Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α - Εισαγωγή
1 Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί αιτήσεως αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά διατάξεως του Πρωτοδικείου, με την οποία απερρίφθη η προσφυγή-αγωγή τριών επιχειρήσεων διαθέσεως απορριμμάτων κατά του Συμβουλίου. Πρόκειται για τις επιχειρήσεις Buralux SA, Satrod SA και Ourry SA, που ασχολούνται από κοινού με τη διάθεση απορριμμάτων από τη Γερμανία στη Γαλλία.
2 Για τον σκοπό αυτό η επιχείρηση Buralux, που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, συνήψε από το 1989 με διάφορες κοινότητες και περιφέρειες της Γερμανίας συμβάσεις που είχαν ως αντικείμενο τη συλλογή, μεταφορά και διάθεση οικιακών απορριμμάτων. Τις περισσότερες φορές οι συμβάσεις αυτές είχαν διάρκεια πέντε ετών, ενώ προέβλεπαν δυνατότητα παρατάσεως. Έργο της επιχειρήσεως Ourry ήταν η μεταφορά, δηλαδή η εξαγωγή των αποβλήτων στη Γαλλία, όπου γινόταν εναπόθεση των αποβλήτων σε χώρο αποθέσεως απορριμμάτων, του οποίου την εκμετάλλευση είχε η επιχείρηση Satrod.
3 Τον Αύγουστο 1992 αποκαλύφθηκε στη Γαλλία παράνομη αποθήκη νοσοκομειακών απορριμάτων από τη Γερμανία, που είχαν δηλωθεί ως οικιακά απορρίμματα. Κατόπιν αυτού ο Γάλλος Υπουργός Περιβάλλοντος απαγόρευσε, με το διάταγμα 92-798, της 18ης Αυγούστου 1992, την εισαγωγή οικιακών απορριμμάτων στη Γαλλία. Το διάταγμα αυτό τροποποιεί και συμπληρώνει το προγενέστερο διάταγμα 90-267, της 23ης Μαρτίου 1990, που αφορούσε την εισαγωγή, εξαγωγή και διαμετακόμιση επιβλαβών αποβλήτων. Το νέο διάταγμα προβλέπει μόνο δύο εξαιρέσεις:
1) Η εισαγωγή απορριμμάτων είναι δυνατή όταν υπάρχει σχετική πρόβλεψη σε σχέδιο διαθέσεως απορριμμάτων.
2) Εάν δεν υπάρχει τέτοιο σχέδιο διαθέσεως, η εισαγωγή είναι δυνατή βάσει συμφωνίας μεταξύ της Γαλλίας και του κράτους που θέλει να προβεί σε εξαγωγή απορριμμάτων.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών-εναγουσών δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Δεδομένου εξάλλου ότι δεν υπάρχουν σχέδια διαθέσεως απορριμμάτων, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι δεν είναι πλέον δυνατή η εισαγωγή απορριμάτων από τη Γερμανία. Αυτό θα εσήμαινε ότι οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις δεν είναι πλέον σε θέση να εκτελέσουν τις συμβάσεις που συνήψαν με τις γερμανικές κοινότητες και περιφέρειες.
4 Την 1η Φεβρουαρίου 1993 το Συμβούλιο εξέδωσε κανονισμό σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο έξοδό τους (1). Ο κανονισμός αυτός στηρίζεται ιδίως στο άρθρο 130 P της Συνθήκης ΕΟΚ. Όσον αφορά τη μεταφορά αποβλήτων μεταξύ των κρατών μελών, το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να απαγορεύουν την εισαγωγή αποβλήτων. Το άρθρο αυτό προβλέπει επί λέξει τα εξής:
«Προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή οι αρχές της εγγύτητας, της προτεραιότητας αξιοποίησης και της αυτάρκειας σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα, σύμφωνα με τη Συνθήκη, για τη γενική ή μερική απαγόρευση των μεταφορών αποβλήτων ή να προβάλλουν συστηματικά αντιρρήσεις για τις εν λόγω μεταφορές. Τα μέτρα αυτά κοινοποιούνται αμέσως στην Επιτροπή που ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη.» (2)
5 Κατά το άρθρο 44, εδάφιο 2, του κανονισμού, ο κανονισμός εφαρμόζεται 15 μήνες από τη δημοσίευσή του, δηλαδή στις 6 Μαου 1994.
6 Στις 6 Απριλίου 1993 η Buralux, η Satrod και η Ourry άσκησαν προσφυγή-αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου ζητώντας
- να ακυρωθεί το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, του κανονισμού 259/93 και
- να υποχρεωθεί η Κοινότητα, λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, να καταβάλλει αποζημίωση ύψους 22 760 000 ECU για την Buralux, 6 676 000 ECU για τη Satrod και 3 166 000 ECU για την Ourry.
7 Το Συμβούλιο ζήτησε
- να κηρυχθεί απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως·
- επικουρικώς να απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως ως αβάσιμη·
- να απορριφθεί η αγωγή αποζημιώσεως ως αβάσιμη.
Η προσφυγή-αγωγή παραπέμφθηκε με διάταξη του Δικαστηρίου στο Πρωτοδικείο.
8 Με διάταξη της 17ης Μαου 1994 το Πρωτοδικείο απέρριψε και τα δύο αιτήματα της προσφυγής-αγωγής ως απαράδεκτα. Το Πρωτοδικείο έκρινε την προσφυγή ακυρώσεως ως απαράδεκτη διότι η ρύθμιση δεν αφορούσε ατομικά τις προσφεύγουσες. Κατά την άποψη του Πρωτοδικείου η επίδικη ρύθμιση απευθύνεται κατά γενικό και αφηρημένο τρόπο σε συγκεκριμένη ομάδα προσώπων. Για τον λόγο αυτό η ρύθμιση αφορά τις προσφεύγουσες μόνο βάσει της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως επιχειρήσεων που δρουν στον τομέα της διαθέσεως και μεταφοράς αποβλήτων, όπως ακριβώς αφορά όλες τις άλλες επιχειρήσεις που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση. Το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε σχετικά με το κατά πόσον η ρύθμιση αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες. Η αγωγή αποζημιώσεως κρίθηκε επίσης απαράδεκτη, διότι ούτε το δικόγραφο αγωγής ούτε το υπόμνημα απαντήσεως των εναγουσών περιείχε αποδείξεις για το αναφερόμενο ύψος της ζημίας. Αυτό είναι αντίθετο προς το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο, όπως ακριβώς και το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, απαιτεί να περιέχει το δικόγραφο της προσφυγής το αντικείμενο της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση.
9 Οι προσφεύγουσες-ενάγουσες άσκησαν στις 15 Ιουλίου 1994 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της διατάξεως αυτής. Οι προσφεύγουσες-ενάγουσες ζητούν:
- να αναιρεθεί η διάταξη του Πρωτοδικείου της 17ης Μαου 1994, στο μέτρο που με τη διάταξη αυτή κρίθηκε απαράδεκτη η προσφυγή-αγωγή τόσο ως προς το ακυρωτικό όσο και ως προς το αποζημιωτικό αίτημα·
- να ακυρωθεί το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993·
- να αναγνωρισθεί η εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας·
- να επιδικαστεί ως αποζημίωση:
- στην επιχείρηση Buralux το ποσό των 22 760 000 ECU,
- στην επιχείρηση Satrod το ποσό των 6 676 000 ECU,
- στην επιχείρηση Ourry το ποσό των 3 166 000 ECU.
10 Το Συμβούλιο ζητεί
- να απορριφθεί με διάταξη η αίτηση αναιρέσεως, ως προδήλως απαράδεκτη στο μέτρο που αφορά την προσφυγή ακυρώσεως και ως προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη στο μέτρο που αφορά την αγωγή αποζημιώσεως·
- επικουρικώς να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη·
- όλως επικουρικώς να απορριφθούν η προσφυγή ακυρώσεως και η αγωγή αποζημιώσεως ως αβάσιμες και
- να καταδικασθούν και στις τρεις περιπτώσεις οι προσφεύγουσες-ενάγουσες επιχειρήσεις στα δικαστικά έξοδα.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 120 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου αποφασίστηκε να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της αναιρέσεως χωρίς προφορική διαδικασία.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
1. Το παραδεκτό
1.1. Το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως
12 Κατά την άποψη των προσφευγουσών πρέπει να αναιρεθεί η διάταξη του Πρωτοδικείου, διότι με τη διάταξη αυτή το Πρωτοδικείο έκρινε εσφαλμένα την έννοια του επίδικου κανονισμού και ιδίως του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i.
13 Το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, του κανονισμού 259/93 δεν καθορίζει μόνο το πλαίσιο δράσεως των κρατών μελών, αλλά προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα, π.χ., την απαγόρευση μεταφοράς αποβλήτων. Η επιβολή των μέτρων αυτών θα είχε τόσο σημαντικές συνέπειες, ώστε οι προσφεύγουες επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν πλέον να συνεχίσουν να ασκούν την προηγούμενη δραστηριότητά τους. Αυτό σημαίνει ότι η κατάσταση των επιχειρήσεων απειλείται άμεσα λόγω του ότι ο κανονισμός παρέχει τόσο εκτεταμένες εξουσίες στα κράτη μέλη.
14 Η ρύθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, του κανονισμού 259/93 είναι πλήρως ορισμένη και στο μέτρο που αφορά επιχειρήσεις ασχολούμενες με τη μεταφορά απορριμμάτων. Δεν γίνεται σχετικά καμία διάκριση επικινδύνων και μη επικινδύνων απορριμμάτων και δεν τίθεται κανένας όρος για την εφαρμογή του κανονισμού. Απ' όλ' αυτά προκύπτει, κατά την άποψη των προσφευγουσών, ότι η επίδικη ρύθμιση τις αφορά ατομικά και άμεσα.
15 Οι προσφεύγουσες, κατά δήλωσή τους, είναι στην πράξη οι μόνες επιχειρήσεις που πραγματοποιούν μεταφορές απορριμμάτων από τη Γερμανία στη Γαλλία. Σε άλλο σημείο διευκρινίζεται επαρκώς η δήλωση αυτή, υπό την έννοια ότι οι προσφεύγουσες είναι οι μόνες επιχειρήσεις, με τις οποίες έχουν συνάψει συμβάσεις γερμανικές κοινότητες και περιφέρειες. Βάσει του γεγονότος αυτού είναι δυνατό να οριστούν επακριβώς οι επιχειρήσεις τις οποίες αφορά ο κανονισμός, εξ αυτού δε προκύπτει ότι ο κανονισμός αφορά ατομικά τις επιχειρήσεις αυτές. Και αυτό πολύ περισσότερο διότι σκοπός του κανονισμού είναι να απευθυνθεί ακριβώς σ' αυτές τις επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτό δεν υπάρχει, κατά την άποψη των προσφευγουσών, καμία αμφιβολία ότι οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις πρέπει να εξομοιωθούν με αποδέκτες αποφάσεως που απευθύνεται σ' αυτές.
16 Το ότι ο κανονισμός αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις προκύπτει και από το γεγονός ότι μόνος σκοπός του κανονισμού 259/93 ήταν, κατά την άποψη των προσφευγουσών, να επιβεβαιώσει την προγενέστερη, αντίθετη προς τη Συνθήκη, γαλλική ρύθμιση, η οποία απαγόρευε την εισαγωγή απορριμμάτων και αφορούσε άμεσα τις προσφεύγουσες.
17 Οι προσφεύγουσες παραπονούνται ιδίως διότι το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τα επιχειρήματά τους σε σχέση με την υπόθεση 11/82 (3). Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο δέχθηκε το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως σε ανάλογη περίπτωση.
18 Αντίθετα, κατά την άποψη του Συμβουλίου, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθά. Το Συμβούλιο συμμερίζεται την άποψη του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία ο επίδικος κανονισμός καθορίζει μόνον το πλαίσιο για τα μέτρα των κρατών μελών. Δεν είναι δυνατόν ο κανονισμός να αφορά τις προσφεύγουσες, διότι ο κανονισμός απευθύνεται μόνον στα κράτη μέλη και όχι σε μεμονωμένες επιχειρήσεις. Για τον λόγο αυτό αποκλείεται εξ αρχής να αφορά ο κανονισμός ατομικά τις προσφεύγουσες.
19 Το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, αποτελεί γενική διάταξη - όπως προκύπτει και από τη διατύπωσή του - με συνέπειες που εκτείνονται σε όλους τους επιχειρηματίες, ακόμη και τους μελλοντικούς.
20 Κατά την άποψη του Συμβουλίου ο κανονισμός αποκλείεται να αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες διότι, για να προκληθούν έννομες συνέπειες εις βάρος των προσφευγουσών επιχειρήσεων, απαιτείται απόφαση των κρατών μελών. Μόνο στην περίπτωση που τα κράτη μέλη, έχοντας ευρύ περιθώριο επιλογής, λάβουν κάποιο από τα μέτρα που τίθενται στη διάθεσή τους, είναι δυνατόν να προκύψουν συνέπειες για τις μεμονωμένες επιχειρήσεις.
21 Όσον αφορά την υπόθεση 11/82, Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Συμβούλιο θεωρεί ότι ορθώς το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν σχετικά. Η νομολογία αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση 11/82 το παραδεκτό της προσφυγής έγινε δεκτό μόνον λόγω σειράς ιδιαιτεροτήτων που δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση.
22 Εκτός αυτού το Συμβούλιο αντικρούει τον ισχυρισμό των προσφευγουσών, σύμφωνα με τον οποίο ο επίδικος κανονισμός είχε ως μόνο σκοπό να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων την αντίθετη προς τη Συνθήκη γαλλική ρύθμιση. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου πρότεινε την επίδικη ρύθμιση σε συμφωνία με την Επιτροπή, ενόψει της αποφάσεως της 9ης Ιουλίου 1992 (4). Σκοπός ήταν να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να λάβουν, για λόγους προστασίας περιβάλλοντος, μεταξύ άλλων και μέτρα περιορισμού των εισαγωγών απορριμμάτων.
23 Αφετηρία για τις σκέψεις σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής πρέπει να αποτελέσει το άρθρο 173, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι:
«Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται με τις ίδιες προϋποθέσεις να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ' αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων, που αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.»
Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και όταν - όπως εν προκειμένω - πρόκειται για κανονισμό, ο κανονισμός αυτός μπορεί να προσβληθεί από πρόσωπα τα οποία αφορά ατομικά και άμεσα.
1.1.1. Το κατά πόσον η προσβαλλόμενη ρύθμιση αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες
24 Στην περίπτωση συνηθισμένης μορφής αποφάσεως δεν ανακύπτουν δυσκολίες, διότι η απόφαση αναφέρει τους αποδέκτες στους οποίους απευθύνεται. Δυσκολότερη είναι η περίπτωση του κανονισμού, που είναι διατυπωμένος γενικά και αφηρημένα. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η επίδικη ρύθμιση τις αφορά ατομικά, διότι απευθύνεται στις επιχειρήσεις που απασχολούνται στον τομέα της διασυνοριακής μεταφοράς αποβλήτων. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες είναι σχεδόν οι μόνες επιχειρήσεις που εργάζονται στον τομέα αυτό, ο κανονισμός απευθύνεται ιδίως στις προσφεύγουσες. Τις αφορά μάλιστα κατά τρόπο ιδιαίτερο, εκτός των άλλων διότι η επίδικη ρύθμιση έχει ιδιαίτερα επιβλαβείς συνέπειες γι' αυτές, και συγκεκριμένα συνεπάγεται την παύση της μέχρι τότε δραστηριότητάς τους.
25 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (5) για να γίνει δεκτό ότι η ρύθμιση αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες δεν αρκεί να θίγονται τα συμφέροντά τους, να υπάρχει δυνατότητα ακριβούς προσδιορισμού του αριθμού ή ακόμα της ταυτότητάς τους και να είναι οι μόνες στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η επίδικη ρύθμιση, εφόσον η εφαρμογή στις προσφεύγουσες πραγματοποιείται δυνάμει αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως, καθοριζόμενης από το μέτρο σε σχέση με τον σκοπό του. Ακόμη δηλαδή και αν ο επίδικος κανονισμός μπορεί να εφαρμοστεί στις προσφεύγουσες, αυτό δεν σημαίνει ότι αφορά τις προσφεύγουσες ατομικά, ιδίως όταν αφορά τις προσφεύγουσες μόνον υπό τη γενική ιδιότητα των εισαγωγέων.
26 Αυτό όμως ακριβώς συμβαίνει εν προκειμένω κατά την άποψη του Συμβουλίου. Ο κανονισμός δεν αφορά τις προσφεύγουσες περισσότερο απ' ό,τι οποιονδήποτε άλλον επιχειρηματία που ασχολείται ή θέλει να ασχοληθεί με τον τομέα αυτό. Στο μέτρο αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός απευθύνεται σε συγκεκριμένο κύκλο προσώπων. Εξάλλου ο κανονισμός απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη, δηλαδή μπορεί να αφορά κατά όμοιο τρόπο και επιχειρήσεις σε άλλα κράτη μέλη.
27 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (6) πρέπει ο κανονισμός να θίγει τις προσφεύγουσες λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που προσιδιάζουν σ' αυτές ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τις χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και έτσι να τις εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνο των αποδεκτών, για να μπορεί να γίνει δεκτό ότι τις αφορά ατομικά.
28 Κατά την άποψη των προσφευγουσών εκείνο που τις χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση είναι κυρίως οι τρέχουσες συμβάσεις με γερμανικές κοινότητες και περιφέρειες. Το κριτήριο αυτό αναγνωρίστηκε και στην υπόθεση 11/82, Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (7).
29 Βάση της διαφοράς αυτής ήταν το άρθρο 130, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ελλάδος. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό ένα κράτος μέλος δύναται να ζητήσει να του επιτραπεί η λήψη μέτρων διασφαλίσεως έναντι της Ελλάδος. Αυτό ακριβώς έπραξε η Γαλλία και η Επιτροπή της επέτρεψε να περιορίσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα την εισαγωγή νημάτων βάμβακος από την Ελλάδα. Υπήρχαν όμως ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν, για το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα, συνάψει με Γάλλους πελάτες συμβάσεις που δεν μπορούσαν πλέον να εκτελέσουν. Στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής ανέκυψε το ερώτημα αν η απόφαση της Επιτροπής αφορούσε ατομικά τις εν λόγω επιχειρήσεις.
30 Το Δικαστήριο έκρινε σχετικά ότι δεν ήταν αρκετό το γεγονός ότι οι οικείες επιχειρήσεις ήταν οι κυριότεροι εξαγωγείς βάμβακος. Τελικώς όμως δέχθηκε ότι η ρύθμιση αφορούσε τις επιχειρήσεις αυτές ατομικά, κυρίως διότι η Επιτροπή κατά τη λήψη της αποφάσεώς της όφειλε να λάβει ακριβώς υπόψη τι επιπτώσεις θα είχαν τα επιτρεπόμενα από αυτήν μέτρα διασφαλίσεως στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της λαμβάνοντας υπόψη τις ελληνικές επιχειρήσεις και γνωρίζοντας τις ήδη συναφθείσες συμβάσεις.
31 Είναι αμφίβολο αν μπορεί να μεταφερθεί άνευ ετέρου στην παρούσα υπόθεση η νομολογία που διαμορφώθηκε στην υπόθεση Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής. Στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για μέτρα διασφαλίσεως έναντι ενός μόνο κράτους μέλους, ενώ στην παρούσα υπόθεση ο κανονισμός απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη και τα προβλεπόμενα μέτρα μπορούν να ληφθούν έναντι όλων των κρατών μελών. Εκτός αυτού η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη τις επιπτώσεις της αποφάσεώς της για την οικονομία του οικείου κράτους μέλους. Στην παρούσα υπόθεση το Συμβούλιο καθορίζει μόνο το γενικό πλαίσιο για τα μέτρα των κρατών μελών. Η αφετηρία είναι εντούτοις και στις δύο περιπτώσεις όμοια, στο μέτρο που εν προκειμένω επιχειρήσεις του Λουξεμβούργου έχουν συνάψει συμβάσεις, οι οποίες βρίσκονταν ακόμη σχεδόν όλες σε ισχύ κατά τον χρόνο θέσεως του κανονισμού σε εφαρμογή και δεν μπορούσαν πλέον να εκτελεστούν. Εντούτοις, βάσει της ειδικής καταστάσεως που περιγράφηκε πιο πάνω, δεν θεωρώ αναγκαία τη μεταφορά στην παρούσα υπόθεση της νομολογίας που διαμορφώθηκε στην υπόθεση Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής.
32 Θα ήθελα για τον λόγο αυτό να αναφερθώ και στην απόφαση επί της υποθέσεως Extramet Industrie κατά Επιτροπής (8). Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο βέβαια για κανονισμό αντιντάμπινγκ· το Δικαστήριο επεσήμανε όμως ρητώς ότι, ανεξάρτητα απ' όλα τα κριτήρια που έχουν οριστεί για το κατά πόσον μια ρύθμιση αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα στη διαδικασία αντιντάμπινγκ, ο επίδικος κανονισμός μπορεί να αφορά ατομικά τον προσφεύγοντα και όταν η οικονομική του δραστηριότητα εξαρτάται σε σημαντικότατο βαθμό από τις εισαγωγές και ο προσφεύγων θίγεται σοβαρώς από τον κανονισμό. Ως περαιτέρω κριτήριο αναφέρεται ότι ο προσφεύγων είναι ο σημαντικότερος εισαγωγέας του προϋόντος που αποτελεί το αντικείμενο του μέτρου (9).
33 Με βάση αυτά τα κριτήρια μπορεί να γίνει δεκτό ότι στην παρούσα υπόθεση οι προσφεύγουσες χαρακτηρίζονται, λόγω μιας ιδιαίτερης προσωπικής καταστάσεως, σε σχέση με κάθε άλλον ενδιαφερόμενο. Η Buralux μαζί με τους συνεργάτες της είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας, τουλάχιστον στην περιοχή Γαλλίας-Γερμανίας, και θίγεται ιδιαίτερα από τον κανονισμό και την απαγόρευση εισαγωγών που αυτός προβλέπει, διότι δεν μπορεί να εκτελέσει τις τρέχουσες συμβάσεις της. Οι συμβάσεις αυτές έχουν σχεδόν όλες ισχύ που υπερβαίνει το χρονικό σημείο κατά το οποίο τίθεται σε εφαρμογή ο κανονισμός. Για τον λόγο αυτό μπορεί, νομίζω, να γίνει δεκτό ότι στην παρούσα υπόθεση ο κανονισμός αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες.
34 Ως περαιτέρω επιχείρημα οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι επιχειρηματίες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προστατεύουν τα έννομα συμφέροντά τους, όταν θίγεται ουσιωδώς η θέση τους στην αγορά. Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουν στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως 169/84 (10). Η υπόθεση αυτή αφορούσε κανονισμό που παρείχε στις επιχειρήσεις διαδικαστικές εγγυήσεις δυνάμει των οποίων νομιμοποιούνταν να ζητήσουν από την Επιτροπή να διαπιστώσει παράβαση των κοινοτικών κανόνων. Στο πλαίσιο αυτό το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επιχειρήσεις έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν δικαστικώς προς προστασία των εννόμων συμφερόντων τους.
35 Στην παρούσα όμως υπόθεση δεν παρέχονται στις επιχειρήσεις εγγυήσεις, βάσει των οποίων να μπορούν αργότερα να ασκήσουν προσφυγή. Επομένως οι σκέψεις αυτές δεν επιτρέπουν να αναγνωρισθεί στις προσφεύγουσες δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά το άρθρο 173, εφόσον με τον τρόπο αυτό οι προσφεύγουσες δεν στερούνται κάθε έννομης προστασίας. Εξάλλου το Συμβούλιο επισημαίνει ότι οι προσφεύγουσες έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια και να ζητήσουν να διευκρινιστεί, με την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ, κατά πόσον η επίδικη ρύθμιση είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.
36 Εκτός αυτού οι προσφεύγουσες αναφέρονται πολλές φορές στη γενική τάση επεκτάσεως των δυνατοτήτων ασκήσεως προσφυγής (δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής για το Κοινοβούλιο) και στο γεγονός ότι τα προδικαστικά ερωτήματα του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να περιέχουν στοιχεία για το πραγματικό της διαφοράς. Αυτό όμως δεν μπορεί να έχει σημασία για το παρόν ζήτημα, διότι αποφασιστικό για τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως είναι το γράμμα του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ. Προηγουμένως εξετάστηκε διεξοδικά πώς πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο αυτό και σε ποιες περιπτώσεις επιτρέπει την άσκηση προσφυγής από ιδιώτες.
37 Για τους λόγους αυτούς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η επίδικη ρύθμιση αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες.
1.1.2. Το κατά πόσον η προσβαλλόμενη ρύθμιση αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες
38 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, του κανονισμού 259/93 τις αφορά επίσης άμεσα, διότι το κείμενο της επίδικης ρύθμισης δεν θέτει όρους για τη λήψη των αυστηρών μέτρων. Τα κράτη μέλη μπορούν απλώς, και χωρίς να απαιτείται να πληρούν οποιαδήποτε προϋπόθεση, να απαγορεύσουν πλήρως την εισαγωγή απορριμμάτων. Δεν χρειάζεται καν να γίνει διάκριση μεταξύ επικινδύνων και μη επικινδύνων απορριμμάτων. Δεδομένου ότι η επίδικη ρύθμιση δεν δημιουργεί στα κράτη μέλη εμπόδια για την απαγόρευση της εισαγωγής απορριμμάτων, τα κράτη μέλη δεν θα διστάσουν να εκμεταλλευτούν τη δυνατότητα αυτή. Και για τους λόγους αυτούς ο κανονισμός αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις.
39 Οι προσφεύγουσες αναφέρονται εξάλλου στη ρύθμιση του άρθρου 44, παράγραφος 2, του κανονισμού, σύμφωνα με την οποία ο κανονισμός εφαρμόζεται 15 μήνες από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, δηλαδή στις 6 Μαου 1994. Κατά τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών ο κανονισμός προκάλεσε άμεσες συνέπειες για τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις ήδη από της θέσεώς του σε ισχύ τον Φεβρουάριο 1993. Από τότε οι γερμανικές κοινότητες δεν απευθύνονταν πλέον για τη διάθεση των απορριμμάτων στη Γαλλία, αλλά σε τρίτα κράτη.
40 Το Συμβούλιο στις παρατηρήσεις του επισημαίνει ότι μόνον αν η επίδικη ρύθμιση επηρεάζει την κατάσταση των προσφευγουσών αυτόματα και χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω απόφαση μπορεί να γίνει δεκτό ότι η ρύθμιση αυτή αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα. Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Η προσβαλλόμενη ρύθμιση του κανονισμού επηρεάζει τις επιχειρήσεις μόνον αφ' ής στιγμής το οικείο κράτος μέλος κάνει χρήση της δυνατότητας που του παρέχεται, ενώ πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι παραχωρήθηκε σχετικά στα κράτη μέλη ευρύτατο πεδίο διακριτικής ευχέρειας. Δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες.
41 Το Πρωτοδικείο με τη διάταξή του δεν αποφάνθηκε ρητά κατά πόσον ο κανονισμός αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες. Αυτό δεν ήταν πλέον απαραίτητο, εφόσον δεν έγινε δεκτό ότι ο κανονισμός τις αφορά ατομικά. Εντούτοις στις προτάσεις μου θα εξετάσω και το ζήτημα αυτό.
42 Κατ' αρχάς ανακύπτει το ζήτημα αν η επίδικη ρύθμιση αφορούσε τις προσφεύγουσες ήδη κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, δηλαδή τον Απρίλιο 1993, και επομένως αν υφίστατο έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής παρόλον ότι ο κανονισμός άρχισε να εφαρμόζεται στις 6 Μαου 1994. Δεδομένου ότι ο κανονισμός τέθηκε σε ισχύ ήδη από τον Φεβρουάριο 1993, πρέπει να αναγνωριστεί ήδη από τότε στις προσφεύγουσες η δυνατότητα να προσβάλουν τον κανονισμό. Προϋποτίθεται βέβαια ότι ο κανονισμός αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες. Η προϋπόθεση αυτή πληρούται εφόσον ο κανονισμός τεθεί σε εφαρμογή τον Μάιο του 1994 αυτόματα, δηλαδή χωρίς να απαιτείται περαιτέρω απόφαση, κατά τρόπο ώστε να αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες. Ακριβώς αυτό είναι αμφίβολο στην προκειμένη περίπτωση. Στον ισχυρισμό των προσφευγουσών, ότι ο κανονισμός επηρέασε άμεσα, από της θέσεώς του σε ισχύ, την κατάσταση των προσφευγουσών επιχειρήσεων, πρέπει να αντιταχθεί ότι η γαλλική ρύθμιση ήταν εκείνη που απαγόρευσε κατ' αρχήν την εισαγωγή απορριμμμάτων και με τον τρόπο αυτό υποχρέωσε τις γερμανικές κοινότητες να αναζητήσουν άλλα κράτη εξαγωγής. Και αυτό όχι από της θέσεως του επίδικου κανονισμού σε ισχύ, αλλά ήδη από τις 18 Αυγούστου 1992, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ η γαλλική ρύθμιση.
43 Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, τα κράτη μέλη είναι εκείνα που αποφασίζουν τελικά αν και ποια μέτρα θα λάβουν «για τη γενική ή μερική απαγόρευση των μεταφορών αποβλήτων». Ακόμη και αν το Δικαστήριο ακύρωνε την επίδικη ρύθμιση, αυτό δεν θα επηρέαζε άμεσα την κατάσταση των προσφευγουσών. Ο γαλλικός νόμος, ο οποίος απαγορεύει από το 1992 τις εισαγωγές, θα εξακολουθούσε να ισχύει.
44 Οι προσφεύγουσες βέβαια υποστηρίζουν ότι μόνος σκοπός του κανονισμού είναι η εκ των υστέρων νομιμοποίηση της γαλλικής ρυθμίσεως. Πάντως για το γεγονός αυτό υπάρχουν μόνον εικασίες. Ακόμη όμως και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες. Το Δικαστήριο έχει βέβαια δεχθεί ότι μια ρύθμιση αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα όταν οι κρατικές αρχές έχουν ήδη εκ των προτέρων γνωστοποιήσει ότι θα λάβουν συγκεκριμένη απόφαση ευθύς μόλις λάβουν την απαραίτητη εξουσιοδότηση από το κοινοτικό όργανο (11). Στην περίπτωση όμως εκείνη επρόκειτο για απόφαση την έκδοση της οποίας ζήτησε το κράτος μέλος για συγκεκριμένη περίπτωση. Η προκείμενη περίπτωση είναι διαφορετική. Πρόκειται για κανονισμό που απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη, και όχι μόνο στη Γαλλία. Το κυριότερο όμως είναι ότι η γαλλική ρύθμιση θεσπίστηκε πριν την έκδοση του κανονισμού και είχε ήδη αρνητικές συνέπειες για τις προσφεύγουσες πριν τεθεί ο κανονισμός σε ισχύ. Η Γαλλία δεν περίμενε δηλαδή την έκδοση του κανονισμού πριν ενεργήσει. Θα πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός δεν αφορά άμεσα τις προσφεύγουσες.
45 Κατά συνέπεια η προσφυγή ακυρώσεως είναι απαράδεκτη.
1.2. Το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης
46 Σύμφωνα με το άρθρο 178 σε συνδυασμό με το άρθρο 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί των διαφορών αποζημιώσεως που αφορούν ζημία που προξενούν όργανα της Κοινότητας, και εν προκειμένω το Συμβούλιο.
47 Το Πρωτοδικείο απέρριψε και την αγωγή αυτή ως απαράδεκτη, διότι ούτε το δικόγραφο της αγωγής ούτε το υπόμνημα απαντήσεως περιέχουν στοιχεία για το αναφερόμενο ύψος των ζημιών. Αυτό είναι αντίθετο προς το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου αντίστοιχα, τα οποία απαιτούν να περιέχει το δικόγραφο της προσφυγής το αντικείμενο της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση.
48 Αντίθετα οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι δικαιούνται την αποκατάσταση της ζημίας που τους προκάλεσαν οι ενέργειες του Συμβουλίου. Η αποκατάσταση αυτή είναι δυνατή ακόμη και αν η αποζημίωση δεν μπορεί ακόμη να υπολογιστεί αριθμητικά (όταν επίκειται και μπορεί με επαρκή βεβαιότητα να προβλεφθεί η επέλευση της ζημίας). Αυτό συνέβαινε εν προκειμένω κατά την άποψη των Buralux, Satrod και Ourry. Εκτός αυτού, όπως υποστηρίζουν τώρα, το ύψος της ζημίας μπορεί εύκολα να υπολογισθεί αριθμητικά βάσει των λογαριασμών που προσκόμισαν οι ενάγουσες. Το ποσό των λογαριασμών αυτών καθιστά δυνατό να υπολογιστεί ο κύκλος εργασιών, τον οποίο επιδίωκε η Buralux με τους συνεργάτες της και ο οποίος τώρα περιορίστηκε στο μηδέν. Σύμφωνα με τα αριθμητικά αυτά στοιχεία υπολόγισαν οι ενάγουσες τη ζημία.
49 Κατά την άποψη του Συμβουλίου τα έγγραφα που προσκόμισαν οι ενάγουσες δεν αρκούν για την αριθμητική αποτίμηση της ζημίας. Ο καθορισμός του κύκλου εργασιών βάσει των λογαριασμών αποτελεί μόνον ένα (βέβαια σημαντικό) από περισσότερα στοιχείο. Εξάλλου είναι προφανές ότι ο κύκλος εργασιών δεν μπορεί ποτέ να είναι ίσος με την επελθούσα ζημία. Κανένα από τα δικόγραφα που κατέθεσαν οι ενάγουσες δεν περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων να είναι δυνατός ο υπολογισμός του ύψους της ζημίας. Προσκομίστηκαν μόνον συμβάσεις και λογαριασμοί, δεν δόθηκαν όμως πληροφορίες σχετικά με το χρονικό διάστημα που τέθηκε ως βάση του υπολογισμού και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό των αιτουμένων ποσών. Στο πλαίσιο αυτό το Συμβούλιο υπενθυμίζει άλλη μια φορά ότι ο κανονισμός άρχισε να εφαρμόζεται το 1994.
50 Δεδομένου ότι στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας δεν επανεξετάζονται τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι ενάγουσες, εκτός από ορισμένους λογαριασμούς και συμβάσεις, δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο βάσει του οποίου να καθίσταται δυνατός ο υπολογισμός ενδεχόμενης ζημίας.
51 Δεν χρειάζεται να αναφερθεί τίποτα περισσότερο για να καταστεί σαφές ότι μερικοί λογαριασμοί χωρίς αναφορά του χρονικού διαστήματος στο οποίο αναφέρονται και της μεθόδου υπολογισμού δεν αρκούν για την αριθμητική αποτίμηση της επελθούσας ζημίας. Ακόμη και αν ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί βάσει των λογαριασμών αυτών ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων, και πάλι θα ήταν απαραίτητες περαιτέρω λεπτομερείς εξηγήσεις εκ μέρους των εναγουσών για να αποδειχθεί ότι το ύψος του μη υφισταμένου πλέον κύκλου εργασιών ανταποκρίνεται στην επελθούσα ζημία.
52 Στην επισήμανση των εναγουσών, ότι είναι δυνατό να ασκηθεί αγωγή αποζημιώσεως χωρίς προηγούμενη αριθμητική αποτίμηση της ζημίας, πρέπει να αντιταχθεί ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για τέτοια περίπτωση. Σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις οι ενάγουσες δεν είναι υποχρεωμένες να περιμένουν για την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως μέχρις ότου είναι δυνατή η αριθμητική αποτίμηση της ζημίας. Στην παρούσα υπόθεση δεν συντρέχει όμως τέτοια περίπτωση. Η αριθμητική αποτίμηση της ζημίας ήταν εξαρχής δυνατή. Οι ενάγουσες άλλωστε ανέφεραν συγκεκριμένα κάθε φορά ποσά. Αυτό όμως που δεν έπραξαν ήταν να εκθέσουν λεπτομερή υπολογισμό της ζημίας. Για τον λόγο αυτό δεν είναι μόνον αδύνατο να καθοριστεί αν η επελθούσα ζημία ανέρχεται πράγματι στο αναφερόμενο ύψος· λόγω των ελλιπών στοιχείων των εναγουσών είναι επίσης αδύνατη οποιαδήποτε αριθμητική αποτίμηση της ζημίας. Για τον λόγο αυτό πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη και η αγωγή λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης του Συμβουλίου.
53 Από τα προηγούμενα καθίσταται σαφές ότι ορθώς το Πρωτοδικείο απέρριψε τόσο την προσφυγή όσο και την αγωγή ως απαράδεκτες και επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως των προσφευγουσών-εναγουσών.
1.3. Δυνατότητα απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως με διάταξη
54 Κατά την άποψη του Συμβουλίου η αίτηση αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί, όσον αφορά την προσφυγή ακυρώσεως ως προδήλως απαράδεκτη κατά το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, διότι η ίδια η προσφυγή ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη. Όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως η αίτηση αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, ως προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, διότι η αγωγή αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Επικουρικώς, θα έπρεπε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη.
55 Επ' αυτού πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: Αν η προσφυγή ακυρώσεως ήταν προδήλως απαράδεκτη, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, η αίτηση αναιρέσεως θα έπρεπε να απορριφθεί για τον λόγο αυτό ως προδήλως αβάσιμη και όχι ως προδήλως απαράδεκτη. Η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη αν οι προσφεύγουσες δεν δικαιούνται εκ των προτέρων να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως (π.χ. αν έχει ήδη παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως). Ως προς αυτό όμως δεν υπέβαλε παρατηρήσεις το Συμβούλιο. Εξάλλου εδώ δεν πρόκειται για απαράδεκτο της αιτήσεως της αναιρέσεως αλλά μόνο για απαράδεκτο της προσφυγής-αγωγής που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. Αυτό όμως οδηγεί σε αβάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως.
56 Για τον ίδιο λόγο δεν είναι προφανές γιατί θα έπρεπε να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης.
57 Κατ' αρχήν θεωρώ ότι εν προκειμένω δεν θα ήταν ενδεδειγμένη η εφαρμογή του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η προσφυγή και η αγωγή που εκδικάστηκαν από το Πρωτοδικείο δεν είναι προδήλως απαράδεκτες. Όπως έγινε φανερό χρειάζεται εκτενής έλεγχος, ιδίως με αναφορά στις υποθέσεις 11/82, Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, και C-358/89, Extramet Industrie κατά Επιτροπής, για να διαπιστωθεί το απαράδεκτο.
58 Και οι σκέψεις που διατύπωσε το Συμβούλιο επικουρικά σχετικά με το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως δεν έχουν, νομίζω, διατυπωθεί με μεγάλη ακρίβεια. Κατ' αρχάς το Συμβούλιο παραπέμπει σχετικά στο άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι ως λόγοι αναιρέσεως επιτρέπεται να προβληθούν μόνον αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία και παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο. Κατά την άποψη του Συμβουλίου από την αίτηση αναιρέσεως δεν προκύπτει σαφώς σε ποιο λόγο αναιρέσεως αναφέρονται οι προσφεύγουσες-ενάγουσες. Εντούτοις θεωρεί ότι οι προσφεύγουσες-ενάγουσες επιχειρήσεις παραπονούνται μόνο για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο. Αν είναι έτσι, συνεχίζει το Συμβούλιο, τότε από τις προηγούμενες σκέψεις του προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί των προσφευγουσών-εναγουσών σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής-αγωγής δεν είναι βάσιμοι. Για τον λόγο αυτό θα έπρεπε επικουρικώς να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη. Αυτό φαίνεται να έχει την έννοια ότι - δεδομένου ότι δεν εξετάζονται δικονομικά ζητήματα και αρμοδιότητα - μετά τη διαπίστωση του αβάσιμου των ισχυρισμών των προσφευγουσών-εναγουσών σχετικά με το παραδεκτό της προσφυγής-αγωγής είναι πλέον βέβαιο ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
59 Εάν οι σκέψεις του Συμβουλίου για το εν λόγω ζήτημα έχουν πράγματι την έννοια αυτή, πρέπει, νομίζω, να γίνει δεκτή η άποψη του Συμβουλίου και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη (όχι όμως επικουρικώς, διότι, όπως αποδείχθηκε στα σημεία 55 και 56, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να απορριφθεί ως απαράδεκτη).
60 Στη συνέχεια θα λάβω θέση επί του ζητήματος του βασίμου της προσφυγής-αγωγής, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την πρότασή μου και θεωρήσει παραδεκτή την προσφυγή-αγωγή.
2. Το βάσιμο
61 Το Συμβούλιο, στο υπόμνημα που κατέθεσε κατά την αναιρετική διαδικασία, εκτός από ελάχιστες παρατηρήσεις σχετικά με το βάσιμο της αγωγής αποζημιώσεως (στο πλαίσιο όμως ελέγχου του παραδεκτού), αναφέρεται μόνον επικουρικά στο βάσιμο, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η προσφυγή-αγωγή είναι παραδεκτή.
62 Κατά την άποψη του Συμβουλίου στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, αλλά να αποφανθεί το ίδιο σύμφωνα με το άρθρο 54 του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο των δικογράφων που έχουν κατατεθεί προσφέρει επαρκές έρεισμα για τη λήψη αποφάσεως. Το Συμβούλιο δεν προβάλλει περαιτέρω ισχυρισμούς σχετικά με το βάσιμο της αγωγής αποζημιώσεως. Παραπέμπει μόνο στα υπομνήματα που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο, τα οποία περιέχουν λεπτομερείς παρατηρήσεις για το βάσιμο. Από τις παρατηρήσεις αυτές προκύπτει ότι η αγωγή αποζημιώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. Εντούτοις από το δεύτερο επικουρικό του αίτημα προκύπτει ότι το Συμβούλιο θεωρεί τόσο την προσφυγή όσο και την αγωγή ως αβάσιμες.
63 Oι προσφεύγουσες-ενάγουσες, κατά την άποψη των οποίων η προσφυγή-αγωγή είναι βάσιμη, εξέφρασαν επίσης την άποψη ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο. Κατά την άποψή μου, στην περίπτωση που θα ήταν απαραίτητη η απόφαση επί της ουσίας, θα έπρεπε το Δικαστήριο να αποφανθεί το ίδιο.
2.1. Το βάσιμο της προσφυγής ακυρώσεως
64 Όσον αφορά το βάσιμο της προσφυγής ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προβάλλουν περισσότερους λόγους ακυρώσεως.
2.1.1. Παράβαση ουσιώδους τύπου
65 Όταν οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η επίδικη ρύθμιση είναι άκυρη διότι δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, επικαλούνται παράβαση διατάξεων ουσιώδους τύπου, στις οποίες συγκαταλέγεται το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ. Το άρθρο αυτό προβλέπει ότι οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις πρέπει να αιτιολογούνται. Κατά την άποψη των προσφευγουσών ο κανονισμός 259/93 δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένος, διότι η αιτιολογία του περιέχει αντιφάσεις. Από τη μια πλευρά επισημαίνεται ότι η διασυνοριακή μεταφορά απορριμμάτων πρέπει να ρυθμιστεί από το κοινοτικό δίκαιο, ώστε να καταστεί δυνατός ο επαρκής έλεγχος. Από την άλλη πλευρά όμως ενισχύεται πολύ η εξουσία των κρατών μελών, διότι τους παρέχεται η δυνατότητα να απαγορεύσουν γενικά κάθε μεταφορά απορριμμάτων.
66 Κατά την άποψη του Συμβουλίου δεν υφίσταται η αντίφαση που επικαλούνται οι προσφεύγουσες. Στη δέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού προβλέπεται ότι παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα απαγορεύσεως των εισαγωγών απορριμμάτων, για να επιτευχθεί η εφαρμογή της αρχής της αυτάρκειας διαθέσεως.
67 Το γεγονός όμως ότι και οι δύο σκοποί αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού δεν εγγυάται ότι οι αιτιολογικές σκέψεις δεν επιδιώκουν αντιτιθέμενους σκοπούς. Αλλά και στο πλαίσιο των αιτιολογικών σκέψεων δεν υφίσταται, νομίζω, αντίφαση. Αναγνωρίζεται μεν στα κράτη μέλη η δυνατότητα να απαγορεύσουν πλήρως την εισαγωγή απορριμμάτων, πρέπει όμως σχετικά να επισημανθεί ότι αυτό είναι δυνατό μόνον «σύμφωνα με τη Συνθήκη». Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη δεν είναι τελείως ελεύθερα όσον αφορά τη διαμόρφωση της ρυθμίσεως. Σκοπός του Συμβουλίου είναι να καταστεί η Κοινότητα αυτάρκης στη διάθεση αποβλήτων με τη βοήθεια ενός δικτύου εγκαταστάσεωω διαθέσεως αποβλήτων (12). Ο κοινοτικός έλεγχος της μεταφοράς απορριμμάτων δεν βρίσκεται σε αντίθεση με αυτό. Μέχρις ότου επιτευχθεί η αυτάρκεια διαθέσεως και κάθε κράτος μέλος μπορεί να διαθέτει το εσωτερικό της χώρας του τα απορρίμματα που παράγει το ίδιο, θα υπάρχουν διασυνοριακές μεταφορές απορριμμάτων. Οι μεταφορές αυτές πρέπει να τεθούν υπό έλεγχο σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, για να εξασφαλιστεί το ανώτερο δυνατό επίπεδο προστασίας για το περιβάλλον και την ανθρώπινη υγεία. Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι ο κανονισμός έχει επαρκή και μη αντιφατική αιτιολογία.
2.1.2. Παράβαση της Συνθήκης
68 Στο πλαίσιο αυτό οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι τα απορρίμματα πρέπει να θεωρηθούν ως εμπορεύματα (έστω και με αρνητική αξία). Για τον λόγο αυτό πρέπει να εφαρμόζονται και για τα απόβλητα οι ρυθμίσεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Οι ρυθμίσεις όμως αυτές παραβιάζονται διότι τα κράτη μέλη μπορούν τώρα να κλείσουν τα σύνορά τους για απόβλητα προερχόμενα από γειτονικά κράτη βάσει μονομερούς αποφάσεως. Για να πραγματοποιηθούν οι αρχές της εγγύτητας και της αυτάρκειας διαθέσεως θα έπρεπε να μην επιτρέπεται η λήψη μέτρων που δεν είναι σύμφωνα προς τη Συνθήκη.
69 Το Συμβούλιο στις παρατηρήσεις του επισημαίνει ότι το Δικαστήριο, στην απόφαση επί της υποθέσεως C-2/90 (13) που επικαλούνται οι προσφεύγουσες, έκρινε ότι τα απόβλητα αποτελούν αντικείμενα ειδικού χαρακτήρα, που μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εξάλλου η επίδικη ρύθμιση δεν συνιστά παράβαση της Συνθήκης, διότι απαιτεί να είναι τα μέτρα των κρατών μελών σύμφωνα με τη Συνθήκη.
70 Όπως προκύπτει από την απόφαση στην υπόθεση C-2/90, που επικαλούνται τόσο οι προσφεύγουσες όσο και το Συμβούλιο, τα απόβλητα πρέπει να θεωρούνται ως προϋόντα και επομένως να εφαρμόζονται και στα απόβλητα οι διατάξεις για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (14). Η επίδικη όμως ρύθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, του κανονισμού 259/93 δίνει στα κράτη μέλη μόνο τη δυνατότητα να περιορίσουν τη μεταφορά απορριμμάτων «σύμφωνα με τη Συνθήκη». Από αυτό προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η παράβαση της Συνθήκης λόγω της επίδικης ρύθμισης.
71 Η ίδια η Συνθήκη της ΕΚ προβλέπει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Έτσι το Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά στην υπόθεση C-2/90 ότι «επιτακτικές ανάγκες, συνδεόμενες με την προστασία του περιβάλλοντος» δικαιολογούν περιορισμούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των απορριμμάτων. Παρ' όλον ότι τα μέτρα στην υπόθεση εκείνη αφορούσαν μόνον απορρίμματα από άλλα κράτη μέλη, κατά την άποψη του Δικαστηρίου δεν υφίστατο δυσμενής διάκριση. Δεδομένου ότι η αρχή της αποφυγής βλαβών σε βάρος του περιβάλλοντος, με ενέργειες με τις οποίες επιδιώκεται κατά προτεραιότητα η αντιμετώπιση του σχετικού προβλήματος στη βάση του, οδηγεί στη διαφορετική αντιμετώπιση αποβλήτων ανάλογα με τον τόπο παραγωγής τους, δεν συντρέχει δυσμενής διάκριση όταν τα μέτρα στρέφονται κατά αποβλήτων, τα οποία προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και επομένως δεν καταστρέφονται στον τόπο παραγωγής τους (15). Κατά συνέπεια η επίδικη ρύθμιση δεν συνιστά παράβαση της Συνθήκης.
2.1.3. Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
72 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το Συμβούλιο, με την επίδικη ρύθμιση, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Οι δυσμενείς συνέπειες για τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις (πτώχευση) είναι δυσανάλογες και υπερβαίνουν τους φυσιολογικούς κινδύνους των επιχειρηματιών. Κατά την άποψή τους το Συμβούλιο θα μπορούσε να προβλέψει ένα ηπιότερο μέτρο, π.χ. την προηγούμενη δήλωση των σχεδιαζομένων μεταφορών.
73 Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι ο επίδικος κανόνας αποτελεί μόνο συμπλήρωση των μέχρι τότε υφισταμένων πολυαρίθμων ρυθμίσεων στον τομέα της διαθέσεως των αποβλήτων. Εκτός αυτού το Συμβούλιο έπραξε κάθε τι αναγκαίο, ώστε η ρύθμιση να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Για τις ζημίες που επήλθαν στην προκειμένη περίπτωση ευθύνεται η Γαλλική Κυβέρνηση και όχι το Συμβούλιο.
74 Κατά τον έλεγχο της αναλογικότητας πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του κατά πόσον το επίδικο μέτρο ήταν ενδεδειγμένο και κατά πόσον ήταν αναγκαίο. Κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβητεί εν προκειμένω ότι το μέτρο ήταν ενδεδειγμένο. Αντίθετα υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το αν το μέτρο ήταν αναγκαίο. Ως προς αυτό οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το Συμβούλιο θα μπορούσε να προβλέψει ένα ηπιότερο μέτρο, και συγκεκριμένα την προηγούμενη δήλωση των σχεδιαζομένων μεταφορών. Το μέτρο αυτό όμως δεν θα ήταν ενδεδειγμένο για την επίτευξη του σκοπού της αυτάρκειας διαθέσεως των αποβλήτων. Στην περίπτωση αυτή θα ελάμβαναν χώρα μεταφορές αποβλήτων όπως και προηγουμένως.
75 Στον ισχυρισμό των προσφευγουσών, σύμφωνα με τον οποίο η επίδικη ρύθμιση θίγει τις προσφεύγουσες κατά τρόπο που υπερβαίνει τους φυσιολογικούς κινδύνους των επιχειρηματιών, το Συμβούλιο ορθώς αντιτάσσει ότι η δυσαναλογία αυτή οφείλεται στη γαλλική ρύθμιση. Η επίδικη ρύθμιση προβλέπει μόνον ότι τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα για τη γενική ή μερική απαγόρευση των μεταφορών αποβλήτων. Αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη έχουν περισσότερες δυνατότητες δράσεως. Είναι επομένως υπόθεση των κρατών μελών να αποφασίσουν ποια δυνατότητα θα επιλέξουν, και να εκτιμήσουν τις συνέπειες στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας. Εξάλλου τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να θεσπίσουν μέτρα σύμφωνα με τη Συνθήκη. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αα, περίπτωση i, δεν είναι συνεπώς δυνατόν να ληφθεί δυσανάλογο μέτρο. Τελειώνοντας, θέλω να επισημάνω ότι ο κανονισμός τέθηκε σε εφαρμογή δεκαπέντε μήνες μετά τη θέση του σε ισχύ και επομένως έδινε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη δυνατότητα να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση. Από τα προηγούμενα δεν προκύπτει ότι η επίδικη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
2.1.4. Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
76 Στο πλαίσιο αυτό οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ιoti οι ιδιώτες θα έπρεπε να μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη ότι η Κοινότητα δεν θα λάβει μέτρα αντίθετα προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Εκτός αυτού θα έπρεπε να μπορεί κανείς να έχει εμπιστοσύνη ότι η Ευρωπαϋκή Κοινότητα δεν θα μεταβάλει τις θέσεις της στον τομέα του περιβάλλοντος.
77 Το Συμβούλιο αντέταξε σχετικά ότι η επίδικη ρύθμιση δεν είχε ακόμη τεθεί σε εφαρμογή και προσέφερε στους ενδιαφερομένους επαρκή χρόνο (δεκαπέντε μήνες) για να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση.
78 Ως προς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών πρέπει κατ' αρχάς να επισημανθεί ότι, όπως αποδείχθηκε προηγουμένως, η Κοινότητα δεν έλαβε μέτρα αντίθετα προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Εκτός από τον επαρκή χρόνο προσαρμογής, τον οποίο επεσήμανε και το Συμβούλιο, πρέπει να αναφερθεί ακόμη ένα γεγονός. Το Συμβούλιο ήδη με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε το 1991 (16), έθεσε ως επιδιωκόμενο στόχο την αυτάρκεια διαθέσεως αποβλήτων. Αυτό σημαίνει ότι από τον χρόνο εκείνο έπρεπε κανείς να υπολογίζει ότι οι διασυνοριακές μεταφορές απορριμμάτων θα περιορίζονται όλο και περισσότερο και τα απορρίμματα θα διατίθενται σε μεγαλύτερο βαθμό στον τόπο παραγωγής τους. Για τον λόγο αυτό οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι είχαν εμπιστοσύνη ότι η Κοινότητα δεν θα μεταβάλει τις θέσεις της στον τομέα του περιβάλλοντος και ότι θα συνεχίσουν να είναι δυνατές οι εισαγωγές απορριμμάτων. Πρώτον, η Κοινότητα, όπως μόλις κατέδειξα, δεν μετέβαλε για πρώτη φορά το 1993 τη θέση της στον τομέα του περιβάλλοντος, και δεύτερον οι προσφεύγουσες δεν μπορούσαν να έχουν εμπιστοσύνη ότι θα εξακολουθήσουν στο ίδιο μέτρο να είναι δυνατές οι μεταφορές απορριμμάτων. Για τον λόγο αυτό δεν συντρέχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των προσφευγουσών, που να πρέπει να προστατευθεί.
2.1.5. Κατάχρηση εξουσίας
79 Ελάχιστα από αυτά που υποστηρίζουν για το θέμα αυτό οι προσφεύγουσες αφορούν πράγματι την έννοια της καταχρήσεως εξουσίας. Κατάχρηση εξουσίας υπάρχει όταν η πράξη εκδόθηκε για σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς που αναφέρονται σ' αυτή, δηλαδή με την πράξη επιδιώκεται ένας υποκειμενικά παράνομος σκοπός.
80 Ενόψει του ορισμού αυτού σημασία έχει μόνον ο ισχυρισμός των προσφευγουσών, ο οποίος έχει ως στόχο να αποδειχθεί ότι το Συμβούλιο με τον επίδικο κανονισμό ήθελε να εξυπηρετήσει μόνο τα συμφέροντα ενός κράτους μέλους, και συγκεκριμένα της Γαλλίας, και να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων το παράνομο γαλλικό διάταγμα, και όχι να θεσπίσει γενική ρύθμιση για τη διάθεση των απορριμμάτων.
81 Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι ο Πρόεδρος του Συμβουλίου εισηγήθηκε τη ρύθμιση σε συμφωνία με την Επιτροπή, για να εξασφαλιστεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα, ενόψει της αποφάσεως στην υπόθεση C-2/90 που προαναφέρθηκε, να λάβουν μέτρα περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. Εκτός αυτού, προσθέτει το Συμβούλιο, η ρύθμιση απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να έχει ως συνέπεια την αναδρομική επιβεβαίωση ενός εθνικού μέτρου.
82 Η άποψη του Συμβουλίου είναι ορθή, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες εκφράζουν μόνον εικασίες ότι δήθεν το Συμβούλιο, με την επίδικη ρύθμιση, ήθελε μόνον να νομιμοποιήσει την προηγουμένως θεσπισθείσα γαλλική ρύθμιση. Μια τέτοια αναδρομική νομιμοποίηση δεν θα ήταν άλλωστε δυνατή. Ένας κανονισμός δεν μπορεί να νομιμοποιήσει μια προγενέστερα θεσπισθείσα εθνική ρύθμιση για τον χρόνο πριν την έκδοση του κανονισμού. Γι' αυτό ακριβώς το χρονικό διάστημα πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, διότι οι αρνητικές συνέπειες για τις προσφεύγουσες άρχισαν από τη γαλλική απαγόρευση εισαγωγής, που θεσπίστηκε ήδη το 1992. Δεν συντρέχει συνεπώς κατάχρηση εξουσίας.
2.1.6. Η αρχή της επικουρικότητας
83 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι κατά την έκδοση του επίδικου κανονισμού παραβιάστηκε η αρχή της επικουρικότητας, δηλαδή ότι δεν ελήφθησαν υπόψη ούτε όλα τα κριτήρια προστασίας του περιβάλλοντος ούτε η κατάσταση στα κράτη μέλη για να κριθεί αν ήταν καλύτερο να θεσπιστεί η ρύθμιση στο επίπεδο των κρατών μελών ή σε κοινοτικό επίπεδο.
84 Το Συμβούλιο υποστηρίζει σχετικά ότι εν προκειμένω μπορεί να γίνει λόγος μόνο για την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 130 Π, παράγραφος 4, της Συνθήκης. Το άρθρο αυτό όμως δεν αποτελεί υπερκείμενη ρύθμιση για την προστασία των ιδιωτών κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
85 Από μια ακριβέστερη εξέταση του ισχυρισμού των προσφευγουσών προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες στην πραγματικότητα δεν προβάλλουν παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας, αλλά απλώς ισχυρίζονται ότι υπάρχει τέτοια παραβίαση χωρίς να προσκομίζουν στοιχεία. Όταν οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι κατά την έκδοση του κανονισμού δεν εξετάστηκε αν μια τέτοια ρύθμιση ήταν καλύτερο να θεσπιστεί στο επίπεδο των κρατών μελών ή σε κοινοτικό επίπεδο, προβάλλουν απλώς έναν ισχυρισμό. Δεν προσκομίζουν στοιχεία που να στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό. Ούτε υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες ότι θα ήταν καλύτερο να θεσπιστεί η ρύθμιση στο επίπεδο των κρατών μελών, αντίθετα πολλές φορές επισημαίνουν ότι δεν θα έπρεπε να δοθεί μεγάλη εξουσία στα κράτη μέλη όσον αφορά τον περιορισμό των μεταφορών απορριμμάτων. Αυτό σημαίνει ότι κατά την άποψη των προσφευγουσών το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να ρυθμιστεί σε κοινοτικό επίπεδο. Αυτό ακριβώς όμως έπραξε το Συμβούλιο. Ακόμη και αν αναγνωρίστηκε εν προκειμένω στα κράτη μέλη κάποιο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, πάντως πρόκειται για ρύθμιση κοινοτικού δικαίου. Θεσπίστηκε από την Κοινότητα, απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη και επιβάλλει τις ίδιες επιταγές και ενιαία ρύθμιση σε όλα τα κράτη μέλη. Εξάλλου τα μέτρα, που λαμβάνουν τα κράτη μέλη πρέπει να είναι σύμφωνα με τη Συνθήκη. Δεν υπάρχει συνεπώς αμφιβολία ότι ο τομέας των μεταφορών απορριμμάτων έχει ρυθμιστεί σε κοινοτικό επίπεδο. Ο ισχυρισμός των προσφευγουσών, ότι κατά τη ρύθμιση αυτή παραχωρήθηκε στα κράτη μέλη υπερβολικά ευρεία αρμοδιότητα, πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της παραβάσεως της Συνθήκης, πράγμα που έγινε προηγουμένως. Εν πάση περιπτώσει, με το επιχείρημα αυτό δεν προβάλλεται παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας.
86 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 173 της Συνθήκης της ΕΚ είναι αβάσιμη.
2.2. Το βάσιμο της αγωγής αποζημιώσεως λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης
87 Δεδομένου ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί υπαίτια συμπεριφορά του Συμβουλίου κατά την έκδοση του επίδικου κανονισμού, είναι αβάσιμη και η αγωγή αποζημιώσεως. Ένας περαιτέρω λόγος για το αβάσιμο της αγωγής είναι η έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εκδόσεως του κανονισμού και της ζημίας που αναμφίβολα υπέστησαν οι προσφεύγουσες (αυτό εξάλλου ανταποκρίνεται στους ισχυρισμούς του Συμβουλίου).
Ως προς τα δικαστικά έξοδα
88 Κατά το άρθρο 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων της αιτήσεως αναιρέσεως, όταν αυτή απορρίπτεται. Δεδομένου ότι αυτό συνέβη εν προκειμένω, πρέπει να ληφθεί απόφαση για τα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας εφαρμόζεται στη διαδικασία που έχει ως αντικείμενο την αναίρεση κατ' αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Το άρθρο 69, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως των προσφευγουσών-εναγουσών πρέπει να απορριφθεί, πρέπει να καταδικαστούν οι προσφεύγουσες-ενάγουσες στα έξοδα της διαδικασίας.
Γ - Πρόταση
89 Για τους λόγους αυτούς προτείνω
1) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη,
2) να καταδικαστούν οι προσφεύγουσες-ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 259/93 του Συμβουλίου, της 1ης Φεβρουαρίου 1993 (ΕΕ 1993, L 30, σ. 1).
(2) - Οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86). Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ (EE 1991, L 78, σ. 32).
(3) - Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207).
(4) - Υπόθεση C-2/90, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-4431).
(5) - Απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 26/86, Deutz und Geldermann κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 941, 951, σκέψη 8)· απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985, 147/83, Binderer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1985, σ. 257, 271, σκέψη 13)· απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, 307/81, Alusuisse κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3463, 3472 επ., σκέψη 11)· απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, 242/81, Roquette Frθres κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3213, 3230, σκέψη 7)· απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 231/82, Spijker κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2559, 2566, σκέψη 9 επ)· απόφαση της 18ης Μαου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, Ι-1885 επ., σκέψη 18 επ.).
(6) - Απόφαση στην υπόθεση 11/82, όπ.π., σκέψη 11· απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 231/82, όπ.π., σκέψη 8· απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1963, σ. 937)· απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 26/86, όπ.π., σκέψη 9, και απόφαση στην υπόθεση C-309/89, όπ.π., σκέψη 20.
(7) - Προαναφερθείσα, όπ.π., βλ. υποσημείωση 3.
(8) - Απόφαση της 16ης Μαου 1991, C-358/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-2501).
(9) - Υπόθεση C-358/89, όπ.π., σκέψεις 16 και 17.
(10) - Απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1986, Cofaz κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 391, 414, σκέψη 23).
(11) - Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1971, 62/70, Bock κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1971, σ. 977, 981, σκέψεις 7 και 8).
(12) - Έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 259/93.
(13) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψεις 30 και 32.
(14) - Υπόθεση C-2/90, όπ.π., σκέψη 28.
(15) - Υπόθεση C-2/90, όπ.π., σκέψεις 30, 32, 34 και 36.
(16) - ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86 (βλ. υποσημείωση 2).
Full & Egal Universal Law Academy