ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
PHILIPPE LÉGER
της 29ης Φεβρουαρίου 1996 ( *1 )
1.
Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί, σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 94/281/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1994, για την εκκαθάριση των λογαριασμών της Ιταλίας δυνάμει ορισμένων δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1991 ( 1 ), κατά το μέτρο που η απόφαση αυτή απέκλεισε το ποσό των 18934858259 ιταλικών λιρών από την κοινοτική χρηματοδότηση.
2.
Πριν εκθέσω τους λόγους του αποκλεισμού αυτού και αναλύσω τους ισχυρισμούς που η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει προς στήριξη του αιτήματός της, θεωρώ αναγκαίω να εκθέσω την ισχύουσα, εν προκειμένω, νομοθεσία καθώς και το ιστορικό της διαφοράς.
Το νομοθετικό πλαίσιο
3.
Το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 5 Μαρτίου 1991, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 598/91, σχετικά με την ανάληψη επείγουσας δράσης για την προμήθεια γεωργικών προϊόντων προοριζομένων για τον πληθυσμό της Σοβιετικής Ένωσης ( 2 ).
4.
Ο κανονισμός αυτός στηρίζεται στα άρθρα 43 και 235 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προβλέπει: «(...) η Κοινότητα διαθέτει γεωργικά προϊόντα που έχουν αποθεματοποιηθεί, λόγω μέτρων παρέμβασης, και (...) πρέπει, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης των αγορών, να διατεθούν τα προϊόντα αυτά κατά προτεραιότητα (...) (...) η κανονική λειτουργία των γεωργικών αγορών μπορούσε επίσης να θιγεί αν τα προϊόντα αυτά διατεθούν υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων» η δεύτερη αιτιολογική σκέψη αναφέρει: «(...) η προτεινόμενη δράση εντάσσεται βασικά στον στόχο της ανθρωπιστικής βοήθειας (...) θα πρέπει, κατά συνέπεια, να βασιστεί και στο άρθρο 235 της Συνθήκης».
5.
Το αντικείμενο του κανονισμού αυτού ορίζεται στο άρθρο 1. Η Κοινότητα προέβλεψε να προβεί σε επείγουσα δράση για τη χορήγηση γεωργικών προϊόντων στη Σοβιετική 'Ενωση και καθόρισε τις σχετικές δαπάνες στα 250 εκατομμύρια ECU του προϋπολογισμού.
6.
Το άρθρο 2 παραθέτει τις αρχές που διέπουν την εκτέλεση της δράσεως αυτής.
7.
Συγκεκριμένα, το σημείο 1 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι: «η Κοινότητα χορηγεί δωρεάν στη Σοβιετική Ένωση τα γεωργικά προϊόντα που διαθέτει λόγω μέτρων παρέμβασης».
8.
Το σημείο 2 του ίδιου άρθρου προσθέτει ότι «οι χρηματοδοτικές δαπάνες για την προμήθεια των ανωτέρω προϊόντων αναλαμβάνονται από την Κοινότητα και η προμήθεια ανατίθεται βάσει διαγωνισμού. Τα έξοδα μεταφοράς αναλαμβάνονται από την Κοινότητα εφόσον η χώρα που επωφελείται από τη δράση δεν παραλαμβάνει η ίδια τα προϊόντα από την Κοινότητα. Οι δαπάνες αυτές είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν τη μεταποίηση του συγκεντρωθέντος προϊόντος συμφωνά με το σημείο 1».
9.
Το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού διευκρινίζει ότι «η Επιτροπή επιφορτίζεται με τον επιτόπιο έλεγχο των εργασιών παραδόσεως καθώς και με την εφαρμογή των κριτηρίων που ορίζονται κατά τη διανομή της ενισχύσεως στον πληθυσμό».
10.
Τέλος, το άρθρο 5 αναθέτει στην Επιτροπή την εκτέλεση της δράσεως.
11.
Στις 11 Ιουνίου 1991 η Επιτροπή εξέδωσε, σύμφωνα με την προβλεπομένη από την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου 5 διαδικασία, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1582/91, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 598/91 ( 3 ).
12.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1582/91 προβλέπει διαδικασία διοργανώσεως διαγωνισμού για την προμήθεια κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος παρεμβάσεως.
13.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, η προμήθεια περιλαμβάνει, πρώτον, τη μεταποίηση και συσκευασία του κρέατος αυτού, δεύτερον, την ενδεχόμενη αποθήκευση με έξοδα του παρασκευαστή μέχρι την ανάληψη του κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος από τον ορισμένο από την Επιτροπή οργανισμό προκειμένου να διασφαλιστεί η μεταφορά της ενισχύσεως σε τρόφιμα μέχρι τον τελικό προορισμό (στο εξής: μεταφορέας), και τέλος, την πραγματική παράδοση του κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος στον μεταφορέα.
14.
Τα άρθρα 3 και 4 προβλέπουν τα της διαδικασίας του διαγωνισμού.
15.
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, προβλέπει ότι οι αιτούντες υποβάλλουν τις προσφορές τους εγγράφως στους εθνικούς οργανισμούς παρεμβάσεως.
16.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως διαβιβάζουν στην Επιτροπή τις υποβληθείσες προσφορές.
17.
Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου διασαφηνίζει ότι η Επιτροπή αποφασίζει, με βάση τις ληφθείσες προσφορές, είτε να καθορίσει ένα μέγιστο ποσό κόστους είτε να μη δώσει συνέχεια στον διαγωνισμό. Στην περίπτωση που οριστεί μέγιστο ποσό κόστους, γίνονται αποδεκτές οι προσφορές που δεν υπερβαίνουν το ποσό αυτό.
18.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 4 ορίζει ότι, εντός τριών εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη της αποφάσεως της Επιτροπής, ο αρμόδιος οργανισμός παρεμβάσεως ανακοινώνει την απόφαση αυτή σε όλους όσους έχουν υποβάλει προσφορά. Σε περίπτωση που μια προσφορά γίνει αποδεκτή, η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί την ημερομηνία της κοινοποιήσεως από τον οργανισμό παρεμβάσεως στον ανάδοχο.
19.
Το άρθρο 6, παράγραφος 3, ορίζει ότι ο ανάδοχος καταθέτει εγγύηση στον οργανισμό παρεμβάσεως, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2220/85 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1985, για τον καθορισμό των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος εγγυήσεων για τα γεωργικά προϊόντα ( 4 ).
20.
Ο ανάδοχος οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 8, να διασφαλίζει την τοποθέτηση και διατήρηση του κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος σε αποθήκες σε αναγνωρίσιμες παρτίδες.
21.
Το άρθρο 9 διασαφηνίζει ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως είναι αρμόδιοι για την επίβλεψη όλων των διακινήσεων και των εργασιών που αφορούν τις σχετικές ποσότητες βοείου κρέατος μέχρι την ανάληψη του κονσερβοποιημένου προϊόντος από τον μεταφορέα. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η επίβλεψη περιλαμβάνει συνεχή φυσικό έλεγχο με σκοπό την εξακρίβωση του ότι όλο το αναλαμβανόμενο κρέας χρησιμοποιείται για την παρασκευή κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος σύμφωνα με τις προδιαγραφές του παραρτήματος Ι του κανονισμού 1582/91 και, σε περίπτωση πραγματικής παραδόσεως, φυσικό έλεγχο για να διαπιστωθεί αν το παραχθέν και αποθηκευθέν κονσερβοποιημένο βόειο κρέας αντιστοιχεί πλήρως στο κονσερβοποιημένο κρέας που θα παραδοθεί. Για κάθε σύμβαση προμήθειας συντάσσεται έκθεση όπου αναφέρονται τα πορίσματα της επίβλεψης. Αν ο αρμόδιος υπάλληλος τα κρίνει ικανοποιητικά, παρέχει στον ανάδοχο το κατάλληλο πιστοποιητικό.
22.
Σύμφωνα με το άρθρο 10, όλο το κονσερβοποιημένο κρέας παραδίδεται στον μεταφορέα έναντι παραλαβής πιστοποιητικού αναλήψεως.
23.
Το άρθρο 11 προβλέπει ότι, κατόπιν υποβολής αιτήσεως πληρωμής, συνοδευομένης από τα πιστοποιητικά αναλήψεως και καταλληλότητας, ο οικείος οργανισμός παρεμβάσεως καταβάλλει αμέσως στον ανάδοχο το αναφερόμενο στην προσφορά του ποσό.
24.
Το άρθρο 12 διευκρινίζει ότι η εγγύηση παραδόσεως που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 3, αποδεσμεύεται μόλις ο ανάδοχος προσκομίσει στον οργανισμό παρεμβάσεως τα δύο προμνημονευθέντα πιστοποιητικά.
25.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( 5 ), προβλέπει, στα άρθρα 2 και 3, ότι χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ μόνο οι δαπάνες που διενεργούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
26.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, oι δαπάνες που αναλαμβάνονται από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο ενός χρηματοδοτουμένου από το ΕΓΤΠΕ μέτρου καταλογίζονται στον κοινοτικό προϋπολογισμό μόνον ύστερα από την εκ μέρους της Επιτροπής εκκαθάριση των λογαριασμών.
27.
Το σύστημα εκκαθαρίσεως των λογαριασμών δεν συνοψίζεται σε μια απλή λογιστική πράξη. Πράγματι, το άρθρο 9 του κανονισμού 729/70 προβλέπει ότι η Επιτροπή μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και τηρώντας τους επιβαλλομένους τύπους, να αναζητήσει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να ελέγξει αν οι δαπάνες των κρατών μελών είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο.
Τα πραγματικά περιστατικά
Το ιστορικό της διαφοράς
28.
Στο πλαίσιο του διαγωνισμού, που οργανώθηκε κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1582/91, έγινε δεκτή η προσφορά ορισμένων εταιριών του ιταλικού ομίλου BECA και ανατέθηκε σε αυτές η εκτέλεση ενός μέρους της συμβάσεως προμήθειας κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος προοριζομένου για τον πληθυσμό της Σοβιετικής Ενώσεως. Κατόπιν τούτου, μεταποιήθηκε από ορισμένες εταιρίες του ομίλου αυτού το προερχόμενο από τον γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως (BALM) κρέας. Μεταξύ άλλων, μεταποιήθηκε και κονσερβοποιήθηκε από την εταιρία Nuova Irpinia, στο εργοστάσιό της στο Avellino, μια σημαντική παρτίδα κρέατος (1153926 κονσέρβες των 2,6 χιλιογράμμων εκάστη). Η απόφαση της Επιτροπής αφορά αυτές και μόνο τις κονσέρβες.
29.
Ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως (ΑΙΜΑ) ο οποίος ανέλαβε, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1582/91, τον έλεγχο της κανονικής εκτελέσεως των εργασιών μεταποιήσεως και κονσερβοποιήσεως ανέθεσε σε έναν οργανισμό, γνωστό με το όνομα INCA, την επίβλεψη των σχετικών με το βόειο κρέας εργασιών. Δεδομένου ότι o INCA πιστοποίησε τη συμφωνία των προερχομένων από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας Nuova Irpinia κονσερβών με τις προδιαγραφές του κανονισμού 1582/91, ο ΑΙΜΑ κατέβαλε στην ανάδοχο επιχείρηση το ποσό της μεταποιήσεως βοείου κρέατος και αποδέσμευσε τη σχετική εγγύηση. Η Επιτροπή ανέθεσε τη μεταφορά των κονσερβών προς τους πληθυσμούς των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών στην εταιρία μεταφορών Wesotra.
30.
Κατόπιν των αιτιάσεων που διατύπωσαν οι αρχές ορισμένων από τα κράτη προορισμού της ενισχύσεως σχετικά με την καταλληλότητα προς βρώση των παραδοθεισών κονσερβών, η Επιτροπή διεξήγαγε έρευνα. Προέβη στην επιθεώρηση των εγκαταστάσεων της εταιρίας Nuova Irpinia και στην ανάλυση διαφόρων σειρών δειγμάτων προκειμένου να ελέγξει την ποιότητα του υπόπτου προϊόντος. Τα πορίσματα έπεισαν την Επιτροπή ότι η αιτία της ακαταλληλότητας προς βρώση του παραδοθέντος στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες εμπορεύματος ήταν η ανεπαρκής αποστείρωση των κονσερβών εκ μέρους της εταιρίας Nuova Irpinia. Πράγματι, η Επιτροπή προσκόμισε τα αποτελέσματα βιολογικών αναλύσεων από τα οποία προέκυπτε σαφώς η ύπαρξη νοσογόνων μικροοργανισμών που μαρτυρούσαν ανεπαρκή αποστείρωση του κρέατος καθώς και την πράξη διαπιστώσεως της ελαττωματικότητας ενός από τους εννέα κλιβάνους του εργοστασίου. Επιπλέον, λόγω της αδυναμίας αναγνωρίσεως των παρασκευασθέντων από την εταιρία αυτή εμπορευμάτων, χρειάστηκε να οργανωθεί η επιστροφή στην Ιταλία του συνόλου των κονσερβών αυτών. Οι νέες αναλύσεις που έγιναν στις κονσέρβες αυτές, ύστερα από την επιστροφή τους στην Ιταλία, από τρία εργαστήρια που υπέδειξαν, από κοινού ο ΑΙΜΑ, ο όμιλος BECA και η Επιτροπή, επιβεβαίωσαν τα αποτελέσματα της πρώτης έρευνας. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση το ποσό που αντιστοιχούσε στην εκ μέρους της εταιρίας Nuova Irpinia μεταποίηση κρέατος.
Η επίδικη απόφαση
31.
Οι λόγοι του αποκλεισμού αυτού εκτίθενται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως:
«έχοντας υπόψη ότι ένα σημαντικό μέρος των κονσερβών που συσκευάσθηκαν από ορισμένες ιταλικές ανάδοχες εταιρίες και εστάλησαν στην πρώην Σοβιετική Ένωση αποδείχθηκε ακατάλληλο για την κατανάλωση από τον άνθρωπο ότι, επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι σε ορισμένες κονσέρβες η περιεκτικότητα σε κρέας δεν αντιστοιχούσε στους όρους που προβλέπονται στο παράρτημα του κανονισμοί) (ΕΟΚ) 1582/91 ότι, μη όντας δυνατόν να προσδιοριστούν ανά παρτίδα oι ακατάλληλες κονσέρβες, χρειάστηκε να αποσυρθεί το σύνολο του εμπορεύματος που είχε χορηγηθεί και θα πρέπει να καταστραφεί ότι η αιτία της αλλοίωσης των προϊόντων οφείλεται στην ανεπαρκή αποστείρωση των κρεάτων που έπρεπε να μεταποιηθούν και την ευθύνη φέρει η εταιρία παραγωγής- ότι οι μόνιμοι φυσικοί έλεγχοι που θα έπρεπε να έχουν γίνει σύμφωνα με το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού δεν επέτρεψαν τον εντοπισμό των προαναφερθέντων σφαλμάτων της μεταποίησης- ότι, κατά συνέπεια, ο ιταλικός οργανισμός παρέμβασης αδίκως, κατέβαλε τα έξοδα μεταποίησης, στις ανάδοχες εταιρίες και δεν παρείχε [ανέκτησε] στις συσταθείσες, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού, εγγυήσειςότι οι θετικές και αρνητικές σχετικές δαπάνες τις οποίες ανέλαβε το ταμείο κατά το οικονομικό έτος 1991 δεν είναι δυνατόν, ως εκ τούτου, να επιβαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό».
32.
Η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι πραγματοποίησε έξοδα μη σύμφωνα προς την κοινοτική νομοθεσία. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο των κανόνων σχετικά με τη χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, στα κράτη μέλη εμπίπτει η διασφάλιση της πραγματοποιήσεως και της κανονικότητας των χρηματοδοτούμενων από το ταμείο πράξεων, η πρόληψη και η δίωξη των παρατυπιών και η ανάκτηση των απολεσθέντων λόγω παρατυπιών ή αμελειών ποσών ( 6 ). Επιτρέποντας την παράδοση σε τρίτες χώρες αλλοιωμένων κονσερβών, η Ιταλική Δημοκρατία κατέστησε πρόδηλη την ανεπάρκεια του διενεργηθέντος από τις υπηρεσίες της ελέγχου σχετικά με τη διαπίστωση της συμφωνίας των κονσερβών προς τις σχετικές κοινοτικές προδιαγραφές.
Οι λόγοι ακυρώσεως
33.
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη τα άρθρα 4 του κανονισμού 598/91, 9 του κανονισμού 729/70 και 9 του κανονισμού 1582/91 και, ως εκ τούτου, διέπραξε κατάχρηση εξουσίας. Σύμφωνα με αυτό το κράτος μέλος, από την ανάλυση των σχετικών κανονισμών προκύπτει ότι, κατόπιν δημοσίου διαγωνισμού για τη συσκευασία του κρέατος, η Επιτροπή συνήψε σύμβαση με τις αναδόχους επιχειρήσεις. Η ανάλυση αυτή αναπτύσσεται με δύο αλληλοεξαρτώμένους λόγους ακυρώσεως. Θα συνοψίσω τους λόγους αυτούς ως εξής: ο πρώτος λόγος συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η νομική φύση των μεταξύ του ομίλου BECA και της Επιτροπής σχέσεων είναι συμβατική. Ως εκ τούτου, η Ιταλική Δημοκρατία επικαλείται τους κανόνες δικαίου που διέπουν τις συμβάσεις. Με τον δεύτερο λόγο αμφισβητεί τα αποτελέσματα της έρευνας της Επιτροπής με την οποία επιδιώχθηκε να καταδειχθεί ότι η ακαταλληλότητα προς βρώση των παραδοθέντων στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες προϊόντων οφείλεται αποκλειστικώς στις εργασίες μεταποιήσεως και κονσερβοποιήσεως του βοείου κρέατος.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως
34.
Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί την εφαρμογή των σχετικών με την συμβατική ευθύνη κανόνων. Κατ' αυτήν, η φύση της εννόμου σχέσεως μεταξύ της Επιτροπής και των αναδόχων επιχειρήσεων είναι συμβατική. Η Επιτροπή συνήψε σύμβαση με τον όμιλο BECA. Ως εκ τούτου, το εν λόγω κοινοτικό όργανο οφείλει εν προκειμένω να αποδείξει, συμφωνα με τους κανόνες περί συμβατικής ευθύνης, την ευθύνη του ομίλου BECA για την επέλευση της ζημίας. Η Ιταλική Δημοκρατία δεν παρεμβαίνει παρά μόνον υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου της Επιτροπής, δηλαδή αντί της Επιτροπής, όσον αφορά τις προϋφιστάμενες συμβατικές σχέσεις. Καθώς τα κατ' αυτόν τον τρόπο ανατεθέντα καθήκοντα οργάνου αποσκοπούν στην επίτευξη απολύτως συγκεκριμένου σκοπού (αφορούν μόνο την τήρηση των όρων και λεπτομερειών της μεταποιήσεως), οι πράξεις της είναι ευθέως καταλογιστέες, από συμβατική σκοπιά στην Επιτροπή.
35.
Εν προκειμένω, δεν μπορούν να καταλογιστούν στην εν λόγω κυβέρνηση οι συνέπειες μιας ζημίας οφειλομένης στις πράξεις του ομίλου BECA, κυρίως συμβαλλομένου. Πράγματι, αν θεωρηθούν ορθά τα αποτελέσματα της διενεργηθείσας από την Επιτροπή έρευνας, η αιτία της ζημίας πρέπει να αναζητηθεί στη μη σύμφωνη προς τις υφιστάμενες προδιαγραφές εκτέλεση των εργασιών μεταποιήσεως του κρέατος από την εταιρία Nuova Irpinia και όχι στην έλλειψη εποπτείας ή ελέγχου αυτών των εργασιών από την Ιταλική Δημοκρατία. Η τελευταία ισχυρίζεται ότι τα κατ' αυτής στρεφόμενα μέτρα της Επιτροπής πρέπει να αναλυθούν ως αναγωγή η οποία δεν είναι κατ' αρχήν δυνατή αφού η Επιτροπή δεν έχει στραφεί κατά του κυρίως υπευθύνου αντισυμβαλλομένου, δηλαδή του ομίλου BECA.
36.
Η Ιταλική Δημοκρατία δεν προσκόμισε, προς στήριξη της επιχειρηματολογίας αυτής, κανένα αποδεικτικό στοιχείο ούτε αρχή αποδείξεως. Αρκέστηκε να επικαλεστεί την ύπαρξη συμβάσεως μεταξύ της Επιτροπής και του ομίλου BECA. Στο υπόμνημα απαντήσεως, η εν λόγω κυβέρνηση στηρίζεται στις διατάξεις των κανονισμών 598/91 και 1582/91, οι οποίοι, κατ' αυτήν, αποδεικνύουν ότι η δράση αυτή δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και, ως εκ τούτου, οι διέποντες τον τομέα αυτόν κανόνες δεν ασκούν επιρροή.
37.
Συγκεκριμένα, προκειμένου περί του κανονισμού 598/91, τόσο η αναφορά στο άρθρο 235 της Συνθήκης όσο και οι διατάξεις του άρθρου 2, σημείο 4, αποδεικνύουν επαρκώς ότι τα ληφθέντα από την Επιτροπή μέτρα εντάσσονται, κατ' ουσίαν, στο πλαίσιο μιας πολιτικής ανθρωπιστικής βοηθείας.
38.
Η Επιτροπή αμφισβητεί αυτόν τον λόγο ακυρώσεως καθώς και τα προβληθέντα προς στήριξη του επιχειρήματα. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι το επιχείρημα ότι οι διατάξεις και οι αρχές που προσιδιάζουν στην κοινή γεωργική πολιτική δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή στις σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί από την πρωτοβουλία περί της οποίας γίνεται μνεία στον κανονισμό 598/91 δεν προβλήθηκε από την προσφεύγουσα με το δικόγραφο της προσφυγής της. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει το επιχείρημα αυτό απαράδεκτο.
39.
Συναφώς, δεν νομίζω ótι θα ήταν δυνατό να τύχει εφαρμογής το άρθρο 42, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Πράγματι, το επιχείρημα αυτό αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της συλλογιστικής που ανέπτυξε η Ιταλική Δημοκρατία στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής. Φρονώ δηλαδή ότι το επιχείρημα αυτό συνδέεται στενώς με τον λόγο ακυρώσεως που αφορά την εφαρμογή στην υπό κρίση διαφορά των διεπόντων τις συμβάσεις κανόνων, λόγο τον οποίο προέβαλε και ανέπτυξε πλήρως η Ιταλική Δημοκρατία στο δικόγραφο της προσφυγής. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό είναι απολύτως παραδεκτό ( 7 ).
40.
Κατά την Επιτροπή, από την ανάλυση των κρισίμων κοινοτικών κανονισμών προκύπτει ότι η υπό κρίση διαφορά εμπίπτει στο νομικό πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής. Ο κανονισμός 598/91 στηρίζεται, επίσης, στο άρθρο 43 της Συνθήκης και το γεγονός ότι προβλέπει επείγουσα δράση όσον αφορά την προμήθεια γεωργικών προϊόντων στον πληθυσμό της Σοβιετικής Ενώσεως δεν μπορεί, βεβαίως, να αποκλείσει τον κανονισμό αυτόν από την κοινή γεωργική πολιτική. Οι ανθρωπιστικές δράσεις έχουν επίσης ως σκοπό τη μείωση των αποθεμάτων παρεμβάσεως και, ως εκ τούτου, αποτελούν μέσα γεωργικής πολιτικής. Η Επιτροπή υπογραμμίζει τους ισχυρισμούς της υπενθυμίζοντας ης δωρεάν διανομές που γίνονται προς τους πλέον απόρους, τις πωλήσεις σε μειωμένες τιμές στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και το «βούτυρο των Χριστουγέννων». Εξάλλου, αντικρούει το επιχείρημα ότι οι παρεμβάσεις στον τομέα της γεωργικής πολιτικής έχουν ως αποκλειστικό σκοπό μόνο τη σταθεροποίηση των τιμών των γεωργικών προϊόντων.
41.
Εντός αυτού του νομικού πλαισίου, η Επιτροπή επικαλείται τους κανόνες λειτουργίας του λογαριασμού ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων. Το άρθρο 9 του κανονισμού 1582/91 ρητώς αναθέτει την επίβλεψη όλων των σχετικών με το εν λόγω βόειο κρέας εργασιών στους οργανισμούς παρεμβάσεως σύμφωνα με το άρθρο αυτό, η επίβλεψη περιλαμβάνει τον συνεχή φυσικό έλεγχο για την εξακρίβωση του ότι ολόκληρο το παραχθέν κονσερβοποιημένο κρέας έχει χρησιμοποιηθεί για την παρασκευή των κονσερβών που πρέπει να παραδοθούν. Εκδίδοντας τα πιστοποιητικά αναλήψεως και καταλληλότητας, ο ΑΙΜΑ επέτρεψε την αποστολή αλλοιωμένων κονσερβών. Αυτή η μη τήρηση των κοινοτικών κανόνων του κανονισμού 1582/91 δικαιολογεί πλήρως την άρνηση καταλογισμού του ποσού που αντιστοιχεί στις εργασίες μεταποιήσεως και κονσερβοποιήσεως στον λογαριασμό ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1991, ως δαπανών για την εν λόγω επείγουσα δράση.
42.
Η γνώμη μου είναι ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, όπως προκύπτει όχι μόνον από την κατά γράμμα ανάλυση αλλά και από τη γενική οικονομία και τον σκοπό των προβληθέντων κοινοτικών κείμενων, η προσβαλλομένη απόφαση εμπίπτει στο φυσικό πλαίσιο των κανόνων λειτουργίας του ΕΓΤΠΕ και εντάσσεται στην κοινή γεωργική πολιτική.
43.
Πρώτον, ο κανονισμός 598/91 ρητώς στηρίζεται στο άρθρο 43 της Συνθήκης περί της κοινής γεωργικής πολιτικής. Εξάλλου, ο κοινοτικός νομοθέτης διασαφηνίζει, στην πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη, óτι η προτεινόμενη ανθρωπιστική δράση έχει σχεδιαστεί ως μέσο γεωργικής πολιτικής, συγκεκριμένα ως διάθεση αποθεμάτων βοείου κρέατος με σκοπό την κανονική λειτουργία των γεωργικών αγορών. Επιπλέον, το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού ρητώς παραπέμπει στον κανονισμό 729/70.
44.
Δεύτερον, η εκτέλεση αυτής της αποφασισθείσας από το Συμβούλιο δράσεως κοινής γεωργικής πολιτικής ανατέθηκε στην Επιτροπή ( 8 ), η οποία την εξειδίκευσε με την έκδοση του κανονισμού 1582/91.
45.
Η ανάλυση του κανονισμού 1582/91 καταδεικνύει πλήρως ότι οι εθνικές αρχές παίζουν ουσιώδη ρόλο στην εφαρμογή της αποφασισθείσας από το Συμβούλιο πολιτικής δράσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν έχει καμιά άμεση επαφή με τους υποβάλλοντες προσφορές και τους αναδόχους. Αντιθέτως, οι εθνικοί οργανισμοί παρεμβάσεως είναι αυτοί που αποτελούν τους συνομιλητές τους. Κατά συνέπεια, ελλείψει αμέσου συνδέσμου μεταξύ της Επιτροπής και των αναδόχων επιχειρήσεων, η ύπαρξη συμβάσεως μεταξύ τους αποκλείεται.
46.
Συγκεκριμένα, έτσι η Επιτροπή δεν επιλέγει τις αναδόχους επιχειρήσεις, αλλά περιορίζεται στο να ορίζει, ενόψει των διαβιβαζομένων από τον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως προσφορών, ένα μέγιστο ποσό κόστους πέραν του οποίου οι προσφορές δεν γίνονται δεκτές (άρθρο 4, παράγραφος 2) η Επιτροπή δεν κοινοποιεί την απόφαση της στις αναδόχους επιχειρήσεις αλλά στα κράτη μέλη (άρθρο 3, παράγραφος 3).
47.
Αντιθέτως, η λεπτομερής ανάλυση του κανονισμού αυτού σαφώς δείχνει ότι ο ρόλος των κρατών μελών είναι θεμελιώδης για την εκτέλεση της δράσεως αυτής.
48.
Οι αρμόδιες εθνικές αρχές είναι αυτές προς ης οποίες οφείλουν οι υποβάλλοντες προσφορές να αποδεικνύουν ότι ασκούν δραστηριότητα στον τομέα του βοείου κρέατος (άρθρο 3, παράγραφος 1) οι προσφορές υποβάλλονται εγγράφως στους αρμόδιους οργανισμούς παρεμβάσεως (άρθρο 3, παράγραφος 2) οι εν λόγω οργανισμοί τις διαβιβάζουν στην Επιτροπή (άρθρο 4, παράγραφος 1), και στη συνέχεια κοινοποιούν τη σχετική απόφαση της Επιτροπής σε όλους όσους έχουν υποβάλει προσφορά (άρθρο 4, παράγραφος 3) σ' αυτούς τους οργανισμούς παρεμβάσεως κατατίθεται η εγγύηση για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό (άρθρο 3, παράγραφος 3, στοιχείο ι') πάντοτε στον οργανισμό παρεμβάσεως κατατίθεται η εγγύηση εκτελέσεως της προμήθειας (άρθρο 6, παράγραφος 3) επιπλέον, στον οργανισμό παρεμβάσεως ο ανάδοχος ανακοινώνει εγγράφως τα στοιχεία που αφορούν τις εγκαταστάσεις στις οποίες πρόκειται να μεταποιηθεί το κρέας και από τις οποίες πρόκειται να γίνει η παράδοση των κονσερβών (άρθρο 6, παράγραφος 2) ο οργανισμός παρεμβάσεως του κράτους μέλους όπου γίνεται η μεταποίηση (εν προκειμένω ο ΑΙΜΑ) οφείλει να δώσει άδεια στον ανάδοχο (εν προκειμένω στις επιχειρήσεις του ομίλου BECA) προκειμένου ο τελευταίος να μπορέσει να παραλάβει να να αποστεώσει το κρέας (άρθρο 6, παράγραφος 5). Η άδεια αυτή χορηγείται μόνον εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος μπορεί να διασφαλίσει τον αναγκαίο έλεγχο σχετικά με τις εργασίες μεταφοράς και αφαιρέσεως κοκκάλων (άρθρο 6, παράγραφος 6). Το άρθρο 9, θεμελιώδης διάταξη του κανονισμού 1582/91, ρητώς προβλέπει ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως είναι υπεύθυνοι για την επίβλεψη όλων των διακινήσεων και των εργασιών που αφορούν το βόειο κρέας μέχρι την ανάληψη του κονσερβοποιημένου κρέατος από τον μεταφορέα. Εξάλλου, το άρθρο αυτό διασαφηνίζει το τι πρέπει να νοείται με τον όρο επίβλεψη (άρθρο 9, παράγραφος 2). Τέλος, ο οργανισμός παρεμβάσεως οφείλει να συντάξει έκθεση όπου θα αναφέρονται τα πορίσματα της επιβλέψεως τότε παραδίδεται στον ανάδοχο πιστοποιητικό καταλληλότητας (άρθρο 9, παράγραφος 3). Η παράδοση των κονσερβών στον μεταφορέα συνεπάγεται τη χορήγηση πιστοποιητικού αναλήψεως (άρθρο 10). Η παρουσίαση αυτών των δύο πιστοποιητικών επιτρέπει στον ανάδοχο να πληρωθεί από τον οργανισμό παρεμβάσεως καθώς και να αποδεσμεύσει την κατατεθείσα εγγύηση (άρθρα 11 και 12).
49.
Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι ο κανονισμός 1582/91 ρυθμίζει και προσδιορίζει αμοιβαίες και αμφίδρομες υποχρεώσεις μεταξύ των οργανισμών παρεμβάσεως και των αναδόχων και ότι τέτοιες υποχρεώσεις εξομοιώνονται προς τις κλασικές σχέσεις που προκύπτουν από τη σύναψη αμφοτεροβαρούς συμβάσεως. Εξάλλου, ο κοινοτικός νομοθέτης χρησιμοποιεί τον όρο «σύμβαση» προκειμένου να χαρακτηρίσει τις σχέσεις που συνδέουν τους οργανισμούς παρεμβάσεως με τους αναδόχους ( 9 ). Συνεπώς, η σύμβαση δεν υφίσταται μεταξύ της Επιτροπής και των αναδόχων, αλλά μεταξύ των κρατών μελών και των αναδόχων. Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, αυτές διέπονται από τους συνήθεις κανόνες περί λειτουργίας και χρηματοδοτήσεως του ΕΓΠΤΕ, τμήμα εγγυήσεων. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 729/70, το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις που σκοπούν την κανονική λειτουργία των γεωργικών αγορών.
50.
'Ετσι καταδείχτηκε óτι η επείγουσα δράση για τη προμήθεια γεωργικών προϊόντων στον πληθυσμό της Σοβιετικής Ενώσεως σαφώς εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 729/70. Ωστόσο, για να χρηματοδοτηθεί από την Κοινότητα μια τέτοια δράση πρέπει επιπλέον να έχουν τηρηθεί οι κοινοτικοί κανόνες10. Επομένως, το πρόβλημα που πρέπει τώρα να εξεταστεί είναι αν η Επιτροπή απέδειξε την παράλειψη της Ιταλικής Δημοκρατίας όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της όπως αυτές προβλέπονται γενικώς από το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 και ειδικώς από το άρθρο 9 του κανονισμοί 1582/91. Με τον δεύτερό της λόγο ακυρώσεως, η Ιταλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι τέτοια απόδειξη δεν έχει προσκομισθεί.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως
51.
Οι αιτιάσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας επικεντρώνονται στο γεγονός ότι αυτή δεν συμμετέσχε στη διενεργηθείσα από την Επιτροπή έρευνα καθώς και στην αποδεικτική ισχύ των προβληθέντων από την Επιτροπή στοιχείων. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν απέδειξε τη διάπραξη ουσιωδών παρατυπιών, κατά την διεξαγωγή αυτής της διαδικασίας, εκ μέρους των αρμοδίων εθνικών αρχών. Εξάλλου, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έπρεπε να εφαρμόσει τους ισχύοντες επί συμβάσεων κανόνες αποδείξεως. Κατ' αυτήν, η Επιτροπή και οι ανάδοχες επιχειρήσεις συνδέονται μέσω συμβάσεων. Η εν λόγω κυβέρνηση παρεμβαίνει αντί της Επιτροπής, ενώ το ληφθέν από την Επιτροπή μέτρο πρέπει να θεωρηθεί ως αναγωγή. Ως εκ τούτου, υποστηρίζει η Ιταλική Δημοκρατία, το μέτρο αυτό είναι παραδεκτό μόνον εφόσον η Επιτροπή ενήργησε κατά των αναδόχων επιχειρήσεων και αδυνατεί να ανακτήσει τα καταβληθέντα στην υπεύθυνη ανάδοχο επιχείρηση ποσά.
52.
Εξάλλου η Επιτροπή, υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και των συνήθων κανόνων λειτουργίας και χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, αυτό που έχει σημασία είναι να αποδειχθεί ότι το κρέας ήταν αλλοιωμένο όταν παραδόθηκε από την επιχείρηση μεταποιήσεως στον μεταφορέα αν το κρέας ήταν πράγματι αλλοιωμένο, πρέπει να αποδειχθεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν εξεπλήρωσε ορθώς την υποχρέωση επιβλέψεως που υπέχει από το άρθρο 9 του κανονισμού 1582/91 για να αποκλειστούν από την κοινοτική χρηματοδότηση τα ποσά που καταβλήθηκαν στην υπεύθυνη ανάδοχο επιχείρηση.
53.
Η αναπτυχθείσα από την Ιταλική Δημοκρατία άποψη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, το εν λόγω κράτος ζητεί την εφαρμογή των κανόνων περί συμβατικής ευθύνης, μολονότι δεν προσκομίζει καμιά αρχή αποδείξεως σχετικά με την ύπαρξη τέτοιας συμβάσεως και, επιπλέον, δεν διασαφηνίζει ούτε την έκταση ούτε το περιεχόμενο της ευθύνης αυτής.
54.
Σύμφωνα με την ανάλυση που έκανα κατά την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ας μου επιτραπεί να υποστηρίξω ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι κανόνες περί συμβατικής ευθύνης. Πράγματι, η υπόθεση που απασχολεί εδώ το Δικαστήριο τοποθετείται στο πλαίσιο των κανόνων λειτουργίας και χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων.
55.
Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «(...) στον τομέα της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, εναπόκειται πρωτίστως στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων που διέπουν την κοινή οργάνωση γεωργικών αγορών. Εφόσον η παράβαση αυτή έχει αποδειχθεί, το οικείο κράτος μέλος πρέπει να αποδείξει, κατά περίπτωση, ότι η Επιτροπή έσφαλε ως προς τις χρηματοοικονομικές συνέπειες» ( 10 ).
56.
Ας δούμε τώρα αν η Επιτροπή απέδειξε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις που προβλέπονται ειδικώς από το άρθρο 8 του κανονισμού 729/70 και από το άρθρο 9 του κανονισμού 1582/91.
57.
Η Ιταλική Δημοκρατία οφείλει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1582/91, να συντάξει έκθεση εμφαίνουσα τα πορίσματα των εργασιών επιβλέψεως περί των οποίων γίνεται μνεία στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου. Στην επίβλεψη αυτή περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, συνεχής φυσικός έλεγχος ο οποίος πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του παραρτήματος Ι του κανονισμού 1582/91 ( 11 ).
58.
Όμως, από τα πρακτικά του INCA ( 12 ) δεν προκύπτει ότι το παραχθέν στο εργοστάσιο της Nuova Irpinia κονσερβοποιημένο κρέας ήταν σύμφωνο προς τις προδιαγραφές του παραρτήματος Ι. Παραδείγματος χάριν, δεν γίνεται μνεία κανενός αριθμού αναγνωρίσεως των παρτίδων, καμιάς διασαφηνίσεως σχετικά με τη σύνθεση του περιεχομένου των κονσερβών, κανενός αποτελέσματος βακτηριολογικών εξετάσεων και κανενός στοιχείου σχετικά με την ποιότητα των κλιβάνων.
59.
Επομένως, σ' αυτό το στάδιο εκτιμήσεως των πραγματικών στοιχείων της διαφοράς, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι εργασίες επιβλέψεως και ελέγχου δεν έγιναν κατά τρόπο ικανοποιητικό.
60.
Εξάλλου, και άλλα στοιχεία, που παρασχέθηκαν τόσο από την προσφεύγουσα όσο και από την Επιτροπή, επιβεβαιώνουν αυτό το συμπέρασμα (μεταφορά και βακτηριολογικές αναλύσεις δειγμάτων που έγιναν σε διάφορα στάδια της διαφοράς) και αποδεικνύουν ότι η ακαταλληλότητα προς βρώση των παρασκευασθεισών στο εργοστάσιο Nuova Irpinia κονσερβών οφείλεται στην έλλειψη αποστειρώσεως των κονσερβών ( 13 ), παρά τις αμφισβητήσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας.
61.
Και τώρα ας μου επιτραπεί να εξετάσω το ζήτημα αν η διενεργηθείσα από την Επιτροπή έρευνα ήταν κανονική.
62.
Πράγματι, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, στο πλαίσιο του προβλεπομένου από τον κανονισμό 729/70 συστήματος, η Επιτροπή ασκεί έργο συμπληρωματικό αυτού των κρατών μελών ( 14 ). Ο συμπληρωματικός χαρακτήρας αυτών των δύο ειδών ελέγχου προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 9, παράγραφος 2, του προπαρατεθέντος κανονισμού όπου φαίνεται ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι της Επιτροπής αποσκοπούν στη διαπίστωση της ακριβείας των διενεργηθέντων από τα κράτη μέλη έλεγχων ( 15 ). Το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι, μολονότι το άρθρο 9 του κανονισμού 729/70 δεν παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει τις σχετικές με την παρέμβαση της λεπτομέρειες ούτε να λαμβάνει δείγματα σε περίπτωση όπου ενεργεί ανεξαρτήτως των κρατών μελών, παρ' όλα αυτά «(...) η Επιτροπή μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο τέταρτο εδάφιο της ίδιας διατάξεως, να προβαίνει σε ορισμένους ελέγχους ή έρευνες, περιλαμβανομένων και των επί τόπου δειγματοληψιών. Οι έλεγχοι αυτοί εξαρτώνται από την προηγούμενη συμφωνία των κρατών μελών και πρέπει να ενεργούνται παρουσία των εκπροσώπων των ενδιαφερομένων εθνικών διοικήσεων» ( 16 ).
63.
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα πρώτα δείγματα που αναλύθηκαν από τα υποδειχθέντα από την Επιτροπή εργαστήρια ελήφθησαν από τις αρχές των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών που ήταν οι αποδέκτες της ανθρωπιστικής βοήθειας. Ωστόσο, οι έρευνες αυτές δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο της προβλεπομένης από το άρθρο 9 του κανονισμού 729/70 διαδικασίας ελέγχου. Το αποτέλεσμα των ερευνών αυτών αποτέλεσε την αιτία κινήσεως της προβλεπομένης από το άρθρο αυτό διαδικασίας ελέγχου. Η συνέχεια της έρευνας της Επιτροπής, είτε πρόκειται για την μεταφορά στους χώρους της επιχειρήσεως Nuova Irpinia που βρίσκεται στο Avellino ( 17 ), για τις αναλύσεις των δειγμάτων που έλαβαν επί τόπου οι αρχές των αποδεκτών της ανθρωπιστικής δράσης ( 18 ) ή ακόμη για τις αναλύσεις των δειγμάτων που έγιναν στην Ιταλία ύστερα από την επιστροφή εκεί των κονσερβών ( 19 ), διενεργήθηκε από την Επαροπή από κοινού με τους εκπροσώπους των ιταλικών διοικητικών αρχών, οι οποίες είχαν δεόντως ενημερωθεί. Η Ιταλική Δημοκρατία, ναι μεν προσκόμισε αναλύσεις αποδεικνύουσες ότι ορισμένες από τις κονσέρβες αυτές ήσαν σε καλή, από υγειονομική άποψη, κατάσταση, πλην όμως δεν αποδεικνύει ούτε καν αμφισβητεί ότι οι παρτίδες δεν ήταν αναγνωρίσιμες. Στην περίπτωση αυτή, ορθώς η Επιτροπή αποφάσισε την επιστροφή στην Ιταλία του συνόλου των παραχθεισών από την εταιρία Nuova Irpinia κονσερβών.
64.
Απομένει το επιχείρημα που αφορά την πρακτική αδυναμία ανακτήσεως των αδικαιολογήτως εισπραχθέντων από την ανάδοχο επιχείρηση ποσών, και τούτο για τον λόγο ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τη διάπραξη ουσιωδών παρατυπιών από τις αρμόδιες εθνικές αρχές κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας αυτής.
65.
Το Δικαστήριο χρειάστηκε να δώσει πολλές φορές απάντηση στο επιχείρημα αυτό αποφαινόμενο ότι, εφόσον η Επιτροπή απέδειξε ότι οι αρμοδιες εθνικές αρχές δεν διενήργησαν έλεγχο και η παράλειψη αυτή ήταν δυνατόν να προκαλέσει σημαντικές παρατυπίες, δικαιολογημένως δεν αναγνώρισε ορισμένες δαπάνες που πραγματοποίησε το οικείο κράτος μέλος. Εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία, χορηγώντας το πιστοποιητικό καταλληλότητας που προβλέπεται από το άρθρο 9 του κανονισμού 1582/91 στον ανάδοχο, μια επιχείρηση του ομίλου BECA, χωρίς να έχει διαπιστώσει την ομαλή εκτέλεση των εργασιών μεταποιήσεως και κονσερβοποιήσεως του βοείου κρέατος που προοριζόταν για την επείγουσα δράση της προμήθειας γεωργικών προϊόντων στον πληθυσμό της Σοβιετικής Ενώσεως, καταβάλλοντος σ' αυτόν τον ανάδοχο το αναφερόμενο στην προσφορά του ποσό και αποδεσμεύοντας την εγγύηση εκτελέσεως της παραδόσεως, παρέβη τις κοινοτικές της υποχρεώσεις και επέτρεψε την αποστολή αλλοιωμένων κονσερβών στον πληθυσμό αυτόν ( 20 ).
66.
Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επανειλλημένως κρίνει ότι «(...) η υποχρέωση για τα κράτη μέλη να ανακτούν τα ποσά τα οποία καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στους επιχειρηματίες στο πλαίσιο των ενισχύσεων του ΕΓΤΠΕ απορρέει από το άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70. Η διάταξη αυτή θεωρείται ως έκφραση, όσον αφορά τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής, της υποχρεώσεως προς επίδειξη γενικότερης επιμέλειας που επιβάλλει το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακτούν τα απολεσθέντα ποσά λόγω ανωμαλιών και αμελειών (...). Συμπληρωματικώς, το άρθρο 8, παράγραφος 2, προβλέπει ότι, σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των ανωμαλιών ή της αμελείας που είναι καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών αναλαμβάνονται από αυτά» ( 21 ). Εξάλλου, ο εκπρόσωπος της Ιταλικής Κυβερνήσεως δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι έχει ασκηθεί δίωξη κατά αναδόχων μιας των επιχειρήσεων του ομίλου BECA.
67.
Κατά συνέπεια, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απέδειξε την ύπαρξη ελαττωμάτων όσον αφορά τη διενεργηθείσα από την Επιτροπή έρευνα ούτε προσκόμισε στοιχεία ικανά να ανατρέψουν τα πορίσματα της έρευνας αυτής. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της πρέπει να απορριφθεί.
Πρόταση
68.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την προσφυγή·
2)
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) EE L 120, σ.59.
( 2 ) EE L 67, σ. 19.
( 3 ) ΕΕ L 147, σ. 20.
( 4 ) ΕΕ L 205, σ.5.
( 5 ) EE ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
( 6 ) Αρθρο 8 του κανονισμού 729/70.
( 7 ) Βλ., επί του σημείου αυτού, την απόφαση της 19ης Μαιυ 1983, 306/81, Βερρος κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983 ο. 1755, σκέψεις 9 και 10).
( 8 ) 'Αρθρο 5 του κανονίϋμού 598/91.
( 9 ) Βλ., συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 3, και το όρθρο 9, παράγραφος 3. 10 — Αρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70.
( 10 ) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1993, C-55/91, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, ο. Ι-4813, σκέψη 13).
( 11 ) Άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο α'.
( 12 ) Παράρτημα 11 του δικογράφου της προσφυγής και παράρτημα 9 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 13 ) Βλ., μεταξύ άλλων, το παράρτημα 29 του δικογράφου της προσφυγής και το παράρτημα 6 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 14 ) Βλ., συναφώς, την απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1990, C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. Ι-3571, σκέψη 20).
( 15 ) Βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 32.
( 16 ) Όπ.π., σκέψη 33.
( 17 ) Παράρτημα 29 του δικογράφου της προσφυγής.
( 18 ) Παράρτημα 5 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 19 ) Παραρτήματα 6 και 7 του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 20 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 55- απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, ο. Ι-2321, σκέψη 21).
( 21 ) Προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 56.
Full & Egal Universal Law Academy