Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Η οδηγία 89/392/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τις μηχανές (1), και η οδηγία 91/368/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991, για την τροποποίηση της οδηγίας 89/392/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις μηχανές (2), έπρεπε να μεταφερθούν από τα κράτη μέλη στα εθνικά δίκαια πριν από την 1η Ιανουαρίου 1992 (3).
2 Στην παρούσα διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, επειδή δεν θέσπισε εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς τις δύο αυτές οδηγίες. Επιπλέον, η Επιτροπή ζητεί να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
3 Η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι δεν εκπλήρωσε εμπροθέσμως την υποχρέωσή της να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά των ανωτέρω οδηγιών στο ιταλικό δίκαιο.
4 Εν τούτοις η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει τον αμυντικό ισχυρισμό ότι η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής της 28ης Μαου 1993 της έταξε προθεσμία δύο μηνών για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της. Κατά το διάστημα όμως αυτό το Συμβούλιο όμως εξέδωσε δύο νέες οδηγίες - την οδηγία 93/44/ΕΟΚ, της 14ης Ιουνίου 1993 (4), και την οδηγία 93/68/ΕΟΚ, της 22ας Ιουλίου 1993 (5) - που τροποποίησαν την οδηγία 89/392. Κατά συνέπεια, η κοινοτική ρύθμιση προς την οποία η καθής δεν είχε προσαρμόσει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, τη νομοθεσία της είχε πλέον αλλάξει μορφή. Η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι συνεπώς πρόκειται για μια τυπική και μόνο παράβαση της Συνθήκης, επί της οποίας δεν μπορεί να στηριχθεί η άσκηση προσφυγής κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω μη υπάρξεως ανάγκης παροχής έννομης προστασίας.
5 Ο ισχυρισμός αυτός της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Όπως ορθά τόνισε η Επιτροπή, για την άσκηση προσφυγής βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ η Επιτροπή δεν χρειάζεται να αποδεικνύει ότι έχει έννομο συμφέρον (6). Εξίσου βάσιμος είναι επίσης ο ισχυρισμός της ότι ακόμη και στην περίπτωση οδηγιών που υφίστανται επανειλημμένες τροποποιήσεις δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί στα κράτη μέλη να αποφύγουν την εκπλήρωση της υποχρεώσεως μεταφοράς των οδηγιών αυτών στα εθνικά τους δίκαια, ειδάλλως θα διακυβευόταν στην πράξη ολόκληρο το σύστημα της προσεγγίσεως των νομοθεσιών. Η άποψη της καθής θα μπορούσε έστω να θεωρηθεί βάσιμη, εφόσον η μεταφορά της οδηγίας καθίστατο περιττή λόγω μεταγενέστερης τροποποιήσεως του κοινοτικού δικαίου - σε περίπτωση δηλαδή καταργήσεως της οικείας οδηγίας με μεταγενέστερη οδηγία. Προφανώς όμως αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω (ούτε η καθής ισχυρίστηκε ότι συμβαίνει).
6 Με το έγγραφο οχλήσεως της 20ής Μαου 1992 η Επιτροπή δεν είχε αναφερθεί μόνο στις οδηγίες 89/392 και 91/368, αλλά παράλληλα είχε επικρίνει τη μη μεταφορά στο ιταλικό δίκαιο έξι άλλων οδηγιών. Με το υπόμνημα αντικρούσεως η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι αυτή η ενέργεια της Επιτροπής είναι ικανή να προκαλέσει σύγχυση, ενώ το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει μια αυστηρά τυπική διαδικασία. Δεν είναι σαφές αν η καθής επιδιώκει, με τους ισχυρισμούς αυτούς, να θέσει ζήτημα παραδεκτού της προσφυγής. Ακόμη και αν όμως αυτή ήταν η επιδίωξή της, ο ισχυρισμός της αυτός δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτός. Τίποτε δεν κωλύει την Επιτροπή να βάλλει, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας που κινεί βάσει του άρθρου 169 λόγω παραβάσεως της Συνθήκης, κατά περισσοτέρων της μιας παραβάσεων της Συνθήκης. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ιταλική Δημοκρατία γνώριζε επακριβώς το περιεχόμενο της παραβάσεως της Συνθήκης για την οποία κατηγορούνταν. Τούτο αποδεικνύεται από την περιεχόμενη στο υπόμνημα αντικρούσεως δήλωση ότι η μεταφορά των δύο επίδικων οδηγιών στο ιταλικό δίκαιο είχε ανασταλεί, επειδή εν τω μεταξύ είχαν εκδοθεί οι οδηγίες 93/44 και 93/68.
Πρόταση
7 Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής και να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 183, σ. 9.
(2) - ΕΕ L 198, σ. 16.
(3) - Βλ. άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/392 και άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/368.
(4) - ΕΕ L 175, σ. 12.
(5) - ΕΕ L 220, σ. 1.
(6) - Βλ., ως πρώτη συναφή απόφαση, την απόφαση της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας (Συλλογή τόμος 1974, σ. 179, σκέψη 15).
Full & Egal Universal Law Academy