ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
Κ. ΓΕΩΡΓΙΟΫ ΚΟΣΜΆ
της 30ής Ιανουαρίου 1996 ( *1 )
Περιεχόμενα
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Ι — Νομοθετικό πλαίσιο
II — Τα πραγματικά περιστατικά
III — Τα προδικαστικά ερωτήματα
IV — Απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα
Α — Επί του παραδεκτού
Β — Επί της ουσίας
1) Επί του πρώτου ερωτήματος
Η έννοια της αμεσότητας των παροχών σε χρήμα
2) Επί του δευτέρου ερωτήματος
α) Η αποδεικτική ισχύς των ιατρικών πιστοποιητικών
i) Θέση του προβλήματος
ii) Η υπάρχουσα νομολογία
β) Η προτεινόμενη λύση
3) Επί του τρίτου ερωτήματος
Το συμβατό των επίμαχων διατάξεων με την αρχή της αναλογικότητας
Πρόταση
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1.
Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο καλείται, σύμφωνα με το άρθρο 177, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α'και β', και τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, από το Bundesarbeitsgericht να απαντήσει σε μια σειρά προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 ( 1 ), την ερμηνεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 3ης Ιουνίου 1992, επί της υποθέσεως C-45/90, Paletta ( 2 ) (στο εξής: υπόθεση Paletta Ι), σχετική με την ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972 ( 3 ), καθώς επίσης και το ζήτημα αν η τελευταία αυτή διάταξη προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας.
2.
Η παρούσα υπόθεση παρέχει καταρχάς την ευκαιρία αποσαφηνίσεως του περιεχομένου της υποχρεώσεως του εργοδότη προς καταβολή άμεσων παροχών, κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Αποτελεί, εν συνεχεία, ευκαιρία εξετάσεως της δυνατότητας του εργοδότη, πέρα από εκείνη που του παρέχει το άρθρο 18, παράγραφος 5, του κανονισμού 574/72, επικλήσεως περιστατικών συνιστώντων περίπτωση καταχρήσεως, δηλαδή περιστατικών που στοιχειοθετούν απόδειξη ή σοβαρή πιθανολόγηση του ότι ιατρικά πιστοποιητικά που βεβαιώνουν την ανικανότητα του εργαζομένου προς εργασία καθώς επίσης και τη διάρκειά της ελήφθησαν κατόπιν απατηλών ενεργειών του ενδιαφερομένου. Πρέπει, επομένως, να απαντηθεί αν η δυνατότητα αμφισβητήσεως της διαγνώσεως του ιατρού ασφαλιστικού φορέα του τόπου κατοικίας του εργαζομένου περιορίζεται στην εξέταση του τελευταίου από ιατρό της επιλογής του εργοδότη. Τέλος, θα ελεγχθεί το ζήτημα αν σε περίπτωση που δεν παρέχεται στον εργοδότη τέτοια δυνατότητα, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 18, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού 574/72 αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας.
Ι — Νομοθετικό πλαίσιο
3.
Ο κανονισμός 1408/71 αφορά την εφαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας. Το Συμβούλιο, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, εκτίμησε «ότι οι κανόνες συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών περί κοινωνικής ασφαλίσεως εντάσσονται στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων υπηκόων των Κρατών μελών και οφείλουν, ως εκ τούτου, να συμβάλλουν στην βελτίωση του επιπέδου ζωής τους και των συνθηκών απασχολήσεως τους, εγγυώμενοι στο εσωτερικό της Κοινότητος, αφ' ενός, ίση μεταχείριση σε όλους τους υπηκόους των Κρατών μελών έναντι των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών και αφ' ετέρου την απόλαυση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως από τους εργαζομένους και τα πρόσωπα που έλκουν απ' αυτούς δικαιώματα, ανεξάρτητα από τον τόπο απασχολήσεως ή κατοικίας τους».
4.
Στο άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71, ρυθμίζεται, μεταξύ άλλων, το θέμα των παροχών σε είδος ή σε χρήμα, σε περίπτωση διαμονής του εργαζομένου εκτός του αρμοδίου κράτους μέλους. Συγκεκριμένα ορίζεται ότι:
«1.
Ο μισθωτός ή μη μισθωτός, ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη ενδεχομένως οι διατάξεις του άρθρου 18, και:
α)
του οποίου η κατάσταση απαιτεί άμεση χορήγηση παροχών κατά τη διάρκεια διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (...)
(...)
έχει δικαίωμα:
i)
παροχών εις είδος που χορηγούνται, για λογαριασμό του αρμοδίου φορέα από το φορέα του τόπου διαμονής ή κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν (...)
ii)
παροχών εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν. (...)
2.
(...)»
5.
Το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού 574/72, ο οποίος περιέχει τις εκτελεστικές του κανονισμού 1408/71 διατάξεις, ορίζει τα εξής:
«Παροχές σε χρήμα σε περίπτωση κατοικίας σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος
1.
Για να λάβει παροχές εις χρήμα, δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 1 περίπτωση β) του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη μισθωτός υποχρεούται να απευθυνθεί εντός τριών ημερών, μετά την έναρξη της ανικανότητας προς εργασία, στο φορέα του τόπου κατοικίας, προσκομίζοντας ειδοποίηση περί παύσεως της εργασίας ή, αν η νομοθεσία που εφαρμόζεται από τον αρμόδιο φορέα ή από το φορέα του τόπου κατοικίας το προβλέπει, πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία χορηγούμενο από τον θεράποντα ιατρό.
2.
Εφόσον οι θεράποντες ιατροί της χώρας κατοικίας δεν χορηγούν πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία, ο ενδιαφερόμενος απευθύνεται απευθείας στο φορέα του τόπου κατοικίας εντός προθεσμίας που ορίζει η νομοθεσία την οποία αυτός εφαρμόζει.
Ο εν λόγω φορέας προβαίνει αμέσως σε ιατρική διαπίστωση της ανικανότητας προς εργασία και στην έκδοση του πιστοποιητικού που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Το πιστοποιητικό αυτό, το οποίο πρέπει να αναγράφει την πιθανή διάρκεια της ανικανότητας, διαβιβάζεται αμελλητί στον αρμόδιο φορέα.
3.
Στις περιπτώσεις που η παράγραφος 2 δεν εφαρμόζεται, ο φορέας του τόπου κατοικίας προβαίνει το ταχύτερο δυνατό, και οπωσδήποτε εντός προθεσμίας τριών ημερών από της ημέρας που ο ενδιαφερόμενος έχει απευθυνθεί σ' αυτόν, σε ιατρική εξέταση του ενδιαφερομένου αυτού σαν να επρόκειτο για ασφαλισμένο του. Η έκθεση του ιατρού που διενήργησε τον έλεγχο, η οποία αναγράφει κυρίως την πιθανή διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, διαβιβάζεται από το φορέα του τόπου κατοικίας στον αρμόδιο φορέα εντός προθεσμίας τριών ημερών από τον έλεγχο.
4.
Ο φορέας του τόπου κατοικίας προβαίνει αργότερα, αν τούτο είναι αναγκαίο, σε διοικητικό ή ιατρικό έλεγχο του ενδιαφερομένου σαν να επρόκειτο για ασφαλισμένο του. Μόλις διαπιστώσει ότι είναι ικανός να αναλάβει εκ νέου εργασία, τον ειδοποιεί αμελλητί περί αυτού καθώς και τον αρμόδιο φορέα, προσδιορίζοντας την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η ανικανότητα προς εργασία. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 6, η κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο θεωρείται σαν απόφαση που έχει ληφθεί για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα.
5.
Ο αρμόδιος φορέας διατηρεί, σε κάθε περίπτωση, το δικαίωμα να προβαίνει σε εξέταση του ενδιαφερομένου, από ιατρό της εκλογής του.
6.
(...)».
6.
Παρατηρούμε πως το βασικό χαρακτηριστικό του προαναφερθέντος άρθρου 18 έγκειται στο ότι ακόμη και όταν ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία από τον θεράποντα ιατρό του τόπου κατοικίας του, ο φορέας του τόπου κατοικίας πρέπει, εντός προθεσμίας τριών ημερών, να προβεί σε ιατρική εξέταση του εργαζομένου, διαβιβάζοντας στον αρμόδιο φορέα το αποτέλεσμα και την πιθανή διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία εντός προθεσμίας τριών ημερών από της ημέρας του ελέγχου ( 4 ). Επομένως, το αποφασιστικής σημασίας πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία είναι το πιστοποιητικό που εκδίδει όχι ο θεράπων ιατρός, αλλά ο σύμβουλοςιατρός του αρμόδιου φορέα του τόπου κατοικίας ( 5 ).
7.
Το άρθρο 24 του κανονισμού 574/72 έχει ως εξής:
«Παροχές εις χρήμα στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς σε περίπτωση διαμονής σε κράτος μέλος άλλο από το αρμόδιο κράτος
Για να χορηγηθούν παροχές εις χρήμα, δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 1 περίπτωση α) σημείο ii) του κανονισμού, οι διατάξεις του άρθρου 18 του κανονισμού εφαρμογής εφαρμόζονται, κατ' αναλογία. Εντούτοις, με την επιφύλαξη της υποχρεώσεως προσκομίσεως πιστοποιητικού ανικανότητας προς εργασία, μισθωτός ή μη μισθωτός, που διαμένει στο έδαφος κράτους μέλους χωρίς να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, δεν υποχρεούται να προσκομίσει την ειδοποίηση περί παύσεως της εργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 του κανονισμού εφαρμογής»
8.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Lohnfortzahlunsgesetz (στο εξής: LFZG), της 27ης Ιουλίου 1969 ( 6 ), εργαζόμενος, ο οποίος μετά την έναρξη της εργασιακής του σχέσεως περιέρχεται σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθενείας, κωλυόμενος να εργασθεί άνευ δικής του υπαιτιότητος, δεν χάνει το δικαίωμα του επί του μισθού για την περίοδο που διαρκεί η ανικανότητα του προς εργασία και για διάστημα έξι εβδομάδων.
9.
Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του LFZG, ο εργαζόμενος υποχρεούται να ανακοινώσει πάραυτα στον εργοδότη του την ανικανότητα του προς εργασία και την προβλεπόμενη διάρκεια της και να υποβάλει, πριν από την πάροδο της τρίτης εργάσιμης ημέρας από της επελεύσεως της ανικανότητας προς εργασία, ιατρικό πιστοποιητικό που να βεβαιώνει την ανικανότητα προς εργασία και την προβλεπόμενη διάρκειά της.
ΙΙ — Τα πραγματικά περιστατικά
10.
Ο Vittorio Paletta (στο εξής: Paletta), ιταλικής ιθαγενείας, εργάσθηκε από τον Φεβρουάριο του 1974 έως τον Απρίλιο του 1991 στην Ομοσπονδική Δημοκρατία της Γερμανίας ως συντηρητής μεταλλικών κατασκευών στην επιχείρηση Brennet. Στην ίδια επιχείρηση εργάζονταν η σύζυγός του και τα δύο ενήλικα τέκνα τους.
11.
Από τη 17η Ιουλίου 1989, ο Paletta, η σύζυγος του και τα τέκνα του βρισκόντουσαν στην Ιταλία κατόπιν αδείας που τους είχε χορηγηθεί έως τη 12η Αυγούστου 1989. Κατά τη διάρκεια της αδείας όλα τα μέλη της οικογενείας Paletta δήλωσαν ασθένεια, ο μεν Paletta από 7ης Αυγούστου 1989, η σύζυγος του από 27ης Ιουλίου 1989, ο γιός του από 31ης Ιουλίου 1989 και η κόρη του από 2ας Αυγούστου 1989.
12.
Ο Paletta απέστειλε στο ταμείο ασφαλίσεως της εργοδότιδος επιχειρήσεως (στο εξής: Brennet) πέντε ιατρικά πιστοποιητικά (attestati di malattia), συντεταγμένα στην ιταλική, που εξέδωσε η Unità Sanitaria Locale — Regione Calabria (στο εξής: USL). Το πρώτο εξ αυτών, με ημερομηνία 7 Αυγούστου 1989, έφθασε στο ταμείο ασφαλίσεως της Brennet τη 15η Αυγούστου 1989. Τα πιστοποιητικά αυτά βεβαίωναν ότι ο Paletta ήταν ασθενής χωρίς να αναφέρονται σε ανικανότητα του προς εργασία. Συνολικά, βεβαιώθηκαν για όλους περίοδοι ασθενείας μέχρι και την 25η Σεπτεμβρίου 1989. Το ταμείο ασφαλίσεως διαβίβασε το πιστοποιητικό της 7ης Αυγούστου 1989 στη Brennet, ενημερώνοντας την για την περαιτέρω εξέλιξη της δηλωθείσας ασθενείας. Την 6η Οκτωβρίου 1989 περιήλθαν στο ταμείο ασφαλίσεως της Brennet νομότυπες δηλώσεις της USL σχετικές με την ανικανότητα προς εργασία και εζητείτο η καταβολή χρηματικών παροχών για τον λόγο αυτόν.
13.
Η Brennet αρνήθηκε να καταβάλει τον μισθό για την περίοδο της ασθενείας κατά τον LFZG, επικαλούμενη σοβαρές αμφιβολίες για την ανικανότητα προς εργασία του Paletta. Επικαλέστηκε ειδικότερα ότι και τα προηγούμενα έτη ο Paletta και τα μέλη της οικογενείας του είχαν δηλώσει ταυτόχρονα ασθένεια κατά την περίοδο παραμονής τους στη χώρα καταγωγής τους, κατά το χρονικό διάστημα που τους είχε χορηγηθεί άδεια. Το γεγονός αυτό, κατά τη νομολογία του Bundesarbeitsgericht, αποδυναμώνει την αποδεικτική αξία των ιατρικών πιστοποιητικών που υποβλήθηκαν, υποχρεουμένου του εργαζομένου να προσκομίσει συμπληρωματικές αποδείξεις της ανικανότητας του προς εργασία.
14.
Ο Paletta και τα μέλη της οικογενείας του άσκησαν αγωγή, ενώπιον του Arbeitsgericht Lörrach, κατά της Brennet, ζητώντας τη συνέχιση της καταβολής του μισθού για την περίοδο της ασθενείας, δηλαδή από 7ης Αυγούστου 1989 έως 16ης Σεπτεμβρίου 1989 ( 7 ).
15.
Το Arbeitsgericht Lörrach, με διάταξη της 31ης Ιανουαρίου 1990, ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακόλουθων ερωτημάτων:
«1)
Μπορούν οι αρχές που διατυπώθηκαν στην απόφαση του Δικαστηρίου — τρίτο τμήμα — της 12ης Μαρτίου 1987, στην υπόθεση 22/86, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφοι 1 και 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, κατ' αναλογία να ισχύσουν, πλήρως ή μερικώς, στην περίπτωση που φορέας αρμόδιος για τη χορήγηση χρηματικών παροχών σε περίπτωση ασθενείας είναι, βάσει του Lohnfortzahlungsgesetz (νόμου περί συνεχίσεως της καταβολής του μισθού) της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, της 27ης Ιουλίου 1969(Bundesgesetzblatt, Ι, σ. 946, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με τον νόμο της 20ής Δεκεμβρίου 1988 — Bundesgesetzblatt, Ι, σ. 2477), ο εργοδότης και όχι ο φορέας κοινωνικών ασφαλίσεων;
Ειδικότερα:
2)
Υπέχει ο αρμόδιος φορέας για τη συνέχιση της καταβολής μισθού σε περίπτωση ασθενείας την υποχρέωση, πατά το δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, κατά τα άρθρα 1 επ. του Lohnfortzahlungsgesetz, να στηρίξει την απόφαση του σχετικά με αίτηση καταβολής χρηματικών παροχών, πραγματικώς και νομικώς, επί των διαπιστώσεων του ασφαλιστικού φορέα του τόπου κατοικίας του εργαζομένου σχετικά με την επέλευση της ασθενείας και τη διάρκεια της ανικανότητάς του προς εργασία;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο υπ' αριθ. 1 ερώτημα, πρέπει η απάντηση να είναι επίσης καταφατική και στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης, ο οποίος κατά το άρθρο 1 φέρει επίσης την υποχρέωση συνεχίσεως καταβολής του μισθού, δεν διαθέτει καμία πρακτική ή νομική δυνατότητα ελέγχου των σχετικών με την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία διαπιστώσεων, εκτός από το να ζητήσει από τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα, ο οποίος, ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση δεν υπέχει άμεση υποχρέωση καταβολής, να προβεί στην εξέταση του εργαζομένου από γιατρό (σύμβουλο) της επιλογής του, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72;»
16.
Το Δικαστήριο με την απόφαση Paletta Ι ( 8 ), απάντησε στα τεθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως ακολούθως:
«Το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72, του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογένειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας έχει την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας, ακόμα και στην περίπτωση που αυτός είναι ο εργοδότης και όχι ένας φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως, δεσμεύεται, πρακτικώς και νομικώς, από τις ιατρικές διαπιστώσεις του φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής ως προς την επέλευση και τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, εάν δεν ζήτησε εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του, σύμφωνα με τη δυνατότητα που του παρέχει η παράγραφος 5 του εν λόγω άρθρου.»
17.
Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, το Arbeitsgericht Lörrach, με απόφαση του της 25ης Αυγούστου 1992, έκανε δεκτή την αγωγή.
18.
Κατά της αποφάσεως του Arbeitsgericht Lörrach η Brennet άσκησε έφεση ενώπιον του Landesarbeitsgericht, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν είχε την έννοια ότι ο εργοδότης στερείται οιουδήποτε μέσου ανταποδείξεως καταχρηστικής εφαρμογής των κανόνων περί συνεχίσεως καταβολής του μισθού. Αμφισβήτησε κατά πόσον ο κανονισμός 1408/71, στην ερμηνεία του οποίου αναφέρθηκε το Δικαστήριο, εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, στο μέτρο που δεν υπήρξε ανάγκη άμεσης χορηγήσεως στον Paletta χρηματικών παροχών. Τέλος, υποστήριξε ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενοι στους κοινοτικούς κανονισμούς τύποι ως προς την ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με την ανικανότητα του Paletta να εργασθεί, με συνέπεια να μη μπορέσει να εκμεταλλευθεί τη δυνατότητα ελέγχου που της παρέχουν οι κοινοτικοί κανονισμοί.
19.
Το Landesarbeitsgericht, με απόφαση της 23ης Αυγούστου 1993, απέρριψε την έφεση της Brennet.
20.
Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως, η Brennet άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Bundesarbeitsgericht.
ΙΙΙ — Τα προδικαστικά ερωτήματα
21.
Στο πλαίσιο της προεκτεθείσας διαφοράς, με διάταξη της 27ης Απριλίου 1994 ( 9 ), το Bundesarbeitsgericht υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Αποκλείεται εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, ως προς τη συνέχιση της καταβολής του μισθού εκ μέρους του εργοδότη, κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, δεδομένης της απαιτήσεως της άμεσης καταβολής της παροχής, όταν κατά την εφαρμοστέα γερμανική νομοθεσία η παροχή καθίσταται απαιτητή αρκετό χρόνο (τρεις εβδομάδες) μετά την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία;
2)
Η εκ μέρους του ΔΕΚ με την απόφαση του της 3ης Ιουνίου 1992, επί της υποθέσεως C-45/90 ερμηνεία του άρθρου 18, παράγραφοι 1 έως 4 και 5, του κανόνι σμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπεται στον εργοδότη να αποδείξει πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούντα περίπτωση καταχρήσεως, από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα ή με αυξημένη πιθανότητα ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανικανότητας προς εργασία;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, προσκρούει μήπως το άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, στην αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 3 Β, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ);»
ΙV — Απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα
Α — Επί του παραδεκτού
22.
Κατά τον Paletta, η υποβολή των ερωτημάτων δεν ήταν αναγκαία διότι το Δικαστήριο απάντησε ήδη κατά τρόπο οριστικό στα νομικά θέματα που τίθενται υπό την κρίση του, στην απόφαση Paletta Ι ( 10 ). Επομένως, απόκειται στα εθνικά δικαστήρια να συναγάγουν τις συνέπειες από την απόφαση αυτή του Δικαστηρίου, επιλύοντας την εκκρεμούσα ενώπιόν τους διαφορά. Γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο και σκόπιμο να απαντηθούν τα ερωτήματα που τίθενται στη διάταξη προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Εντούτοις ο Paletta αναγνωρίζει τόσο το εύρος της ευχέρειας του εθνικού δικαστή να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί θεμάτων ερμηνείας και κύρους διατάξεων του κοινοτικού δικαίου όσο και την εξουσία εν προκειμένω του Δικαστηρίου να απαντήσει.
23.
Ως προς το ζήτημα της αναγκαιότητας υποβολής των ερωτημάτων θα υπενθυμίσω ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 11 ), επαφίεται στα εθνικά δικαστήρια να κρίνουν αν διαφωτίσθηκαν επαρκώς από την προδικαστική απόφαση που εκδόθηκε ή αν είναι ανάγκη να υποβληθεί νέο αίτημα στο Δικαστήριο.
24.
Ενόψει της νομολογίας αυτής, θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση εναπόκειτο στον εθνικό δικαστή να κρίνει αν διαφωτίσθηκε επαρκώς από τη λύση που δόθηκε στην απόφαση Paletta Ι. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση των τιθεμένων από το Bundesarbeitsgericht ερωτημάτων.
Β — Επί της ουσίας
1) Επί του πρώτου ερωτήματος
Η έννοια της αμεσότητας των παροχών σε χρήμα
25.
Με το πρώτο ερώτημα, το δικαστήριο της παραπομπής ζητεί να διευκρινισθεί το ζήτημα κατά πόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες στον κανονισμό 1408/71 προϋποθέσεις για την υποχρέωση του εργοδότη να συνεχίσει να καταβάλλει τον μισθό σε περίπτωση ασθενείας του εργαζομένου.
26.
Δεδομένου ότι, πατά την εφαρμοστέα γερμανική νομοθεσία, η καταβολή του μισθού, που αποτελεί την «παροχή σε χρήμα», υπό την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο ii, του κανονισμού 1408/71, λαμβάνει χώρα την τελευταία ημέρα του μηνός, το Bundesarbeitsgericht θεωρεί ότι για τον λόγο αυτόν ελλείπει, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, η απαιτούμενη για την εφαρμογή του κανονισμού προϋπόθεση της ανάγκης άμεσης χορηγήσεως της παροχής
27.
Η Brennet υποστηρίζει ότι η εφαρμογή του κανονισμού 1408/71ηθελημένα περιορίσθηκε σε επείγουσες περιπτώσεις. Θεωρεί δηλαδή ότι, σε περίπτωση διαμονής σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος κατοικίας, ο φορέας του τελευταίου παραμένει αρμόδιος για την καταβολή παροχών ασθενείας και μόνο σε επείγουσες περιπτώσεις ο φορέας του κράτους διαμονής θα πρέπει να παρεμβαίνει για να παράσχει βοήθεια. Από το πνεύμα δε των διατάξεων αυτών συνάγει ότι οι διατάξεις που καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευθούν συσταλτικά, ώστε να καταλαμβάνουν μόνο τις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες είναι απαραίτητο να παρασχεθούν παροχές εντός προθεσμίας μερικών ημερών. Κατά την άποψη της, οι διατάξεις αυτές δεν μπορεί να είχαν ως στόχο να ρυθμίζονται, σύμφωνα με την περίπλοκη διαδικασία που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, περιπτώσεις στις οποίες παρεμβάλλονται περισσότερες από τρεις εβδομάδες μεταξύ της ενάρξεως της ασθενείας και της ημερομηνίας που γίνονται απαιτητές οι παροχές. Μετά από αυτές τις σκέψεις, η Brennet επισημαίνει ότι οι παροχές τις οποίες ζήτησε ο Paletta δεν ήταν, πατά τη γερμανική νομοθεσία, απαιτητές παρά μόνο την 31η Αυγούστου 1989, ήτοι 24ημέρες μετά την έναρξη (την 7η Αυγούστου του ιδίου έτους) της ασθενείας.
28.
Η επιχειρηματολογία αυτή δεν με πείθει. Ούτε το κείμενο των κρίσιμων διατάξεων του κανονισμού 1408/71 ούτε οι σκοποί στους οποίους αποβλέπει μπορούν να στηρίξουν τη συσταλτική ερμηνεία που προτείνει η Brennet.
29.
Κατά την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, ο εργαζόμενος αν ασθενήσει λαμβάνει χρηματικές παροχές, οι οποίες, όπως έχει κρίνει και το Δικαστήριο ( 12 ), «προορίζονται ουσιαστικά να αντισταθμίσουν την απώλεια μισθού του ασθενούντος εργαζομένου», επομένως να εξασφαλίσουν την κανονική του διατροφή ( 13 ). Η ανάγκη της παροχής είναι άμεση διότι λόγω της ασθενείας και της συνακόλουθης ανικανότητας προς εργασία ο μισθωτός χάνει το δικαίωμα του στον μισθό και αυτήν την απώλεια αντισταθμίζει η πρόβλεψη για καταβολή χρηματικών παροχών. Όπως επισημαίνει άλλωστε και η Επιτροπή, αν δεχόμασταν την άποψη της Brennet, θα καταλήγαμε στο παράλογο αποτέλεσμα, μόνο ο εργαζόμενος που ασθενεί κατά τύχη τις τελευταίες ημέρες προ της καταβολής ή την τελευταία ημέρα που πράγματι καταβάλλεται ο μισθός να έχει το δικαίωμα να λάβει τον μισθό του.
30.
Ενόψει τούτου, είναι αδιάφορο το χρονικό σημείο κατά το οποίο, σύμφωνα με τη νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους, θα μπορούσε ο μισθωτός, αν δεν είχε ασθενήσει, να ζητήσει την καταβολή του μισθού. Διαφορετικά, μια συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 22 του κανονισμού 1408/71 θα αναιρούσε την προστασία των εργαζομένων την οποία ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να διασφαλίσει μέσω των σχετικών διατάξεων του κανονισμού αυτού.
2) Επί του δευτέρου ερωτήματος
31.
Το δεύτερο ερώτημα θέτει και πάλι επιτακτικά το ζήτημα της αποδεικτικής ισχύος των εκδοθέντων από κράτος μέλος ιατρικών πιστοποιητικών σχετικών με την ανικανότητα μισθωτού προς εργασία και της δυνατότητας αποδείξεως από τον οικείο εργοδότη περιστατικών που συνιστούν «περίπτωση καταχρήσεως».
α) Η αποδεικτική ισχύς των ιατρικών πιστοποιητικών
i) Θέση του προβλήματος
32.
Ο εθνικός δικαστής επικαλούμενος τη νομολογία του Bundesaibeitsgericht και τη σχετική εθνική νομοθεσία, όσον αφορά την απόδειξη με το ιατρικό πιστοποιητικό της ανικανότητας προς εργασία, αναφέρει ότι με αυτό ο εργαζόμενος μπορεί, κατ' αρχήν, να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη συνέχιση καταβολής του μισθού του κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του LFZG. Αναφέρει όμως ότι ο εργοδότης έχει τη δυνατότητα, σε «περιπτώσεις καταχρήσεως», να αμφισβητήσει την ύπαρξη ανικανότητας προς εργασία που βεβαιώνεται από το ιατρικό πιστοποιητικό. Προς τούτο, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη περιστάσεων που είτε δημιουργούν βεβαιότητα ότι δεν υφίσταται ανικανότητα προς εργασία είτε δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αυτό. Στον εργαζόμενο δε εναπόκειται, κατόπιν τούτου, να προσκομίσει συμπληρωματικές αποδείξεις σχετικά με την εκ μέρους του προβαλλόμενη ανικανότητα προς εργασία.
33.
Στα παραδείγματα που δίνει το Bundesaibeitsgericht στη διάταξη παραπομπής, ο εργοδότης μπορεί να επικαλεσθεί περιστατικά από τα οποία κατ' αυτόν προκύπτει είτε ότι πλανήθηκε ο θεράπων ιατρός ως προς την ανικανότητα προς εργασία του εργαζομένου και εξέδωσε το πιστοποιητικό, είτε ότι το πιστοποιητικό αυτό λήφθηκε με απατηλές ενέργειες του ενδιαφερομένου, είτε ότι λόγω επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς του τελευταίου δημιουργούνται υποψίες καταχρήσεως.
34.
Το Bundesaibeitsgericht, θεωρώντας ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου δεν συνάγεται αν πρέπει να αποκλεισθεί η δυνατότητα υποβολής ενστάσεως καταχρήσεως, θέτει το ερώτημα της αποδεικτικής ισχύος του εκδοθέντος πιστοποιητικού. Ερωτά, δηλαδή, αν δεσμεύει απολύτως τον δικαστή ως προς τα πιστοποιούμενα πραγματικά περιστατικά ανεξάρτητα από την πεποίθησή του, οπότε και αποκλείεται η ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος ή, αντιθέτως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα προβολής παρόμοιας ενστάσεως.
35.
Κατά την Επιτροπή, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δηλαδή όταν υπάρχει προφανής ανακρίβεια του πιστοποιητικού ανικανότητας προς εργασία ή ο εργαζόμενος προέβη σε απατηλές ενέργειες, μπορεί να του αντιταχθεί η ένσταση της καταχρήσεως δικαιώματος. Αντιθέτως, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Brennet θεωρούν ότι η δυνατότητα επικλήσεως ενστάσεως καταχρήσεως μόνο σε παρόμοιες εξαιρετικές περιπτώσεις είναι υπερβολικά περιοριστική. Υποστηρίζουν δε ότι θα αρκούσαν και σοβαρές αμφιβολίες για να κλονίσουν την αποδεικτική αξία του πιστοποιητικού ανικανότητος προς εργασία.
36.
Η επίκληση παρόμοιας ενστάσεως καταχρήσεως, όπως περιγράφεται στη διάταξη παραπομπής, δεν αντίκειται, κατά τον εθνικό δικαστή και τη Γερμανική Κυβέρνηση στους σκοπούς των κοινοτικών κανονισμών. Αντιθέτως, ο αποκλεισμός της δυνατότητας προβολής της θα έχει ως αποτέλεσμα την άνιση μεταχείριση των εργαζομένων, διότι οι ασθενούντες κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο εξωτερικό εργαζόμενοι θα βρισκόντουσαν σε ευνοϊκότερη θέση, αφού το προσαγόμενο ιατρικό πιστοποιητικό θα είχε μεγαλύτερη αποδεικτική αξία από εκείνο των αντίστοιχων γερμανικών αρχών. Τούτο δε, κατά τον εθνικό δικαστή, δημιουργεί αμφιβολίες, καθόσον σκοπός του κανονισμού 1408/71 είναι η διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως των υπηκόων των κρατών μελών, βάσει των διατάξεων της εσωτερικής νομοθεσίας και η παροχή στους εργαζόμενους και τα μέλη της οικογενείας τους της δυνατότητας να επωφελούνται από τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας ή εργασίας τους.
ii) Η υπάρχουσα νομολογία
37.
Το Δικαστήριο στην απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, Rindone ( 14 ), θέτει ορισμένες βασικές αρχές ( 15 ), σχετικές με το θέμα της αποδεικτικής ισχύος των ιατρικών πιστοποιητικών. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι η συνεργασία μεταξύ των φορέων των κρατών μελών πρέπει να είναι έντιμη και να διαπνέεται από πνεύμα εμπιστοσύνης ( 16 ) και ότι οι αρχές ενός κράτους μέλους οφείλουν να δέχονται την ακρίβεια πιστοποιητικών προερχομένων από τις αρχές άλλων κρατών μελών και χορηγουμένων στο πλαίσιο της εφαρμογής κοινοτικών διατάξεων. Με βάση ακριβώς αυτές τις αρχές καθορίζεται και η αποδεικτική αξία των, κατά το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72, εκδιδομένων πιστοποιητικών, η οποία δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί παρά μόνον αν ο εργοδότης κάνει χρήση της παρεχόμενης σε αυτόν στο άρθρο 18, παράγραφος 5, δυνατότητας.
38.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο απέρριψε την άπσψη ότι το εκδιδόμενο από τον φορέα του τόπου κατοικίας (ή διαμονής) πιστοποιητικό δεν αποτελεί παρά μόνο μια πραγματογνωμοσύνη που απόκειται στον αρμόδιο φορέα να εκτιμήσει. Έκρινε λοιπόν ότι «το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 4, του κανονισμού 574/72 έχει την έννοια ότι αν ο αρμόδιος φορέας δεν κάνει χρήση της ευχέρειας που προβλέπει το άρθρο 5, να προβεί σε εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της εκλογής του, δεσμεύεται πραγματικής και νομικώς από τη διάγνωση του φορέα του τόπου κατοικίας ως προς την επέλευση και τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία» ( 17 ). Το Δικαστήριο στην απόφαση Paletta Ι έκρινε ( 18 ) ότι ο εργοδότης δεσμεύεται από τα ενλόγω πιστοποιητικά, στην περίπτωση που αυτός είναι ο αρμόδιος προς καταβολή των παροχών φορέας, εάν δεν ζήτησε την εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του, σύμφωνα με τη δυνατότητα που του παρέχει η παράγραφος 5 του άρθρου 18.
39.
Στην απόφαση Rindone, το Δικαστήριο πρόσθεσε τα εξής: «Η εν λόγω ερμηνεία επιβάλλεται ακόμη λόγω του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72 καθώς και το άρθρο 19 του κανονισμού 1408/71. Αν ο αρμόδιος φορέας ήταν ελεύθερος να μην αναγνωρίζει τη διάγνωση της ανικανότητας προς εργασία που διενήργησε ο φορέας του τόπου κατοικίας, θα ήταν δυνατό (...) να προκύψουν δυσχέρειες ως προς την απόδειξη για τον εργαζόμενο που ανέκτησε στο μεταξύ την ικανότητά του προς εργασία. Όμως αυτές ακριβώς τις δυσχέρειες επιδιώκει να εξαλείψει η επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Η κατάσταση αυτή θα ήταν απαράδεκτη διότι θα παρεμπόδιζε την “εγκαθίδρυση μιας όσο είναι δυνατό πληρέστερης εφαρμογής της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινουμένων εργαζομένων, αρχής που περιλαμβάνεται στις βάσεις της Κοινότητας”» ( 19 ).
40.
Λίγες μέρες μετά την απόφαση Paletta Ι, το Δικαστήριο, στην απόφαση της 19ης Ιουνίου 1992, V. κατά Κοινοβουλίου ( 20 ), χρησιμοποίησε την αρχή που προκύπτει από τις δύο αυτές αποφάσεις (Rindone και Paletta Ι), ως προς την αποδεικτική δύναμη των προσκομιζομένων ιατρικών πιστοποιητικών ( 21 ), προκειμένου να ερμηνεύσει το άρθρο 59 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ). Υπενθύμισε ( 22 ) ότι το άρθρο 59 του ΚΥΚ «χωρίς να προβλέπει την εξουσία της διοικήσεως να αρνείται να λάβει υπόψη το ιατρικό πιστοποιητικό, έστω κι αν αυτό δεν αναφέρει τους ιατρικούς λόγους ανικανότητας προς εργασία του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, αντιθέτως, προβλέπει την ευχέρεια της διοικήσεως να υποβάλει σε εξέταση τον υπάλληλο για τον οποίο πρόκειται από ιατρό της επιλογής της». Επομένως, κατέληξε, «πρέπει να συναχθεί ότι η άρνηση της διοικήσεως του Κοινοβουλίου να δεχθεί το ιατρικό πιστοποιητικό (...) χωρίς να κάνει χρήση της ευχέρειάς της να υποβάλει τη V. σε ιατρική επίσκεψη ελέγχου, είναι αντίθετη προς το άρθρο 59 του ΚΥΚ» ( 23 ).
41.
Από τις ανωτέρω νομολογιακές λύσεις προκύπτει σαφώς ότι το ιατρικό πιστοποιητικό δημιουργεί τεκμήριο υπέρ του προσκομίζοντος αυτό ενδιαφερομένου σχετικά με την ουσιαστική ορθότητα των περιστατικών που βεβαιώνει και το σύννομο της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτά διαπιστώθηκαν ( 24 ). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται με τη χρήση της ευχέρειας που παρέχεται στον εργοδότη να ζητήσει την εξέταση του εργαζομένου από ιατρό της επιλογής του.
42.
Επομένως, η μόνη δυνατή ερμηνεία των αποφάσεων Rindone και Paletta Ι είναι ότι το άρθρο 18 περιλαμβάνει κανόνες όχι μόνον ως προς τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβούν οι εργαζόμενοι που ασθενούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος, προκειμένου να αποδείξουν την ανικανότητά τους προς εργασία, αλλά και ως προς την αποδεικτική αξία που οφείλει να αναγνωρίσει ο αρμόδιος φορέας στο πιστοποιητικό που χορήγησε ο φορέας του τόπου κατοικίας ( 25 ).
43.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο εργοδότης, όταν είναι ο αρμόδιος προς καταβολή των παροχών σε χρήμα φορέας, δεν μπορεί να κάνει αποτελεσματική και έγκαιρη χρήση της δυνατότητας του άρθρου 18, παράγραφος 5, του κανονισμού 574/72, διότι ο φορέας του κράτους διαμονής δύσκολα μπορεί να καθορίσει ποιος είναι ο αρμόδιος φορέας στη Γερμανία.
44.
Το Δικαστήριο στην απόφαση Palettal τόνισε ( 26 ) ότι οι δυσκολίες του εργοδότη να κάνει αποτελεσματική χρήση της δυνατότητας που του παρέχει η παράγραφος 5 του άρθρου 18 «δεν επιτρέπεται να έχουν ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση της ερμηνείας μιας από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, όπως αυτή συνάγεται από το γράμμα και τον σκοπό του». «Εξάλλου», συνέχισε, «τέτοια πρακτικής φύσεως προβλήματα μπορούν να επιλυθούν με τη λήψη εθνικών ή κοινοτικών μέτρων που θα έχουν ως σκοπό την ενημέρωση των εργοδοτών και την παροχή σ' αυτούς διευκολύνσεων προκειμένου να προσφεύγουν στη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 18, παράγραφος 5, του κανονισμού 574/72».
45.
Όσον αφορά τις δυσκολίες που γεννώνται στην πράξη για την άσκηση του δικαιώματος που παρέχει στον εργοδότη το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72, στις προτάσεις τους στην υπόθεση Paletta, οι γενικοί εισαγγελείς κ. J. Mischo ( 27 ) και κ. C. Gulmann ( 28 ) θεώρησαν ότι είναι δυνατόν να ξεπεραστούν είτε τροποποιώντας τη διάταξη αυτή, είτε στο πλαίσιο της διοικητικής επιτροπής για την κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων, που προβλέπεται στα άρθρα 80 και 81 του κανονισμού 1408/71, είτε στο πλαίσιο διαβουλεύσεων που προβλέπονται ειδικώς, ιδίως στο άρθρο 84 του κανονισμού 1408/71, είτε με μέτρα που λαμβάνει μονομερώς το κράτος μέλος ( 29 ).
β) Η προτεινόμενη λύση
46.
Θα εξετάσω τώρα κατά πόσον η δυνατότητα ανατροπής του καθιερουμένου στο άρθρο 18 του κανονισμού 574/72 τεκμηρίου που παρέχεται στον εργοδότη εξαντλείται στη χρήση της ευχέρειας που του αναγνωρίζεται να ζητήσει την εξέταση του εργαζομένου από ιατρό της επιλογής του ή αρκεί και η απόδειξη περιστατικών που συνιστούν την κατά το Bundesarbeitsgericht «περίπτωση καταχρήσεως» για να κλονισθεί η αποδεικτική αξία του προσκομιζομένου ιατρικού πιστοποιητικού.
47.
Θεωρώ ότι η καθιέρωση τεκμηρίου εγκυρότητας των προσκομιζομένων ιατρικών πιστοποιητικών, κατά το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72, αποκλείει εντελώς τη δυνατότητα επικλήσεως περιστατικών που δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των πιστοποιουμένων γεγονότων.
48.
Αντιθέτως, θεωρώ ότι η καθιέρωση του τεκμηρίου εγκυρότητας των ενλόγω πιστοποιητικών δεν αποκλείει τη δυνατότητα επικλήσεως στοιχείων που αποδεικνύουν με βεβαιότητα πλημμέλειες οι οποίες επηρεάζουν το κύρος του προσαγομένου ιατρικού πιστοποιητικού ανικανότητας προς εργασία.
49.
Αναλυτικότερα, φρονώ ότι η μόνη δυνατότητα του εργοδότη που υπάρχει εκτός από εκείνη του άρθρου 18, παράγραφος 5, είναι αφενός να επικαλεσθεί ότι ελλείπουν τα εξωτερικά εκείνα γνωρίσματα που είναι απαραίτητα για να θεωρηθεί ότι υφίσταται έγκυρο ιατρικό πιστοποιητικό που αφορά το πρόσωπο του ενδιαφερομένου. Δηλαδή, παρουσιάζει τέτοιες πλημμέλειες ώστε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται έγκυρο πιστοποιητικό για τον εργαζόμενο που το προσκομίζει. Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου το προσαγόμενο ιατρικό πιστοποιητικό περιέχει ανακρίβειες, όπως όταν το ονοματεπώνυμο ή η ημερομηνία γεννήσεως είναι άλλου προσώπου ή η ημερομηνία του πιστοποιητικού δεν είναι ακριβής, οπότε και ο προσάγων δεν είναι δυνατόν να αρύεται από αυτό δικαιώματα.
50.
Αφετέρου, ο εργοδότης μπορεί να επικαλεσθεί άλλα στοιχεία, κείμενα πέραν του πιστοποιητικού, τα οποία προκύπτουν από πράξη δημοσίου οργάνου του κράτους μέλους όπου χορηγήθηκε το πιστοποιητικό, με την οποία διαπιστώνεται κατά τρόπο μη επιδεχόμενο δικαστική ή άλλου είδους διαδικαστική αμφισβήτηση ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα στο πιστοποιητικό δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
51.
Εδώ πρέπει να εντάξουμε τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, παρά το ιατρικό πιστοποιητικό που καλόπιστα δέχθηκε ο εργοδότης, από περιστατικά άλλα μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση προκύπτει ότι δεν υφίστατο η ανικανότητα προς εργασία, διότι τούτο ελήφθη αποδεδειγμένα με απατηλά μέσα, οπότε, κατά την αρχή του ρωμαϊκού δικαίου «fraus omnia corrumpit» (η απάτη διαβρώνει τα πάντα), σε περίπτωση που ο προσάγων το πιστοποιητικό ενήργησε κατ' αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί στη συνέχεια να επικαλεσθεί την προστασία των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας ( 30 ). Τούτο συμβαίνει, όταν, λόγου χάριν, ο ιατρός καταδικάσθηκε πειθαρχικά ή ποινικά, για παράνομη έκδοση του συγκεκριμένου πιστοποιητικού ( 31 ).
52.
Θεωρώ ότι με το να αναγνωρίσει το Δικαστήριο τη δυνατότητα επικλήσεως παρόμοιων περιστατικών, δηλαδή, με το να επιτραπεί στον αρμόδιο για την καταβολή των παροχών σε χρήμα φορέα, εν προκειμένω τον εργοδότη, η επίκληση περιστατικών όπως τα ανωτέρω, αποφεύγεται «το ενδεχόμενο μιας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου που θα προσέβαλλε τον κοινό νου και θα αγνοούσε την προφανή και αναμφισβήτητη πραγματικότητα» ( 32 ).
53.
Με βρίσκει δε σύμφωνο η επιχειρηματολογία των γενικών εισαγγελέων κ. J. Mischo και κ. C. Gulmann πάνω σ' αυτό το θέμα, όπως την ανέπτυξαν στις προτάσεις τους στην υπόθεση Palettal. Συγκεκριμένα, ο γενικός εισαγγελέας π. J. Mischo ( 33 ) εξέτασε το πρόβλημα τι δέον γενέσθαι όταν υπάρχουν «σοβαρές και βάσιμες αμφιβολίες ως προς την ανικανότητα προς εργασία που διαπίστωσε ο φορέας του τόπου κατοικίας». Όπως το τόνισε, «δεν αρκεί η ύπαρξη απλών αμφιβολιών προκειμένου να θεωρηθεί ότι ο αρμόδιος φορέας δεν δεσμεύεται από τα πιστοποιητικά του φορέα του τόπου διαμονής» αφού έχει τη δυνατότητα που του παρέχει το άρθρο 18, παράγραφος 5, να ζητήσει τον έλεγχο του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του. Συνεχίζει δε ότι «η διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από τον αρμόδιο φορέα (ο οποίος δεν προέβη στον έλεγχο που προβλέπει η παράγραφος 5) παρά μόνο όταν η διάγνωση αυτή είναι αποτέλεσμα χειρισμών που παραπλάνησαν τον φορέα του τόπου διαμονής, και/ή εάν, κατόπιν, αποδείχθηκαν ως προφανώς ανακριβείς». Και καταλήγει: «Πράγματι, θεωρώ ότι δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση κατά την οποία ο αρμόδιος φορέας δέχθηκε ως αληθή τη διάγνωση του φορέα του τόπου διαμονής και έκρινε ότι δεν συντρέχει καταρχήν λόγος να ζητήσει τον έλεγχο του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του — έλεγχο ο οποίος, κατά το σύστημα που θεσπίζει το άρθρο 18, αποτελεί εν πάση περιπτώσει εξαίρεση — θα παρέμενε δεσμευμένος από τη διάγνωση αυτή ακόμα και αν με βεβαιότητα διαπιστωνόταν, ότι η διάγνωση αυτή είναι ανακριβής και αποτέλεσμα παραπλανήσεως» ( 34 ).
54.
Η νομολογία του Δικαστηρίου στηρίζει την αποδοχή της απόψεως που αναλύεται εδώ. Είναι χαρακτηριστική η λύση που έδωσε το Δικαστήριο σε ανάλογο ζήτημα που ετίθετο στην υπόθεση Van De Bijl ( 35 ), η οποία αφορούσε ένα σύστημα πιστοποιητικών που παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με το σύστημα του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72. Σε αυτήν είχε τεθεί, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αν το κράτος μέλος υποδοχής υποχρεούται να χορηγεί την άδεια ασκήσεως του ελεύθερου επαγγέλματος του ελαιοχρωματιστή στο έδαφός του βάσει πιστοποιητικού χορηγηθέντος στο κράτος προελεύσεως ( 36 ), ακόμη και στην περίπτωση που το πιστοποιητικό αυτό περιείχε προφανείς ανακρίβειες ή παραλείψεις που αφορούν την πραγματική διάρκεια της επαγγελματικής δραστηριότητας που άσκησε ο ενδιαφερόμενος στο κράτος μέλος προελεύσεως. Στην απόφαση του το Δικαστήριο τόνισε, καταρχάς, ότι: «Το κράτος μέλος υποδοχής (...) δεσμεύεται καταρχήν από τις διαπιστώσεις που περιέχονται στο πιστοποιητικό που χορηγεί το κράτος μέλος προελεύσεως, ειδάλλως το πιστοποιητικό αυτό δεν θα είχε καμία πρακτική χρησιμότητα» ( 37 ). Στη συνέχεια δε υπογράμμισε: «Όταν υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που οδηγούν το κράτος υποδοχής στο συμπέρασμα ότι το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό περιέχει προφανείς ανακρίβειες, το κράτος αυτό έχει το δικαίωμα να απευθυνθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως προκειμένου να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες» ( 38 ). Δηλαδή, μολονότι οι σχετικές διατάξεις ( 39 ) δεν το προέβλεπαν ρητώς, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις εντελώς εξαιρετικές, το κράτος μέλος δεν δεσμεύεται από το πιστοποιητικό της αρμόδιας αρχής του κράτους προελεύσεως. Συγκεκριμένα, έκρινε τα εξής: «Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το κράτος μέλος υποδοχής έχει υποχρέωση να αγνοήσει γεγονότα που συνέβησαν στο ίδιο του το έδαφος και έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα αν είναι γνήσια και πραγματική η περίοδος επαγγελματικής δραστηριότητας που διανύθηκε στο κράτος μέλος προελεύσεως» ( 40 ). Κατέληξε δε ότι «η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής (...) δεν υποχρεούται να χορηγήσει αυτόματα την αιτούμενη άδεια, όταν το προσκομιζόμενο πιστοποιητικό περιέχει προφανή ανακρίβεια, καθόσον βεβαιώνει ότι το πρόσωπο που αφορά η οδηγία έχει συμπληρώσει ορισμένη περίοδο επαγγελματικής απασχολήσεως στο κράτος μέλος προελεύσεως, μολονότι είναι βέβαιο ότι κατά την ίδια αυτή περίοδο το πρόσωπο αυτό ασκούσε επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής» ( 41 ).
55.
Επιπλέον, το Δικαστήριο, στην απόφαση Lair ( 42 ), αποφάνθηκε με σαφήνεια ότι οι καταχρήσεις που αποδεικνύονται με«αντικειμενικά στοιχεία»«δεν καλύπτονται από τις επίμαχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου» ( 43 ).
56.
Κατά συνέπεια, η άποψη που δεχόμαστε αποκλείει τη δυνατότητα του εργοδότη να ανατρέψει το τεκμήριο εγκυρότητας των προσαγομένων από τον μισθωτό ιατρικών πιστοποιητικών ανικανότητας προς εργασία με την επίκληση γεγονότων από τα οποία προκύπτει όχι με βεβαιότητα αλλά μόνο με αυξημένη πιθανότητα ότι συντρέχει περίπτωση καταχρήσεως.
57.
Το δικαστήριο της παραπομπής, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Brennet επικαλούνται τις εθνικές δικονομικές διατάξεις που είναι σχετικές με την αποδεικτική ισχύ των ιατρικών πιστοποιητικών και ισχυρίζονται ότι η ίδια αποδεικτική ισχύς θα πρέπει, για λόγους ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, οπουδήποτε και αν ασθενούν, να αποδίδεται στα ενλόγω πιστοποιητικά — εν προκειμένω, κατά τη γερμανική νομοθεσία, να εκτιμώνται ελεύθερα από τον δικαστή — είτε αυτά εκδίδονται εντός του αρμοδίου προς καταβολή των παροχών κράτους μέλους είτε από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους.
58.
Ο εκπρόσωπος της Γερμανικής Κυβερνήσεως υποστήριξε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, αν τα πιστοποιητικά ξένων αρχών είχαν υπέρτερη αποδεικτική αξία από εκείνα των εθνικών αρχών, η αλήθεια των ξένων πιστοποιητικών δεν θα ήταν δυνατόν να αποδειχθεί παρά μόνο μέσω της ποινικής διαδικασίας και σε εξαιρετικές περιπτώσεις μέσω διαδικασίας ενώπιον των εργατοδικείων. Τούτο όμως θα σήμαινε επέμβαση στο εθνικό δικονομικό δίκαιο που δεν θα ήταν αναγκαία για να διασφαλισθεί η πραγματοποίηση των θεμελιωδών ελευθεριών του κοινοτικού δικαίου. Σε κάθε δε περίπτωση, ανήκει στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει σύμφωνα με τις εθνικές δικονομικές διατάξεις τόσο το προσαγόμενο πιστοποιητικό όσο και τις σχετικές αντιρρήσεις του εργοδότη.
59.
Στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει και η Επιτροπή (σημείο 44 των παρατηρήσεων της), κατά την οποία το άρθρο 22, παράγραφος 1, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι το δικαίωμα παροχών σε χρήμα που καταβάλλει ο αρμόδιος φορέας καθορίζεται από τη νομοθεσία που εφαρμόζει. Δηλαδή, επεξηγεί, δεν γίνεται παραπομπή μόνο στο ουσιαστικό δίκαιο του αρμοδίου κράτους αλλά και στο δικονομικό δίκαιο που συμπεριλαμβάνει και την εκτίμηση των αποδείξεων. Το δε άρθρο 18 του κανονισμού 574/72 δεν περιέχει διατάξεις παρά για το μέρος εκείνο της διαδικασίας που εξελίσσεται αναγκαία στον τόπο κατοικίας του ενδιαφερομένου. Καταλήγει λοιπόν ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να σημαίνει αλλοίωση του σκοπού που επιδιώκεται με το άρθρο 18, μέσω των δικονομικών διατάξεων του αρμοδίου κράτους.
60.
Με την αποδοχή των ανωτέρω απόψεων αλλά και της νομολογιακής λύσεως του Bundesarbeitsgericht στο σύνολο της, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως επικλήσεως γεγονότων που δημιουργούν απλώς σοβαρές αμφιβολίες και όχι βεβαιότητα ότι δεν συντρέχουν στην πραγματικότητα τα βεβαιούμενα στο ιατρικό πιστοποιητικό γεγονότα, θα διακυβευόταν η υπεροχή του κοινοτικού έναντι του εθνικού δικαίου ( 44 ).
61.
Πράγματι, η αποδοχή της «περιπτώσεως καταχρήσεως» δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται σε τομείς μη σχετιζόμενους με το κοινοτικό δίκαιο, διότι η εφαρμογή της οδηγεί σε ουσιώδη τροποποίηση των κοινοτικών κανόνων που διέπουν την αποδεικτική ισχύ των χορηγουμένων ιατρικών πιστοποιητικών. Η αποδοχή της δυνατότητας προβολής ενστάσεως καταχρήσεως, όπως την εννοεί ο εθνικός δικαστής, μπορεί να κλονίσει την αποτελεσματικότητα ή να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων του συστήματος που καθιερώνουν οι κανονισμοί 1408/71 και 574/72 ( 45 ).
62.
Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού 574/72, όπως ερμηνεύθηκε από την απόφαση Paletta Ι, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στον αρμόδιο για την καταβολή των παροχών φορέα, εν προκειμένω τον εργοδότη, να επικαλεσθεί και να αποδείξει περιστατικά από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα, όπως αναφέρεται σε προηγούμενες σκέψεις, ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανικανότητας προς εργασία.
3) Επί τον τρίτον ερωτήματος
Το σνμβατό των επίμαχων διατάξεων με την αρχή της αναλογικότητας
63.
Έχοντας απαντήσει στο δεύτερο ερώτημα πως το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού 574/72 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στον αρμόδιο για την καταβολή των παροχών φορέα, εν προκειμένω τον εργοδότη, να επικαλεσθεί και να αποδείξει περιστατικά από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανικανότητας προς εργασία, έρχομαι να απαντήσω στο τρίτο ερώτημα σχετικά με το συμβατό των επίμαχων διατάξεων με την αρχή της αναλογικότητας ( 46 ).
64.
Το Δικαστήριο με τη νομολογία του θεωρεί την αρχή της αναλογικότητας γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου που πρέπει να γίνεται σεβαστή από τα όργανα των Κοινοτήτων, όταν ασκούν τις αρμοδιότητες τους. Συγκεκριμένα, από τη νομολογία αυτή ( 47 ) συνάγεται ότι η υπέρτερης τυπικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει την ύπαρξη εύλογης σχέσεως των επιδιωκόμενων από την Κοινότητα σκοπών που εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον και των λαμβανόμενων μέτρων που θίγουν τα δικαιώματα των πολιτών. Δηλαδή, το μέσο θα πρέπει να είναι αναγκαίο και κατάλληλο για την επίτευξη του σκοπού, τα δε μειονεκτήματα να μην υπερακοντίζουν τα πλεονεκτήματα, να μη συνιστούν, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και αφόρητη επέμβαση που θίγει την ίδια την ουσία των δικαιωμάτων.
65.
Ο σκοπός των διατάξεων του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72, όπως προκύπτει από το κείμενο του, αλλά και ενόψει του κανονισμού 1408/71 ( 48 ), είναι να προστατευθεί ο μισθωτός, ο οποίος ασθενεί κατά τη διάρκεια της διαμονής του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και για τον λόγο αυτόν δικαιούται άμεσων χρηματικών παροχών. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω διατάξεις κατοχυρώνουν το δικαίωμα του μισθωτού, αφού προηγουμένως προβεί στις προβλεπόμενες στον κανονισμό 574/72 ενέργειες και λάβει ιατρικό πιστοποιητικό ανικανότητας προς εργασία από τον αρμόδιο φορέα του τόπου διαμονής του, να τύχει χρηματικών παροχών, σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού 1408/71.
66.
Εξάλλου το Δικαστήριο στην απόφαση Rindone έκρινε τα εξής: «Αν ο αρμόδιος φορέας ήταν ελεύθερος να μην αναγνωρίζει τη διάγνωση της ανικανότητας προς εργασία που διενήργησε ο φορέας του τόπου κατοικίας, θα ήταν δυνατό (...) να προκύψουν δυσχέρειες ως προς την απόδειξη για τον εργαζόμενο που ανέκτησε στο μεταξύ την ικανότητα του προς εργασία» ( 49 ). Στην απόφαση Paletta Ι θεώρησε ότι οι ιδιαίτερες πρακτικές δυσκολίες για τη διενέργεια του ελέγχου από ιατρό της επιλογής του εργοδότη «δεν επιτρέπεται να έχουν ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση της ερμηνείας μιας από τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, όπως αυτή συνάγεται από το γράμμα και τον σκοπό του» ( 50 ).
67.
Σύμφωνα με την προηγηθείσα επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος ανάλυση αλλά και με την προαναφερθείσα νομολογία, θεωρώ ότι το χρησιμοποιούμενο μέσο, δηλαδή η αναγνώριση χαρακτήρα τεκμηρίου στο λαμβανόμενο ιατρικό πιστοποιητικό, με τις συνέπειες τις οποίες η διαπίστωση αυτή έχει, είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού, την προστασία των μισθωτών, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της παραμονής τους σε διαφορετικό από το αρμόδιο κράτος μέλος καθίστανται ανίκανοι προς εργασία. Συγχρόνως, με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των διακινούμενων εργαζομένων εντός της Κοινότητας ( 51 ).
68.
Κατά τη γνώμη μου, ο κοινοτικός νομοθέτης με τη διάταξη του άρθρου 18, παράγραφος 5, του κανονισμού 574/72, η οποία, όπως δεχθήκαμε κατά την απάντηση του δευτέρου ερωτήματος, δεν αποκλείει την ανταπόδειξη γεγονότων από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα, κατά τρόπο μη επιδεχόμενο δικαστική ή άλλης φύσεως διαδικαστική αμφισβήτηση, ότι δεν υφίστατο η ανικανότητα προς εργασία, δεν προσβάλλει τα δικαιώματα του εργοδότη, αφού δεν του στερεί τη δυνατότητα να ανατρέψει, υπό προϋποθέσεις, το τεκμήριο ανικανότητας προς εργασία το οποίο δημιουργεί η υποβολή του πιστοποιητικού. Επομένως, τα μειονεκτήματα, ο περιορισμός του δικαιώματος του εργοδότη να αμφισβητήσει την αποδεικτική αξία του ιατρικού πιστοποιητικού μόνον αν ανταποδείξει ότι δεν υφίσταται ανικανότητα προς εργασία, δεν υπερακοντίζουν τα πλεονεκτήματα και δεν συνιστούν, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και αφόρητη επέμβαση που θίγει την ίδια την ουσία των δικαιωμάτων του εργοδότη. Κατ' ακολουθίαν, μεταξύ πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων υφίσταται εύλογη σχέση και ως εκ τούτου το επίμαχο άρθρο 18 του κανονισμού 574/72 δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας.
69.
Κατά συνέπεια, αντί να καταλήξουμε στη δραστική λύση του να θεωρηθεί άκυρη η διάταξη του κανονισμού 574/72 διότι προσβάλλει ανώτερης τυπικής ισχύος κανόνα του κοινοτικού δικαίου, εν προκειμένω την αρχή της αναλογικότητας, προτιμότερο θα είναι, αφού δεχθούμε τη δυνατότητα επικλήσεως εξαιρετικών γεγονότων από τα οποία διαφαίνεται με βεβαιότητα ότι δεν συντρέχει η πιστοποιούμενη ανικανότητα προς εργασία, να ερμηνεύσουμε την επίμαχη διάταξη κατά τρόπο σύμφωνο με αυτή την αρχή.
70.
Έρχομαι τώρα στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έδινε αρνητική απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα, θεωρώντας ότι, εφόσον ο εργοδότης δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 18, παράγραφος 5, να εξετάσει τον ενδιαφερόμενο από ιατρό της επιλογής του, στερείται κάθε άλλης δυνατότητας για ανταπόδειξη. Ότι δηλαδή στερείται της δυνατότητας ακόμη και επικλήσεως γεγονότων από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελλείπουν τα εξωτερικά εκείνα γνωρίσματα που είναι απαραίτητα για να θεωρηθεί ότι υφίσταται έγκυρο ιατρικό πιστοποιητικό για τον ενδιαφερόμενο ή επικλήσεως άλλων στοιχείων κειμένων πέραν του πιστοποιητικού, από τα οποία προκύπτει, κατά τρόπο μη επιδεχόμενο δικαστική ή άλλη διαδικαστική αμφισβήτηση, ότι τα βεβαιούμενα στο πιστοποιητικό δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε την επίμαχη διάταξη του άρθρου 18 του κανονισμού 574/72 ανίσχυρη, διότι δεν θα ήταν συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας, στο μέτρο που το επιβαλλόμενο στον εργοδότη βάρος θα ήταν δυσανάλογο με την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αρύεται από αυτήν.
71.
Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, φρονώ ότι, στο πλαίσιο της διαρκούς σταθμίσεως και προστασίας των δικαιωμάτων του εργοδότη και των εργαζομένων, με στόχο την επίτευξη της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας, το άρθρο 18 του κανονισμού 574/72 αποτελεί μια ασφαλιστική δικλείδα, ενδεχομένως ανεπαρκή που χρήζει συμπληρώσεως και εκσυγχρονισμού, η οποία όμως εξισορροπεί με αρκετή επιτυχία τα αντικρουόμενα συμφέροντα εργοδοτών και εργαζομένων και, κατά συνέπεια, είναι έγκυρο.
72.
Επομένως, με βάση την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα, θεωρώ ότι το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού 574/72 δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
Πρόταση
73.
Ενόψει των όσων έχω εκθέσει ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που έθεσε ενώπιόν του το Bundesarbeitsgericht ως εξής:
«1)
Το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, έχει την έννοια ότι ο κανονισμός 1408/71 εφαρμόζεται έστω και αν, κατά την οικεία εθνική νομοθεσία, οι παροχές σε χρήμα καθίστανται απαιτητές αρκετό χρόνο (τρεις εβδομάδες) μετά την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία.
2)
Το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύεται στον αρμόδιο για την καταβολή των παροχών φορέα, εν προκειμένω τον εργοδότη, να επικαλεσθεί και να αποδείξει περιστατικά από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανικανότητας προς εργασία.
3)
Ερμηνευόμενο κατ' αυτόν τον τρόπο το άρθρο 18, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτότυπου: η ελληνική.
( 1 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Koir νότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, περί τροποποιήσεως και ενημερώσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, και του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6).
( 2 ) Συλλογή 1992, σ. Ι-3423.
( 3 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138), όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί με τον ήδη μνημονευθέντα στην υποσημείωση 1 κανονισμό 2001/83.
( 4 ) Βεβαίως, κατά την ισχύουσα γερμανική νομοθεσία, όταν ο μισθωτός διαμένει εκτός Γερμανίας και καταστεί ανίκανος προς εργασία, τότε υποχρεούται να πληροφορήσει αμελλητί τον εργοδότη του και τον αρμόδιο ασφαλιστικό φορέα για την επέλευση της ανικανότητας προς εργασία και την πιθανή διάρκειά της.
( 5 ) Βλ. το σημείο 1 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. J. Mischo επί της υποθέσεως 22/86, Rindone, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987 (Συλλογή 1987, σ. 1339), και το σημείο 5 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. C. Gulmann επί της ήδη μνημονευθείσης στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Paletta Ι.
( 6 ) Νόμος της 27ης Ιουλίου 1969, περί συνεχίσεως της καταβολής του μισθού, (Bundesgesetzblatt, Ι, σ. 946), όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το νόμο της 20ής Δεκεμβρίου 1988 (Bundesgesetzblatt, Ι, σ. 2477).
( 7 ) Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε σε ακαθάριστο ποσό 3837,60 γερμανικών μάρκων (DM), αφαιρουμένου του καθαρού ποσού των 2389,53 DM που είχε ήδη καταβάλει το ταμείο ασφαλίσεως της επιχειρήσεως.
( 8 ) Απόφαση ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 2.
( 9 ) ΕΕ 1994, C 275, σ. 12.
( 10 ) Απόφαση ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 2.
( 11 ) Βλ. την απόφαση της 24ης Ιουνίου 1969, υπόθεση 29/68, Milch-, Fett-und Eierkontor (Συλλογή τόμος 1969-1971, α 49. σκέψη 3). Εξάλλου, πρβλ. την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, υπόθεση 283/81, CILFIT (Συλλογή 1982, σ. 3415, σκέψη 10).
( 12 ) Βλ. την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1966, υπόθεση 61/65, Vaassen-Göbbels (Συλλογή τόμος 1965-1968, α 337).
( 13 ) Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι «η εξακολουθούσα καταβολή της αμοιβής του εργαζομένου σε περίπτωση ασθενείας εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής κατά το άρθρο 119 της Συνθήκης», η οποία αμοιβή καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της σχέσεως εργασίας- βλ. την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 171/88, Rinner-Kühn (Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψη 7).
( 14 ) Απόφαση ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 5- η υπόθεση αφορούσε κατ' ουσία τον προσδιορισμό της επελεύσεως και της διάρκειας της ανικανότητας προς εργασία εργαζομένου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καθώς και τις σχετικές παροχές σε χρήμα, που μπορούσε να ζητήσει βάσει του άρθρου 18 του κανονιομού 574/72.
( 15 ) Αυτό ακριβώς τόνιζε στο σημείο 12 των προτάσεων του επί της προαναφερθείσης στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Paletta Ι ο γενικός εισαγγελέας κ. C. Gulmann.
( 16 ) Τούτο ρητά συνάγεται από το άρθρο 84, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης.
( 17 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Rindone, οκέψη 15. Πρβλ. επίσης την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1986, υπόθεση 28/85, Deghillage (Συλλογή 1986. σ.991, σκέψεις 17 και 18).
( 18 ) Απόφαση μνημονευθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 28.
( 19 ) Απόφαση Rindone, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σχέψη 13. Βλ. και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. J. Mischo επί της ιδίας υποθέσεως, σημεία 3 και 4. Πρβλ. επίσης την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986, υπόθεση 284/84, Spruyl (Συλλογή 1986, σ. 685, σκέψη 18), και την ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 2 απόφαση Paletta Ι, σχέψη 24.
( 20 ) Υπόθεση C-18/91 Ρ (Συλλογή 1992, σ. I-3997) η υπόθεση αφορούσε αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, που απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας V., πρώην εκτάκτου υπαλλήλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με την οποία ζήτησε να ακυρωθεί η έκθεση της επιτροπής αναπηρίας που είχε εξετάσει την περίπτωση της, καθώς και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με τις οποίες αυτό αρνήθηκε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρίσει το ιατρικό πιστοποιητικό διακοπής δραστηριότητας που η ενδιαφερόμενη προοχόμισε.
( 21 ) Σκέψη 32.
( 22 ) Σκέψη 33.
( 23 ) Πρβλ. και την απόφαση της 27ης Απριλίου 1989, υπόθεση 271/87, Fedeli κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1989, σ.993).
( 24 ) Τούτο ρητά τόνιαε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση V. πατά Κοινοβουλίου, σκέψη 34.
( 25 ) Τούτο τόνισε ο γενικός εισαγγελέας κ. C. Gulmann στο σημείο 6 in fine των προτάσεων του επί της προαναφερθείσης στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Paletta Ī.
( 26 ) Απόφαση μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 2, σκέψη 27. Πρβλ. επίσης και τις αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1990, υπόθεση C-228/88, Bronzino (Συλλογή 1990, σ. I-531, σκέψη 14), και της 12ης Ιουλίου 1990, υπόθεση C-236/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1990, σ. I-3163, σκέψη 17).
( 27 ) Βλ. τις προτάσεις του επί της προαναφερθείσης στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Paletta Ι, σημεία 22 έως 26.
( 28 ) Βλ. τις προτάσεις του επί της προαναφερθείσης στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Paletta Ι, σημεία 8 και 12.
( 29 ) Παρ' όλ' αυτά, έκτοτε δεν ελήφθηκαν κοινοτικά μέτρα τα οποία θα έλυναν το πρόβλημα και δεν διαβλέπεται κάποια εξέλιξη στο ορατό μέλλον. Οπως δε ανέφεραν τόσο η Επιτροπή (σημείο 29 των παρατηρήσεών της) όσο και το Συμβούλιο στην επ' ακροατηρίου συζήτηση, μέχρι σήμερα μόνον ο Γερμανός νομοθέτης έλαβε κάποια μέτρα προς την κατεύθυνση αυτή.
( 30 ) Το Δικαστήριο δεν έχει δεχθεί ρητά την αρχή αυτή, όπως το πρότειναν οι γενικοί εισαγγελείς κ. Μ. Darmon [βλ. το σημείο 17 των προτάσεων του επί της υποθέσεως 130/88, Van De Bijl, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1989 (Συλλογή 1989, σ. 3039)] και κ. J. Mischo (βλ. το σημείο 34 των προτάσεων του επί της μνημονευθείσης στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Paletta Ι).
( 31 ) Ο γενικός εισαγγελέας κ. C. Gulmann, οτο σημείο 12 in fine των προτάσεων του επί της ήδη μνημονευθείσης στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Paletta Ι, τόνισε ότι «τόσο για λόγους αρχής όσο και για πρακτικούς λόγους επιβάλλεται ο εκ των υστέρων έλεγχος της ακρίβειας αυτών των πιστοποιητικών να γίνεται από τα δικαστικά όργανα του κράτους οι φορείς του οποίου εξέδωσαν τα εν λόγω πιστοποιητικά και εντός των ορίων του οποίου έλαβαν χώρα τα περιστατικά στα οποία αναφέρονται τα εν λόγω πιστοποιητικά».
( 32 ) Βλ. το σημείο 34 των προτάσεων επί της προαναφερθείσης στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Paletta Ι του γενικού εισαγγελέα κ. J. Mischo.
( 33 ) Σημεία 27 επ. των προτάσεων του στην υπόθεση Paletta Ι, μνημονευθείσα στην υποσημείωση 2.
( 34 ) Σημείο 29 των προτάσεών του στη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 2 υπόθεση Paletta Ι.
( 35 ) Απόφαση μνημονευθείσα ήδη στην υποσημείωση 30, σκέψη 26.
( 36 ) Τούτο γινόταν δυνάμει των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 64/427/EOK του Συμβουλίου, της 7η; Ιουλίου 1964, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων μεταποιήσεως που υπάγονται στις κλώσεις 23-40 ΔΤΤΒ (βιομηχανία και βιοτεχνία) (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 38).
( 37 ) Σκέψη 22.
( 38 ) Σκέψη 24.
( 39 ) Επρόκειτο για τις διατάξεις της μνημονευθείσας στην υποσημείωση 36 οδηγίας 64/427.
( 40 ) Σκέψη 26.
( 41 ) Σκέψη 27.
( 42 ) Απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, υπόθεση 39/86 (Συλλογή 1988, σ. 3161, σκέψη 43). Στην ενλόγω υπόθεση το Δικαστήριο τόνισε, καταρχάς, ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση υποτροφίας για πενεπιστημιακές σπουδές από την προϋπόθεση της προηγούμενης συμπληρώσεως μιας ελάχιστης περιόδου επαγγελματικής δραστηριότητας στο έδαφός τους. Στη συνέχεια όμως, δεχόμενο την επιχειρηματολογία των κρατών μελών, τα οποία υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, που αποσκοπούσε «στην πρόληψη ορισμένων καταχρήσεων, οι οποίες θα εμφανίζονταν π.χ. στις περιπτώσεις στις οποίες από αντικειμενικά στοιχεία θα αποδεικνύονταν ότι ο εργαζόμενος εισήλθε σε ένα κράτος μέλος με μοναδικό σκοπό να αξιώσει μετά από πολύ σύντομη περίοδο επαγγελεματικής δραστηριότητας τη σπουδαστική υποτροφία», τόνισε ότι «οι καταχρήσεις αυτές δεν καλύπτονται από τις επίμαχες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου».
Εξάλλου το Δικαστήριο κατ' επανάληψη είχε κρίνει στο παρελθόν ότι δεν μπορεί κάποιος να ασκήσει ένα δικαίωμα όταν συντρέχει παρόμοια περίπτωση καταχρήσεως. Στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 3ης Δεκεμβρίου 1974, υπόθεση 33/74, Van Binsbergcn (Συλλογή τόμος 1974, σ. 513, σκέψη 13), και της 7ης Φεβρουαρίου 1979, υπόθεση 115/78, Knoors (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 169, σκέψη 25), και στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, βλ. την απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1985, υπόθεση 229/83, Leclerc κ.λπ. (Συλλογή 1985, σ. 1, σκέψη 27).
( 43 ) Σε αυτήν την υπόθεση αναφέρθηκε και ο γενικός εισαγγελέας κ. J. Mischo στο σημείο 32 των προτάσεων του επί της μνημονευθείσης στην υποσημείωση 2 υποθέσεως Palettal. Βλ. και τις προτάσεις του γενικοί εισαγγελέα κ. Μ. Dannon στην υπόθεση 81/87, Daily Mail, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 (Συλλογή 1988, ο. 5483), με τις οποίες πρότεινε στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η μεταφορά σε άλλο κράτος μέλος της κεντρικής διοικήσεως μιας εταιρίας μπορεί να συνιστά έναν από τους τρόπους ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως, επιφυλασσομένης πάντως της αρμοδιότητας του εθνικού δικαστή να εξετάσει αν, «στη συγκεκριμένη περίπτωση και λαμβανομένης υπόψη της συγκεκριμένης αλληλουχίας, αγγίζει κανείς τα όρια της καταχρήσεως δικαιώματος ή της καταστρατηγήσεως του νόμου και, εν ανάγκη, αν πρέπει να εφαρμοστεί το κοινοτικό δίκαιο» (σημείο 9J. Το Δικαστήριο όμως ερμηνεύοντας διαφορετικά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, δεν αποφάνθηκε επί του ζητήματος αυτού.
Βλ. επίσης, προς αυτήν την κατεύθυνση, την απόφαση της 3ης Μαρτίου 1993, υπόθεση C-8/92, General Milk Products (Συλλογή 1993, σ. Ī-779, σκέψη 22), και τις σχετικές προτάσεις του γενικού εισαγγελέα κ. Μ. Darmon, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι, για να αποκρουστεί η χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών για ορισμένα εισαγόμενα στη Γερμανία ή εξαγόμενα από αυτήν εμπορεύματα, θα απαιτείτο να αποδειχθεί óu οι εισαγωγείς ή οι εξαγωγείς προετίθεντο να επωφεληθούν καταχρηστικώς της κοινοτικής νομοθεσίας, θεώρησε δε αρμόδιο να προβεί στην πιστοποίηση αυτή τον εθνικό δικαστή.
( 44 ) Πρβλ. τις αντιρρήσεις που ανατύπωσε επί αναλόγου προβλήματος, σχετικού με τη δυνατότητα επικλήσεως ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ο γενικός εισαγγελέας κ. G. Tesauro στα σημεία 26 επ. των προτάσεων του της 9ης Νοεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-441/93, Παφίτης κ.λπ., επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη η απόφαση.
( 45 ) Πρβλ. σχετικά επί αναλόγων ζητημάτων τις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, υποθέσεις 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψεις 30 επ., ιδίως σκέψη 33), της 27ης Μαΐου 1993, υπόθεση C-290/91, Peter (Συλλογή 1993, σ. Ι-2981, σκέψη 8). Βλ. επίσης τα σημεία 20 επ. των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. F. G. Jacobs επί της τελευταίας αυτής υποθέσεως, τα σημεία 38 και 39 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κ. W. Van Gerven επί της υποθέσεως C-371/92, Ελληνικά Δημητριακά, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 8ης Ιουνίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. Ι-2391), καθώς επίσης και το σημείο 61 των προτάσεων μου της 8ης Ιουνίου 1995 επί της υποθέσεως C-63/93, Duff κ.λπ., επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμη η απόφαση.
( 46 ) Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά ανάγονται στο έτος 1989, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της θέσεως σε ιοχυ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν είναι επομένως αναγκαίο να κριθεί το ζήτημα αν η αρχή αυτή έχει λάβει μορφή γραπτού κανόνα γενικής ιοχύος με την παραπάνω διάταξη της Συνθήκης όπως φαίνεται να θεωρεί το δικαστήριο της παραπομπής.
( 47 ) Βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 1987, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 279/84, 280/84, 285/84 και 286/84, Rau κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1069, σκέψη 34)- της 11ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 265/87, Schröder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21) της 13ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, ο. 2609, σκέψη 18). Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 1995, υπόθεση C-36/94, Siesse, Συλλογή 1995, σ. I-3573 (σκέψη 21), και της 9ης Νοεμβρίου 1995, υπόθεση C-426/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, ο. I-3723 (σκέψη 42).
( 48 ) Όπως το τόνισε στο σημείο 6 των προτάσεων του στην ήδη μνημονευθείσα στη υποσημείωση 5 υπόθεση Rindone ο γενικός εισαγγελέας κ. J. Mischo, «ο κανονισμός 574/72 δεν συνιστά εκτελεστικό κανονισμό που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει εξουσιοδοτήσεως περιλαμβανομένης σε κανονισμό του Συμβουλίου. Αντίθετα, πρόκειται για πράξη που προέρχεται από το ίδιο το Συμβούλιο και που εκδόθηκε βάσει των ίδιων διατάξεων της Συνθήκης και βάσει των ίδιων διαδικασιών (γνώμη του Κοινοβουλίου και της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής) βάσει των οποίων εκδόθηκε και ο Κανονισμός 1408/71». Και συνέχιζε: «Ακόμη και αν ορίτ σμένες διατάξεις του κανονισμού 574/72 έβαιναν πέραν των λεπτομερειών εφαρμογής (...) η θέσπιση τους θα ήταν και πάλι έγκυρη».
( 49 ) Απόφαση ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 13.
( 50 ) Απόφαση ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 27.
( 51 ) Πρβλ. τις αποφάσεις Rindone, σκέψη 13, Spruyt, σκέψη 18. και Paletta Ι, σκέψη 24 (ήδη μνημονευθείσες στις υποσημειώσεις 5, 19, και 2, αντιστοίχως).
Full & Egal Universal Law Academy