ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 7ης Δεκεμβρίου 1995 ( *1 )
1.
Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το High Court of Justice, Queen's Bench Division, αφορούν, αφενός, την ερμηνεία της αποφάσεως Lomas κ.λπ. ( 1 ), με την οποία το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο τον ισχύοντα τρόπο υπολογισμού του «clawback» και, αφετέρου, το κύρος και την ερμηνεία του νέου συστήματος υπολογισμού του «clawback» που θέσπισε η Επιτροπή με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1922/92 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1992 ( 2 ), σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
Τα ερωτήματα αυτά θέτουν επομένως εκ νέου υπό την κρίση του Δικαστηρίου τους τρόπους υπολογισμού αυτού του ποσού που είναι γνωστό ως clawback. Πρόκειται για ένα ποσό το οποίο, βάσει του κοινοτικού καθεστώτος, οι εξαγωγείς προβατοειδών και αιγοειδών από το Ηνωμένο Βασίλειο οφείλουν να καταβάλλουν στις βρετανικές αρχές, κατά την εξαγωγή, ως επιστροφή της πριμοδοτήσεως που έλαβαν προηγουμένως οι παραγωγοί για τη σφαγή των ζώων αυτών.
2.
Μέχρι το 1992, το σύστημα επιστροφής του clawback στηριζόταν, αφενός, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1837/80 του Συμβουλίου ( 3 ), ο οποίος είχε θεσπίσει κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του προβείου και του αιγείου κρέατος και αντικαταστάθηκε εν συνεχεία από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3013/89 του Συμβουλίου ( 4 ), και, αφετέρου, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1633/84 της Επιτροπής ( 5 ), ο οποίος καθόριζε ορισμένες διαδικαστικές λεπτομέρειες εφαρμογής.
Ο κανονισμός 1837/80 είχε επιτρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο να χορηγεί στους παραγωγούς προβείου και αιγείου κρέατος μια «μεταβλητή πριμοδότηση για τη σφαγή», όσον αφορά τα ζώα που προορίζονται να σφαγούν. Η πριμοδότηση αυτή μπορούσε να καταβληθεί όταν οι τιμές που διαπιστώνονταν στην αντιπροσωπευτική αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου ήσαν χαμηλότερες από ένα «κατευθυντήριο επίπεδο» που αντιστοιχούσε στο 85 % της τιμής βάσεως ( 6 ).
3.
Στην περίπτωση που τα προϊόντα που είχαν τύχει της πριμοδοτήσεως εξήγοντο (πράγμα το οποίο μπορούσε να συμβεί εντός 21ημερών από της ημερομηνίας της πρώτης διαθέσεώς τους στην αγορά), οι εξαγωγείς έπρεπε να καταβάλουν στην αρμόδια εθνική αρχή ποσό ισοδύναμο με εκείνο της πριμοδοτήσεως. Ο σκοπός συνίστατο στην εξουδετέρωση, κατά τον χρόνο της διαθέσεως των προϊόντων στην κοινοτική αγορά, των αποτελεσμάτων μιας συνεισφοράς η οποία δεν ήταν πλέον δικαιολογημένη. Ειδικότερα, το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμοί 1837/80 ανέθετε στην Επιτροπή τη λήψη των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να εισπράττεται, κατά την έξοδο των προϊόντων από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου, «ένα ποσό ισοδύναμο προς εκείνο της εν λόγω πριμοδοτήσεως» ( 7 ).
Ο κανονισμός 1633/84, που εκδόθηκε από την Επιτροπή κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, καθόριζε το κριτήριο υπολογισμού της πριμοδοτήσεως για τη σφαγή, καθώς και το κριτήριο σχετικά με το clawback. Ενώ όμως το πρώτο κριτήριο καθοριζόταν με βάση τον συντελεστή μετατροπής που ίσχυε την εβδομάδα κατά την οποία τα προϊόντα είχαν διατεθεί για πρώτη φορά στην αγορά ή με βάση τον συντελεστή μετατροπής που ίσχυε την ημέρα της σφαγής, το δεύτερο κριτήριο υπολογιζόταν με βάση τον συντελεστή μετατροπής που ίσχυε την εβδομάδα κατά την οποία ελάμβανε χώρα η εξαγωγή ( 8 ).
4.
Με την απόφαση του Lomas κ.λπ., όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, επιβεβαίωσε καταρχάς ότι επιτρεπόταν η είσπραξη του clawback στην περίπτωση εξαγωγής των προϊόντων που είχαν προηγουμένως τύχει της πριμοδοτήσεως ( 9 ).
Το Δικαστήριο, διευκρινίζοντας εν συνεχεία ότι ο τρόπος υπολογισμού του clawback πρέπει να διαρρυθμιστεί κατά τρόπο ώστε αυτό να εξουδετερώνει το αποτέλεσμα της πριμοδοτήσεως κατά την έξοδο από τη συγκεκριμένη περιοχή των πριμοδοτηθέντων προϊόντων, χωρίς το εν λόγω σύστημα να μπορεί να συνιστά αδικαιολόγητο πλεονέκτημα ή βλάβη για τους παραγωγούς, κήρυξε παράνομους τους ανωτέρω περιγραφέντες τρόπους υπολογισμού, καθόσον δεν διασφάλιζαν απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ των δύο ποσών ( 10 ).
5.
Επισημαίνοντας ωστόσο ότι το να επιτραπεί η άσκηση αγωγών περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος clawback για προγενέστερες της εκδόσεως της αποφάσεως περιόδους ήταν δυνατόν να έχει σημαντικές χρηματοοικονομικές συνέπειες και να προκαλέσει σοβαρές οργανωτικές δυσχέρειες στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το ζήτημα της ασφαλείας δικαίου, έκρινε ότι ήταν σκόπιμο να περιορίσει διαχρονικώς τα αποτελέσματα της αναγνωρίσεως του ανίσχυρου. Επομένως, έκρινε ότι δεν μπορούσε να γίνει επίκληση του ανίσχυρου αναδρομικώς παρά μόνον από τους επιχειρηματίες που είχαν ασκήσει, πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως, ένδικη προσφυγή ή ισοδύναμη ένσταση ( 11 ).
6.
Το κανονιστικό πλαίσιο που μόλις περιέγραψα υπέστη, εν τω μεταξύ, σημαντικές αλλαγές. Καταρχάς, από της περιόδου εμπορίας 1992, επετράπη στο Ηνωμένο Βασίλειο να καταργήσει τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως για τη σφαγή ( 12 ).
Δεύτερον, σε εκτέλεση της αποφάσεως Lomas κ.λπ., η Επιτροπή εξέδωσε τον προπαρατεθέντα κανονισμό 1922/92, ο οποίος θεσπίζει το νέο σύστημα υπολογισμού του clawback, περί του οποίου πρόκειται στην παρούσα υπόθεση. Όπως διευκρινίζεται στο άρθρο 3, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, στις 10 Μαρτίου 1992, το clawback δεν είχε ακόμα πληρωθεί (περίπτωση που διέπεται από το άρθρο 1) ( 13 ), ή κατά τις οποίες οι επιχειρηματίες είχαν κινήσει τις διαδικασίες προκειμένου να τους επιστραφούν τα ποσά που είχαν καταβάλει αχρεωστήτως ως clawback (περίπτωση διεπόμενη από το άρθρο 2).
7.
Βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού 1922/92, που τροποποιεί το άρθρο 4 του κανονισμού 1633/84, δύο δυνατότητες, υπό μορφή εναλλακτικών επιλογών, προτείνονται βασικά στους επιχειρηματίες που οφείλουν ακόμη να καταβάλουν clawback. Συγκεκριμένα, αυτοί μπορούν να επιλέξουν την καταβολή ποσού που αντιστοιχεί ακριβώς στην πριμοδότηση της οποίας έτυχαν οι παραγωγοί (στο εξής: πρώτη εναλλακτική επιλογή), προσκομίζοντας ταυτοχρόνως στις αρμόδιες αρχές «[επαρκείς] αποδείξεις περί του ποσού της πράγματι χορηγηθείσας πριμοδοτήσεως» άλλως, μπορούν να επιλέξουν να καταβάλουν «ποσό ίσο προς τον μέσον όρο της πριμοδοτήσεως που έχει καθοριστεί για την εβδομάδα εξόδου των προϊόντων και για τις τρεις προηγούμενες εβδομάδες» (στο εξής: δεύτερη εναλλακτική επιλογή).
8.
Το άρθρο 2 του κανονισμού 1922/92 θεσπίζει, αντιθέτως, τους τρόπους υπολογισμού των ποσών, τα οποία οι επιχειρηματίες δικαιούνται, βάσει της αποφάσεως Lomas κ.λπ., να ζητήσουν ως επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος clawback. Οι επιχειρηματίες αυτοί έχουν επίσης τη δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ δύο εναλλακτικών τρόπων υπολογισμού, που αντιστοιχούν ουσιαστικά στην πρώτη και τη δεύτερη εναλλακτική επιλογή του άρθρου 1.
Η διάταξη αυτή διευκρινίζει συγκεκριμένα ότι οι επιχειρηματίες δικαιούνται την επιστροφή («εντός της προθεσμίας και βάσει της διαδικασίας που προβλέπονται από τη σχετική εθνική νομοθεσία») της διαφοράς μεταξύ του clawback που έχουν καταβάλει και του ποσού της πράγματι χορηγηθείσας για τα ίδια προϊόντα πριμοδοτήσεως. Ωστόσο, κατόπιν αιτήσεως των ίδιων των επιχειρηματιών, «η επιστροφή μπορεί επίσης να αφορά τη διαφορά μεταξύ του clawback που πράγματι καταβλήθηκε και του μέσου όρου της πριμοδοτήσεως που καθορίστηκε για την εβδομάδα εξόδου των προϊόντων και για τις τρεις προηγούμενες εβδομάδες».
Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, οι επιχειρηματίες όφειλαν να ανακοινώσουν, πριν από τις 30 Νοεμβρίου 1992, στις αρμόδιες εθνικές αρχές την ημερομηνία από της οποίας ζητούσαν την επιστροφή, το ποσό του clawback που είχε καταβληθεί μέχρι τις 10 Μαρτίου 1992, το ποσό της πράγματι εισπραχθείσας πριμοδοτήσεως (εξαιρουμένων των επιχειρηματιών που ενεργούσαν βάσει της δεύτερης εναλλακτικής επιλογής), καθώς και «τις αποδείξεις που κρίνονται επαρκείς από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και οι οποίες αφορούν τα προαναφερθέντα πληροφοριακά στοιχεία».
9.
Οι ενάγουσες της κύριας δίκης είναι εταιρίες που εξάγουν πρόβειο και αίγειο κρέας. Από το αιτούν δικαστήριο ζήτησαν την επιστροφή του clawback που κατέβαλαν από το 1980 μέχρι την ημερομηνία ασκήσεως της αγωγής (6 Μαρτίου 1992). Εν συνεχεία, όπως διευκρινίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι ενάγουσες περιόρισαν το petitum στη (μη προσδιοριζόμενη) διαφορά μεταξύ του clawback που καταβλήθηκε αχρεωστήτως και του clawback που θα όφειλαν να καταβάλουν, για την ίδια περίοδο, εάν γινόταν ορθή εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως ( 14 ).
Κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης, κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του προπαρατεθέντος κανονισμού 1922/92, οι ενάγουσες έβαλαν κατά του τρόπου υπολογισμού που ορίζεται στον κανονισμό αυτόν, υποστηρίζοντας ότι αμφότερες οι εναλλακτικές επιλογές που προσφέρονται στους επιχειρηματίες με τα άρθρα 1 και 2 έρχονται σε σύγκρουση με τον βασικό κανονισμό. Η πρώτη εναλλακτική επιλογή είναι πρακτικώς ανεφάρμοστη, δεδομένου ότι οι βρετανικές αρχές απαιτούν έγγραφες αποδείξεις σχετικά με το ύψος της πριμοδοτήσεως, τις οποίες ο εξαγωγέας — εφόσον δεν έτυχε ο ίδιος της πριμοδοτήσεως — δεν είναι πρακτικώς σε θέση να παράσχει η δε δεύτερη εναλλακτική επιλογή είναι παράνομη στον βαθμό που — όπως κρίθηκε με την απόφαση Lomas κ.λπ. — δεν διασφαλίζει την απόλυτη αντιστοιχία μεταξύ του ποσού της εισπραχθείσας από τον παραγωγό πριμοδοτήσεως και του ποσού του clawback, το οποίο οφείλει να καταβάλει ο εξαγωγέας.
10.
Για τον λόγο αυτόν, το βρετανικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο έξι προδικαστικά ερωτήματα.
Με το πρώτο και το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει το κύρος των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 1922/92, δηλαδή του νέου συστήματος υπολογισμού του clawback, καθώς και τον τρόπο υπολογισμού των ποσών που πρέπει να επιστραφούν στους επιχειρηματίες, οι οποίοι (δυνάμει της αποφάσεως Lomas κ.λπ.) δικαιούνται να απαιτήσουν την επιστροφή αυτή.
Εάν στο πρώτο και το τέταρτο ερώτημα δοθεί αρνητική απάντηση, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να προσδιορίσει τις αποδείξεις τις οποίες οι επιχειρηματίες μπορούν να υποχρεωθούν να προσκομίσουν ενώπιον των εθνικών αρμοδίων αρχών, προκειμένου να υπολογισθεί το clawback ή τα προς επιστροφή ποσά (δεύτερο και πέμπτο ερώτημα).
Με το τρίτο ερώτημα του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να προσδιοριστεί αν οι επιχειρηματίες δικαιούνται, βάσει της αποφάσεως Lomas κ.λπ., να απαιτήσουν και την επιστροφή των ποσών του clawback που έχουν καταβάλει κατά τον προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής ή ισοδύναμης ενστάσεως χρόνο.
Τέλος, με το έκτο ερώτημα ερωτάται αν υπάρχουν, και ποιο είναι το περιεχόμενο τους, διατάξεις του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου τις οποίες το εθνικό δικαστήριο πρέπει ή μπορεί να λάβει υπόψη για να καθορίσει το επιστρεπτέο ποσό, ειδικότερα όσον αφορά το βάρος της αποδείξεως, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τις προθεσμίες παραγραφής της αξιώσεως.
11.
Επομένως, από την παρούσα διαδικασία ανακύπτουν τα ίδια ερωτήματα με εκείνα επί των οποίων το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί με την απόφαση Lomas κ.λπ.
Με τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως εκείνης, και έχοντας την πεποίθηση ότι μόνο μια απόλυτη ισοδυναμία μεταξύ του ποσού της πριμοδοτήσεως και του ποσού του clawback θα ανταποκρινόταν στον σκοπό του κανόνα που έθετε ο βασικός κανονισμός, πρότεινα στο Δικαστήριο να κηρύξει παράνομα τα κριτήρια υπολογισμού του clawback τα οποία ίσχυαν τότε. Συμμεριζόμενο την άποψη αυτή, το Δικαστήριο — όπως προαναφέρθηκε — κήρυξε ανίσχυρο το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84, χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση τις διατάξεις του βασικού κανονισμού επί των οποίων στηριζόταν το εν λόγω άρθρο.
12.
Σημειωτέον ωστόσο ότι, αντίθετα προς την υπόθεση Lomas κ.λπ., η παρούσα διαδικασία λαμβάνει χώρα κατά χρόνο όπου η χορήγηση της πριμοδοτήσεως και, επομένως, η είσπραξη του clawback έχουν καταργηθεί. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει ένα σύστημα το οποίο, μολονότι είναι σε ισχύ, προορίζεται να ρυθμίσει καταστάσεις του παρελθόντος, είτε πρόκειται για τον υπολογισμό των εισέτι οφειλομένων ποσών για τις πράξεις που είναι σε εκκρεμότητα από της εκδόσεως της αποφάσεως Lomas κ.λπ. είτε πρόκειται για τον υπολογισμό των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
Αυτό που κρίνεται εν προκειμένω είναι πράγματι ο τρόπος υπολογισμού ενός ποσού (του clawback) που οφείλεται από τον εξαγωγέα και το οποίο προορίζεται να αντισταθμίσει ένα άλλο ποσό (την πριμοδότηση) που έχει ήδη καταβληθείπρογουμένως στον κτηνοτρόφο αυτό δε προκειμένου να προσδιοριστεί το ποσό που οι εξαγωγείς θα όφειλαν (ή οφείλουν) να καταβάλουν ως clawback για τις πράξεις που είναι ακόμη σε εκκρεμότητα ή το ποσό το οποίο πρέπει να τους επιστραφεί, για τον λόγο ότι η καταβολή πραγματοποιήθηκε βάσει υπολογισμού που κηρύχθηκε ανίσχυρος.
13.
Στα ανωτέρω προστίθεται ένα άλλο στοιχείο, το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι θεμελιώδες: το κοινοτικό σύστημα, τόσο στην αρχική όσο και στην τροποποιημένη μορφή, δεν υποχρεώνει ούτε τον παραγωγό που έχει λάβει την πριμοδότηση ούτε την αρχή που την έχει χορηγήσει να διατηρήσουν αποδείξεις σχετικά με το ποσό αυτό. Όσο και αν μπορεί να φανεί παράδοξο, αυτό έχει ως συνέπεια ότι η απόδειξη του ακριβούς ποσού της πριμοδοτήσεως μπορεί νομίμως να μην υφίσταται πλέον κατά τον χρόνο της καταβολής του clawback.
Βάσει των δεδομένων αυτών, θεωρώ προφανές ότι, εκτός και αν το Δικαστήριο τροποποιήσει τη σχετική με το clawback νομολογία του θέτοντας υπό κρίση το κύρος του συστήματος στο σύνολό του ή το κύρος των διατάξεων του βασικού κανονισμού που το στηρίζουν (επιλογή η οποία, εν προκειμένω, δεν θα κατέληγε σε συγκεκριμένα διαφορετικά αποτελέσματα), η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο, όσον αφορά το πρώτο, το δεύτερο, το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, δεν μπορεί να μην εξαρτάται από όσα επιτάσσει η δυνατότητα συγκεκριμένης εφαρμογής της.
14.
Επομένως, είναι ανάγκη να αλλάξει η κατεύθυνση των προηγούμενων προτάσεων μου, η οποία πρέπει τώρα να συνεκτιμήσει και τη δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής των λύσεων που θα προταθούν για να ρυθμιστούν παρελθόντα γεγονότα: κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί να πράξει το αδύνατο.
Υπ' αυτό το πρίσμα, θεωρώ ότι οι δύο εναλλακτικές επιλογές που προσφέρονται στον επιχειρηματία από το νέο σύστημα, μολονότι δεν αντιστοιχούν απολύτως στον σκοπό του βασικού κανονισμού, συνάδουν επαρκώς προς τον σκοπό αυτό ειδικότερα, ικανοποιούν, εν πάση περιπτώσει, τον σκοπό της ουσιαστικής εξουδετερώσεως των αποτελεσμάτων μιας ήδη καταβληθείσας πριμοδοτήσεως, η οποία παύει να δικαιολογείται οικονομικώς σε περίπτωση εξαγωγής του προϊόντος εκτός του εδάφους αναφοράς.
15.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση που ο εξαγωγέας είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές αποδείξεις, θα μπορεί να καταβάλει (για τις πράξεις που είναι ακόμα σε εκκρεμότητα) clawback που να αντιστοιχεί ακριβώς στο ύψος της πριμοδοτήσεως ή να επιτύχει (σε περίπτωση αιτήσεως επιστροφής) την επιστροφή της ακριβούς διαφοράς μεταξύ των δύο ποσών.
Στην αντίθετη περίπτωση, θα μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να τύχει ενός υπολογισμού του clawback αναφοράς που θα προσεγγίζει ευλόγως το ποσόν της πριμοδοτήσεως, δεδομένου ότι στηρίζεται στον μέσο όρο των συντελεστών που ίσχυαν κατά τη διάρκεια των τεσσάρων εβδομάδων, οι οποίες περιλαμβάνουν, εξ ορισμού, τόσο τον χρόνο της πρώτης διαθέσεως στην αγορά του προϊόντος όσο και τον χρόνο της εξαγωγής του.
16.
Εξάλλου, έχει σημασία ότι οι ίδιες οι ενάγουσες, μολονότι βάλλουν πατά της νομιμότητας της νέας μεθόδου υπολογισμού, δεν ήσαν σε θέση να προτείνουν μια άλλη εναλλακτική μέθοδο, η οποία να μπορεί να έχει συγκεκριμένη εφαρμογή, προκειμένου να προσδιοριστεί το ακριβές ποσόν της εισπραχθείσας από τους παραγωγούς πριμοδοτήσεως όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία οι ενάγουσες υποχρεούνται (ή υποχρεώθηκαν) να καταβάλουν clawback. Σε σχέση με πριμοδοτήσεις που χορηγήθηκαν κατά το παρελθόν και ελλείψει αποδείξεων, ένας τέτοιος υπολογισμός είναι βεβαίως αδύνατος.
17.
Οι ενάγουσες της κυρίας δίκης αντέταξαν επιπλέον ότι η πρώτη εναλλακτική επιλογή είναι στην πραγματικότητα μη πραγματοποιήσιμη, δεδομένου ότι τους επιβάλλει μια probatio diabolica, που είναι παράνομη βάσει της κοινοτικής νομολογίας ( 15 ) εξάλλου, υποστήριξαν την άποψη ότι, ενόψει του παρανόμου των κριτηρίων βάσει των οποίων είχε υπολογιστεί το καταβληθέν από αυτές clawback, το βάρος της αποδείξεως σχετικά με το ύψος της πριμοδοτήσεως έπρεπε μάλλον να το φέρει η αρχή η οποία χορήγησε την πριμοδότηση αυτή.
Ανεξάρτητα από το αν τα επιχειρήματα αυτά είναι βάσιμα (ή όχι), θα παρατηρήσω απλώς ότι, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, κάθε συζήτηση σχετικά με το βάρος αποδείξεως βάσει εγγράφων τα οποία, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, νομίμως δεν υφίστανται πλέον είναι πιθανόν να αποδειχθεί, στο πλαίσιο αυτό, άνευ νοήματος ( 16 ).
18.
Όσον αφορά τη νομολογία με την οποία το Δικαστήριο έχει χαράξει τα όρια που το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει στην εφαρμογή εθνικών διατάξεων περί βάρους της αποδείξεως ( 17 ), την οποία επικαλούνται οι ενάγουσες, δεν μπορεί ούτε αυτή να εφαρμοστεί, κατά τη γνώμη μου, ειδικώς σε σχέση με το ύψος της πριμοδοτήσεως, λόγω του ειδικού χαρακτήρα του σχετικού συστήματος.
Πρώτον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο κανονισμός 1922/92 προβλέπει ο ίδιος ειδική ρύθμιση περί αποδείξεως σχετικά με την πριμοδότηση, ορίζοντας ρητώς ότι οι εξαγωγείς που επιθυμούν να τύχουν του κριτηρίου υπολογισμού της πρώτης εναλλακτικής επιλογής οφείλουν να προσκομίζουν τις αποδείξεις σχετικά με το ύψος της πριμοδοτήσεως [που κρίνονται] «επαρκείς» από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου.
19.
Δεύτερον, και εν πάση περιπτώσει, η δυνατότητα που έχει ο επιχειρηματίας να δηλώσει με ακρίβεια το ύψος της πριμοδοτήσεως και, επομένως, να τύχει της καταβολής clawback αντιστοιχούντος ακριβώς στην πριμοδότηση αυτή, πρέπει να θεωρηθεί απλώς ως μια από τις δύο εναλλακτικές επιλογές που προτείνονται στον επιχειρηματία, της οποίας μπορεί να επωφεληθεί εάν είναι σε θέση να προσκομίσει τις αναγκαίες αποδείξεις. Οσάκις αυτό δεν είναι δυνατόν, ο επιχειρηματίας υποχρεούται, εν πάση περιπτώσει, να καταβάλει το προσήκον clawback ή θα μπορέσει ίσως να επιτύχει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος, βάσει των κριτηρίων υπολογισμού που προβλέπονται στη δεύτερη εναλλακτική επιλογή.
Είναι προφανές ότι, στην πρώτη περίπτωση, οι αρμόδιες βρετανικές αρχές πρέπει να αναγνωρίζουν, επιδεικνύοντας ευφυές πνεύμα συνεργασίας, την αποδεικτική δύναμη που αρμόζει σε κάθε έγγραφο το οποίο οι επιχειρηματίες θα είναι σε θέση να προσκομίσουν ώστε να καταστεί δυνατός ο ακριβής καθορισμός της καταβληθείσας πριμοδοτήσεως.
20.
Εν κατακλείδι, απαντώντας στο πρώτο και στο τέταρτο ερώτημα, φρονώ ότι το νέο σύστημα δεν πάσχει ακυρότητα, δεδομένου ότι παρέχει τη δυνατότητα, ακόμη και όταν δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί το ακριβές ποσό της καταβληθείσας πριμοδοτήσεως, να προσδιοριστεί το ποσόν του clawback έτσι που να προσεγγίζει ευλόγως το υποτιθέμενο ποσό της πριμοδοτήσεως και ότι πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία για την οποία θεσπίστηκε· φρονώ ωστόσο ότι, για να δοθεί απάντηση στο δεύτερο και στο πέμπτο ερώτημα, εναπόκειται, βάσει του εξεταζομένου συστήματος, στις εθνικές αρχές να εκτιμήσουν τις προσκομιζόμενες ενδεχομένως από τον εξαγωγέα αποδείξεις, προκειμένου να εξακριβώσουν αν από τις αποδείξεις αυτές καθίσταται δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός του ύψους της πράγματι χορηγηθείσας πριμοδοτήσεως.
21.
Λίγες παρατηρήσεις αρκούν για να δοθεί απάντηση στο τρίτο ερώτημα, με το οποίο, υπενθυμίζω, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έκταση του διαχρονικού περιορισμού των αποτελεσμάτων της αποφάσεως Lomas κ.λπ., προκειμένου να καθοριστεί με ακρίβεια η περίοδος ως προς την οποία οι επιχειρηματίες που υπέβαλαν σχετική αίτηση πριν από τις 10 Μαρτίου 1992 δικαιούνται την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος clawback.
Κατά πάγια νομολογία, το αναδρομικό αποτέλεσμα των προδικαστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου, το οποίο συνιστά τον κανόνα, μπορεί να περιοριστεί από το Δικαστήριο, για λόγους ασφαλείας δικαίου, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Ωστόσο, προκειμένου να μη στερηθούν της δικαστικής προστασίας, σε περίπτωση παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου από τα θεσμικά όργανα, ακόμη και τα πρόσωπα που έχουν εγκαίρως ασκήσει ένδικη προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι διατηρείται το αναδρομικό αποτέλεσμα της αποφάσεως του τουλάχιστον όσον αφορά τα εν λόγω πρόσωπα ( 18 ).
22.
Το Δικαστήριο, τονίζοντας την αρχή αυτή, ουδέποτε έθεσε πρόσθετα όρια όσον αφορά την άσκηση της ένδικης προσφυγής από τα ως άνω πρόσωπα ούτε βεβαίως περιόρισε την περίοδο ως προς την οποία τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται να επικαλεσθούν το κηρυχθέν από το Δικαστήριο ανεφάρμοστο.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, ελλείψει σχετικής διαφορετιπής και ρητής αποφάσεως του Δικαστηρίου και εφόσον δεν υφίστανται ενδεχομένως εθνικές διατάξεις περί παραγραφής της αξιώσεως (οι οποίες ωστόσο μπορούν να εφαρμοσθούν εντός των ορίων που θα εξετάσω κατωτέρω στα σημεία 24 επ.), οι επιχειρηματίες οι οποίοι, πριν από την έκδοση της αποφάσεως Lomas κ.λπ., είχαν ασκήσει ένδικη προσφυγή ή υποβάλει ισοδύναμη ένσταση, προκειμένου να τους επιστραφεί το αχρεωστήτως καταβληθέν clawback, μπορούν, στο πλαίσιο της ασκηθείσας από αυτούς ένδικης προσφυγής, να επικαλεσθούν το ανίσχυρο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1633/84, από της ενάρξεως της ισχύος των διατάξεων αυτών.
23.
Έρχομαι τώρα στο έκτο και τελευταίο ερώτημα, με το οποίο, όπως είδαμε, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να καθοριστούν οι εφαρμοστέες διατάξεις προκειμένου να προσδιοριστεί το ποσό του clawback που οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι έχουν καταβάλει αχρεωστήτως.
Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο, αφενός, να προσδιορίσει ποιοι ουσιαστικοί κανόνες του κοινοτικού δικαίου έχουν εν προκειμένω εφαρμογή (αν υπάρχουν) και, αφετέρου, αν το εθνικό δικαστήριο οφείλει — ή μπορεί — να λάβει υπόψη τα ακόλουθα κρίσιμα κατά το εθνικό δίκαιο στοιχεία: α) τη γενική αρχή ότι ο ενάγων φέρει το βάρος αποδείξεως, β) το γεγονός ότι η καταβολή διενεργήθηκε κατόπιν νομικής πλάνης και δεν αμφισβητήθηκε, γ) το γεγονός ότι η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του ενάγοντος, δ) τους ισχύοντες κανόνες περί παραγραφής της αξιώσεως.
24.
Συναφώς, θα παρατηρήσω καταρχάς ότι, κατά πάγια πλέον νομολογία εφόσον δεν υφίσταται κοινοτική ρύθμιση, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να διασφαλίζουν την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως βάσει κοινοτικών ρυθμίσεων που κηρύχθηκαν ανίσχυρες, καθώς και να ρυθμίζουν όλα τα παρεπόμενα ζητήματα βάσει του ισχύοντος εσωτερικού δικαίου. Ωστόσο, στην εφαρμογή του εθνικού δικαίου τίθενται ορισμένα όρια: οι επιβαλλόμενοι διαδικαστικοί κανόνες δεν μπορούν να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη ούτε μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους κανόνες που αφορούν παρόμοιες αγωγές εσωτερικού δικαίου ( 19 ).
Όσον αφορά την προκειμένη περίπτωση, ο ίδιος ο κανονισμός 1922/92 περιέχει ορισμένες διατάξεις, την εφαρμογή των οποίων θα μπορούσε να αποκλείσει το εθνικό δικαστήριο, ειδικότερα τη διάταξη που καθορίζει τα πρόσωπα που δικαιούνται να ασκήσουν αγωγή περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος (δηλαδή τους επιχειρηματίες που κίνησαν τις κατάλληλες ένδικες διαδικασίες πριν από τις 10 Μαρτίου 1992), καθώς και τις διατάξεις περί καθορισμού του ποσού που μπορεί να επιστραφεί και των δεδομένων που πρέπει να ανακοινωθούν πριν από τις 30 Νοεμβρίου 1992 για να καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός του ποσού αυτού (άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2).
25.
Όσον αφορά, αντιθέτως, τα σημεία που δεν έχουν ρυθμιστεί με τον κανονισμό, το άρθρο 2 παραπέμπει ρητώς στις προθεσμίες και στις διαδικασίες που ορίζει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
Επομένως, όχι μόνο από τη νομολογία του Δικαστηρίου αλλά και από τον κανονισμό προκύπτει ότι εναπόκειται στο εθνικό δίκαιο, τηρουμένων βεβαίως των προαναφερθέντων ορίων, η ρύθμιση της ασκήσεως της αγωγής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ειδικότερα όσον αφορά το βάρος της αποδείξεως, τη διαπίστωση ενδεχομένου αδικαιολόγητου πλουτισμού και τις προθεσμίες παραγραφής της ίδιας της αξιώσεως.
26.
Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, πρέπει εξάλλου να απορριφθεί κατηγορηματικά το επιχείρημα που προέβαλαν η Επιτροπή και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίες υποστηρίζουν την κατ' αναλογία εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της τριετούς παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 του Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ή της διαγραφής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών ( 20 ), αντί των σχετικών διατάξεων του εθνικού δικαίου.
Συγκεκριμένα, ενόψει μιας ρητώς προβλεφθείσας από τον κανονισμό επιφυλάξεως, δεν βλέπω γιατί θα μπορεί να γίνει κατ' αναλογία ερμηνεία ενός κανονισμού που θεσπίστηκε για να ρυθμίσει συγκρίσιμες αλλά όχι πανομοιότυπες καταστάσεις, ενώ, εξάλλου, η εφαρμογή του εθνικού δικαίου, τηρουμένων των επιβαλλομένων από τη νομολογία του Δικαστηρίου ορίων, μπορεί να διασφαλίσει την προσήκουσα προστασία των δικαιωμάτων που παρέχει στους ιδιώτες το κοινοτικό δίκαιο.
27.
Διαφορετική άποψη, αντιθέτως, πρέπει να υποστηριχθεί όσον αφορά το υπό στοιχείο β' ζήτημα, δηλαδή τη δυνατότητα να ληφθεί υπόψη μια αρχή του εθνικού δικαίου βάσει της οποίας μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν αγωγή οι επιχειρηματίες που δεν προσέβαλαν την καταβολή ενώπιον της εθνικής αρχής.
Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως ήδη τόνισα, ο ίδιος ο κανονισμός 1922/92 αναφέρει ρητώς τα πρόσωπα που δικαιούνται να ασκήσουν αγωγή περί επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος, χωρίς να εξαρτά την άσκηση της αγωγής από άλλες προϋποθέσεις σχετικές με τη συμπεριφορά των προσώπων αυτών κατά την καταβολή. Επομένως, είναι προφανές ότι η εν λόγω αρχή δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω.
28.
Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το High Court of Justice, Queen's Bench Division:
«1)
Από την εξέταση του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1922/92 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1992, και του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1922/92 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1992, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος των διατάξεων αυτών.
2)
Το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1984, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1922/92 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1992, και το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1922/92 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1992, έχουν την έννοια ότι εναπόκειται στις εθνικές αρχές να καθορίζουν, σύμφωνα με την εθνική πρακτική και νομοθεσία, αν οι προσκομιζόμενες από τους επιχειρηματίες αποδείξεις καθιστούν δυνατό τον με επαρκή βεβαιότητα προσδιορισμό του ύψους της πράγματι χορηγηθείσας πριμοδοτήσεως.
3)
Η σκέψη 30 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 1992 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-38/90 και C-151/90, Lomas κ.λπ., πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, υπό την επιφύλαξη των εφαρμοστέων εθνικών διατάξεων περί παραγραφής της αξιώσεως, οι επιχειρηματίες ή οι έλκοντες εξ αυτών δικαιώματα που έχουν ασκήσει, πριν από τις 10 Μαρτίου 1992, ένδικη προσφυγή ή υποβάλει ισοδύναμη ένσταση, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες, μπορούν να επικαλεστούν το ανίσχυρο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1984, στην προ της τροποποιήσεως του μορφή, από της ενάρξεως της ισχύος των διατάξεων αυτών.
4)
Όσον αφορά τα σημεία που δεν ρυθμίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1922/92 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1992, και ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, εναπόκειται στις εθνικές αρχές, ειδικότερα στα εθνικά δικαστήρια, να διασφαλίζουν την επιστροφή των ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84 της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1984, που κηρύχθηκαν ανίσχυρες από το Δικαστήριο, καθώς και να εφαρμόζουν το ισχύον εθνικό δίκαιο προκειμένου να ρυθμίζουν τα ζητήματα τα σχετικά με το βάρος της αποδείξεως, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τις προθεσμίες παραγραφής της αξιώσεως. Ωστόσο, το εθνικό δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται έτσι ώστε οι αγωγές αυτές να ρυθμίζονται κατά τρόπο λιγότερο ευνοϊκό απ' ό,τι οι ανάλογες αγωγές εσωτερικού δικαίου, ούτε να καθίσταται υπερβολικά δυσχερής ή πρακτικώς αδύνατη για τους ιδιώτες η άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχει η κοινοτική έννομη τάξη.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Απόφαση της 10ης Μαρτίου 1992, C-38/90 και C-151/90 (Συλλογή 1992, σ. I-1781).
( 2 ) Κανονισμοί περί τροποποίησης του κανονισμού (ΕΟΚ) 1633/84 για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της μεταβλητής πριμοδότησης για τι] σφαγή των προβατοειδών και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2661/80, και περί καθορισμού των όρων [επιστροφής] του clawback μετά από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-38/90 και C-151/90 (ΕΕ L 195, σ. 10).
( 3 ) Κανονισμός της 27ης Ιουνίου 1980, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του προβείου και του αιγείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/029, σ. 150).
( 4 ) Κανονισμός της 25ης Σεπτεμβρίου 1989, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (EB L 289, σ. 1), ο οποίος τροποποιήθηκε τελικώς με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1741/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 163, σ. 41).
( 5 ) Κανονισμός της 8ης Ιουνίου 1984, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της μεταβλητής πριμοδότησης για τι) σφαγή των προβατοειδών και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2661/80 (ΕΕ L 154, σ. 27).
( 6 ) Υπό την επιφύλαξη ωστόσο της εφαρμογής μέτρων ενισχύσεως από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
( 7 ) Κανονισμός 1837/80, άρθρο 9, παράγραφος 3, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EOK) 871/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 35). O προπαρατεθείς νέος βασικός κανονισμός 3013/89 περιέχει μια διάταξη σχεδόν πανομοιότυπη· το άρθρο 24, παράγραφος 5, προβλέπει πράγματι ότι σε περίπτωση καταβολής της πριμοδοτήσεως για τη σφαγή, εφόσον ακολουθήσει εξαγωγή των προϊόντων, «η Επιτροπή θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα για την είσπραξη κατά την έξοδο [των προϊόντων] από τη Μεγάλη Βρετανία (...) ποσού ανάλογου προς το ποσό της πριμοδότησης που πραγματικά καταβάλλεται».
( 8 ) Κανονισμός 1633/84, άρθρα 3 και 4, παράγραφος 1.
( 9 ) Βλ., σε αυτό το πνεύμα, ήδη τις αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1982, 106/81, Kind κατά ΕΟΚ (Συλλογή 1982, σ.2885), και της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 61/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 431).
( 10 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1 απόφαση Lomas κ.λπ., σκέψη 22, καθώς και διατακτικό, στο οποίο το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας τους επίδικους τρόπους υπολογισμού, είχε υπερβεί τις εξουσίες που της παρείχε το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1837/80.
( 11 ) Η υπόθεση είχε ανακύψει στο πλαίσιο δύο ποινικών διώξεων κατά εξαγωγέων προβείου και αιγείου κρέατος, οι οποίοι εδιώκοντο διότι είχαν προσκομίσει στις αρμόδιες βρετανικές αρχές ψευδείς δηλώσεις, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να υπολογισθεί το clawback που τους αφορούσε. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το ανίσχυρο των κανόνων υπολογισμού, οι οποίοι ωστόσο συνιστούσαν τη «νομική βάση» του αδικήματος, δεν απήλλασσε το Ηνωμένο Βασίλειο της υποχρεώσεως να διώξει ποινικώς τους επιχειρηματίες που είχαν παραβεί τους εν λόγω κανόνες.
( 12 ) Κανονισμός (EOK) 3246/91 της Επιτροπής, της 7ης Νοεμβρίου 1991, που επιτρέπει στο Ηνωμένο Βασίλειο να μη χορηγεί πλέον στη Μεγάλη Βρετανία μεταβλητή πριμοδότηση για τη σφαγή των προβατοειδών και για παρέκκλιση από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1633/84 περί λεπτομερειών εφαρμογής της μεταβλητής πριμοδοτήσεως για τη σφαγή των προβατοειδών (ΕΕ L 307, σ. 16).
( 13 ) Όπως προανέφερα, η πριμοδότηση για τη σφαγή καταργήθηκε από της περιόδου εμπορίας 1992. Ωστόσο, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι, για την περίοδο 1991-92, οι βρετανικές αρχές, αναμένοντας ακριβώς την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Lomas κ.λπ., είχαν αναστείλει την είσπραξη του clawback, όσον αφορά εξαγόμενα προϊόντα τα οποία είχαν προηγουμένως τύχει της πριμοδοτήσεως επομένως, ήταν αναγκαίο να θεσπίσει η Επιτροπή, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, τους τρόπους υπολογισμού του clawback προκειμένου να ρυθμιστούν οι πράξεις που παρέμεναν σε εκκρεμότητα.
( 14 ) Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, ενώ η δίκη εκκρεμούσε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι ενάγουσες υποχρεώθηκαν, μέσω ειδοποιήσεων πληρωμής, κατά των οποίων άσκησαν ανεπιτυχώς ανακοπή, να καταβάλουν πρόσθετα ποσά clawback, υπολογιζόμενα εν προκειμένω βάσει του νέου κοινοτικού συστήματος δεδομένου ότι αμφιοβητουν, όπως θα φανεί κατωτέρω, το κύρος του συστήματος αυτού, οι ενάγουσες ζήτησαν, όσον αφορά τις καταβολές αυτές, και την επιστροφή της διαφοράς μεταξύ του καταβληθέντος και του οφειλομένου.
( 15 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595).
( 16 ) Δεδομένου ότι το σύστημα έχει παύσει να ισχύει, εξίσου περιττές είναι και οι παρατηρήσεις που προτείνουν μηχανισμούς αποδείξεως για το μέλλον.
( 17 ) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, C-205/82 έως C-215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ. (Συλλογή 1983, σ. 2633).
( 18 ) Βλ. επίσης την απόφαση της 26ης Απριλίου 1994, C-228/92, Roquette Frères (Συλλογή 1994, σ. I-1445).
( 19 ) Αποφαοη της 12ης Ιουνίου 1980. 130/79, Express Dairy Foods (Συλλογή τόμος 1980/11, σ.271, σκέψεις 12 και 14), καθώς και, ως πλέον πρόσφατη, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 18 απόφαση Roquette Frères, σκέψη 18. Όσον άφορα το βάρος της αποδείξεως, βλ., την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση San Giorgio, σκέψη 14 (σημειωτέον ότι η απόδειξη εν προκειμένω αφορά την καταβολή του αχρεωστήτου και όχι το υψος της πριμοδοτήσεως, περί της οποίας έγινε λόγος ανωτέρω στα σημεία 14 και 15) όσον αφορά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βλ., επίσης, την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, 811/79, Ariele (Συλλογή τόμος 1980/11, α 637, οκέψη 13) όσον αφορά τις προθεσμίες παραγραφής, βλ. την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-20S/90, Emmolt (Συλλογή 1991, σ. Ι-4269, σκέψη 16).
( 20 ) ΙΟ L 175, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy