούσα αίτηση μπορεί να κριθεί απαράδεκτη, διότι το αιτούν δικαστήριο παρέσχε τα απολύτως απαραίτητα στοιχεία που δίνουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εντοπίσει τον επίμαχο κανόνα του κοινοτικού δικαίου. Ομοίως, δεν νομίζω ότι πρέπει να κριθεί ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως, αφού από τα πληροφοριακά στοιχεία που παρασχέθηκαν στο Δικαστήριο δεν προκύπτει ότι το υποβληθέν ερώτημα είναι προδήλως άσχετο με την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Αντιστρόφως, αφού το εθνικό δικαστήριο δεν εξέθεσε αναλυτικότερα το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και προκειμένου να αποφευχθεί η διατύπωση καθαρώς συμβουλευτικής γνώμης, πρέπει να περιοριστώ στο γράμμα του ερωτήματος.
19 Σας ζητώ επομένως να υιοθετήσετε τη λύση που έχετε ήδη δεχθεί προηγουμένως, μεταξύ άλλων με την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983 στην υπόθεση Deutsche Milchkontor κ.λπ. (16):
«Τα στοιχεία που περιέχονται στις διατάξεις περί παραπομπής σχετικά με το περιεχόμενο των κανόνων του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αναπτύξει συμπληρωματικά στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου ως προς το θέμα αυτό.»
20 Λαμβανομένων υπόψη του σκεπτικού της διατάξεως περί παραπομπής και της διατυπώσεως του ερωτήματος, το ερώτημα αυτό πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: απαγορεύει το άρθρο 6 της Συνθήκης στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, οι οποίοι προτίθενται, ως παθόντες, να ασκήσουν πολιτική αγωγή στο πλαίσιο ποινικής δίκης, την υποχρέωση να προσκομίζουν έγγραφο ειδικής πληρεξουσιότητας για την άσκηση της πολιτικής αγωγής;
21 Σύμφωνα με την αρχή της αυτονομίας των εθνικών δικονομικών συστημάτων, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δώσετε αρνητική απάντηση. Πράγματι, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από κανένα από τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο δεν προκύπτει ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση περί ένδικης προστασίας ενέχει δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 6 της Συνθήκης.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
22 Το αιτούν δικαστήριο σας ζητεί να ερμηνεύσετε μια διάταξη της Ευρωπαϋκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η σύμβαση αυτή δεν περιλαμβάνεται στις πράξεις για την ερμηνεία των οποίων είναι αρμόδιο το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης. Επιπλέον, καθιερώνει αυτοτελές σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα ειδικού δικαστηρίου.
23 Επομένως, καθόσον δεν μπορώ να εντοπίσω ποιο είναι στην παρούσα υπόθεση το θεμελιώδες δικαίωμα τη συγκεκριμένη προστασία του οποίου διασφαλίζει μια από τις διατάξεις της Συνθήκης, σας ζητώ να κρίνετε ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος (17).
24 Συμπερασματικά, για τους λόγους που ανέπτυξα ανωτέρω, σας προτείνω να δώσετε στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε η Pretura circondariale di Roma, sezione distaccata di Frascati, την ακόλουθη απάντηση:
«Το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι, στις παρεμφερείς προς την παρούσα περιπτώσεις, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, οι οποίοι προτίθενται, ως παθόντες, να ασκήσουν πολιτική αγωγή στο πλαίσιο ποινικής δίκης, την υποχρέωση να προσκομίζουν έγγραφο ειδικής πληρεξουσιότητας για την άσκηση της πολιτικής αγωγής.»
(1) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 1970, 9/70, Grad (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 467, σκέψη 17), και της 8ης Ιουνίου 1971, 78/70, Deutsche Grammophon (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 839, σκέψη 3).
(2) - C-343/90, Συλλογή 1992, σ. Ι-4673, σκέψεις 17 έως 21.
(3) - C-83/91, Συλλογή 1992, σ. Ι-4871, σκέψη 31.
(4) - C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Συλλογή 1993, σ. Ι-393.
(5) - C-157/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-1085.
(6) - C-386/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-2049, σκέψη 7.
(7) - Σκέψεις 17 έως 20, η υπογράμμιση δική μου.
(8) - 141/81, 142/81 και 143/81, Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6.
(9) - C-458/93, Συλλογή 1995, σ. Ι-511, σκέψη 8.
(10) - C-167/94, Συλλογή 1995, σ. Ι-1023, σκέψη 10.
(11) - Παρατηρήσεις του Perfili, σ. 5 της γαλλικής μεταφράσεως.
(12) - Αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1977, 5/77, Tedeschi (Συλλογή τόμος 1977, σ. 475, σκέψεις 17 έως 19), και προσφάτως της 23ης Φεβρουαρίου 1995, C-358/93 και C-416/93, Bordessa κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-361, σκέψη 10).
(13) - Βλ. απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 44/65, Maison Singer (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 201, και συγκεκριμένα σ. 205).
(14) - Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984, 72/83, Campus Oil κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 2727, σκέψη 10).
(15) - Προπαρατεθείσα απόφαση Meilicke, σκέψη 25.
(16) - 205/82 έως 215/82, Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 36.
(17) - Βλ., μεταξύ άλλων, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Trabucchi επί της υποθέσεως Watson και Belmann, σημείο 4 (απόφαση της 7ης Ιουλίου 1976, 118/75, Συλλογή τόμος 1976, σ. 425).
Full & Egal Universal Law Academy