ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
κ. ΓΕΩΡΓΊΟΥ ΚΟΣΜΆ
της 28ης Σεπτεμβρίου 1995 ( *1 )
1.
Οφείλεται συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος από παραγωγό, στον οποίο είχαν χορηγηθεί δύο ατομικές ποσότητες αναφοράς (μία για παραδόσεις σε αγοραστή και μία για απ' ευθείας πωλήσεις), όταν σημειώνεται υπέρβαση της μιας από τις δύο αυτές ποσότητες, χωρίς να σημειώνεται, κατά την ίδια περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος, υπέρβαση του αθροίσματος των αντίστοιχων συνολικών ποσοτήτων που έχουν χορηγηθεί στο οικείο κράτος μέλος; Αυτό είναι, κατ' ουσίαν, το ζήτημα που τίθεται με το προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλει στο Δικαστήριο το Conseil d'Etat του Λουξεμβούργου.
Ι — Το κανονιστικό πλαίσιο
2.
Με το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 ( 1 ), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 ( 2 ), καθιερώθηκε, με σκοπό τον έλεγχο της αυξήσεως της γαλακτοπαραγωγής, συμπληρωματική εισφορά οφειλόμενη επί των ποσοτήτων γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίες είτε παραδίδονται σε αγοραστή για επεξεργασία ή μεταποίηση είτε πωλούνται απ' ευθείας στην κατανάλωση και υπερβαίνουν ορισμένη ποσότητα αναφοράς ( 3 ).
3.
Κατά το μέρος που αφορά στην καταβολή της εισφοράς επί των ποσοτήτων που παραδίδονται σε αγοραστή για επεξεργασία ή μεταποίηση, το καθεστώς ετέθη σε εφαρμογή στα κράτη μέλη βάσει μιας από τις δύο εναλλακτικές λύσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 5γ. Σύμφωνα με την εναλλακτική λύση Α, η εισφορά οφείλεται από τους παραγωγούς γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων επί των ποσοτήτων που παρέδωσαν σε αγοραστές και οι οποίες, κατά τη διάρκεια της οικείας δωδεκάμηνης περιόδου, υπερβαίνουν ορισμένη ποσότητα αναφοράς. Σύμφωνα με την εναλλακτική λύση Β, η εισφορά οφείλεται από τους αγοραστές γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων επί των ποσοτήτων που τους παραδόθηκαν από παραγωγούς και οι οποίες υπερβαίνουν ορισμένη ποσότητα αναφοράς στα πλαίσια της δεύτερης αυτής εναλλακτικής λύσεως, η οφειλόμενη από τον αγοραστή εισφορά μετακυλίεται στους παραγωγούς εκείνους, οι οποίοι συνετέλεσαν στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή.
4.
Με την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου 5γ ορίσθηκε εξάλλου ότι εισφορά οφείλεται επίσης από κάθε παραγωγό επί των ποσοτήτων γάλακτος ή/και ισοδυνάμου γάλακτος «που πούλησε απ' ευθείας στην κατανάλωση» και οι οποίες υπερβαίνουν, κατά τη διάρκεια της σχετικής δωδεκάμηνης περιόδου, ορισμένη ποσότητα αναφοράς.
5.
Οι γενικοί κανόνες για την εφαρμογή της συμπληρωματικής εισφοράς θεσπίσθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 ( 4 ), ο οποίος προέβλεψε στο άρθρο 2, παράγραφος 1, τον τρόπο καθορισμού της ποσότητας αναφοράς που χορηγείται για παραδόσεις γάλακτος σε αγοραστές για επεξεργασία ή μεταποίηση (στο εξής: ποσότητα αναφοράς για παραδόσεις) και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, τον τρόπο καθορισμού της ποσότητας αναφοράς που χορηγείται για πωλήσεις γάλακτος απ' ευθείας στην κατανάλωση (στο εξής: ποσότητα αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις).
6.
Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68, το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς για παραδόσεις, που χορηγούνται στους υποκείμενους στην εισφορά σε ορισμένο κράτος μέλος, δεν μπορεί να υπερβεί μια συνολική εγγυημένη ποσότητα, διαφορετική για κάθε κράτος μέλος, ίση με το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος, προσαυξημένων κατά 1 %, που παραδόθηκαν σε επιχειρήσεις οι οποίες επεξεργάζονται ή μεταποιούν γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα στο οικείο κράτος μέλος, κατά τη διάρκεια του έτους 1981.
7.
Αντίστοιχη διάταξη εισήγαγε, προκειμένου περί των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, κατά το οποίο το σύνολο των τελευταίων αυτών ποσοτήτων αναφοράς δεν πρέπει να υπερβαίνει ορισμένη ποσότητα, καθοριζόμενη, σε διαφορετικό για κάθε κράτος μέλος ύψος, στο παράρτημα του κανονισμού.
8.
Με το άρθρο 6α του κανονισμού 857/84, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 ( 5 ), προβλέφθηκε εξάλλου ότι σε παραγωγούς οι οποίοι διαθέτουν δυο ποσότητες αναφοράς, μία για παραδόσεις και μία για απ' ευθείας πωλήσεις, χορηγείται, κατόπιν αιτήσεως τους και προκείμενου να αντιμετωπίσουν μεταβολές των αναγκών εμπορίας τους, αύξηση της μιας από τις δύο ποσότητες αναφοράς. Η αύξηση αυτή χορηγείται για μια δωδεκάμηνη περίοδο εφαρμογής του συστήματος και εξαρτάται από τη μείωση, κατά την ίδια περίοδο, της άλλης ποσότητας αναφοράς.
9.
Τέλος, η παράγραφος 7 του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68, στο πρώτο εδάφιο της οποίας ορίζεται ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του ίδιου κανονισμού, ορίζει στο δεύτερο εδάφιο, που έχει προστεθεί με το άρθρο 1, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1298/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1985 ( 6 ), ότι, σύμφωνα με την ίδια διαδικασία, οι ποσότητες που προβλέπονται, για κάθε κράτος μέλος, στην παράγραφο 3 του άρθρου 5γ (τις οποίες, υπενθυμίζεται, δεν μπορεί να υπερβεί το σύνολο των χορηγουμένων στο αντίστοιχο κράτος μέλος ατομικών ποσοτήτων αναφοράς για παραδόσεις) «μπορούν να προσαρμόζονται με βάση τα αντικειμενικά και δεόντως δικαιολογημένα στατιστικά στοιχεία, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι διαρθρωτικές μεταβολές που επηρεάζουν, αφενός, τις παραδόσεις στους αγοραστές και, αφετέρου, τις άμεσες πωλήσεις στην κατανάλωση». Στο τρίτο εδάφιο της αυτής παραγράφου 7, που έχει προστεθεί επίσης με τη μνημονευθείσα διάταξη του κανονισμού 1298/85, ορίζεται επιπλέον ότι «οι προσαρμογές αυτές δεν είναι δυνατόν να επιφέρουν, για κάθε συγκεκριμένο κράτος μέλος, αύξηση του ύψους της εγγυημένης συνολικής ποσότητας που αναφέρει η παράγραφος 3 και της συνολικής ποσότητας που ορίζεται για τις άμεσες πωλήσεις».
Π — Η κύρια δίκη — Το προδικαστικό ερώτημα
10.
Η Catherine Schiltz-Thilmann εκμεταλλεύεται μονάδα γαλακτοπαραγωγής. Ένα μέρος της παραγωγής της παραδίδεται σε αγοραστή για περαιτέρω επεξεργασία, ενώ το υπόλοιπο χρησιμοποιείται από την ίδια για παρασκευή τυρού και διατίθεται, κατά τον τρόπο αυτό, απ' ευθείας στην κατανάλωση. Για τον λόγο αυτό διαθέτει δύο ποσότητες αναφοράς, μία για παραδόσεις σε αγοραστή και μία για απ' ευθείας πωλήσεις.
11.
Κατά τη γαλακτοκομική περίοδο 1991/92, η χορηγηθείσα στη Schiltz-Thilmann ποσότητα αναφοράς για παραδόσεις ανήλθε σε 175805 kg, ενώ η ποσότητα αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις σε 152654 kg. Κατά την ίδια περίοδο, οι ποσότητες που παρέδωσε σε αγοραστή ανήλθαν συνολικά σε 160594 kg, ενώ οι ποσότητες τις οποίες επώλησε απ' ευθείας στην κατανάλωση σε 198044 kg. Η ποσότητα γάλακτος κατά την οποία υπελείποντο της αντίστοιχης ποσότητας αναφοράς οι ποσότητες που παραδόθηκαν σε αγοραστή, ανερχόμενη σε 15211 kg (175805 — 160594), προστέθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84, στην ποσότητα αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις, η οποία έφθασε έτσι στο ύψος των 167865 kg (152654 + 15211). Υπό τα δεδομένα αυτά, η σημειωθείσα υπέρβαση της τελευταίας αυτής ποσότητας αναφοράς ανήλθε σε 30179 kg (198044 — 167865) και ο Υπουργός Γεωργίας, κατόπιν μειώσεως της διαφοράς κατά 5000 kg (τα οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη διάταξη παραπομπής «ήταν αδύνατον, για διάφορους λόγους, να διατεθούν στο εμπόριο»), προσδιόρισε τελικώς την υπέρβαση αυτή, με πράξη του της 8ης Ιουλίου 1992, σε 25179 kg, και επέβαλε στην Schiltz-Thilmann την υποχρέωση να καταβάλει, ως συμπληρωματική εισφορά, το ποσό των 245865 φράγκων Λουξεμβούργου.
12.
Κατά της πράξεως αυτής η Schiltz-Thilmann (στο εξής: προσφεύγουσα στην κύρια δίκη) άσκησε προσφυγή ενώπιον του Conseil d'Etat, με την οποία κατά βάση προέβαλε ότι υποχρέωση καταβολής της συμπληρωματικής εισφοράς δεν μπορεί να γεννηθεί αν, όπως συνέβη στο Λουξεμβούργο κατά την κρίσιμη περίοδο 1991/92, δεν σημειώνεται υπέρβαση του αθροίσματος της συνολικής εγγυημένης ποσότητας την οποία δεν πρέπει να υπερβεί το σύνολο των χορηγουμένων ποσοτήτων αναφοράς για παραδόσεις, αφενός και της συνολικής ποσότητας την οποία δεν πρέπει να υπερβεί το σύνολο των χορηγουμένων ποσοτήτων αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις, αφετέρου. Το Conseil d'Etat, με το δεδομένο πως δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι κατά την κρίσιμη περίοδο «η εθνική ποσόστωση “αγοραστής” δεν καλύφθηκε, ενώ υπήρξε υπέρβαση της εθνικής ποσοστώσεως “άμεση πώληση”», έκρινε αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Επιτρέπουν οι κοινοτικές διατάξεις και, ιδίως, τα άρθρα 6α του κανονισμού 857/84 και5γ, έβδομο εδάφιο ( 7 ), του κανονισμού 804/68, προκειμένου να εξεταστεί αν υπάρχει υπερπαραγωγή σε εθνικό επίπεδο, να προστίθενται οι ποσοστώσεις που αποκαλούνται “αγοραστής” και “άμεση πώληση” ή μήπως οι ποσοστώσεις αυτές είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη και, συνεπώς, δεν μπορούν να προστίθενται, επιφυλασσομένης μόνο της μεταφοράς της μιας ποσοστώσεως στην άλλη εντός των ορίων του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84;»
ΙΙΙ — Απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα
13.
Τα πραγματικά δεδομένα της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Conseil d'Etat οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, κατ' ουσίαν, το ζήτημα που απασχολεί το εθνικό δικαστήριο είναι αν, κατά την έννοια των διατάξεων που συγκροτούσαν κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς, γεννάται υποχρέωση καταβολής της εισφοράς όταν ναι μεν ο υποκείμενος σ' αυτήν υπερέβη τη μία από τις δύο ατομικές ποσότητες αναφοράς που του είχαν χορηγηθεί, κατά την ίδια όμως περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος δεν σημειώθηκε, στο οικείο κράτος μέλος, υπέρβαση του αθροίσματος της συνολικής εγγυημένης ποσότητας για παραδόσεις, αφενός και της αντίστοιχης συνολικής ποσότητας για απ' ευθείας πωλήσεις, αφετέρου.
14.
Υπενθυμίζεται ότι η επιβολή της συμπληρωματικής εισφοράς απέβλεπε στην αποκατάσταση της ισορροπίας στη χαρακτηριζόμενη από διαρθρωτικά πλεονάσματα αγορά του γάλακτος, μέσω του περιορισμού της παραγωγής ( 8 ). Για την πληρέστερη δυνατή εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, ο οποίος, όπως έχει κριθεί, τελεί σε αρμονία με τις διατάξεις του άρθρου 39 της Συνθήκης ( 9 ), εγκαθιδρύθηκαν δύο παράλληλοι μηχανισμοί ελέγχου, εκ των οποίων ο πρώτος σκοπούσε στον περιορισμό των ποσοτήτων γάλακτος που παραδίδονται σε αγοραστές για περαιτέρω επεξεργασία ή μεταποίηση (βλ. ιδίως άρθρο 5γ, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68), ενώ ο δεύτερος στον περιορισμό των ποσοτήτων γάλακτος που πωλούνται επ' ευθείας στην κατανάλωση (βλ. ιδίως άρθρο 5γ, παράγραφος 2, του κανονισμού 804/68).
15.
Αμφότεροι οι μηχανισμοί οργανώνονται με βάση τη θεμελιώδη έννοια της «ποσότητας αναφοράς». Στα πλαίσια του μηχανισμού ελέγχου των παραδόσεων γάλακτος, ως «ποσότητα αναφοράς» νοείται μια ποσότητα γάλακτος αντιπροσωπευτική της ποσότητας που είχε παραδοθεί από τον παραγωγό (εναλλακτική λύση Α) ή αγορασθεί από τον αγοραστή, κατά βάση γαλακτοκομείο (εναλλακτική λύση Β), κατά τη διάρκεια του επιλεγόμενου από το κράτος μέλος έτους αναφοράς (βλ. άρθρο 2 του κανονισμού 857/84). Στα πλαίσια του μηχανισμού ελέγχου των απ' ευθείας πωλήσεων, ως «ποσότητα αναφοράς» νοείται ποσότητα γάλακτος αντιπροσωπευτική της ποσότητας που είχε πωληθεί απ' ευθείας στην κατανάλωση κατά το έτος αναφοράς (βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84).
16.
Στο πλαίσιο αμφοτέρων των ανωτέρω μηχανισμών απαντάται, εξάλλου, η έννοια της «συνολικής ποσότητας», διαφορετικής για κάθε κράτος μέλος (βλ., προκειμένου περί παραδόσεων, το άρθρο 5γ, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68 και, προκειμένου περί απ' ευθείας πωλήσεων, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84), η οποία αποτελεί το απαράβατο όριο εντός του οποίου οφείλει να κινηθεί το κράτος μέλος κατά τη χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς είτε βάσει των γενικών κανόνων καθορισμού των ποσοτήτων αυτών, οι οποίοι θεσπίζονται στα άρθρα 2 και 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, είτε βάσει των εξαιρετικών διατάξεων των άρθρων 3, 3α και 4, του αυτού κανονισμού, οι οποίες προβλέπουν περιπτώσεις χορηγήσεως συμπληρωματικών ή ειδικών ποσοτήτων αναφοράς σε ορισμένες συγκεκριμένες κατηγορίες παραγωγών. Εντός των ορίων που διαγράφουν οι αντίστοιχες συνολικές ποσότητες, τα κράτη μέλη έχουν εξάλλου τη δυνατότητα (χορηγηθείσα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 4α του κανονισμού 857/84, που έχει προστεθεί με το άρθρο 1, σημείο 1, του κανονισμού 590/85 του Συμβουλίου ( 10 )) να παραχωρούν, κατ' ενάσκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας ( 11 ), τις μη χρησιμοποιηθείσες από τους δικαιούχους ποσότητες αναφοράς σε άλλους παραγωγούς ή αγοραστές της ίδιας περιοχής ή, ενδεχομένως, και άλλων περιοχών.
17.
Από τα εκτεθέντα συνάγονται, νομίζω, δύο βασικές αρχές:
α)
Για τη γένεση υποχρεώσεως καταβολής της συμπληρωματικής εισφοράς απαιτείται αλλά και αρκεί υπέρβαση της χορηγηθείσης στον υπόχρεο ατομικής ποσότητας αναφοράς για παραδόσεις ή απ' ευθείας πωλήσεις, όπως η ποσότητα αυτή έχει, ενδεχομένως, αναπροσαρμοσθεί κατόπιν πράξεως της αρμόδιας εθνικής αρχής, με την οποία είτε του χορηγήθηκε, κατ' εφαρμογή των σχετικών ειδικών ρυθμίσεων, ειδική ή συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς, είτε του παραχωρήθηκε, κατ' ενάσκηση της σχετικής ευχέρειας που χορηγήθηκε στο κράτος μέλος με το άρθρο 4α του κανονισμού 857/84, επιπλέον ποσότητα αναφοράς, μη χρησιμοποιηθείσα από άλλο δικαιούχο. Έτσι, σε περίπτωση υπερβάσεως της ατομικής ποσότητας αναφοράς (και με την επιφύλαξη εφαρμογής του μνημονευθέντος άρθρου 4α του κανονισμού 857/84) εισφορά οφείλεται έστω και αν δεν σημειώνεται υπέρβαση της αντίστοιχης συνολικής ποσότητας που διαθέτει το οικείο κράτος μέλος ( 12 ). Χαρακτηριστική είναι, από την άποψη αυτή, η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του κανονισμού 857/84, που έχει προστεθεί με το άρθρο 1, σημείο 8, του κανονισμού 1305/85 του Συμβουλίου ( 13 ). Με το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής (η οποία αν και εισήχθη αρχικώς για τις δύο πρώτες δωδεκάμηνες περιόδους εφαρμογής του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς, διατηρήθηκε τελικώς σε ισχύ καθ' όλο το διάστημα εφαρμογής του ( 14 )) επετράπη στα κράτη μέλη να διαθέτουν την εισπραττόμενη από τους υπόχρεους συμπληρωματική εισφορά για τη χρηματοδότηση εθνικών μέτρων προκειμένου να ενθαρρυνθεί η οριστική εγκατάλειψη της γαλακτοπαραγωγής. Τα δύο επόμενα εδάφια της διατάξεως καθιστούν πρόδηλο ότι η είσπραξη της εισφοράς από τους υπόχρεους χωρεί έστω και αν δεν έχει σημειωθεί υπέρβαση της αντίστοιχης συνολικής ποσότητας που διαθέτει το κράτος μέλος: σύμφωνα με τα εδάφια αυτά, η διάθεση της εισπραττόμενης εισφοράς για τον αναφερθέντα σκοπό επιτρέπεται «μόνο στο μέτρο που οι πραγματικά παραδοθείσες ποσότητες στους αγοραστές και οι ποσότητες αμέσων πωλήσεων που πράγματι πραγματοποιήθηκαν δεν υπερβαίνουν αντίστοιχα, για το ενλόγω κράτος μέλος, τη συνολική εγγυημένη ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 και τη συνολική ποσότητα του άρθρου 6, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού. Σε περίπτωση υπέρβασης της μιας ή της άλλης από αυτές τις ποσότητες, το ποσό των εισπραχθεισών εισφορών καταβάλλεται στην Κοινότητα μέχρι την διαπιστωθείσα υπέρβαση» ( 15 ) (η υπογράμμιση είναι δική μου).
β)
Αν οι δύο μηχανισμοί ελέγχου της γαλακτοπαραγωγής ακολουθούν το αυτό σχήμα, λειτουργούν, εντούτοις, αυτοτελώς. Πέρα των άλλων διαφορών (ως προς τον τρόπο καταβολής της εισφοράς, παραδείγματος χάριν) οφειλομένων εν πολλοίς στις διαφορετικές συνθήκες ασκήσεως των δύο δραστηριοτήτων (παραδόσεων για επεξεργασία ή μεταποίηση — απ' ευθείας πωλήσεων στην κατανάλωση), εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι αυτοτελώς καθορίζονται, στα πλαίσια των δυο μηχανισμών, οι όροι γενέσεως της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς. Κατά συνέπεια, εάν ένας παραγωγός είναι δικαιούχος δύο ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, μιας για παραδόσεις και μιας για απ' ευθείας πωλήσεις, η υπέρβαση της μιας από τις δύο, παραδείγματος χάριν, εκείνης που αφορά στις απ' ευθείας πωλήσεις, αρκεί για να στοιχειοθετηθεί υποχρέωση καταβολής της αντίστοιχης εισφοράς: η γένεση της υποχρεώσεως αυτής, η οποία, όπως έχει εκτεθεί ανωτέρω, υπό α), δεν εξαρτάται, κατ' αρχήν, από την υπέρβαση της συνολικής ποσότητας για απ' ευθείας πωλήσεις, δεν εξαρτάται επίσης ούτε από την υπέρβαση της συνολικής ποσότητας για παραδόσεις ούτε από την υπέρβαση του αθροίσματος των δύο συνολικών ποσοτήτων.
18.
Συμπέρασμα αντίθετο απ' αυτό που μόλις διατυπώθηκε δεν μπορεί, νομίζω, να εύρει έρεισμα σε καμία διάταξη ( 16 ). ECvai βέβαια ακριβές ότι παρά την αυτοτελή λειτουργία των δύο μηχανισμών ελέγχου της γαλακτοπαραγωγής υφίστανται μεταξύ τους «σημεία επαφής», προβλεπόμενα από ειδικές διατάξεις, οι κυριότερες των οποίων είναι οι μνημονευόμενες από το εθνικό δικαστήριο, ήτοι το άρθρο 5γ, παράγραφος 7, του κανονισμού 804/68 και το άρθρο 6α του κανονισμού 857/84 ( 17 ). Ο εντελώς ειδικός χαρακτήρας των διατάξεων αυτών επιβάλλει όμως, κατά τη γνώμη μου, τη διαπίστωση ότι οι τελευταίες δεν εισάγουν παρά εξαιρέσεις στην αρχή της αυτοτέλειας των παραπάνω δύο μηχανισμών. Δεν μπορούν, επομένως, να παράσχουν έρεισμα για τη συναγωγή γενικού κανόνα ( 18 ), κατ' εφαρμογή του οποίου η υπέρβαση της ατομικής ποσότητας αναφοράς του υπόχρεου δεν γεννά υποχρέωση καταβολής της εισφοράς, αν δεν σημειώνεται στο οικείο κράτος μέλος, κατά την ίδια περίοδο, υπέρβαση του αθροίσματος της συνολικής ποσότητας για παραδόσεις, αφενός και της συνολικής ποσότητας για απ' ευθείας πωλήσεις, αφετέρου.
19.
Ειδικότερα:
α)
Η διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1, σημείο 3, του κανονισμού 1298/85, προβλέπει τη δυνατότητα μεταβολής καθ' ορισμένη διαδικασία (εκείνη του άρθρου 30 του κανονισμού 804/68) και υπό ορισμένες προϋποθέσεις (επίκληση, από το οικείο κράτος μέλος, «αντικειμενικών και δεόντως δικαιολογημένων στατιστικών στοιχείων») της συνολικής ποσότητας για παραδόσεις, προκειμένου να ληφθούν υπόψη τυχόν διαρθρωτικές μεταβολές που επηρεάζουν το ύψος των παραδιδο-μένων ή πωλουμένων απ' ευθείας στην κατανάλωση ποσοτήτων γάλακτος. Δυνατότητα ανάλογης μεταβολής, υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις, της συνολικής ποσότητας για τις απ' ευθείας πωλήσεις προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1, σημείο 4, του κανονισμού 1305/85. Αμφότερες οι διατάξεις αυτές σκοπούν, επομένως, σε μόνιμη (και όχι περιοριζόμενη σε μία και μόνο περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος) μεταβολή του ύψους των συνολικών ποσοτήτων, προκειμένου οι τελευταίες να προσαρμοσθούν σε διαρθρωτικές μεταβολές μόνιμου χαρακτήρα ( 19 ). Δεν είναι, ως εκ τούτου, δυνατό να θεωρηθούν ως εισάγουσες αρχή, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η αυτόματη αντιστάθμιση της υπερβάσεως της μιας συνολικής ποσότητας από τη μη εξάντληση της άλλης, και μάλιστα προς εξυπηρέτηση προσωρινών αναγκών (εμφανιζομένων δηλαδή σε μία συγκεκριμένη περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος), οι οποίες δεν συνδέονται με γενικότερες, διαρθρωτικής φύσεως, μεταβολές στην αγορά του γάλακτος αλλά με τις ανάγκες ορισμένων μεμονωμένων παραγωγών.
β)
Η διάταξη του άρθρου 6α του κανονισμού 857/84 προβλέπει, προκειμένου περί παραγωγών με δυο ατομικές ποσότητες αναφοράς, μία για παραδόσεις και μία για απ' ευθείας πωλήσεις, τη δυνατότητα να τους χορηγηθεί, κατόπιν αιτήσεως, αύξηση της μιας ποσότητας, η οποία επάγεται μείωση της άλλης, ισχύει για μια περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος και αποβλέπει στην αντιμετώπιση προβλημάτων που ανακύπτουν λόγω μεταβολής των αναγκών εμπορίας του ενδιαφερομένου ( 20 ). Υπό τα δεδομένα αυτά, η παραπάνω διάταξη δεν μπορεί να οδηγήσει σε συναγωγή κανόνος, βάσει του οποίου θα ήταν δυνατή, προκειμένου να αντιμετωπισθεί υπέρβαση της μιας από τις δύο ατομικές ποσότητες αναφοράς, οφειλόμενη σε συγκυριακή αύξηση της παραγωγής η οποία δεν συνδέεται με μεταβολή των αναγκών εμπορίας, αντιστάθμιση της υπερβάσεως και μάλιστα, όχι από την τυχόν μη εξάντληση της άλλης ατομικής ποσότητας αναφοράς που διαθέτει ο ενδιαφερόμενος, αλλά από τη μη εξάντληση της αντιστοιχούσης στην τελευταία συνολικής ποσότητας που διαθέτει το οικείο κράτος μέλος ( 21 ).
20.
Από τα εκτιθέμενα στη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της διατάξεως παραπομπής συνάγεται ότι η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη είχε προβάλει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι η σύνδεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς με την υπέρβαση του αθροίσματος των συνολικών ποσοτήτων που διαθέτει το οικείο κράτος μέλος δεν θα αντέκειτο στη λογική που διέπει το σύστημα της συμπληρωματικής εισφοράς, δεδομένου ότι όταν δεν σημειώνεται υπέρβαση του παραπάνω αθροίσματος δεν έχει επέλθει, σε τελική ανάλυση, αύξηση της συνολικής ποσότητας γάλακτος που παρήχθη στο παραπάνω κράτος μέλος.
21.
Η επισήμανση αυτή είναι, κατ' αρχήν, ορθή. Εν τούτοις, ο εντοπισμός της γενεσιουργού αιτίας της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς στην υπέρβαση της ατομικής ποσότητας αναφοράς και μόνο μπ;ορεί επίσης να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί, αν και με διαφορετικό τρόπο, τον σκοπό στον οποίον απέβλεψε ο κοινοτικός νομοθέτης με την εισαγωγή του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς: η λειτουργία της ατομικής ποσότητας αναφοράς ως μέσου αποθαρρύνσεως της παραγωγής θα μειωνόταν, ενδεχομένως σημαντικά, αν ο δικαιούχος της ποσότητας αυτής μπορούσε να προσδοκά ότι, παρά την υπέρβαση της, θα αποφύγει την καταβολή της εισφοράς εάν τυχόν δεν σημειωθεί τελικώς υπέρβαση του αθροίσματος των συνολικών ποσοτήτων που διαθέτει το κράτος μέλος.
22.
Θα ήταν, ενδεχομένως, σκόπιμο να είχε εισαχθεί ένα πλήρες και συνεκτικό πλέγμα ρυθμίσεων, το οποίο αφενός θα συνέδεε την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς με την υπέρβαση του αθροίσματος των συνολικών ποσοτήτων, αφετέρου θα περιελάμβανε τις αναγκαίες ασφαλιστικές δικλείδες ώστε η σύνδεση αυτή να μη αποβεί σε βάρος του σκοπού στον οποίον αποβλέπει η επιβολή της συμπληρωματικής εισφοράς. Θεωρώ όμως ότι τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος (η εισαγωγή του οποίου αποτελεί, βεβαίως, ζήτημα αναγόμενο στην εξουσία εκτιμήσεως του κοινοτικού νομοθέτη, ιδιαιτέρως ευρεία στο πεδίο της κοινής γεωργικής πολιτικής ( 22 )) δεν μπορούν να συναχθούν ούτε από τις ειδικές ρυθμίσεις των άρθρων 5γ, παράγραφος?, του κανονισμού 804/68 και 6α του κανονισμού 857/84, ούτε από κάποια άλλη ρύθμιση από εκείνες που συγκροτούσαν, κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς.
IV — Πρόταση
23.
Εν όψει των όσων έχουν εκτεθεί, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλει το Conseil d'Etat του Λουξεμβούργου ως εξής:
«Ούτε από το άρθρο 5γ, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 ούτε από το άρθρο 6α του κανονισμού (EOK) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 ούτε από άλλη διάταξη του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος είναι δυνατό να συναχθεί ότι, προκειμένου να γεννηθεί υποχρέωση του δικαιούχου ατομικής ποσότητας αvαcρoράς προς καταβολή της συμπληρωματικής εισφοράς, απαιτείται να έχει σημειωθεί, κατά την κρίσιμη περίοδο εφαρμογής του καθεστώτος, υπέρβαση του αθροίσματος της συνολικής ποσότητας για παραδόσεις που διαθέτει το οικείο κράτος μέλος, αφενός και της συνολικής ποσότητας για απ' ευθείας πωλήσεις που διαθέτει το ίδιο κράτος μέλος, αφετέρου.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ελληνική.
( 1 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έχδ. 03/003, σ. 82).
( 2 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηαη του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προίόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 10).
( 3 ) Η συμπληρωματική εισφορά επιβλήθηκε αρχικά για πέντε δωδεκάμηνες χρονικές περιόδους (αρχής γενομένης από της 1ης Απριλίου 1984), οι οποίες αυξήθηκαν τελικώς σε εννέα [βλ. άρθρο 1, σημείο 1, του κανονκιμού (ΕΟΚ) 816/92 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1992 (ΕΕ 1992, L 86, σ. 83)1. Έτσι, το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς εξακολούθησε να διέπεται από το άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68, όπως είχε μέχρι τότε τροποποιηθεί και συμπληρωθεί, μέχρι και την 31η Μαρτίου 1993. Με το άρθρο 1, σημείο 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2071/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992 (ΕΕ 1992, L 215, σ. 64), το οποίο ισχύει από 1ης Απριλίου 1993, το άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 αντικαταστάθηκε από διάταξη, ορίζουσα απλώς ότι το καθεστώς τιμών του κανονισμού 804/68 «θεσπίζεται με την επιφύλαξη της εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς». Το τελευταίο αυτό καθεστώς διέπεται ήδη, από 1ης Απριλίου 1993 και για επτά δωδεκάμηνες περιόδους, από τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992 (ΕΕ 1992, L 405, σ. 1).
( 4 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 13). Ο κανονισμός αυτός έχει ήδη καταργηθεί, από 1ης Απριλίου 1993, δυνάμει των άρθρων 12 και 13 του μνημονευθέντος ήδη (υποσημείωση 3) κανονισμού 3950/92.
( 5 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 590/85 του Συμβουλίου, τη; 26η; Φεβρουαρίου 1985, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται οτο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προίόντων (ΕΕ 1985, L 68, ο. 1).
( 6 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 129S/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαίου 1985, για την τροποποίηση του κανονισμού (EOK)804/6S περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1985, L 137, σ. 5).
( 7 ) Παρά την αναφορά σε εδάφιο είναι πρόδηλο ότι το προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται στο σημείο αυτό στην έβδομη παράγραφο του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68.
( 8 ) Βλ. αποφάσεις της 17ης Μαίου 1988, 84/87, Erpelding (Συλλογή 1988, σ. 2647, οκέψη 26), της 27ης Μαΐου 1993, C-290/91, Peter (Συλλογή 1993, σ. Ι-2981, σκέψη 13), και της 14ης Ιουλίου 1994, C-351/92, Graff (Συλλογή 1994, ο. Ι-3361, σκέψη 26).
( 9 ) Βλ. τη μνημονευθείσα στην προηγούμενη υποσημείωοη απόφαση Erpelding, σκέψη 26.
( 10 ) Κανονισμός (EOK) 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 (ΕΕ 1985, L 68, σ. 1). Η ρύθμιση του άρθρου 4α του κανονισμού 857/84, εισαχθείσα αρχικώς για την πρώτη δωδεκάμηνη περίοδο εφαρμογής του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς, διατηρήθηκε εν τέλει σε ισχύ, κατόπι διαδοχικών παρατάσεων, μέχρι την 31η Μαρτίου 1993 [βλ. άρθρο 1, σημείο 1 του κανονιαμοΰ (EOK) 817/92 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1992, ΕΕ 1992, L 86, σ.85],
( 11 ) Βλ., ως προς το σημείο αυτό, την απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321, σκέψη 18).
( 12 ) Στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της διατάξεως παραπομπής αναφέρεται ότι κατά την περίοδο 1991/92 δεν σημειώθηκε στο Λουξεμβούργο υπέρβαση της συνολικής ποσότητας για παραδόσεις αλλά μόνο για απ' ευθείας πωλήσεις και ότι για τον λόγο αυτό, «οι παραγωγοί που υπερέβησαν την ποσόστωση τους “αγοραστής” δεν υπέστησαν κυρώσεις σε αντίθεση με αυτούς που υπερέβησαν, την ποσόστωση τους “άμεση πώληση”». Εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στο κείμενο, υποχρέωση καταβολής της εισφοράς, από τον υπόχρεο που υπερέβη την ατομική ποσότητα αναφοράς του, γεννάται έστω και αν δεν σημειώνεται υπέρβαση της αντίστοιχης συνολικής ποσότητας, το σημείο αυτό της διατάξεως παραπομπής δεν μπορεί παρά να έχει την έννοια ότι οι υπόχρεοι, οι οποίοι υπερέβησαν κατά την κρίσιμη περίοδο την ατομική ποσότητα αναφοράς για παραδόσεις που τους είχε αρχικά χορηγηθεί, δεν κατέβαλαν τελικώς εισφορά λόγω της παραχωρήσεως από την αρμόδια εθνική αρχή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4α του κανονιαμού 857/84, ποσοτήτων αναφοράς που άφησαν αχρησιμοποίητες άλλοι δικαιούχοι.
( 13 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1305/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1985 (ΕΕ 1985, L 137, σ. 12).
( 14 ) Βλ. άρθρο 1, σημείο 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 817/92 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1992 (ΕΕ 1992, L 86, σ. 85).
( 15 ) Η γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς με μόνη την υπέρβαση της ατομικής ποσότητας αναφοράς, ανεξαρτήτως της υπερβάσεως ή μη της αντίστοιχης συνολικής ποσότητος, συνάγεται και από την παράγραφο 3α του άρθρου 4α του κανονισμού 857/84. Με τις παραγράφους 1 και 3 του τελευταίου αυτού άρθρου χορηγήθηκε, υπενθυμίζω, στα κράτη μέλη η ευχέρεια να παραχωρούν τις ποσότητες αναφοράς, που δεν χρησιμοποίησαν ορισμένοι παραγωγοί ή αγοραστές, σε παραγωγούς ή αγοραστές της ίδιας περιοχής ή και άλλων περιοχών. Η διάταξη της παραγράφου 3α [προστεθείσα με το άρθρο 1, σημείο 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 774/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987 (ΕΕ 1987, L 78, α 3), και συμ-πληρωθείσα με το άρθρο 1, σημείο 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ 1989, L 84, ο. 2)] ορίζει ότι: «Η εισφορά εισπράττεται επί όλων των ποσοτήτων που υπερβαίνουν τις ατομικές ποσότητες αναφοράς ύστερα από ενδεχόμενη διόρθωσή τους. Ωστόσο, για τις δύο πρώτες περιόδους εφαρμογής σε κάθε κράτος μέλος του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς, το ποσό των εισφορών που οφείλονται οτην Κοινότητα περιορίζεται στην υπέρβαση της συνολικής εγγυημένης ποσότητας που αναφέρεται στο άρθρο 5γ, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 ή/και της συνολικής εγγυημένης ποσότητας που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του παρόντος κανονισμού» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου).
( 16 ) Επισημαίνεται ότι το άρθρο 4α του κανονισμού 857/84, το οποίο έχω ήδη επανειλημμένα μνημονεύσει, δεν επιτρέπει την παραχώρηση ποσοτήτων αναφοράς που έμειναν αχρησιμοποίητες, παρα μόνον στα πλαίσια του αυτού μηχανισμού ελέγχου της παραγωγής. Η διατύπωση των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου δεν επιτρέπει, κατά τη γνώμη μου, ερμηνεία σύμφωνα με την οποία θα ήταν δυνατή, προκειμένου να αυξηθεί ποσότητα αναφοράς χορηγηθείσα, παραδείγματος χάριν, για απ' ευθείας πωλήσεις, παραχώρηση στον παραγωγό αχρησιμοποίητης ποσότητος αναφοράς που είχε αρχικά χορηγηθεί για παραδόσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 590/85, με τον οποίο εισήχθη η ερμηνευόμενη ρύθμιση, αναφέρει ότι το σύστημα της παραχωρήσεως ποσοτήτων αναφοράς που έμειναν αχρησιμοποίητες «δεν μπορεί (...) να λειτουργήσει εκτός του πλαισίου των παραδόσεων και των απ' ευθείας πωλήσεων».
( 17 ) Βλ. επίσης τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (ΕΕ 1988, L 139, σ. 12).
( 18 ) Πρβλ. περιπτώσεις στενής ερμηνείας διατάξεων, με τις οποίες εισάγονται αποκλίσεις από τους γενικούς κανόνες που διέπουν το καθεστώς της συμπληρωματικής εισφοράς, στη μνημονευθείσα ήδη (υποσημείωση 8) απόφαση Erpelding, σκέψεις 18 και 19, στην επίσης μνημονευθείσα (υποσημείωση 11) απόφαση Mulder, σκέψη 15, καθώς και στις αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 1989, 113/88, Leukhardt (Συλλογή 1989, σ. 1991, σκέψεις 12 έως 14), της 10ης Ιανουαρίου 1992, G-177/90, Kühn (Συλλογή 1992, σ.Ι-35, σκέψεις 8 έως 11) και της 27ης Ιανουαρίου 1994, C-189/92, Le Nan (Συλλογή 1994, σ. I-261, σκέψεις 19 έως 21).
( 19 ) Το άρθρο 6 του κανονισμού 1546/88 ορίζει, επιπλέον, ότι σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 5γ, παράγραφος 7, του κανονισμού 804/68 και του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, οι ποσότητες κατά τις οποίες αυξάνεται η συνολική ποσότητα, είτε παραχωρούνται στους παραγωγούς στους οποίους αναφέρονται οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 5 του κανονισμού 1546/88 είτε, ενδεχομένως, προστίθενται στην εφεδρική ποσότητα την οποία, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 5 και 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, συνιστά κάθε κράτος μέλος στο πλαίσιο κάθε μιας από τις δύο συνολικές ποσότητες που διαθέτει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η χορήγηση ειδικών ή συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς στις κατηγορίες υπόχρέων στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 3, 3α και 4 του κανονισμού 857/84.
( 20 ) Βλ., ως προς τον σκοπό της ρυθμίσεως, την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1991, C-22/90, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-5285, ιδίως σκέψη 15).
( 21 ) Εντελώς ειδικό χαρακτήρα έχουν και οι μνημονευθείσες ήδη (βλ. υποσημείωση 17) διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 5 του κανονισμού 1546/88, οι οποίες προβλέπουν άλλα «σημεία επαφής» μεταξύ των δύο μηχανισμών ελέγχου της γαλακτοπαραγωγής. Σύμφωνα με την πρώτη από τις ρυθμίσεις αυτές, παραγωγοί που έλαβαν ποσότητα αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις και παύουν εν όλω ή εν μέρει τις πωλήσεις τους αυτές, μπορούν να λάβουν ποσότητα αναφοράς για παραδόσεις εάν το κράτος μέλος είναι σε θέση να τους χορηγήσει τέτοια ατομική ποσότητα αναφοράς εντός των ορίων της οικείας συνολικής ποσότητος. Η δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις αφορά οτην αντίστροφη περίπτωση: παραγωγοί οι οποίοι διέθεταν ποσότητα αναφοράς για παραδόσεις και παύουν εν όλω ή εν μέρει τις παραδόσεις γάλακτος οε αγοραστές, μπορούν να λάβουν ποσότητα αναφοράς για απ' ευθείας πωλήσεις, αν το κράτος μέλος είναι σε θέση να τους χορηγήσει τέτοια ατομική ποσότητα αναφοράς χωρίς να σημειωθεί υπέρβαση της αντίστοιχης συνολικής ποσότητας.
( 22 ) Πρβλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1985, 179/84, Bozzelli (Συλλογή 1985, ο. 2301, σκέψη 30), της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schröder (Συλλογή 1989, σ.2237, σκέψη 22) και της 21ης Φεβρουαρίου 1990, C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-435, σκέψη 14).
Full & Egal Universal Law Academy