Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Το Landgericht Bonn ζητεί από το Δικαστήριο αν η μη μεταφορά, εντός της τασσομένης προς τούτο προθεσμίας, της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις (1) (στο εξής: η οδηγία), συνιστά παράβαση στοιχειοθετούσα αστική ευθύνη του μη συμμορφωθέντος κράτους μέλους έναντι των ιδιωτών που υπέστησαν εκ της παραβάσεως αυτής ζημία.
Πρόκειται δηλαδή για περίπτωση ανάλογη με εκείνη που κρίθηκε ήδη με τη γνωστή απόφαση Francovich (2), με την οποία το Δικαστήριο - περιττόν να υπομνησθεί - δέχτηκε την υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω μη μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, διευκρινίζοντας τις προϋποθέσεις που αρκούν, σε μια τέτοια περίπτωση, για να στοιχειοθετήσουν αξίωση των ιδιωτών προς αποζημίωση.
2 Αυτή τη φορά, ζητείται από το Δικαστήριο, με δώδεκα μάλιστα ερωτήματα, όχι μόνο να κρίνει αν οι ορισθείσες στην υπόθεση Francovich προϋποθέσεις πληρούνται και στην κρινομένη εδώ περίπτωση, αλλά και να διευκρινίσει αν οι προϋποθέσεις αυτές αρκούν, σε περίπτωση μη μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, για να στοιχειοθετήσουν και υποχρέωση αποζημιώσεως του μη συμμορφωθέντος κράτους μέλους. Υπ' αυτό το τελευταίο πρίσμα, ερωτάται, ειδικότερα, το Δικαστήριο αν και κατά πόσον διάφορες δικαιολογίες τις οποίες ενδεχομένως προβάλλει το κράτος μέλος είναι ικανές να το απαλλάξουν από την υποχρέωση προς αποζημίωση· αν δηλαδή η προσαπτόμενη στο κράτος μέλος παράβαση πρέπει, προς τον σκοπό που ενδιαφέρει εδώ, να είναι βαριά και/ή υπαίτια.
Επισημαίνω, ευθύς εξ αρχής, ότι ορισμένα από τα εξεταζόμενα στην παρούσα υπόθεση ερωτήματα είναι εν μέρει παρόμοια με εκείνα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-46/93 (Brasserie du pκcheur) και C-48/93 (Factortame III), επί των οποίων αναπτύσσω προτάσεις σήμερα. Σ' αυτές τις προτάσεις θα παραπέμπω, επομένως, κατά την ανάλυση που ακολουθεί, προς εμβάθυνση ορισμένων πτυχών.
Κανονιστικό πλαίσιο, πραγματικά περιστατικά και προδικαστικά ερωτήματα
3 Σκοπός της οδηγίας, όπως διευκρινίζει στο άρθρο 1, είναι «η προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις που πωλούνται ή προσφέρονται προς πώληση στο έδαφος της Κοινότητας». Το άρθρο 7 της ίδιας, του οποίου ζητείται εδώ η ερμηνεία, ορίζει ότι «ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής, που είναι συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση, αποδεικνύουν ότι διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις κατάλληλες να εξασφαλίσουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτώχευσης, την επιστροφή των καταβληθέντων και τον επαναπατρισμό του καταναλωτή». Το επόμενο άρθρο 8 διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν, στον διεπόμενο από την οδηγία τομέα, αυστηρότερες διατάξεις χάριν προστασίας του καταναλωτή. Τέλος, το άρθρο 9, παράγραφος 1, ορίζει ότι «τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά».
4 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν ετήρησε την οριζόμενη από την οδηγία προθεσμία. Πράγματι, ο «νόμος περί εφαρμογής της οδηγίας του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991, για τα οργανωμένα ταξίδια» (3), είναι μόλις της 24ης Ιουνίου 1994. Ο νόμος αυτός εισήγαγε στον Αστικό Κώδικα το άρθρο 651 k, κατά το οποίο «ο διοργανωτής πρέπει να παρέχει εγγυήσεις ότι στον αγοραστή οργανωμένου ταξιδιού θα επιστραφούν 1) το καταβληθέν τίμημα, εφόσον δεν παρασχεθούν υπηρεσίες ταξιδιού συνεπεία αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή, και 2) οι αναγκαίες δαπάνες στις οποίες υποβάλλεται ο εν λόγω αγοραστής για τον επαναπατρισμό του συνεπεία αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή». Ο τελευταίος μπορεί να εκπληρώσει τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις είτε με σύναψη ασφαλίσεως είτε με υπόσχεση πληρωμής εκ μέρους πιστωτικού ιδρύματος. Το ίδιο άρθρο 651 k προβλέπει ακόμη, στην παράγραφο 4, ότι, «εκτός μιας προκαταβολής ανερχομένης το πολύ στο 10 % του τιμήματος του ταξιδιού - προκαταβολής η οποία δεν μπορεί πάντως να υπερβαίνει τα 500 γερμανικά μάρκα (DM) -, ο διοργανωτής μπορεί να ζητεί ή να λαμβάνει από τον καταναλωτή, πριν από το τέλος του ταξιδιού, ποσά έναντι του συνολικού τιμήματος του ταξιδιού μόνον αφού του παραδώσει προηγουμένως πιστοποιητικό εξασφαλίσεως». Ο εν λόγω νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1994, εφαρμόζεται δε επί των συμβάσεων που συνάπτονται μετά την ημερομηνία αυτή και αφορούν ταξίδια που αρχίζουν μετά τις 31 Οκτωβρίου 1994.
Προς συμπλήρωση του πλαισίου, είναι, τέλος, σκόπιμο να υπομνησθεί η νομολογία περί των «προκαταβολών», οι αποφάσεις δηλαδή του Bundesgerichtshof της 20ής Μαρτίου 1986 (4) και της 12ης Μαρτίου 1987 (5). Η νομολογία αυτή έχει σημασία εδώ, καθόσον ακύρωσε τους γενικούς όρους των διοργανωτών περιηγήσεων, βάσει των οποίων ο ταξιδιώτης μπορούσε να υποχρεωθεί να καταβάλει, έστω και αν δεν είχε ακόμη στην κατοχή του τα έγγραφα που συνιστούν τίτλο ταξιδιού, ολόκληρο το τίμημα του ταξιδιού. Κατόπιν της νομολογίας αυτής, οι αγοραστές οργανωμένων ταξιδιών δεν υποχρεούνται, επομένως, να καταβάλλουν, πριν τους δοθούν τα έγγραφα που τους νομιμοποιούν να αξιώσουν τις παροχές που τους οφείλουν οι παρέχουσες διάφορες υπηρεσίες επιχειρήσεις (αεροπορική εταιρία, ξενοδοχείο κ.λπ.), πάνω από 10 % του ολικού τιμήματος του ταξιδιού.
5 Και ερχόμαστε στα πραγματικά περιστατικά από τα οποία ανέκυψε η παρούσα διαδικασία. Οι ενάγοντες είναι όλοι αγοραστές οργανωμένων ταξιδίων, οι οποίοι, λόγω κηρύξεως παύσεως των πληρωμών της Mp Travel Line International GmbH και της Florida Travel Service GmbH, από τις οποίες είχαν αγοράσει αντιστοίχως ταξίδια, είτε δεν ανεχώρησαν, είτε αναγκάστηκαν να επανακάμψουν από τον τόπο των διακοπών τους με δικά τους έξοδα, χωρίς να μπορέσουν να επιτύχουν επιστροφή των ήδη καταβληθέντων.
Ειδικότερα, οι Dillenkofer (υπόθεση C-178/94), Erdmann (υπόθεση C-179/94), Schulte (υπόθεση C-188/94), Heuer (υπόθεση C-189/94) και Knor (υπόθεση C-190/94) έκλεισαν, κατά το πρώτο εξάμηνο του 1993, οργανωμένα ταξίδια, πληρώνοντας κατά τον χρόνο της κρατήσεως, για να τύχουν της εκπτώσεως του 3 %, το ολικό τίμημα του ταξιδιού (Dillenkofer, Schulte, Heuer και Knor) ή πάντως την αιτηθείσα προκαταβολή (Erdmann). Ορισμένοι απ' αυτούς δεν ανεχώρησαν καν, διότι οι ίδιοι υπαναχώρησαν από την κράτηση, είτε για λόγους υγείας (Dillenkofer), είτε λόγω των ειδήσεων που είχαν δημοσιευθεί στον Τύπο σχετικά με τη δυσχερή οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων από τις οποίες είχαν αγοράσει τα ταξίδια τους (Erdmann και Heuer). Άλλοι εκλήθησαν να αποβιβασθούν από το αεροσκάφος πριν από την απογείωση λόγω κηρύξεως του διοργανωτή του ταξιδίου σε παύση πληρωμών (Schulte). Εκείνος, αντιθέτως, που υπήρξε πιο τυχερός, και κατάφερε μάλιστα να φτάσει στον πολυπόθητο τόπο διακοπών, αναγκάστηκε, προς έκπληξή του, να επιστρέψει με δικά του έξοδα, παρ' όλον ότι είχε στην κατοχή του ισχύον εισιτήριο επιστροφής (Knor).
Επιχειρηματολογώντας ότι, αν η οδηγία είχε μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο εντός της οριζομένης προθεσμίας, ήτοι μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, θα ετύγχαναν προστασίας έναντι της αφερεγγυότητος των επιχειρήσεων από τις οποίες είχαν αγοράσει τα οργανωμένα ταξίδια, οι ενάγοντες άσκησαν, επομένως, αγωγή αποζημιώσεως κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ζητούν, στην ουσία, την απόδοση του τιμήματος το οποίο πλήρωσαν για ταξίδια που δεν πραγματοποίησαν ή, στην περίπτωση του Knor, των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκαν για να επανέλθουν από τον τόπο διακοπών.
6 Στο σημείο αυτό πρέπει να υπομνησθεί ότι η αποκατάσταση ζημίας διέπεται στη Γερμανία από το άρθρο 839 του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό προς το άρθρο 34 του Θεμελιώδους Νόμου (Grundgesetz). Το τελευταίο ορίζει ότι «εάν τις, εν τη ασκήσει δημοσίου λειτουργήματος που του έχει ανατεθεί, παραβαίνει το υπηρεσιακό του καθήκον έναντι τρίτου, γεννάται πρωτογενώς ευθύνη του Δημοσίου ή του οργανισμού στον οποίον αυτός υπηρετεί». Το άρθρο 839, πρώτο εδάφιο, του Αστικού Κώδικα ορίζει, αντιθέτως, ότι ο δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος παραβαίνει, εκ δόλου ή εξ αμελείας, το υπηρεσιακό του καθήκον έναντι τρίτου, υποχρεούται εις αποκατάσταση της συνακόλουθης ζημίας. Εάν ενήργησε εξ αμελείας, ευθύνεται για τη ζημία μόνον εάν ο ζημιωθείς δεν έχει άλλη δυνατότητα αποζημιώσεως.
Πέρα δηλαδή από την άσκηση δημοσίου λειτουργήματος και την παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, η εφαρμογή της εν λόγω ρυθμίσεως προϋποθέτει περαιτέρω η παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος να συντελείται «έναντι τρίτου» (Drittbezogenheit). Τούτο σημαίνει ότι το Δημόσιο ευθύνεται μόνο για την παράβαση εκείνων των υπηρεσιακών καθηκόντων των οποίων η άσκηση ρητώς απευθύνεται σε τρίτον, σκοπεί δηλαδή στην προστασία δικαιώματος του τρίτου. Αυτή όμως ακριβώς η τελευταία προϋπόθεση κατά κανόνα ελλείπει όταν πρόκειται για νομοθετικό πταίσμα (6) και όταν, ειδικότερα, το πταίσμα αυτό συνίσταται σε παράλειψη· στην περίπτωση αυτή, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο νομοθέτης είχε αυστηρή έννομη υποχρέωση να θεσπίσει κάποια μέτρα έναντι ορισμένου πολίτη ή πάντως έναντι σαφώς καθοριζομένης κατηγορίας προσώπων (7).
7 Το Landgericht Bonn, ενώπιον του οποίου εκκρεμούν οι προμνησθείσες διαφορές, θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι το γερμανικό δίκαιο δεν παρέχει έρεισμα για να γίνουν δεκτές οι αγωγές αποζημιώσεως των εναγόντων. Επειδή, εξάλλου, δεν είναι βέβαιο ότι η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω ζημιών που προκαλούνται από τη μη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας εντός της προβλεπομένης προθεσμίας - υποχρέωση η οποία έχει γίνει ήδη δεκτή με την προπαρατεθείσα απόφαση Francovich - ισχύει και στην εκκρεμή ενώπιόν του περίπτωση, ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Τα ερωτήματα είναι τα εξής:
«1) Έχει η οδηγία 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, ως σκοπό την παροχή στους επί μέρους αγοραστές οργανωμένων ταξιδίων, μέσω των εθνικών διατάξεων περί μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο, του ατομικού δικαιώματος εξασφαλίσεως των καταβληθέντων ποσών και των εξόδων επαναπατρισμού σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διοργανωτή του ταξιδίου (βλ. σκέψη 40 της αποφάσεως Francovich κ.λπ.);
2) Καθορίζεται επαρκώς, βάσει των διατάξεων της οδηγίας, το περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού;
3) Ποιές ελάχιστες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούν τα "αναγκαία μέτρα" που οφείλουν να λάβουν τα κράτη μέλη, κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας;
4) Θα αρκούσε για την εφαρμογή του άρθρου 9 της οδηγίας η εκ μέρους του εθνικού νομοθέτη πρόβλεψη, έως τις 31 Δεκεμβρίου 1992, του αναγκαίου νομικού πλαισίου, προκειμένου να υποχρεωθεί νομικώς ο διοργανωτής ή ο πωλητής ταξιδίων στη λήψη μέτρων για την κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7 της οδηγίας εξασφάλιση;
ηΗ μήπως έπρεπε, λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιών διαβουλεύσεως στους κλάδους του τουρισμού, της ασφαλίσεως και της πίστεως, η αναγκαία προς τούτο τροποποίηση της νομοθεσίας να τεθεί σε ισχύ αρκετά πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1992, ώστε η εξασφάλιση στην αγορά των οργανωμένων ταξιδίων να υφίσταται πράγματι από την 1η Ιανουαρίου 1993;
5) Εκπληρώνεται ο ενδεχόμενος προστατευτικός σκοπός της οδηγίας, αν το κράτος μέλος επιτρέπει στον διοργανωτή να ζητεί προκαταβολή μέχρι 10 % - 500 DM κατ' ανώτατο όριο - επί της τιμής του ταξιδίου ήδη πριν από την παράδοση παραστατικών αξίας εγγράφων;
6) Σε ποια έκταση υποχρεούνται τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οδηγία, να λάβουν μέτρα (νομοθετικά) προς προστασία των αγοραστών οργανωμένου ταξιδίου από δική τους αμέλεια;
7) α) Θα μπορούσε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενόψει της αποφάσεως "προκαταβολή" (Vorkasse-Urteil) του Bundesgerichtshof, της 12ης Μαρτίου 1987 (BGHZ 100, 157· NJW 86, 1613), να αποστεί πλήρως από τη μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο μέσω της νομοθετικής οδού;
β) Υφίσταται η κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας "εξασφάλιση" ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι αγοραστές του οργανωμένου ταξιδίου έχουν στην κατοχή τους, κατά την πληρωμή της τιμής του ταξιδίου, έγγραφα παραστατικά αξίας, με τα οποία βεβαιώνεται ότι έχουν αξίωση για εκπλήρωση παροχών έναντι των παρεχόντων επί μέρους υπηρεσίες (αεροπορικών εταιριών/ξενοδοχείων);
8) α) Αρκεί η μη τήρηση απλώς της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 9 της οδηγίας για να γίνει δεκτό ότι υφίσταται δικαίωμα αποζημιώσεως κατά την έννοια της αποφάσεως Francovich κ.λπ. συνεπαγόμενο την ευθύνη του κράτους μέλους ή πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση του κράτους μέλους ότι η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο αποδείχθηκε ανεπαρκής;
β) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τελευταίο ερώτημα:
Ισχύει αυτή η απάντηση και για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες το οικείο κράτος μέλος δεν μπορεί να επιτύχει τον προστατευτικό σκοπό της οδηγίας με απλές τροποποιήσεις της νομοθεσίας (όπως συμβαίνει π.χ. με την αποζημίωση που λαμβάνει ο εργαζόμενος σε περίπτωση πτωχεύσεως του εργοδότη), αλλά απαιτείται προς επίτευξη του σκοπού αυτού η συνεργασία τρίτων ιδιωτών (των διοργανωτών ταξιδίων, του κλάδου της ασφαλίσεως και του χρηματοπιστωτικού τομέα);
9) Προϋποθέτει η ευθύνη του κράτους μέλους λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου κατάφωρη, δηλαδή πρόδηλη και σοβαρή, παράβαση των υποχρεώσεών του;
10) Για τη θεμελίωση της ευθύνης του κράτους μέλους, πρέπει αυτό να έχει καταδικαστεί προ της επελεύσεως της ζημίας στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως της Συνθήκης;
11) Μπορεί να συναχθεί από την απόφαση Francovich κ.λπ. ότι το δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου δεν εξαρτάται από την ύπαρξη πταίσματος του κράτους μέλους γενικά ή, εν πάση περιπτώσει, πταίσματος λόγω μη εκδόσεως κανονιστικών πράξεων;
12) Εάν το συμπέρασμα αυτό δεν ευσταθεί:
Μπορεί η απόφαση "προκαταβολή" του Bundesgerichtshof να συνιστά βάσιμο λόγο δικαιολογήσεως ή απαλλαγής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από την ευθύνη για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, υπό την έννοια των απαντήσεων που θα δώσει το Δικαστήριο στα ερωτήματα 4 και 7, μετά την πάροδο της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 9;»
Γενικές θεωρήσεις
8 Στην παρούσα διαδικασία, το Δικαστήριο καλείται, στην ουσία, να αποφανθεί αν υφίσταται υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση ιδιωτών οι οποίοι υπέστησαν ζημίες λόγω παραλείψεως μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Η υπόθεση, όπως ελέχθη, είναι αντίστοιχη με εκείνη που κρίθηκε με την απόφαση Francovich (8). Στην περίπτωση εκείνη - υπενθυμίζω - το Δικαστήριο αναγνώρισε την ευθύνη του Δημοσίου, αφού πιστοποίησε ότι συνέτρεχαν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: «Πρώτον, η οδηγία πρέπει να έχει ως σκοπό τη χορήγηση δικαιωμάτων στους ιδιώτες. Δεύτερον, το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αυτών πρέπει να μπορεί να προσδιοριστεί βάσει των διατάξεων της οδηγίας. Τέλος, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως του κράτους και της βλάβης που υπέστησαν οι ζημιωθέντες» (9).
9 Το Δικαστήριο διευκρίνισε άλλωστε ότι «οι προϋποθέσεις αυτές είναι επαρκείς για να γεννήσουν υπέρ των ιδιωτών δικαίωμα αποζημιώσεως που στηρίζεται απευθείας στο κοινοτικό δίκαιο» (10). Το κράτος μέλος στο οποίο καταλογίζεται η παράλειψη μεταφοράς οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο υποχρεούται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, άπαξ πληρούνται οι εκτεθείσες από το Δικαστήριο προϋποθέσεις, να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία υπέστη ο ιδιώτης.
Αυτό σημαίνει, καθ' όσον ενδιαφέρει εδώ, ότι θα αρκούσε να ελεγχθεί αν το άρθρο 7 της οδηγίας έχει ως σκοπό να απονείμει στους ιδιώτες δικαιώματα, των οποίων το περιεχόμενο είναι αρκετά ακριβές και προσδιορισμένο· και εφόσον, βέβαια, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραλείψεως μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός της τασσομένης προθεσμίας και της ζημίας την οποία υπέστησαν οι ιδιώτες.
Οι απαντήσεις στα επί μέρους ερωτήματα
10 Το παραπέμπον δικαστήριο, όπως είδαμε, θέτει δώδεκα ερωτήματα, ορισμένα από τα οποία συνδέονται στενά μεταξύ τους. Για την επακολουθούσα ανάλυση, θεωρώ ότι εύλογο είναι να συντεθούν και συμπτυχθούν ως εξής: α) Μπορεί από το άρθρο 7 της οδηγία να συναχθεί δικαίωμα έχον επαρκώς ακριβές και προσδιορίσιμο περιεχόμενο (πρώτο και δεύτερο ερώτημα); β) Ποια είναι τα αναγκαία μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 9, για να εξασφαλισθεί ορθή μεταφορά της οδηγίας (τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο ερώτημα); γ) Αρκεί η μη τήρηση της προβλεπομένης από την οδηγία προθεσμίας για να στηρίξει αποζημίωση των κατ' ιδίαν ζημιωθέντων ή μήπως πρέπει, αντιθέτως, να ληφθούν υπόψη και άλλες προϋποθέσεις (όγδοο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο ερώτημα);
α) Περί της υπάρξεως δικαιώματος έχοντος επαρκώς ακριβές και προσδιορισμένο περιεχόμενο (πρώτο και δεύτερο ερώτημα)
11 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, το παραπέμπον δικαστήριο θέλει να οριστεί αν οι διατάξεις του άρθρου 7 της οδηγίας πληρούν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις τις οποίες έθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση Francovich. Προφανώς, το ίδιο το εθνικό δικαστήριο εκκινεί από την προϋπόθεση ότι πρόκειται - όπως και στην υπόθεση Francovich - για κανόνα στερούμενο αμέσου αποτελέσματος, οπότε οι ιδιώτες δεν μπορούν, χωρίς μεταφορά του στην εθνική έννομη τάξη, να επικαλεστούν απευθείας δικαιώματα τα οποία τυχόν τους απονέμει.
Υπενθυμίζω κατ' αρχάς ότι η πρώτη προϋπόθεση, ότι πρέπει δηλαδή η οδηγία να συνεπάγεται την απονομή δικαιωμάτων υπέρ των ιδιωτών, απαιτεί να προσδιοριστεί ποια είναι εκείνη η υποκειμενική έννομη κατάσταση, η οποία προσβαλλομένη μπορεί να γεννά αξίωση αποζημιώσεως. Ενώπιον της περιπτώσεως που μας απασχολεί, πρέπει, επομένως, να προσδιοριστεί αν το άρθρο 7 της οδηγίας απονέμει στους ιδιώτες δικαίωμα, αν δηλαδή πρόκειται περί κανόνος που ετέθη χάριν προστασίας των αγοραστών οργανωμένων ταξιδίων.
12 Είναι, κατά την άποψή μου, αδιαμφισβήτητο ότι το άρθρο 7 της οδηγίας έχει ως σκοπό την προστασία των αγοραστών οργανωμένων ταξιδίων από τους κινδύνους που απορρέουν από την αφερεγγυότητα ή την πτώχευση των διοργανωτών περιηγήσεων από τους οποίους έχουν αγοράσει τα περί ων πρόκειται ταξίδια.
Το άρθρο 7, συγκεκριμένα, επιβάλλει στον συμβαλλόμενο διοργανωτή ή/και πωλητή να παράσχει επαρκείς αποδείξεις για το ότι διαθέτει εγγυήσεις για να εξασφαλίσει, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως, την επιστροφή των καταβληθέντων και την επάνοδο του καταναλωτή. Μια τέτοια υποχρέωση, όπως σαφώς προκύπτει και από την ίδια τη γραμματική διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, έχει σαφώς και χωρίς αμφιβολία τεθεί χάριν προστασίας των καταναλωτών, οι οποίοι είναι, επομένως, - και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά - οι αντλούντες δικαίωμα από τη διάταξη αυτή. Οι τελευταίοι, άλλωστε, σαφώς περιγράφονται από την ίδια την οδηγία υπό τον ορισμό του «καταναλωτή» (11), εξ ού προκύπτει ότι όλοι οι αγοραστές ταξιδίων ή, μάλλον, όλα τα πρόσωπα που πραγματοποιούν οργανωμένο ταξίδι, δικαιούνται είτε να τους επιστραφούν τα καταβληθέντα είτε να τους εξασφαλισθεί η επάνοδος, χωρίς δική τους επιβάρυνση, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή από τον οποίο αγόρασαν το ταξίδι.
13 Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπει το γεγονός - το οποίο επίσης επικαλέστηκαν ορισμένες κυβερνήσεις κατά την παρούσα διαδικασία - ότι η οδηγία, έχοντας ως νομική βάση το άρθρο 100 A της Συνθήκης, σκοπεί, κατ' ουσία, στην κατοχύρωση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και, γενικότερα, του ελεύθερου ανταγωνισμού, πράγμα που επιβεβαιώνουν οι αιτιολογικές σκέψεις της ίδιας της οδηγίας (12).
Περιορίζομαι, σχετικώς, στις εξής παρατηρήσεις: πρώτον, στο αιτιολογικό μέρος της οδηγίας τονίζεται επανειλημμένα ο σκοπός της προστασίας των καταναλωτών (13)· δεύτερον, το γεγονός και μόνον ότι οι διατάξεις της οδηγίας έχουν τεθεί προς προστασία και άλλων συμφερόντων, εν προκειμένω προς κατοχύρωση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον οικείο τομέα, δεν αποκλείει οι ίδιες διατάξεις να έχουν τεθεί χάριν προστασίας του ιδιώτη.
14 Κατά την παρούσα διαδικασία, τονίστηκε περαιτέρω, ιδίως από τη Γερμανική Κυβέρνηση, ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 7 συνάγεται ότι αυτό επιβάλλει απλώς στους οργανωτές ή/και πωλητές οργανωμένων ταξιδίων την υποχρέωση να παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις. Η έλλειψη οποιασδήποτε μνείας περί ενδεχομένου δικαιώματος των καταναλωτών να λάβουν τέτοιες εγγυήσεις δείχνει, επομένως, ότι το δικαίωμα αυτό είναι απλώς έμμεσο και παρεπόμενο.
Το γεγονός αυτό, όμως, δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να άγει στο - στείρο πράγματι - συμπέρασμα ότι η επιβαλλόμενη από την εν λόγω διάταξη υποχρέωση στις επιχειρήσεις του κλάδου αποτελεί αυτοσκοπό. Η αλήθεια είναι ότι η υποχρέωση αυτή έχει νόημα και λόγο υπάρξεως μόνο κατά το μέτρο που οι απαιτούμενες εγγυήσεις αποβλέπουν στο να εξασφαλίσουν, εφόσον παραστεί ανάγκη, την επιστροφή των καταβληθέντων ή των εξόδων επανόδου. Τελικά, δεν νομίζω ότι μπορεί να αμφισβητηθεί ένα αναντίρρητο στοιχείο: σκοπός της οικείας διατάξεως είναι ακριβώς να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών έναντι των κινδύνων της αφερεγγυότητας ή της πτωχεύσεως της επιχειρήσεως από την οποία έχουν αγοράσει το οργανωμένο ταξίδι για το οποίο πρόκειται.
15 Η δεύτερη προϋπόθεση που τέθηκε με την απόφαση Francovich, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να συνιστά απλή εξειδίκευση της πρώτης, υπογραμμίζει την ανάγκη το απορρέον από την οδηγία δικαίωμα να έχει περιεχόμενο ακριβές, ήτοι αντικείμενο προσδιορίσιμο.
Πρέπει δε να αναγνωριστεί ότι το περιεχόμενο του δικαιώματος υπέρ των ιδιωτών, που προβλέπεται στο άρθρο 7, ασφαλώς έχει προσδιορίσιμο αντικείμενο. Είναι, πράγματι, πλέον προφανές ότι το δικαίωμα του αγοραστή οργανωμένων ταξιδιών συνίσταται σαφώς και ακριβώς, στην περίπτωση που ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής του ταξιδίου αθετεί τις υποχρεώσεις του λόγω αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως, στο να του επιστραφούν τα καταβληθέντα ή να εξασφαλιστεί η επάνοδός του χωρίς επιβάρυνση.
16 Είναι ασφαλώς αλήθεια, όπως εξήγησε ο Γερμανική Κυβέρνηση, ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να παρασχεθούν οι εγγυήσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 7: μπορούν να λάβουν τη μορφή εγγυοδοσίας από τον ίδιο τον διοργανωτή ή/και τον πωλητή, τραπεζικής εγγυήσεως ή συμβάσεως εγγυήσεως, ή ακόμη ασφαλίσεως, το βάρος της οποίας μπορούν να φέρουν οι διάφορες επιχειρήσεις του ασφαλιστικού τομέα ή, εις ολόκληρον, μια κοινοπραξία διοργανωτών ή/και πωλητών ταξιδίων. Οι χρηματικές εγγυήσεις, εξάλλου, μπορούν, με τη σειρά τους, να προσλάβουν διάφορες μορφές· δύνανται, π.χ., να συνίστανται σε κατάθεση κεφαλαίου, σε αποθεματικά, σε σύσταση ασφαλείας ή σε κάλυψη μέσω του κεφαλαίου της επιχειρήσεως.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι αφήνεται όντως στα κράτη μέλη ευρεία διακριτική ευχέρεια, μόνον όμως ως προς τους μηχανισμούς που θα προβλέψουν για να καταστήσουν ενεργή την υποχρέωση της εγγυήσεως. Η διακριτική αυτή ευχέρεια, επομένως, καθόλου δεν επηρεάζει το επιδιωκόμενο από το άρθρο 7 αποτέλεσμα, ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αλλοιώνει την ουσία του απονεμομένου στους καταναλωτές δικαιώματος. Δεν θίγεται, δηλαδή, το γεγονός ότι οι καταναλωτές έχουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διοργανωτή ή/και του πωλητή του ταξιδίου, αξίωση επιστροφής των ποσών που κατέβαλαν ή επανόδου τους.
17 Για την περίπτωση που θα κρινόταν αναγκαίο, υπενθυμίζω, έπειτα, ότι οι όροι του προβλήματος - παρά τις διακρίσεις που προβάλλει κάθε κράτος μέλος - είναι ακριβώς οι ίδιοι με εκείνους που ίσχυαν στην υπόθεση Francovich, υπό την έννοια ότι και η οδηγία περί της αφερεγγυότητας του εργοδότη, περί της οποίας γινόταν λόγος στην υπόθεση εκείνη, άφηνε στα κράτη μέλη σημαντικά περιθώρια διακριτικής ευχέρειας. Στην περίπτωση εκείνη, ωστόσο, το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να διευκρινίσει ότι «η ευχέρεια του κράτους να επιλέξει μεταξύ περισσοτέρων δυνατών μέσων προκειμένου να επιτύχει το αποτέλεσμα που προβλέπεται από μια οδηγία δεν αποκλείει τη δυνατότητα των ιδιωτών να επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα δικαιώματα των οποίων το περιεχόμενο μπορεί να καθοριστεί με επαρκή ακρίβεια βάσει των διατάξεων της οδηγίας και μόνο» (14).
Εκκινώντας από αυτή την παραδοχή, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το περιεχόμενο της εγγυήσεως υπέρ των εργαζομένων, που προβλεπόταν από την οδηγία περί αφερεγγυότητας του εργοδότη, ήταν αρκετά σαφές, εφόσον άφηνε στο κράτος μέλος επιλογή μόνο για να καθορίσει από ποιο χρόνο έπρεπε να παρασχεθεί η εγγύηση περί πληρωμής των απαιτήσεων. Κατέληξε, επομένως, στο συμπέρασμα ότι ήταν δυνατόν τουλάχιστον να οριστεί η ελάχιστη εγγύηση που προβλεπόταν στην οδηγία περί αφερεγγυότητας του εργοδότη· και τούτο βάσει της ημερομηνίας η επιλογή της οποίας συνεπαγόταν τη μικρότερη επιβάρυνση για τον εγγυώμενο οργανισμό.
18 Στην περίπτωση που μας απασχολεί, η κατάσταση είναι ακόμα πιο απλή. Η καταλειπόμενη στα κράτη μέλη διακριτική ευχέρεια αφορά, πράγματι, αποκλειστικά τον τρόπο παροχής της εγγυήσεως, ήτοι, σε τελική ανάλυση, την ταυτότητα του οφειλέτη, ενώ το περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι αφ' εαυτού σαφές, ακριβές και μη διφορούμενο.
Τελικά, οι εριζόμενες διατάξεις της οδηγίας είναι επαρκώς ακριβείς και ανεπιφύλακτες όσον αφορά τόσο τον προσδιορισμό των δικαιούχων της εγγυήσεως, όσο και αυτό τούτο το περιεχόμενο της εγγυήσεως. Το άρθρο 7 της οδηγίας απονέμει δηλαδή υπέρ των καταναλωτών (αγοραστών ταξιδίου) δικαίωμα, το αντικείμενο του οποίου μπορεί κάλλιστα να προσδιοριστεί: πρόκειται, απλούστατα, για το δικαίωμα επιστροφής των καταβληθέντων ή το δικαίωμα εξασφαλίσεως της επανόδου, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή ή/και πωλητή του οργανωμένου ταξιδίου.
β) Περί των αναγκαίων μέτρων για την ορθή μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο ερώτημα)
19 Με το τρίτο έως έβδομο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσία, ποιος είναι ο ορθός τρόπος συμμορφώσεως προς την υπό κρίσιν οδηγία. Ειδικότερα, ερωτά: Τι πρέπει να νοούνται ως αναγκαία κατά το άρθρο 9 της οδηγίας μέτρα (τρίτο ερώτημα); Αρκούσε ένα κράτος μέλος να προβλέψει απλώς ένα αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο για να επιβάλει στον διοργανωτή ή/και τον πωλητή ταξιδίων να παράσχει τις κατά το άρθρο 7 εγγυήσεις (τέταρτο ερώτημα); Θεωρείται μεταφερθείσα στο εθνικό δίκαιο η οδηγία, στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος επιτρέπει στον διοργανωτή ταξιδίων να ζητεί προκαταβολή το 10 %, που δεν μπορεί πάντως να υπερβαίνει τα 500 DM, του ολικού τιμήματος του ταξιδιού (πέμπτο ερώτημα); Μπορούσε μήπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να παραλείψει να μεταφέρει το άρθρο 7 της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, εν όψει της προμνησθείσας εθνικής νομολογίας περί των προκαταβολών; Ή πρέπει, αντιθέτως, να θεωρηθεί ότι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 7 εγγυήσεις δεν υφίστανται ούτε όταν οι ταξιδιώτες έχουν στην κατοχή τους πιστωτικούς τίτλους έναντι των παρεχόντων διάφορες υπηρεσίες (έβδομο ερώτημα); Τέλος, επιβάλλει η οδηγία στα κράτη μέλη να λαμβάνουν πρωτοβουλίες για να προστατεύουν τους αγοραστές οργανωμένων ταξιδίων και κατά της δικής τους αμέλειας (έκτο ερώτημα);
Δεδομένου ότι τα ερωτήματα αυτά αποσκοπούν στο να οριστεί, γενικώς, ο τρόπος εξασφαλίσεως της ορθής εφαρμογής της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, θα μπορούσε, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθεί ακόμη και ότι δεν επηρεάζουν την ύπαρξη υποχρεώσεως αποζημιώσεως του κράτους μέλους λόγω μη μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εντός της προβλεπομένης προθεσμίας.
20 Στην πραγματικότητα, όπως συνάγεται από τη διάταξη παραπομπής, πρόθεση του εθνικού δικαστηρίου είναι εξετάσει αφενός μεν αν η ζημία την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες θα είχε προκληθεί ακόμη και αν το άρθρο 7 της οδηγίας είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο προσηκόντως και εμπροθέσμως (τέταρτο και πέμπτο ερώτημα), πράγμα που - υπό το φως της ερμηνείας της διατάξεως αυτής που δόθηκε προηγουμένως - μπορεί ευθύς εξ αρχής να αποκλεισθεί· αφετέρου δε αν η συμπεριφορά των εναγόντων, λαμβανομένης υπόψη της εθνικής νομολογίας περί των προκαταβολών, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως αμελής (έκτο και έβδομο ερώτημα). Αυτό θα σήμαινε, στη μεν πρώτη περίπτωση, ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συναφεία μεταξύ της μη μεταφοράς της οδηγίας και της προσαπτομένης ζημίας· στη δε δεύτερη περίπτωση, ότι δεν υφίσταται υποχρέωση αποζημιώσεως, λόγω αμελούς συμπεριφοράς των εναγόντων.
Θεωρώ, επομένως, ότι τα εν λόγω ερωτήματα χρήζουν απαντήσεως, μόνο κατά το μέτρο που αυτή ασκεί επιρροή υπό το πρίσμα της αιτιώδους συναφείας.
21 Με αυτά τα δεδομένα, υπενθυμίζω κατ' αρχάς ότι το άρθρο 9 της οδηγίας, ορίζοντας ότι «τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992», χρησιμοποιεί μια καθιερωμένη διατύπωση. Η διάταξη αυτή σημαίνει ότι, εντός της τασσομένης προθεσμίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να προσδώσουν πλήρη ισχύ στις διατάξεις της οδηγίας και, άρα, να εγγυηθούν την υλοποίηση του επιδιωκομένου απ' αυτές αποτελέσματος. Προσθέτω δε ότι, όπως έχει διευκρινίσει το ίδιο το Δικαστήριο, οι διατάξεις οδηγίας πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή «κατά τρόπο που να παράγει αναμφισβητήτως δεσμευτικά αποτελέσματα, (...) με την εξειδίκευση του αντικειμένου, την ακρίβεια και τη σαφήνεια που απαιτούνται (...) προκειμένου να τηρείται η απαίτηση της ασφάλειας δικαίου» (15).
Έπεται ότι, καθ' όσον ενδιαφέρει εδώ, για την προσήκουσα μεταφορά του άρθρου 7 στο εθνικό δίκαιο, τα κράτη μέλη υπεχρεούντο να θεσπίσουν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, κάθε πρόσφορο μέτρο για να εξασφαλίσουν στους αγοραστές οργανωμένων ταξιδίων, σε περίπτωση που ο διοργανωτής ή/και ο πωλητής τέτοιων ταξιδίων αθετεί τις υποχρεώσεις του λόγω αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως, την επιστροφή των ποσών που έχουν καταβάλει ή την επάνοδό τους.
22 Η δοθείσα απάντηση καθιστά προφανές ότι η υποχρέωση του κράτους μέλους δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιοριζόταν απλώς στο να θεσπίσει, μέχρι την παραπάνω ημερομηνία, ένα κανονιστικό πλαίσιο που να υποχρεώνει τον διοργανωτή ή/και τον πωλητή οργανωμένων ταξιδίων να αποδείξει ότι ήταν εξασφαλισμένη η επιστροφή των καταβληθέντων και η επάνοδος. Έπρεπε, αντιθέτως, εφόσον πρόκειται για υποχρέωση αποτελέσματος, το κράτος μέλος, εντός της προβλεπομένης από την οδηγία προθεσμίας, να θεσπίσει όλα τα μέτρα που θα εξασφάλιζαν στους ιδιώτες αποτελεσματική προστασία έναντι των κινδύνων αφερεγγυότητας και πτωχεύσεως των διοργανωτών ή/και πωλητών οργανωμένων ταξιδίων.
Στο τέταρτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι τα κράτη μέλη υπεχρεούντο, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, να θεσπίσουν όλα τα πρόσφορα μέτρα προς κατοχύρωση της αποτελεσματικής εφαρμογής του συστήματος εγγυήσεων που είχαν επιλέξει.
23 Το πέμπτο ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο η οδηγία όντως μεταφέρθηκε, στη συνέχεια, στην εθνική έννομη τάξη, με τον προμνησθέντα νόμο της 24ης Ιουνίου 1994. Είναι αυτονόητο ότι ο νόμος αυτός, δεδομένου ότι εκδόθηκε μετά την προβλεπόμενη από την οδηγία προθεσμία και τη γένεση της ζημίας της οποίας οι ενάγοντες ζητούν την αποκατάσταση, δεν ασκεί εδώ επιρροή. Όπως όμως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής, ο εθνικός δικαστής διερωτάται αν η εκτελεστική εθνική ρύθμιση συνάδει προς την οδηγία· και τούτο διότι, αν η εθνική αυτή ρύθμιση ήθελε κριθεί σύμφωνη προς την οδηγία, αυτό θα σήμαινε ότι ο καταναλωτής ορθώς θα υπεχρεούτο να φέρει τουλάχιστον τον κίνδυνο της προκαταβολής του 10 %. Αυτό, περαιτέρω, θα σήμαινε ότι, για ορισμένες από τις εκκρεμείς ενώπιόν του περιπτώσεις, το εθνικό δικαστήριο θα υπεχρεούτο να αναγνωρίσει την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μη μεταφοράς της οδηγίας και της προσαπτομένης ζημίας (16).
Επ' αυτού, θεωρώ ότι αρκεί μια σύντομη και καίρια παρατήρηση. Το άρθρο 7 της οδηγίας - όπως διευκρινίστηκε επανειλημμένα - έχει ως σκοπό την προστασία του καταναλωτή κατά παντός κινδύνου απορρέοντος από την αφερεγγυότητα ή την πτώχευση του διοργανωτή ή/και πωλητή ταξιδίων. Τούτο σημαίνει ότι μια ρύθμιση που επιτρέπει να απαιτείται από τους ταξιδιώτες, πριν τους χορηγηθεί πιστοποιητικό εξασφαλίσεως, να προκαταβάλουν ποσό ίσο προς το 10 % του ολικού τιμήματος του ταξιδιού, και πάντως όχι ανώτερο των 500 DM, είναι σύμφωνη προς το άρθρο 7 μόνον εφόσον, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή ή/και του πωλητή ταξιδίων, εξασφαλίζεται και η επιστροφή της εν λόγω προκαταβολής.
24 Υπό το ίδιο πρίσμα πρέπει να εκτιμηθεί, καθ' όσον ενδιαφέρει εδώ, η επανειλημμένα προμνησθείσα νομολογία του Bundesgerichtshof περί των προκαταβολών, η οποία αποτελεί αντικείμενο του εβδόμου ερωτήματος. Το Landgericht ερωτά, πράγματι, το Δικαστήριο αν, εν όψει της νομολογίας αυτής, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μπορούσε και να αποστεί παντελώς της μεταφοράς του άρθρου 7 της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Συναφώς, παρατηρώ κατ' αρχάς ότι είναι αμφίβολο αν η εν λόγω νομολογία είναι πρόσφορη για να εξασφαλίσει, αν μη τι άλλο για λόγους ασφάλειας δικαίου, την προσήκουσα μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο (17). Ας προστεθεί ότι, βάσει της νομολογίας αυτής, οι καταναλωτές και πάλι υποχρεούνται να φέρουν σειρά κινδύνων· αναφέρομαι όχι μόνο σ' εκείνο που ήδη ανέφερα, ότι δηλαδή, μ' αυτόν τον τρόπο, ο καταναλωτής δεν έχει την εξασφάλιση ότι θα του επιστραφεί το ποσό που έχει προκαταβάλει, αλλά - και κυρίως - στο ότι η πλήρης προστασία την οποία εγγυάται το άρθρο 7 στους καταναλωτές θα εβλάπτετο αν οι τελευταίοι ήσαν αναγκασμένοι να επικαλεσθούν πιστωτικούς τίτλους έναντι τρίτων οι οποίοι είναι, και αυτοί, εκτεθειμένοι στον κίνδυνο της πτωχεύσεως (18).
25 Τέλος, πρέπει να ερευνηθεί, πάντα σε σχέση με τα μέτρα που είναι αναγκαία προς εξασφάλιση της ορθής μεταφοράς της οδηγίας, αν τα κράτη μέλη υπεχρεούντο, περαιτέρω, να θεσπίσουν μέτρα προς προστασία των καταναλωτών κατά της δικής τους αμέλειας. Το ερώτημα αυτό συνδέεται με το προηγούμενο υπό το πρίσμα της αιτιώδους συνάφειας.
Από το περιεχόμενο, όμως, της οδηγίας, και ιδίως από το άρθρο 7, προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να εξασφαλίσει στους ταξιδιώτες ένα minimum προστασίας· επομένως, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να θεσπίσουν τέτοια μέτρα. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνει και το άρθρο 8 της ίδιας οδηγίας, βάσει του οποίου τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ αυστηρότερες διατάξεις χάριν προστασίας του καταναλωτή.
26 Πρέπει να υπομνησθεί, έπειτα, ότι το ίδιο το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, αναφορικά με την εξωσυμβατική ευθύνη των κοινοτικών οργάνων, ότι συνιστά «γενική αρχή κοινή στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, [το ότι] το ζημιωθέν πρόσωπο, αν δεν θέλει να υποστεί το ίδιο ζημία, πρέπει να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια για να περιοριστεί η έκταση της ζημίας» (19). Ο ζημιωθείς βαρύνεται δηλαδή με την υποχρέωση να συμπεριφερθεί με την προσήκουσα επιμέλεια, ήτοι να λάβει τέτοια μέτρα ώστε να αποφύγει τη ζημία ή τουλάχιστον να μειώσει την έκτασή της (20).
Με αυτή τη διευκρίνιση, πρέπει πάντως να επισημανθεί, εν όψει των απαντήσεων που δίδονται στο πέμπτο και το έβδομο ερώτημα, ότι ένας ταξιδιώτης που έχει πληρώσει το πλήρες τίμημα του ταξιδιού, χωρίς να απαιτήσει να του χορηγηθεί ο σχετικός τίτλος, δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελής για τον μόνο λόγο ότι δεν χρησιμοποίησε, σύμφωνα με τη νομολογία περί προκαταβολών, τη δυνατότητα να μη καταβάλει, πριν του χορηγηθούν τα παραστατικά που συνιστούν πιστωτικό τίτλο έναντι των παρεχόντων επί μέρους υπηρεσίες, πάνω από 10 % του ολικού τιμήματος του ταξιδιού. Και τούτο διότι η νομολογία αυτή - όπως επεσήμανα - δεν μπορεί να εκληφθεί ως επαρκής μεταφορά στο εθνικό δίκαιο του άρθρου 7 της οδηγίας· επομένως, η «μη συμμόρφωση» προς την εν λόγω νομολογία δεν είναι ικανή να δικαιολογήσει μείωση του ύψους της αποζημιώσεως ή ακόμη άρνηση αποζημιώσεως.
γ) Περί της παράνομης συμπεριφοράς του Δημοσίου (όγδοο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο ερώτημα)
27 Τα ερωτήματα οκτώ έως δώδεκα αφορούν το παράνομον της ζημιογόνου συμπεριφοράς που καταλογίζεται στο Δημόσιο και ζητείται από το Δικαστήριο να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις επ' αυτού. Ειδικότερα, ο εθνικός δικαστής ερωτά αν η απλή υπέρβαση της επιβαλλομένης από την οδηγία προθεσμίας αρκεί για να στοιχειοθετήσει ευθύνη του Δημοσίου, λαμβανομένου ακόμη υπόψη ότι, για να επιτευχθεί, στην προκειμένη περίπτωση, το επιδιωκόμενο από την οδηγία προστατευτικό αποτέλεσμα, ήταν αναγκαία η συνεργασία τρίτων ιδιωτών (όγδοο ερώτημα)· ή αν, αντιθέτως, πρέπει, επί πλέον, να συντρέχει κατάφωρη και βαρειά αθέτηση των υποχρεώσεων του Δημοσίου (ένατο ερώτημα), ή ακόμη και προηγούμενη καταδίκη του μη συμμορφωθέντος κράτους μέλους (δέκατο ερώτημα). Τέλος, το ίδιο δικαστήριο ερωτά αν από την απόφαση Francovich πρέπει να συναχθεί ότι η ευθύνη του Δημοσίου δεν συναρτάται προς υπαίτια συμπεριφορά αυτού (ενδέκατο ερώτημα)· τέλος, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, ερωτάται αν η εθνική νομολογία περί των προκαταβολών ενδέχεται να συνιστά στοιχείο που δικαιολογεί την παράλειψη μεταφοράς της οδηγίας εντός της τασσομένης προθεσμίας, αν δηλαδή αποκλείει υπαίτια συμπεριφορά ή, εν πάση περιπτώσει, βαριά παράβαση (δωδέκατο ερώτημα).
Το ζήτημα είναι, τελικά, αν - για να κριθεί αν το μη συμμορφωθέν κράτος μέλος υπέχει υποχρέωση αποζημιώσεως - αρκεί οποιαδήποτε παράβαση του κοινοτικού δικαίου, εν προκειμένω η μη μεταφορά οδηγίας εντός της τασσομένης προθεσμίας, ή αν προσαπαιτείται και άλλο τι.
28 Συναφώς, θεωρώ ότι αρκεί να περιοριστώ σε μερικές σύντομες παρατηρήσεις, που έχουν, γι' άλλη μια φορά, ως σημείο αφετηρίας την απόφαση Francovich. Το Δικαστήριο έκρινε τότε ότι «είναι επαρκείς για να γεννήσουν υπέρ των ιδιωτών δικαίωμα αποζημιώσεως που στηρίζεται απευθείας στο κοινοτικό δίκαιο» (σκέψη 41) οι προμνησθείσες τρεις προϋποθέσεις, τις οποίες περιέγραψε και όρισε. Αντιθέτως, δεν παρέσχε καμμία περαιτέρω διευκρίνιση σχετικά με το παράνομον της συμπεριφοράς του ζημιούντος, ούτε απαίτησε από τον εθνικό δικαστή να ερευνήσει κάποια άλλη πλευρά του ζητήματος.
Η επιλογή αυτή, στην οποία προέβη το Δικαστήριο στην υπόθεση Francovich, οφειλόταν, κατά την άποψή μου, απλούστατα, στο ότι, στην περίπτωση εκείνη, δεν χωρούσε καμμία αμφιβολία περί του παρανόμου της συνισταμένης σε παράλειψη συμπεριφοράς του κράτους: το επιδιωκόμενο από την οδηγία αποτέλεσμα - ως προς το οποίο το κράτος δεν διέθετε κανένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας (και οπωσδήποτε δεν είχε κανένα τέτοιο περιθώριο ως προς την προθεσμία συμμορφώσεως προς την οδηγία) - δεν είχε επιτευχθεί. Τούτο δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο έλαβε θέση περί του αν απαιτείται ή όχι κατάφωρη και βαριά παράβαση. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στη βιβλιογραφία υπήρξαν, εν προκειμένω, ποικίλες ή και αντιτιθέμενες αντιδράσεις: σύμφωνα με ορισμένους, το Δικαστήριο θέλησε, μ' αυτόν τον τρόπο, να αποδοκιμάσει μόνο τις βαριές και υπαίτιες παραβάσεις (21)· κατ' άλλους, αντιθέτως, από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι πάσα παράβαση του κοινοτικού δικαίου γεννά ευθύνη και υποχρέωση αποζημιώσεως (22). Εν πάση περιπτώσει, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο σε σχέση προς την τότε κρινομένη περίπτωση: ευθύνη του Δημοσίου και υποχρέωσή του προς αποζημίωση υφίσταται κάθε φορά που η παράβαση συνίσταται σε μη μεταφορά οδηγίας εντός της τασσομένης προθεσμίας.
29 Δεν μπορεί να μην επιβάλλεται το ίδιο συμπέρασμα και στη συζητούμενη εδώ περίπτωση. Πράγματι, δεν μεταβάλλει τους όρους του προβλήματος η προβληθείσα από τη Γερμανική Κυβέρνηση περίσταση ότι η προβλεπόμενη από την οδηγία προθεσμία αποδείχθηκε υπερβολικά σύντομη. Περιορίζομαι να υπενθυμίσω σχετικώς ότι, όπως έχει διευκρινίσει το ίδιο το Δικαστήριο, «όταν η προθεσμία που έχει ορισθεί για τη συμμόρφωση προς οδηγία αποδεικνύεται υπερβολικά σύντομη, η μοναδική συμβιβαζόμενη με το κοινοτικό δίκαιο θεραπεία που παρέχεται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι να αναλάβει, στο επίπεδο της Κοινότητας, τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για να επιτύχει, από το αρμόδιο κοινοτικό όργανο, την ενδεικνυόμενη παράταση της προθεσμίας αυτής» (23).
Ομοίως, δεν έχει καμμία σημασία ούτε το ότι ενδεχομένως και άλλα κράτη μέλη δεν έχουν συμμορφωθεί εντός της τασσομένης με την οδηγία προθεσμίας (24), ούτε η επίκληση της περιστάσεως ότι οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί κύκλοι δεν συνεργάστηκαν. Το κράτος μέλος είναι εκείνο που φέρει την υποχρέωση να μεταφέρει στο εθνικό δίκαιο την οδηγία εντός της τασσομένης προθεσμίας, έστω και αν η ίδια η οδηγία απαιτεί διαβούλευση με άλλους φορείς ή επιχειρήσεις του κλάδου ή αν το εν λόγω κράτος έχει το ίδιο επιλέξει μια τέτοια διαβούλευση. Επομένως, το κράτος, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να επικαλείται «πραγματικά περιστατικά που ανακύπτουν σε εθνικό πλαίσιο, για να δικαιολογήσει τη μη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις και τις προθεσμίες που προβλέπουν οι κοινοτικές οδηγίες» (25).
30 Εν συμπεράσματι, παράβαση συνιστάμενη στη μη μεταφορά οδηγίας στοιχειοθετεί, ούτως ή άλλως, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες περιέγραψε και καθιέρωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Francovich, ευθύνη του μη συμμορφωθέντος κράτους μέλους και, άρα, υποχρέωσή του να αποζημιώσει τους ζημιωθέντες ιδιώτες, χωρίς να προσαπαιτείται ο έλεγχος της συνδρομής περαιτέρω προϋποθέσεων.
31 Το συμπέρασμα αυτό καθιστά, επομένως, περιττή την ενασχόληση με τα λοιπά ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου. Το τελευταίο φαίνεται, πράγματι, ότι ξεκίνησε από την προϋπόθεση ότι η επίδικη μη μεταφορά της οδηγίας δεν συνιστά κατάφωρη και βαριά παράβαση των υποχρεώσεων του κράτους, δυναμένη, άρα, να στοιχειοθετήσει ευθύνη και υποχρέωση αποζημιώσεως. Υπό το ίδιο πρίσμα, προσθέτει ότι, εάν προς γένεση υποχρεώσεως αποζημιώσεως απαιτείται υπαίτια συμπεριφορά του μη συμμορφωθέντος κράτους μέλους, θα έπρεπε να ερευνηθεί μήπως μπορεί να θεωρηθεί ότι η εθνική νομολογία περί προκαταβολών αναιρεί την ύπαρξη τέτοιας συμπεριφοράς.
Δεδομένου ότι οι πτυχές αυτές του προβλήματος αναπτύχθηκαν ήδη εκτενώς στις επίσης σημερινές μου προτάσεις επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-46/93 (Brasserie du pκcheur) και C-48/93 (Factortame III), θεωρώ σκόπιμο και επαρκές - και ανεξάρτητα προς την επιρροή τους στην επίλυση της υπό κρίση περιπτώσεως - να παραπέμψω, κατά το απαιτούμενο μέτρο, στις προτάσεις αυτές.
32 Περιορίζομαι, επομένως, σχετικά με τα εν λόγω ερωτήματα, να επισημάνω σχηματικά τα ακόλουθα:
- η μη μεταφορά οδηγίας εντός της τασσομένης από την ίδια προθεσμίας συνιστά κατάφωρη και βαριά παράβαση (26) (ένατο ερώτημα)·
- για να χαρακτηρισθεί τέτοια, δεν απαιτείται προηγούμενη καταδικαστική απόφαση κατά το άρθρο 169 (27) (δέκατο ερώτημα)·
- η υπαιτιότητα, ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως της παράνομης συμπεριφοράς, δεν έχει σημασία για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του μη συμμορφωθέντος κράτους μέλους (28) (ενδέκατο ερώτημα)·
- η εθνική νομολογία περί των προκαταβολών, επομένως, δεν λαμβάνεται καν υπόψη ως στοιχείο δυνάμενο να αναιρέσει την υπαιτιότητα (δωδέκατο ερώτημα).
33 Υπό το πρίσμα των προεκτιθεμένων σκέψεων, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλε το Landgericht Bonn:
«1) Το άρθρο 7 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1990, για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, απονέμει στους αγοραστές τέτοιων ταξιδιών δικαίωμα εγγυήσεως επί της επιστροφής των καταβληθέντων και των εξόδων επανόδου τους σε περίπτωση αφερεγγυότητας του διοργανωτή ή/και του πωλητή του ταξιδιού· το περιεχόμενο αυτού του δικαιώματος προσδιορίζεται βάσει των διατάξεων της ίδιας οδηγίας.
2) Τα άρθρα 7 και 9 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ επιβάλλουν στα κράτη μέλη να θεσπίσουν, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992, κάθε πρόσφορο μέτρο που να εξασφαλίζει, από αυτήν την ημερομηνία ήδη, στον καταναλωτή, την επιστροφή των προκαταβληθέντων ή την επάνοδο, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του αντισυμβαλλομένου του διοργανωτή ή/και πωλητή του ταξιδιού.
3) Το άρθρο 7 της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν κωλύει τους διοργανωτές ταξιδιών να απαιτούν από τον καταναλωτή, πριν ακόμη του χορηγήσουν παραστατικά συνιστώντα πιστωτικό τίτλο, προκαταβολή ενός 10 % επί του ολικού τιμήματος του ταξιδιού, υπό την προϋπόθεση ότι του εξασφαλίζουν, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως, την επιστροφή και αυτής της προκαταβολής· δεν συνιστά, επομένως, προσήκουσα μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο η εθνική νομολογία περί των "προκαταβολών", καθ' όσον αφήνει να βαρύνει τον καταναλωτή τόσο αυτός ο κίνδυνος όσο και ο κίνδυνος ο απορρέων από ενδεχόμενη πτώχευση των τρίτων έναντι των οποίων μπορεί ο καταναλωτής να επικαλεστεί πιστωτικούς τίτλους.
4) Η οδηγία 90/314/ΕΟΚ δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν μέτρα σκοπούντα στην προστασία των καταναλωτών από δική τους αμέλεια.
5) Η μη μεταφορά οδηγίας στο εθνικό δίκαιο εντός της επιβαλλομένης από την ίδια προθεσμίας γεννά αφ' εαυτής, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, υποχρέωση του μη συμμορφωθέντος κράτους μέλους προς αποζημίωση· το τελευταίο δεν δύναται, επομένως, να δικαιολογήσει ενδεχόμενη καθυστέρηση της μεταφοράς της οδηγίας ούτε επικαλούμενο ότι η τασσόμενη προθεσμία αποδείχθηκε υπερβολικά σύντομη, ούτε ότι η μεταφορά της οδηγίας απαιτούσε διαβούλευση με ενδιαφερομένους τρίτους.
6) Η μη μεταφορά οδηγίας στο εθνικό δίκαιο συνιστά κατάφωρη και βαριά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει το κράτος μέλος από το κοινοτικό δίκαιο· δεν απαιτείται προς τούτο, πριν ανακύψει το ζημιογόνο γεγονός, να έχει μεσολαβήσει καταδικαστική απόφαση βάσει του άρθρου 169.
7) Η ευθύνη και η υποχρέωση του μη συμμορφωθέντος κράτους μέλους προς αποζημίωση δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα, νοούμενη ως στοιχείο της υποκειμενικής υποστάσεως της παράνομης συμπεριφοράς που του καταλογίζεται· η εθνική νομολογία περί των "προκαταβολών" δεν δικαιολογεί, επομένως, υπό το πρίσμα της υποχρεώσεως αποζημιώσεως, καθυστέρηση της μεταφοράς της οδηγίας 90/314/ΕΟΚ στο εθνικό δίκαιο.»
(1) - ΕΕ 1990, L 158, σ. 59.
(2) - Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-6/90 και C-9/90, Francovich κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. I-5357).
(3) - BGBl., σ. 1322.
(4) - NJW 1986, σ. 1613 επ.
(5) - BGHZ 100, σ. 157.
(6) - Επί πταίσματος του νομοθέτη (legislatives Unrecht) εφαρμόζεται, πράγματι, η ίδια ρύθμιση που διέπει την ευθύνη της δημοσίας διοικήσεως (Amtshaftung). Γι' αυτό ακριβώς η δυνατότητα αποκαταστήσεως των ζημιών που απορρέουν από νομοθετικό πταίσμα - ζήτημα που εξακολουθεί να ερίζεται έντονα στη Γερμανία - γίνεται ομοφώνως δεκτή οσάκις πρόκειται για ατομικά νομοθετικά μέτρα (Einzelfallgesetze), έναντι δηλαδή κανονιστικών πράξεων όπως, π.χ., το ρυθμιστικό σχέδιο (Bebauungsplan). Το πλαίσιο που διαγράφεται δεν διαφέρει δηλαδή πολύ από εκείνο - που εμφανίζεται κοινώς ως αποκλειστικά ιταλικό - που αφορά τη διάκριση μεταξύ δικαιωμάτων και εννόμων συμφερόντων.
(7) - Βλ. όμως, σχετικώς, Papier, «άρθρο 34, Rn 181», εν Maunz-Dόrig-Herzog-Scholz: GG Kommentar, Μόναχο, 1987, κατά το οποίο είναι νοητή η παράβαση υπηρεσιακών καθηκόντων - και, επομένως, η αξίωση προς αποζημίωση - όταν πρόκειται για κατάφωρες νομοθετικές παραλείψεις (qualifiziertes Unterlassen).
(8) - Για ειδικότερες παρατηρήσεις επί της υποθέσεως Francovich, αλλά και περί της θεμελιώσεως και του περιεχομένου της αρχής της ευθύνης και της υποχρεώσεως του μη συμμορφωθέντος κράτους προς αποζημίωση, που αντλούνται από αυτή την απόφαση, παραπέμπω στις προτάσεις μου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-46/93 (Brasserie du pκcheur) και C-48/93 (Factortame III), τις οποίες επίσης αναπτύσσω σήμερα, και ειδικότερα στις παραγράφους 15 έως 22.
(9) - Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, τις οποίες έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση Francovich (σκέψη 40), παρατίθενται πάντως εδώ όπως τις επανέλαβε και τις συνόψισε το ίδιο το Δικαστήριο στην απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, υπόθεση C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. I-3325, σκέψη 27), καθώς και στην απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1993, υπόθεση C-334/92, Wagner Miret (Συλλογή 1993, σ. I-6911, σκέψεις 22 και 23).
(10) - Απόφαση Francovich, όπ.π., σκέψη 41.
(11) - Ως καταναλωτής ορίζεται, πράγματι, στο άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας, «το πρόσωπο που αγοράζει ή αναλαμβάνει να αγοράσει το οργανωμένο ταξίδι (κύριος συμβαλλόμενος) ή κάθε πρόσωπο εξ ονόματος του οποίου ο κύριος συμβαλλόμενος αναλαμβάνει να αγοράσει το οργανωμένο ταξίδι (άλλοι δικαιούχοι) ή κάθε άλλο πρόσωπο στο οποίο ο κύριος συμβαλλόμενος ή ένας από τους άλλους δικαιούχους εκχωρεί το οργανωμένο ταξίδι (εκδοχεύς)».
(12) - Βλ., ειδικότερα, τις τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις, όπου τονίζεται η σημασία της εναρμονίσεως των σχετικών εθνικών διατάξεων, με σκοπό την άρση των εμποδίων εις βάρος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, αλλά και των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρηματιών που είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη.
(13) - Βλ., ειδικότερα, την όγδοη έως ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, όπου επισημαίνεται, π.χ., ότι «οι κανόνες για την προστασία του καταναλωτή παρουσιάζουν ανομοιότητες από το ένα κράτος στο άλλο κράτος μέλος» και ότι «ο καταναλωτής πρέπει να απολαύει της προστασίας που προβλέπεται από την παρούσα οδηγία»· βλ. επίσης τις δύο τελευταίες αιτιολογικές σκέψεις αυτής, που αφορούν ειδικά την προστασία του καταναλωτή σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως του διοργανωτή του ταξιδιού.
(14) - Απόφαση Francovich, όπ.π., σκέψη 17.
(15) - Απόφαση της 30ής Μαου 1991, υπόθεση C-59/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. I-2607, σκέψη 24).
(16) - Παραδείγματος χάριν, ο Erdmann (υπόθεση C-179/94) πλήρωσε μόνο την προκαταβολή του 10 % επί του ολικού τιμήματος του ταξιδιού· επομένως, υπό το πρίσμα των όσων εξηγούνται στο κείμενο, η ζημία την οποία υπέστη δεν θα ήταν αποζημιωτέα· και τούτο διότι ακριβώς η οδηγία θα επέτρεπε να φέρει ο ιδιώτης, σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή πτωχεύσεως, τον κίνδυνο που συναρτάται προς το προκαταβληθέν ποσόν. Ένα τέτοιο δε αποτέλεσμα θα επερχόταν - περιττόν να προστεθεί - ακόμη και αν η οδηγία είχε μεταφερθεί εμπροθέσμως.
(17) - Σχετικώς, βλ., π.χ., την απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, όπ.π., σκέψη 28, όπου το Δικαστήριο δέχτηκε ότι «το [ότι μια ακολουθουμένη πρακτική εξασφαλίζει προστασία ανταποκρινόμενη προς τις] επιταγές μιας οδηγίας δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για τη μη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη με διατάξεις δυνάμενες να δημιουργήσουν μια κατάσταση επαρκώς ακριβή, σαφή και διαφανή ώστε να έχουν οι ιδιώτες τη δυνατότητα να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και τις υποχρεώσεις τους. Όπως έκρινε το Δικαστήριο (...), προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή των οδηγιών, από νομικής και όχι μόνο από πραγματικής απόψεως, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν πρόνοια για την ύπαρξη επακριβούς νομικού πλαισίου στον οικείο τομέα».
(18) - Επ' αυτού, είναι περιττόν να προστεθεί ότι ένας αγοραστής οργανωμένων ταξιδίων δεν μπορεί, βέβαια, να προβάλει δικαίωμα αποζημιώσεως έναντι του Δημοσίου, όταν έχει ήδη επικαλεστεί επιτυχώς, έναντι των παρεχόντων τις περί ων πρόκειται υπηρεσίες, τα δικαιώματα που ενσωματώνονται στους τίτλους που έχει στην κατοχή του.
(19) - Απόφαση της 19ης Μαου 1992, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-104/89 και C-37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-3061, σκέψη 33).
(20) - Για την εφαρμογή της αρχής αυτής στη σχετική με το άρθρο 215 νομολογία, βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1967, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 5/66, 7/66 και 13/66 έως 24/66, Kampffmeyer κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 571, και ιδίως σ. 581 επ.)· επίσης, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, υπόθεση 238/78, Ireks-Arkady κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979/II, σ. 451, σκέψη 14). Γενικότερα, για εμβάθυνση διαφόρων πτυχών της αιτιώδους συναφείας, βλ. τις προμνησθείσες προτάσεις, που αναπτύσσω σήμερα, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-46/93 και C-48/93, ειδικότερα στις παραγράφους 97 έως 100.
(21) - Μεταξύ αυτών που τονίζουν ότι η μη μεταφορά οδηγίας συνιστά παράβαση εν επιγνώσει, άρα ηθελημένη και, ως εκ τούτου, υπαίτια, βλ. Temple Lang, «New Legal Effects Resulting from the Failure of States to Fulfill Obligations under European Community Law: The Francovich Judgment», εν Fordham International Law Journal, 1992-1993, σ. 1 επ.
(22) - Για την άποψη ότι πρόκειται για αντικειμενική ευθύνη, για την οποία η υπαιτιότητα δεν έχει καμμία σημασία, βλ., π.χ., Carantal, «Governmental Liability after Francovich», εν The Cambridge Law Journal, 1993, σ. 272 επ.· καθώς και Tatham, «Les recours contre les atteintes portιes aux normes communautaires par les pouvoirs publics en Angleterre», εν Cahiers de droit europιen, 1993, σ. 597 επ.
(23) - Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976, υπόθεση 52/75, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1976, σ. 121, σκέψη 12).
(24) - Βλ., σχετικώς, π.χ., την ίδια απόφαση που παρατίθεται στην προηγούμενη υποσημείωση, όπου διευκρινίζεται ότι «ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί τις ενδεχόμενες καθυστερήσεις άλλων κρατών μελών κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από οδηγία, για να δικαιολογήσει την έστω και προσωρινή μη εκτέλεση των ιδικών του υποχρεώσεων» (σκέψη 11).
(25) - Απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, όπ.π., σκέψη 14.
(26) - Περί του κατάφωρου και βαρέος χαρακτήρος της παραβάσεως κοινοτικών κανόνων, βλ. παραγράφους 74 έως 84 των προτάσεων επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-46/93 (Brasserie du pκcheur) και C-48/93 (Factortame III).
(27) - Βλ., ειδικότερα, παράγραφο 81 των προτάσεων που παρατίθενται στην προηγούμενη υποσημείωση.
(28) - Βλ. σχετικώς παραγράφους 85 έως 90 των ίδιων προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy