Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Α - Εισαγωγή
1 Η παρούσα υπόθεση και η υπόθεση C-11/95, στο πλαίσιο της οποίας επίσης σήμερα ανέπτυξα τις προτάσεις μου, παρέχουν στο Δικαστήριο για πρώτη φορά την ευκαιρία να αποφανθεί επί βασικών ζητημάτων της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (1) (στο εξής: οδηγία).
Συναφείς διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
2 Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι τηλεοπτικές εκπομπές - συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών μηνυμάτων - πρέπει να θεωρούνται ως παροχές υπηρεσιών κατά την έννοια των άρθρων 59 και 60 της Συνθήκης ΕΚ (2). Η προστατευομένη από τις διατάξεις αυτές ελευθερία παροχής υπηρεσιών εφαρμόζεται επίσης όταν επιχείρηση εκμεταλλεύσεως καλωδιακού δικτύου, εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μεταδίδει τηλεοπτικά προγράμματα που προσφέρονται από σταθμούς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη (3).
3 Η οδηγία περί τηλεοράσεως αποσκοπεί κυρίως στην εξαφάνιση των εμποδίων της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα της τηλεοράσεως (4). Στις αιτιολογικές σκέψεις αναφέρεται συναφώς:
[9] «Οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που εφαρμόζονται κατά την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων και καλωδιακής διανομής παρουσιάζουν διαφορές, ορισμένες από τις οποίες είναι δυνατό να παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των σχετικών εκπομπών στην Κοινότητα και να προκαλούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της κοινής αγοράς.
[10] Όλα αυτά τα εμπόδια στην ελεύθερη μετάδοση στο εσωτερικό της Κοινότητας πρέπει να εξαλειφθούν δυνάμει της Συνθήκης.
[11] Αυτή η εξάλειψη πρέπει να συμβαδίζει με τον συντονισμό των νομοθεσιών που εφαρμόζονται σχετικά. Ο συντονισμός αυτός πρέπει να έχει στόχο τη διευκόλυνση της άσκησης των σχετικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και, γενικότερα, την ελεύθερη κυκλοφορία των πληροφοριών και των ιδεών στο εσωτερικό της Κοινότητας.
[12] Επομένως, είναι αναγκαίο και επαρκές για όλες τις εκπομπές να τηρείται η νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται» (5).
Η οδηγία προβλέπει, σύμφωνα με την παρεχομένη από το Συμβούλιο αιτιολογία, «τις ελάχιστες αναγκαίες διατάξεις για την κατοχύρωση της ελευθερίας των τηλεοπτικών μεταδόσεων». Ως προς την οργάνωση και τη χρηματοδότηση των εκπομπών, καθώς και ως προς το περιεχόμενο των προγραμμάτων, τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια (6). Αμέσως μετά, οι αιτιολογικές σκέψεις αναφέρουν:
[14] «Είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο της κοινής αγοράς, για όλες τις εκπομπές που προέρχονται από την Κοινότητα και προορίζονται για λήψη στο εσωτερικό της, και ιδίως γι' αυτές που προορίζονται για λήψη σε άλλο κράτος μέλος, να τηρούνται οι νομοθετικές διατάξεις του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται και οι οποίες εφαρμόζονται στις εκπομπές που προορίζονται για το κοινό σε αυτό το κράτος μέλος καθώς και οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
[15] Η υποχρέωση του κράτους μέλους καταγωγής να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση των εκπομπών με την εθνική νομοθεσία, όπως συντονίζεται με την παρούσα οδηγία, επαρκεί, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, για τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εν λόγω εκπομπών χωρίς να είναι αναγκαία η διενέργεια ενός δεύτερου ελέγχου για τους ίδιους λόγους στα κράτη μέλη λήψης των εκπομπών. Παρ' όλ' αυτά, το κράτος μέλος λήψης μπορεί, σε εξαιρετικές περιστάσεις και καθορισμένες συνθήκες, να αναστέλλει προσωρινά την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών» (7).
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας, το οποίο αποτελεί το κεφάλαιο Ι αυτής, περιέχει διαφόρους ορισμούς εννοιών. Μεταξύ άλλων, ορίζεται η έννοια της «τηλεοπτικής μεταδόσεως» για τους σκοπούς της οδηγίας. Ως τηλεοπτική μετάδοση νοείται, σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, «η ασύρματη ή όχι, απευθείας ή μέσω δορυφόρου, με κώδικα ή χωρίς, πρώτη μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων που προορίζονται για το κοινό».
5 Το κεφάλαιο ΙΙ της οδηγίας («Γενικές διατάξεις») περιέχει τα άρθρα 2 και 3. Οι διατάξεις αυτές - καθόσον έχουν εν προκειμένω ενδιαφέρον - έχουν ως εξής:
«Άρθρο 2
1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε όλες οι τηλεοπτικές εκπομπές που μεταδίδονται:
- από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία του, ή
- από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που χρησιμοποιούν μια συχνότητα ή το δυναμικό δορυφόρου που παραχωρήθηκε από αυτό το κράτος μέλος ή μια ανοδική σύνδεση προς δορυφόρο εγκατεστημένη σ' αυτό το κράτος μέλος, μολονότι δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία κανενός κράτους μέλους,
να τηρούν το δίκαιο το οποίο ισχύει σ' αυτό το κράτος μέλος για τις εκπομπές που απευθύνονται στο κοινό.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ελευθερία λήψεως και δεν εμποδίζουν την αναμετάδοση στο έδαφός τους των τηλεοπτικών εκπομπών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για λόγους που εμπίπτουν σε τομείς τους οποίους συντονίζει η παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη μπορούν να αναστέλλουν προσωρινά την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών αν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
α) η τηλεοπτική εκπομπή που προέρχεται από το άλλο κράτος μέλος αντιβαίνει προφανώς, σοβαρώς και βαρέως προς το άρθρο 22·
β) ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός παρέβη την ίδια διάταξη τουλάχιστον δύο φορές εντός των δώδεκα προηγουμένων μηνών·
γ) το θιγόμενο κράτος μέλος έχει επισημάνει εγγράφως, στον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό και στην Επιτροπή, τις παραβάσεις τις οποίες του αποδίδει, καθώς και την πρόθεσή του να περιορίσει την αναμετάδοση σε περίπτωση νέας παράβασης·
δ) οι διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος μετάδοσης και την Επιτροπή δεν κατέληξαν σε φιλικό διακανονισμό, εντός δεκαπέντε ημερών από την κοινοποίηση που προβλέπεται στο στοιχείο γγ, η δε παράβαση την οποία επικαλείται το θιγόμενο κράτος μέλος εξακολουθεί.
Η Επιτροπή μεριμνά ώστε η αναστολή να συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Δύναται να ζητήσει κατεπειγόντως από το θιγόμενο κράτος μέλος τον τερματισμό αναστολής η οποία αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο. Η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει την εφαρμογή οιασδήποτε διαδικασίας ή μέτρου ή την επιβολή κύρωσης για τις εν λόγω παραβάσεις εντός του κράτους μέλους στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο σχετικός ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός.
3. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις τηλεοπτικές εκπομπές που απευθύνονται αποκλειστικά προς άλλα κράτη, εκτός των κρατών μελών, και των οποίων δεν γίνεται άμεση ή έμμεση λήψη σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη.
Άρθρο 3
1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, όσον αφορά τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, να προβλέπουν αυστηρότερους ή λεπτομερέστερους κανόνες στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν, με κατάλληλα μέσα και στα πλαίσια της νομοθεσίας τους, ώστε οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους να τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. (8)»
6 Το κεφάλαιο ΙΙΙ («Προώθηση της διανομής και της παραγωγής τηλεοπτικών προγραμμάτων») περιέχει στα άρθρα 4 έως 9 διατάξεις, με τις οποίες πρέπει να εξασφαλίζεται ότι θα «διατίθεται στις ευρωπαϋκές παραγωγές το μεγαλύτερο μέρος από τα τηλεοπτικά προγράμματα των κρατών μελών» (9). Επιπλέον πρέπει να ενθαρρύνεται η εμφάνιση «νέων πηγών τηλεοπτικής παραγωγής» (10) στην Κοινότητα, διαθέτοντας μέρος του χρόνου μεταδόσεως ή των προϋπολογισμών των τηλεοπτικών οργανισμών για ανεξάρτητους παραγωγούς.
7 Το άρθρο 4 της οδηγίας προβλέπει, επομένως, ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν, «κάθε φορά που αυτό είναι εφικτό και με κατάλληλα μέσα», ώστε οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί να αφιερώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό του χρόνου εκπομπής τους, εκτός του χρόνου των ειδήσεων, των αθλητικών εκδηλώσεων, των τηλεοπτικών παιχνιδιών, των διαφημίσεων ή των υπηρεσιών τηλεκειμενογραφίας, σε ευρωπαϋκά έργα (11) (παράγραφος 1). Όταν το ποσοστό αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, τότε αυτό δεν θα πρέπει να είναι κατώτερο από εκείνο που διαπιστώθηκε κατά μέσον όρο το 1988 ή το 1990 στο συγκεκριμένο κράτος μέλος (παράγραφος 2).
Το άρθρο 5 της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν, «κάθε φορά που αυτό είναι εφικτό και με τα κατάλληλα μέσα», ώστε οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί να αφιερώνουν τουλάχιστον 10 % τουλάχιστον του χρόνου εκπομπής τους ή το 10 % του διαθέσιμου για τη διαμόρφωση των προγραμμάτων τους προϋπολογισμού σε ευρωπαϋκά έργα παραγωγών ανεξαρτήτων από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς.
8 Το κεφάλαιο IV (άρθρα 10 έως 21) της οδηγίας περιέχει διατάξεις σχετικά με την τηλεοπτική διαφήμιση και τη χορηγία.
9 Το κεφάλαιο V (άρθρο 22) της οδηγίας είναι αφιερωμένο στην προστασία των ανηλίκων. Σύμφωνα με αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε οι εκπομπές των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που υπόκεινται στη δικαιοδοσία τους να μη περιλαμβάνουν προγράμματα «τα οποία ενδέχεται να βλάψουν σοβαρά τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων και, ειδικότερα, προγράμματα που περιέχουν πορνογραφικές σκηνές ή σκηνές άσκοπης βίας».
10 Το κεφάλαιο VI (άρθρο 23) της οδηγίας πραγματεύεται το δικαίωμα απαντήσεως. Το κεφάλαιο VII (άρθρα 24 έως 27) περιέχει τις τελικές διατάξεις. Σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη όφειλαν να εκδώσουν όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν με την οδηγία αυτή το αργότερο στις 3 Οκτωβρίου 1991. Το κείμενο των ουσιαστικών διατάξεων εσωτερικού δικαίου, τις οποίες τα κράτη μέλη θα θέσπιζαν στον τομέα αυτόν, έπρεπε να ανακοινωθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 25, παράγραφος 2, της οδηγίας.
Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης
11 Στις 5 Μαου 1989, το Συμβούλιο της Ευρώπης συνήψε την Ευρωπαϋκή Σύμβαση για τη διασυνοριακή τηλεόραση (12). Η οδηγία περί τηλεοράσεως παραπέμπει στην τετάρτη αιτιολογική σκέψη της στην εν λόγω σύμβαση (13).
12 Η Σύμβαση περιέχει μεταξύ άλλων τις εξής διατάξεις:
«Άρθρο 2: Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας συμβάσεως:
α) "Mετάδοση" σημαίνει την πρώτη μετάδοση, μέσω σταθμού εδάφους, καλωδίου ή δορυφόρου οποιουδήποτε τύπου, με κώδικα ή χωρίς, τηλεοπτικών προγραμμάτων, τα οποία προορίζονται για το κοινό εν γένει. Ο όρος δεν περιλαμβάνει τις υπηρεσίες επικοινωνιών που παρέχονται με προσωπική κλήση·
(...)
γ) "Ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός" σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνθέτει τις υπηρεσίες τηλεοπτικών προγραμμάτων που απευθύνονται στο κοινό εν γένει και το οποίο τα μεταδίδει ή αφήνει τρίτον να τα μεταδώσει πλήρως και χωρίς καμία τροποποίηση·
δ) "Πρόγραμμα" σημαίνει το σύνολο των στοιχείων δεδομένης υπηρεσίας που παρέχεται από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό κατά την έννοια της προηγουμένης παραγράφου·
(...)
Άρθρο 3: Πεδίο εφαρμογής
H παρούσα σύμβαση εφαρμόζεται σε όλα τα προγράμματα που μεταδίδονται ή αναμεταδίδονται από οργανισμούς ή με τη βοήθεια τεχνικών μέσων που υπάγονται στη δικαιοδοσία ενός συμβαλλομένου μέρους, είτε πρόκειται για καλώδια, σταθμό εδάφους ή δορυφόρο, και που μπορούν να ληφθούν, απευθείας ή εμμέσως, εντός ενός ή περισσοτέρων άλλων συμβαλλομένων μερών.
(...)
Άρθρο 5: Υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών μεταδόσεως
1. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μεταδόσεως μεριμνά, με τα κατάλληλα μέσα και τους αρμόδιους φορείς του, ώστε όλα τα προγράμματα που μεταδίδονται από οργανισμούς ή με τη βοήθεια τεχνικών μέσων που υπάγονται στη δικαιοδοσία του κατά την έννοια του άρθρου 3 να είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της παρούσας συμβάσεως.
2. Για τους σκοπούς της παρούσας συμβάσεως, συμβαλλόμενο μέρος μεταδόσεως είναι:
α) στην περίπτωση μεταδόσεων από το έδαφος, το συμβαλλόμενο μέρος εντός του οποίου πραγματοποιείται η πρώτη μετάδοση·
β) στην περίπτωση μεταδόσεων μέσω δορυφόρου:
i) το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο βρίσκεται η ανοδική σύνδεση προς τον δορυφόρο·
ii) το συμβαλλόμενο μέρος που παραχωρεί το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως μιας συχνότητας ή του δυναμικού ενός δορυφόρου όταν η ανοδική σύνδεση είναι εγκατεστημένη σ' ένα κράτος το οποίο δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην παρούσα σύμβαση·
iii) το συμβαλλόμενο μέρος στο οποίο ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει την έδρα του, οσάκις δεν υφίσταται αρμοδιότητα δυνάμει των περιπτώσεων i και ii.
(...)
Άρθρο 27: Άλλες διεθνείς συμφωνίες ή διακανονισμοί
1. Στο πλαίσιο των αμοιβαίων σχέσεών τους, τα συμβαλλόμενα μέρη που είναι μέλη της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας εφαρμόζουν τους κανόνες της Κοινότητας και, επομένως, εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας συμβάσεως μόνον καθόσον δεν υφίσταται κοινοτική διάταξη διέπουσα το συγκεκριμένο θέμα.
(...).»
Νομικό πλαίσιο στο Ηνωμένο Βασίλειο
13 Η παροχή τηλεοπτικών προγραμμάτων («television services») από ανεξάρτητους οργανισμούς διέπεται, στο Ηνωμένο Βασίλειο, από το πρώτο μέρος του Broadcasting Act 1990 (νόμος του 1990 περί της ραδιοφωνικής μεταδόσεως) (14). Ο νόμος προβλέπει προς τον σκοπό αυτόν τη δημιουργία μιας επιτροπής - της «Independent Television Commission» (στο εξής: ΙΤC) - στην οποία ανατίθενται σημαντικά καθήκοντα.
Ο νόμος αυτός περιέχει επίσης τις διατάξεις που αποσκοπούν στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας στον εν λόγω τομέα. Έτσι, για παράδειγμα, το άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχεία g και h, του εν λόγω νόμου περιέχει τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας.
14 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 του νόμου, η παροχή τηλεοπτικών υπηρεσιών μπορεί να διασφαλίζεται από ανεξάρτητους οργανισμούς μόνον αν έχουν στην κατοχή τους την αναγκαία προς τον σκοπό αυτό άδεια, η οποία χορηγείται από την ΙΤC.
15 Το τρίτο κεφάλαιο (άρθρα 43 έως 45) του πρώτου μέρους του Broadcasting Act 1990 περιέχει διατάξεις σχετικά με τις τηλεοπτικές εκπομπές που μεταδίδονται μέσω δορυφόρου. Το άρθρο 43 διακρίνει συναφώς δύο είδη τηλεοπτικών μεταδόσεων. Αμφότερα τα είδη ισχύουν ως «τηλεοπτικά προγράμματα» κατά την έννοια του νόμου, οπότε για την παροχή τους απαιτείται άδεια. Η διάταξη ορίζει επίσης τα κριτήρια τα οποία έχουν αποφασιστική σημασία προκειμένου να καθοριστεί αν μια τηλεοπτική μετάδοση εμπίπτει στη μία ή την άλλη κατηγορία:
- σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 1, του νόμου, «εγχώρια υπηρεσία μεταδόσεως ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω δορυφόρου» - «domestic satellite service», στο εξής: DSS - είναι η υπηρεσία ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως της οποίας τα προγράμματα μεταδίδονται μέσω δορυφόρου από τόπο που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο α) μέσω μιας χορηγηθείσας στο Ηνωμένο Βασίλειο συχνότητας και β) προορίζονται να καλύπτουν το σύνολο του πληθυσμού στο Ηνωμένο Βασίλειο·
- σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 2, «μη εγχώρια υπηρεσία μεταδόσεως ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων μέσω δορυφόρου» «non domestic satellite service», στο εξής: ΝDSS είναι η υπηρεσία που συνίσταται στη μετάδοση μέσω δορυφόρου των τηλεοπτικών προγραμμάτων
α) από τόπο που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο με προορισμό τη λήψη τους από το σύνολο του πληθυσμού του Ηνωμένου Βασιλείου ή σε άλλο κράτος μέλος αυτό δε δεν συμβαίνει μέσω μιας χορηγηθείσας στο Ηνωμένο Βασίλειο συχνότητας, ή
β) από τόπο που δεν βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε άλλο κράτος μέλος, με προορισμό τη λήψη τους από το σύνολο του πληθυσμού στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε άλλο κράτος μέλος, αν και καθόσον τα προγράμματα παρασχέθησαν από κάποιο πρόσωπο στο Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο ήταν σε θέση να καθορίζει το περιεχόμενο της εκπομπής.
16 Η χορήγηση των αδειών DSS και αυτή των αδειών ΝDSS ρυθμίζονται στον νόμο διαφορετικά. Για την άδεια των DSS ισχύει το άρθρο 44 του νόμου. Η παράγραφος 3 της διατάξεως αυτής ορίζει ως εφαρμοστέες, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχεία g και h, του νόμου. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι τα προγράμματα στα οποία εφαρμόζονται πρέπει να πληρούν (μεταξύ άλλων) τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
«g) ένα εύλογο ποσοστό του περιλαμβανομένου στα εν λόγω προγράμματα υλικού πρέπει να είναι ευρωπαϋκής καταγωγής· και
h) κάθε έτος δεν θα πρέπει να αφιερώνονται σε διάφορες ανεξάρτητες παραγωγές κάτω του 25 % του συνολικού αριθμού των ωρών μεταδόσεως [προγραμμάτων που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις]».
Ως προς τις ΝDSS εφαρμόζεται το άρθρο 45, το οποίο δεν περιέχει καμία διάταξη αντιστοιχούσα στην παράγραφο 3 του άρθρου 44.
17 Το τέταρτο κεφάλαιο του πρώτου μέρους του Broadcasting Act 1990 αφορά τα «υποκείμενα σε άδεια προγράμματα» («licensable programme services»). Σύμφωνα με τα παρασχεθέντα από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στοιχεία, πρόκειται για παροχές υπηρεσιών οι οποίες συνίστανται στη διάθεση προγραμμάτων με σκοπό τη μετάδοση μέσω καλωδιακών δικτύων και οι οποίες δεν καλύπτονται από καμία άλλη διάταξη του Broadcasting Act 1990.
Το ζήτημα της αδείας για τις υπηρεσίες αυτές ρυθμίζεται από το άρθρο 47, παράγραφος 2, του νόμου.
18 Το δεύτερο μέρος (άρθρα 72 επ.) του Broadcasting Act 1990 αναφέρεται στις καλούμενες «τοπικές υπηρεσίες παραδόσεως» («local delivery services»), οι οποίες επίσης χρειάζονται την άδεια της ΙΤC. Το άρθρο 79, παράγραφος 2, του νόμου αναφέρεται, στο πλαίσιο αυτό, σε αντίστοιχες υπηρεσίες, οι οποίες συνίστανται εξ ολοκλήρου ή μερικώς στη μετάδοση αλλοδαπών προγραμμάτων μέσω δορυφόρου.
19 Τέλος, πρέπει ακόμη να αναφερθεί το άρθρο 188 του νόμου. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να διατάξει την ΙΤC να λάβει όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση διεθνών υποχρεώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου.
Εξέλιξη της διαδικασίας
20 Μετά την εξέταση των διατάξεων του Broadcasting Act 1990, η Επιτροπή κατέληξε στην άποψη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μετέφερε προσηκόντως στο εθνικό δίκαιο πολλά από τα άρθρα της οδηγίας. Με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1992, η Επιτροπή παρέσχε στο Ηνωμένο Βασίλειο την ευκαιρία, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του επί των αιτιάσεων που αυτή είχε διατυπώσει. Το Ηνωμένο Βασίλειο έλαβε θέση επί των αιτιάσεων αυτών με έγγραφο της 10ης Φεβρουαρίου 1993.
21 Στις 30 Σεπτεμβρίου 1993, η Επιτροπή απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην οποία αυτό απάντησε με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 1994.
22 Στις 28 Ιουλίου 1994, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως, με την οποία αυτή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο,
α) θεσπίζοντας, όσον αφορά τις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 43 του Broadcasting Act 1990 για τον καθορισμό των οργανισμών δορυφορικής μεταδόσεως ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ηνωμένου Βασιλείου και εφαρμόζοντας, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας αυτής, διαφορετικό σύστημα για τις μη εγχώριες δορυφορικές υπηρεσίες απ' ό,τι ισχύει για τις εγχώριες δορυφορικές υπηρεσίες,
και
β) ασκώντας έλεγχο επί των εκπομπών που μεταδίδονται από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό υπαγόμενο στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους, όταν οι εν λόγω εκπομπές μεταδίδονται από μη εγχώρια δορυφορική υπηρεσία ή προσφέρονται στο κοινό ως υπηρεσία για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια ή από τοπικό σταθμό,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, και από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ.
Η Επιτροπή ζήτησε επιπλέον να καταδικαστεί το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
23 Το καθού ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής. Η Γαλλική Δημοκρατία παρενέβη προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Καθορισμός του αντικειμένου της προσφυγής
24 Με το υπόμνημά του αντικρούσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίστηκε ότι η προσφυγή της Επιτροπής βασίζεται σε παρανόηση των εθνικών διατάξεων, καθόσον αφορά τις τοπικές υπηρεσίες παραδόσεως που προβλέπονται από το άρθρο 79 του Broadcasting Act 1990. Το άρθρο 79, παράγραφος 2, του νόμου ομιλεί μεν στο πλαίσιο αυτό για αλλοδαπά δορυφορικά προγράμματα, όμως, με την κανονιστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 79, παράγραφος 5, του νόμου και σε μια διάταξη εφαρμογής (15), καθίσταται σαφές ότι αυτό δεν ισχύει για εκπομπές οι οποίες μεταδίδονται από άλλα κράτη μέλη μέσω δορυφόρων.
25 Η Επιτροπή δέχθηκε την εξήγηση αυτή και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου συνεδρίαση επιβεβαίωσε ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν, επομένως, άνευ αντικειμένου.
Περίληψη των ισχυρισμών της Επιτροπής
26 Οι διάδικοι της παρούσας δίκης βασίζονται αμφότεροι στο ότι, σύμφωνα με το σύστημα της οδηγίας, είναι «αναγκαίο και επαρκές» για τις τηλεοπτικές εκπομπές «να τηρείται η νομοθεσία του κράτους μέλους από το οποίο προέρχονται» (16). Δεν αμφισβητείται επίσης ότι η απάντηση στο ερώτημα ποιο κράτος μέλος πρέπει εκάστοτε να θεωρείται ως «κράτος μέλος καταγωγής» (17) προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας. Οι διάδικοι συμφωνούν επίσης ως προς το ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν την ελεύθερη λήψη τηλεοπτικών εκπομπών από άλλα κράτη μέλη και να μην εμποδίζουν την αναμετάδοσή τους - εκτός της προβλεπομένης από το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη πρόταση, εξαιρέσεως - για λόγους που ανάγονται στους συντονιζομένους από την οδηγία τομείς. Επομένως, συμμερίζονται την άποψη ότι ένα κράτος μέλος (το «κράτος μέλος λήψεως») δεν μπορεί να εξαρτά την αναμετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών προερχομένων από άλλα κράτη μέλη από τη χορήγηση αδείας (18).
Όπως εξήγησα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-11/95, συμφωνώ με την άποψη αυτή των διαδίκων της παρούσας δίκης.
27 Η παρούσα δίκη αφορά κατ' ουσίαν το ερώτημα πώς πρέπει να νοείται η ρύθμιση που περιλαμβάνεται στα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, και η οποία αναφέρεται στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη «δικαιοδοσία» του κράτους μέλους καταγωγής. Η Επιτροπή υποστηρίζει, συναφώς, την άποψη ότι πρόκειται για εκείνους τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στο οικείο κράτος μέλος. Η περιλαμβανομένη στο άρθρο 43 του Broadcasting Act 1990 ρύθμιση δεν συμβιβάζεται, επομένως, προς τις αναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας, δεδομένου ότι αυτή στηρίζεται σε άλλα κριτήρια. Αντιθέτως, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει την άποψη ότι ως υπαγόμενοι στη «δικαιοδοσία» κράτους μέλους ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί πρέπει να νοούνται εκείνοι οι οργανισμοί που μεταδίδουν ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές από τόπους ευρισκομένους στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους.
28 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η περιλαμβανομένη στο άρθρο 43 του Broadcasting Act 1990 ρύθμιση συνιστά παράβαση των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 2, της οδηγίας και για άλλους λόγους. Πρώτον, το χρησιμοποιούμενο στο άρθρο 43 του νόμου κριτήριο της λήψεως δεν έχει σημασία για το ερώτημα ποιο κράτος μέλος, σύμφωνα με την οδηγία, είναι αρμόδιο για κάποιον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό. Δεύτερον, η εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν διασφαλίζει ότι οι προερχόμενες από τρίτες χώρες εκπομπές, οι οποίες προορίζονται για το κοινό εντός άλλου κράτους μέλους και χρησιμοποιούν προς τον σκοπό αυτό συχνότητα χορηγηθείσα στο Ηνωμένο Βασίλειο, τηρούν το δίκαιο που εφαρμόζεται στις εκπομπές που προορίζονται για το κοινό εντός του Ηνωμένου Βασιλείου. Τέλος, η διάκριση μεταξύ DSS και ΝDSS συνιστά άλλη παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε όλες οι τηλεοπτικές εκπομπές που μεταδίδονται από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς υπαγομένους στη δικαιοδοσία τους να τηρούν το δίκαιο, το οποίο ισχύει για τις εκπομπές που απευθύνονται στο κοινό εντός του εν λόγω κράτους μέλους.
29 Το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβητεί τις αιτιάσεις αυτές. Ως προς την πρώτη παράβαση του κοινοτικού δικαίου που επικαλείται η Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι, στο εξής, η διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο 43, παράγραφος 1, του νόμου στερείται πρακτικής σημασίας. Η αναφορά στο κριτήριο της λήψεως, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, χρησιμεύει μόνο για τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του νόμου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας. Ως προς τη δεύτερη αιτίαση, το καθού αναφέρει ότι ανάλογη παράβαση θα συνετελείτο μόνο στην υποθετική και μη ρεαλιστική περίπτωση, κατά την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο θα επέτρεπε σε ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό από τρίτη χώρα τη χρησιμοποίηση μιας τέτοιας συχνότητας χωρίς ταυτόχρονα να ασκεί έλεγχο.
Ως προς την τελευταία αιτίαση, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η οδηγία τού επιτρέπει να προβλέπει ένα λιγότερο αυστηρό σύστημα για τις ΝDSS. Εντούτοις, προσθέτει ότι το άρθρο 188 του Broadcasting Act 1990 καθιστά δυνατό στον αρμόδιο υπουργό να διατάξει την ΙΤC όπως αυτή υποχρεώσει τις ΝDSS στην τήρηση των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας. Το αν πράγματι γίνεται χρήση της εξουσίας αυτής δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.
30 Τέλος, η Επιτροπή προσάπτει στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι με τα άρθρα 44 και 45 του Broadcasting Act 1990 προσβάλλεται το προστατευόμενο από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας δικαίωμα για ελεύθερη λήψη και ελεύθερη αναμετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, καθόσον ο περιλαμβανόμενος στο άρθρο 43 του νόμου ορισμός καλύπτει επίσης ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία άλλων κρατών μελών. Παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας υφίσταται επίσης όσον αφορά τα προγράμματα που πρέπει να τύχουν επίσημης αδείας, διότι αυτά μπορούν να περιέχουν τηλεοπτικές εκπομπές οι οποίες μεταδόθηκαν αρχικά από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς υπαγομένους στη δικαιοδοσία άλλων κρατών μελών.
31 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει, αντιθέτως, την άποψη ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ενισχύει την υποστηριζομένη από αυτό ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας. Οι εθνικές διατάξεις αφορούν τη μετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όμως, το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας αφορά τις τηλεοπτικές εκπομπές «που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη».
Ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας
32 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει στην πρώτη παύλα του ότι το αρμόδιο για τον έλεγχο ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών κράτος μέλος καταγωγής είναι εκείνο το κράτος μέλος, στη «δικαιοδοσία» του οποίου υπάγεται ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός. Μόνο για την περίπτωση κατά την οποία ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους προβλέπει η δεύτερη παύλα της διατάξεως αυτής άλλα συνδετικά κριτήρια. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί η έννοια του όρου «δικαιοδοσία» στο πλαίσιο αυτό.
Το γράμμα των διατάξεων
33 Η ίδια η οδηγία δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας αυτής. Από το γράμμα των διατάξεων και των αιτιολογικών σκέψεων της οδηγίας επίσης δεν μπορούν να συναχθούν, συναφώς, σαφή συμπεράσματα. Αυτό ισχύει, ιδίως, για τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας. Παρατηρώντας τη δωδεκάτη, τη δεκάτη τετάρτη και τη δεκάτη πέμπτη αιτιολογική σκέψη, όπως διατυπώθηκαν στις διάφορες γλώσσες, διαπιστώνεται ότι περιέχουν εκφράσεις που βασίζονται κυρίως στην καταγωγή (19) ή στην προέλευση (20) των εκπομπών. Είναι αληθές ότι, όπως ισχυρίζεται το καθού, η επιλογή των εκφράσεων αυτών συμβιβάζεται πλήρως με την αντίληψη που στηρίζεται στο κράτος μέλος στο οποίο πράγματι μεταδόθηκαν για πρώτη φορά - μέσω σταθμού εδάφους, μέσω καλωδίου ή μέσω δορυφόρου - οι επίδικες ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. Συνεπώς, αν η μετάδοση, υπό την έννοια αυτή, πραγματοποιείται στη Γαλλία, για παράδειγμα, στο Βέλγιο και στα άλλα κράτη μέλη λήψεως θα πρόκειται, σύμφωνα με τους όρους που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, για «τηλεοπτικές εκπομπές που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη». Πάντως, αντίθετα προς την άποψη του καθού, η υποστηριζομένη από την Επιτροπή ερμηνεία συμβιβάζεται επίσης με τους χρησιμοποιηθέντες όρους, χωρίς να πρέπει να δοθεί στις εκφράσεις αυτές τεχνητή ή αναγκαστική σημασία. Πράγματι, αν ένας εγκατεστημένος στη Γαλλία ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός - για να αναφερθεί ένα παράδειγμα που χρησιμοποίησαν οι ίδιοι οι διάδικοι - εκπέμπει από το Βέλγιο, μπορεί κάλλιστα να υποστηριχθεί η άποψη ότι οι εκπομπές αυτές έχουν την καταγωγή τους στη Γαλλία ή προέρχονται από εκεί.
34 Οπωσδήποτε, κατά τη σύγκριση των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, επισημαίνονται επίσης ορισμένες εκφράσεις οι οποίες φαίνεται να ενισχύουν σαφώς την υποστηριζομένη από το Ηνωμένο Βασίλειο άποψη (21). Εντούτοις, πρέπει να παρατηρηθεί ότι μάλλον πρόκειται για εξαιρέσεις και ότι υφίστανται βάσιμες αμφιβολίες κατά πόσον οι εκφράσεις αυτές αποδίδουν καλώς την πρόθεση του Συμβουλίου (22).
35 Ούτε από τον ορισμό της εννοίας της «ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 της οδηγίας και στον οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο απέδωσε ιδιαίτερη αξία με το έγγραφό του ανταπαντήσεως, προκύπτει κατ' ανάγκη ότι η υποστηριζομένη από το καθού άποψη ευσταθεί. Είναι μεν ορθόν ότι στον πυρήνα του ορισμού αυτού βρίσκεται η έννοια της «πρώτης μεταδόσεως», η οποία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως η πραγματική μετάδοση. Εντούτοις, από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί τίποτε το ουσιώδες για τη λύση του εδώ εξεταζομένου ερωτήματος. Πράγματι, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν στηρίζεται στις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές καθεαυτές αλλά στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους.
36 Κατά τη γνώμη μου, συμπεράσματα δεν μπορούν να συναχθούν ούτε από την πρόταση τροποποιήσεως της οδηγίας (23) που υπέβαλε η Επιτροπή το προηγούμενο έτος. Η Επιτροπή προτείνει, μεταξύ άλλων, να τροποποιηθεί η εν προκειμένω επίδικη διάταξη. Το προταθέν νέο κείμενο αναφέρεται ρητώς στο κράτος της εγκαταστάσεως του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού (24). Η πρόταση αυτή δεν έχει γίνει ακόμη δεκτή από το Συμβούλιο και, επομένως, δεν έχει σημασία για την ερμηνεία του ισχύοντος δικαίου. Εξάλλου, από την πρόταση αυτή επίσης δεν μπορεί να συναχθεί ότι το ισχύον δίκαιο έχει διαφορετικό περιεχόμενο, εφόσον η πρόταση αιτιολογείται από την «ανάγκη διευκρίνισης» του ισχύοντος δικαίου (25).
Σχέση με τη νομολογία που αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών
37 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές πρέπει να θεωρούνται ως παροχές υπηρεσιών και ότι η οδηγία αποσκοπεί στη διασφάλιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον εν λόγω τομέα (26). Τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης αναφέρονται, κατ' αυτήν, στα δικαιώματα των υπηκόων των κρατών μελών, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος απ' ό,τι ο αποδέκτης των εν λόγω παροχών. Το Δικαστήριο έχει πράγματι κρίνει ότι το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 59 και 60 καθορίζεται ανάλογα με τον τόπο εγκαταστάσεως του παρέχοντος τις υπηρεσίες και του αποδέκτη των υπηρεσιών (27). Απ' όλα αυτά η Επιτροπή συνάγει ότι ο όρος «δικαιοδοσία» στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό μια έννοια διαφέρουσα ουσιαστικά από αυτήν υπό την οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε τον όρο «εγκατάσταση» των άρθρων 52, 59 και 60 της Συνθήκης. Αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση, κατά την κατάργηση των περιορισμών της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα της τηλεοράσεως, να ενεργήσει διαφορετικά απ' ό,τι στους λοιπούς τομείς, θα την είχε εκφράσει με ειδικές και ακριβείς διατάξεις.
38 Δεν θεωρώ το επιχείρημα αυτό πειστικό. Η παραπομπή στο άρθρο 52 της Συνθήκης δεν είναι - όπως το καθού ορθώς παρατήρησε - λυσιτελής, διότι εν προκειμένω πρόκειται για τον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και όχι για το δικαίωμα εγκαταστάσεως που προστατεύεται από το άρθρο 52. Όσον αφορά τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής επίσης δεν μου φαίνεται ότι ευσταθεί. Το Δικαστήριο, με την εν λόγω οδηγία, θέλησε να προωθήσει την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον ραδιοτηλεοπτικό τομέα υπάγοντας, κατ' αρχήν, τις εκπομπές ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού στη νομοθεσία ενός και μόνον κράτους μέλους - του κράτους μέλους καταγωγής. Στην πραγματικότητα, σχεδόν γίνεται δεκτό ότι το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να είναι εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός. Κατά τη γνώμη μου, το Συμβούλιο θα μπορούσε πάντως εξίσου καλά να αποφασίσει να καθορίζεται το αρμόδιο κράτος μέλος με τη βοήθεια ενός άλλου κριτηρίου - για παράδειγμα του τόπου της πρώτης μεταδόσεως - αν ο επιδιωκόμενος στόχος της διασφαλίσεως της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών μπορούσε επίσης να επιτευχθεί με τον τρόπο αυτό.
Πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν αυτό πράγματι συνέβαινε (28). Στο παρόν πλαίσιο, αρκεί να διαπιστωθεί ότι το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να ορίσει αρμόδιο το κράτος μέλος εντός του οποίου ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός σταθμός είναι εγκατεστημένος. Για τον λόγο αυτό, η σχέση μεταξύ της εν προκειμένω εξεταστέας διατάξεως και του τομέα της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών δεν αρκεί καθεαυτή για να μπορέσει να θεωρηθεί η υποστηριζομένη από την Επιτροπή ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ως επιβαλλομένη.
Η οικονομία του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας
39 Το επιχείρημα της Επιτροπής που στηρίζεται στην οικονομία της επίδικης διατάξεως σαφώς βαρύνει περισσότερο. Σύμφωνα με την υποστηριζομένη από το Ηνωμένο Βασίλειο άποψη, για τον προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους σημασία έχει πού πραγματοποιείται η πρώτη μετάδοση (κατά την έννοια του προβλεπομένου από το άρθρο 1 ορισμού της «τηλεοπτικής μεταδόσεως»). Για την περίπτωση της μεταδόσεως μέσω δορυφόρου, αυτό σημαίνει ότι αρμόδιο είναι εκείνο το κράτος μέλος το οποίο διαθέτει την ανοδική σύνδεση προς δορυφόρο ή επιτρέπει τη χρήση συχνότητας ή του δυναμικού δορυφόρου. Όλα αυτά τα κριτήρια συνδέσεως παρατίθενται στη δεύτερη παύλα του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας. Πάντως, αν το ένα από τα κριτήρια αυτά αρκούσε για να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους, ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός θα καλυπτόταν ήδη από την πρώτη παύλα της εν λόγω διατάξεως. Όπως ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί, η δεύτερη παύλα θα ήταν, επομένως, περιττή. Εντούτοις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης περιλαμβάνει περιττές διατάξεις στις νομικές πράξεις του.
40 Οι προσπάθειες του Ηνωμένου Βασιλείου να εξηγήσει την αντίφαση αυτή δεν με έπεισαν. Σύμφωνα με την άποψη του καθού, η σχέση ανάμεσα στις δύο παύλες του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν πρέπει να θεωρηθεί ως «σχέση ιεραρχήσεως», όπως η Επιτροπή ισχυρίστηκε, αλλά μάλλον ως «διχοτομία». Κατά τη γνώμη μου, εδώ πρόκειται για λεκτική έριδα, στην οποία δεν πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Πράγματι, είναι προφανές ότι ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός δεν μπορεί ταυτόχρονα να καλύπτεται και από τις δύο παύλες, η δε δεύτερη παύλα αφορά μόνο τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους. Από αυτό προκύπτει, κατ' ανάγκη, ότι η «δικαιοδοσία» της πρώτης παύλας δεν μπορεί να στηρίζεται στα παρατιθέμενα στη δεύτερη παύλα στοιχεία.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας μου φαίνεται ως προς το σημείο αυτό σαφές και μονοσήμαντο. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αόριστη διατύπωση, όπως το καθού θεωρεί ότι μπορεί να ισχυρίζεται.
41 Η άποψη του καθού, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη παύλα του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας προδήλως αναφέρεται στη μετάδοση εκπομπών μέσω δορυφόρου, ώστε η πρώτη παύλα θα πρέπει να αναφέρεται σε μια άλλη κατάσταση, ουδόλως μεταβάλλει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα. Πράγματι, ακόμη και αν η πρώτη αυτή παύλα εφαρμοζόταν στην από του εδάφους μετάδοση εκπομπών, όπως υποθέτει το καθού, εντούτοις, παραμένει το γεγονός ότι ο όρος «δικαιοδοσία» χρησιμοποιείται και στις δύο παύλες. Η αντίρρηση του καθού θα είχε βαρύτητα μόνον αν ο όρος αυτός είχε διαφορετική σημασία σε καθεμία από τις παύλες. Τίποτα δεν επιτρέπει την επιβεβαίωση της υποθέσεως αυτής. Πρέπει, αντιθέτως, να υπομνηστεί ακόμη μια φορά ότι η δεύτερη παύλα σαφώς αναφέρεται στην πρώτη καθόσον ομιλεί περί ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που χρησιμοποιούν μια συχνότητα, το δυναμικό δορυφόρου ή μια ανοδική σύνδεση, «μολονότι δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία κανενός κράτους μέλους».
42 Κατά τη γνώμη μου, ήδη για τον λόγο αυτό, η υποστηριζομένη από το καθού άποψη στερείται αξίας. Εντούτοις, πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί αν η Επιτροπή ορθώς θεωρεί ότι το αρμόδιο κράτος μέλος είναι εκείνο εντός του οποίου ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός είναι εγκατεστημένος.
Το ιστορικό της οδηγίας
43 Προς στήριξη της απόψεώς της, η Επιτροπή επικαλείται το ιστορικό της οδηγίας. Εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, του προταθέντος σχεδίου οδηγίας (29), είχε ως εξής:
«Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι εσωτερικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές που προέρχονται από την επικράτειά του να πληρούν τις διατάξεις που ισχύουν για τις μεταδόσεις που προορίζονται για το κοινό του κράτους μέλους αυτού.»
Παραπέμπει επίσης στην αιτιολογική έκθεση της προτάσεως αυτής (30). Εκεί υπάρχουν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες επεξηγήσεις επί της προπαρατεθείσας διατάξεως:
«43. Το άρθρο αυτό θέτει την αρχή ότι όλες οι ραδιοτηλεοπτικές δραστηριότητες που καλύπτουν το εσωτερικό της Κοινότητας πρέπει να τηρούν το δίκαιο της χώρας εκπομπής, δηλαδή του κράτους μέλους εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος ο οργανισμός καταγωγής (...).
44. Η διάταξη αυτή καθιερώνει, επομένως, την υποχρέωση του κράτους μέλους να μεριμνά ώστε οι πραγματοποιούμενες στο έδαφός του εκπομπές να τηρούν τη νομοθεσία του και, συνεπώς, τους επιβαλλομένους από την οδηγία κανόνες. Η διάταξη περιέχει, επομένως, την εγγύηση που καθιστά δυνατό να αποκλείεται, στους συντονισμένους τομείς, η σωρευτική εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων των χωρών λήψεως, καθώς και οποιοσδήποτε έλεγχος εκ μέρους των αρχών των εν λόγω χωρών» (31).
44 Αυτό δείχνει ότι η Επιτροπή, υποβάλλοντας την πρότασή της, εκκινούσε από τη σκέψη ότι οι εκπομπές ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού πρέπει να διέπονται από τη νομοθεσία και να υπόκεινται στον έλεγχο του κράτους μέλους εντός του οποίου ο εν λόγω οργανισμός είναι εγκατεστημένος. Αυτό αποδεικνύει, επίσης, ότι η Επιτροπή έκρινε ότι η αναφορά στο κράτος μέλος, από το οποίο οι εν λόγω εκπομπές προέρχονται, εξέφραζε σαφώς την πρόθεση αυτή.
45 Αν η άποψη αυτή είναι βάσιμη, η Επιτροπή θα μπορούσε πράγματι από το ιστορικό της οδηγίας να συναγάγει ένα ισχυρό επιχείρημα προς στήριξη της ερμηνείας της του άρθρου 2, παράγραφος 1. Όπως ορθώς η Επιτροπή αναφέρει, υπάρχουν πράγματι στις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας φραστικές διατυπώσεις που αναφέρονται στην καταγωγή των οικείων εκπομπών ή στον τόπο από τον οποίο προέρχονται (32). Οι διατυπώσεις αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως απόδειξη ότι ο νομοθέτης θέλησε να εμμείνει στο περιεχόμενο του άρθρου 1, παράγραφος 1, όπως περιλαμβανόταν στην πρόταση της Επιτροπής. Αντίθετα προς τη διατυπωθείσα άποψη του καθού, από τα έγγραφα που υπέβαλε η Επιτροπή δεν μπορούσε να συναχθεί μόνον ότι η άποψη της Επιτροπής παρέμεινε αμετάβλητη αλλά, επίσης, ότι το Συμβούλιο συμφώνησε με την άποψη αυτή.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η οδηγία δεν στηρίζεται, στην οριστική διατύπωσή της, στην καταγωγή των διαφόρων εκπομπών, αλλά στο κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός. Όπως η Επιτροπή με τρόπο πειστικό εξέθεσε, χωρίς αντίρρηση εκ μέρους του καθού, η εν λόγω τροποποίηση απέβλεπε στη λύση συγκεκριμένου προβλήματος. Επρόκειτο για την αποφυγή της εφαρμογής της οδηγίας σε ορισμένους ραδιοφωνικούς σταθμούς (33) των συμμαχικών δυνάμεων στο Βερολίνο, οι οποίοι ήταν βεβαίως εγκατεστημένοι στη Γερμανία αλλά δεν υπήγοντο στην κυριαρχία του εν λόγω κράτους μέλους.
46 Το επιχείρημα της Επιτροπής που στηρίζεται στο ιστορικό της οδηγίας μου φαίνεται εκ πρώτης όψεως πολύ πιθανόν να ευσταθεί. Είμαι, εντούτοις, της γνώμης ότι δεν πρέπει να του αποδοθεί υπερβολική σημασία. Κατά τη γνώμη μου, αποφασιστική σημασία για την εκτίμηση αυτή έχει απλώς και μόνον το ότι η διατύπωση που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στην πρότασή της στερείται σαφήνειας. Όπως ήδη εξήγησα, η έννοια του κράτους μέλους στο οποίο οι οικείες εκπομπές έχουν την καταγωγή τους συμβιβάζεται τόσο με την άποψη της Επιτροπής όσο και με εκείνη του Ηνωμένου Βασιλείου (34). Το γεγονός ότι η Επιτροπή ερμήνευσε την έκφραση αυτή κατά έναν ορισμένο τρόπο στην αιτιολογική έκθεση της προτάσεώς της δεν μπορεί, επομένως, να δεσμεύει το Δικαστήριο.
Εξάλλου, τίθεται άνευ ετέρου το ερώτημα γιατί χρησιμοποίησε η Επιτροπή στην πρότασή της τη διφορούμενη έννοια του κράτους καταγωγής αντί να αναφερθεί απλώς στο κράτος μέλος εντός του οποίου ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός είναι εγκατεστημένος. Ίσως δεν είναι άστοχη η σκέψη ότι η χρησιμοποίηση μιας αόριστης και πολυσήμαντης εκφράσεως έγινε συνειδητά, προκειμένου να βρεθεί μια αποδεκτή λύση σε ένα πολιτικώς αμφισβητούμενο μεταξύ των κρατών μελών ζήτημα. Αυτό θα εξηγούσε επίσης γιατί η οδηγία δεν περιέχει τον ορισμό της εννοίας της «δικαιοδοσίας». Αν η υπόθεση αυτή ευσταθεί, η Επιτροπή και το Συμβούλιο θέλησαν, επομένως, να αφήσουν το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κρισίμου αυτού σημείου της οδηγίας.
47 Επομένως, ούτε το ιστορικό της οδηγίας - τουλάχιστον, καθόσον μπορώ να διαπιστώσω - επιτρέπει να συναχθεί με βεβαιότητα το βάσιμο της υποστηριζομένης από την Επιτροπή απόψεως, σύμφωνα με την οποία το κράτος μέλος, εντός του οποίου είναι εγκατεστημένος ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, είναι εκείνο που έχει «δικαιοδοσία» επί αυτού του τελευταίου κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης
48 Τόσο η Επιτροπή όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλούνται, προς στήριξη της απόψεως που υποστηρίζουν ως προς το επίδικο ερώτημα, τη Σύμβαση για τη διασυνοριακή τηλεόραση του Συμβουλίου της Ευρώπης.
49 Το καθού επισημαίνει ότι η σύμβαση αυτή, της οποίας συμβαλλόμενα μέρη είναι όλα τα κράτη μέλη, εκδόθηκε λίγους μόνο μήνες πριν από την οδηγία και ότι αυτή η τελευταία ρητώς παραπέμπει σ' αυτήν. Είναι αληθές ότι η ίδια η Κοινότητα δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της συμβάσεως αυτής και, επομένως, δεν δεσμεύεται άμεσα από αυτήν. Εντούτοις, θα ήταν παράλογο να γίνει δεκτό ότι η Κοινότητα θέλησε να ρυθμίσει τον τομέα αυτό κατά τρόπο ριζοσπαστικά διάφορο από τη λύση που ενέκριναν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης. Διαφορετικά, θα υποχρεώνονταν τα κράτη μέλη να παραβούν είτε τις κοινοτικού δικαίου υποχρεώσεις τους είτε τη Σύμβαση.
Το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται τα συμπεράσματα του Ευρωπαϋκού Συμβουλίου στη Ρόδο, στις 2 και 3 Δεκεμβρίου 1988:
«Το Ευρωπαϋκό Συμβούλιο ζητεί από το Συμβούλιο να επιταχύνει τις εργασίες του σχετικά με την οδηγία "τηλεόραση χωρίς σύνορα", σημειώνοντας ότι η Επιτροπή θα προσαρμόσει την πρότασή της έχοντας προ οφθαλμών τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης» (35).
Κατά τη γνώμη του, επειδή δεν μπορεί να συναχθεί από την οδηγία ότι αυτή θέλησε να παρεκκλίνει, στον υπό εξέταση τομέα, από τη Σύμβαση, το άρθρο 2, παράγραφος 1, μπορεί και πρέπει να ερμηνευθεί όπως η αντίστοιχη διάταξη της Συμβάσεως. Όμως, το άρθρο 5, παράγραφος 2, της Συμβάσεως βασίζεται κυρίως στο κράτος από το οποίο μια εκπομπή μεταδίδεται.
50 Οι εξηγήσεις αυτές δεν είναι πειστικές. Αντιθέτως, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η διάταξη της Συμβάσεως παρέχει πειστικά επιχειρήματα προς στήριξη της ερμηνείας του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας που αυτή υποστηρίζει.
51 Σε περίπτωση συγκρίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της Συμβάσεως διαπιστώνονται σημαντικές διαφορές. Ενώ η οδηγία, στην πρώτη παύλα της διατάξεως αυτής, στηρίζεται πρωτίστως στον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό, οι περιπτώσεις i και ii του στοιχείου ββ (όπως επίσης και του στοιχείου αα) της διατάξεως της Συμβάσεως αναφέρονται στις ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις. Μόνο η περίπτωση iii, που έχει σαφώς επικουρικό χαρακτήρα, αναφέρεται στον ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό. Είναι πρόδηλο στο πλαίσιο αυτό ότι το κριτήριο της έδρας του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό με εκείνο της εγκαταστάσεως, το οποίο, κατά την Επιτροπή, περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Όπως μόλις αναφέρθηκε, σύμφωνα με την πρώτη παύλα της διατάξεως της οδηγίας, το αρμόδιο κράτος μέλος είναι εκείνο στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο οικείος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός. Τα κριτήρια χρησιμοποιήσεως μιας συχνότητας, του δυναμικού δορυφόρου ή μιας ανοδικής συνδέσεως προς δορυφόρο ενός κράτους μέλους είναι καθοριστικά, σύμφωνα με τη δεύτερη παύλα, μόνον αν ο εν λόγω οργανισμός δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία κανενός κράτους μέλους. Αντιθέτως, η Σύμβαση βασίζεται κυρίως στα εν λόγω κριτήρια σε περίπτωση μεταδόσεως μέσω δορυφόρου. Μόνον οσάκις τα κριτήρια αυτά δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό της αρμοδιότητας, λαμβάνεται υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, περίπτωση iii, επικουρικώς, η έδρα του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού.
52 Οι θεμελιώδεις αυτές διαφορές εξακολουθούν να υφίστανται σε περίπτωση συγκρίσεως μόνο της δεύτερης παύλας της διατάξεως της οδηγίας με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της Συμβάσεως. Ακριβέστερα, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με την οδηγία, το αρμόδιο κράτος είναι πρωτίστως εκείνο στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός. Επικουρικώς, η οδηγία λαμβάνει υπόψη το κράτος μέλος από το οποίο πραγματοποιείται η μετάδοση των εκπομπών. Η Σύμβαση θεωρεί πρωτίστως αρμόδιο το κράτος μέλος από το οποίο πραγματοποιείται η μετάδοση των εκπομπών. Επικουρικώς, θεωρεί αρμόδιο το κράτος εντός του οποίου ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει την έδρα του.
Το κύριο κριτήριο της Συμβάσεως αντιστοιχεί, επομένως, με το επικουρικό κριτήριο της οδηγίας. Συνεπώς, κλίνω προς τη σκέψη ότι το επικουρικό κριτήριο της Συμβάσεως αντιστοιχεί με το κύριο κριτήριο της οδηγίας. Υπέρ αυτού συνηγορεί επίσης το γεγονός ότι, εκτός του κριτηρίου της εγκαταστάσεως ή της έδρας, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα άλλο αντικειμενικό κριτήριο με το οποίο θα μπορούσε λογικά να συνδέεται η αρμοδιότητα. Επομένως, όταν το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αναφέρεται στο κράτος μέλος, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, πρέπει στην πραγματικότητα να νοείται το κράτος μέλος εντός του οποίου αυτός είναι εγκατεστημένος.
53 Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου επίσης από τα επιχειρήματα του ίδιου του Ηνωμένου Βασιλείου. Πράγματι, το καθού ανέφερε στο υπόμνημά του ανταπαντήσεως ότι δεν βλέπει καμία δυσχέρεια στο να θεωρηθεί το κριτήριο της έδρας ή της εγκαταστάσεως ως επικουρικό κριτήριο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας ενός κράτους κατ' εφαρμογήν τόσο της οδηγίας όσο και της Συμβάσεως. Το καθού δέχεται, έτσι, ότι το κριτήριο αυτό είναι επίσης λυσιτελές στο πλαίσιο της οδηγίας. Εντούτοις, αν γίνει δεκτή η άποψή του, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι το κριτήριο αυτό ποτέ δεν αναφέρεται ρητώς εντός της οδηγίας, το δε κριτήριο της «δικαιοδοσίας», που αναφέρεται στην πρώτη παύλα του άρθρου 2, παράγραφος 1, θα πρέπει να έχει άλλο περιεχόμενο. Εντούτοις, το καθού δεν ήταν σε θέση να δώσει μια ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα ποιο άλλο περιεχόμενο θα μπορούσε να έχει το κριτήριο αυτό. Στην πράξη επιτυγχάνεται μια εύλογη ερμηνεία μόνον αν γίνει δεκτή η άποψη της Επιτροπής ότι το αρμόδιο κράτος μέλος είναι εκείνο εντός του οποίου ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός είναι εγκατεστημένος.
54 Όπως το ίδιο το καθού τόνισε, η οδηγία εκδόθηκε λίγους μόνο μήνες μετά τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι η εν λόγω σύμβαση ελήφθη υπόψη από τον κοινοτικό νομοθέτη κατά την έκδοση της οδηγίας (36). Όπως αμφότεροι οι διάδικοι της παρούσας δίκης παρατήρησαν, η πρόταση οδηγίας, εντούτοις, δεν τροποποιήθηκε ως προς το σημείο που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκειμένου να προσαρμοστεί προς τις διατάξεις της Συμβάσεως (37). Επομένως, από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας μπορεί μόνο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης συνειδητά τάχθηκε υπέρ μιας ρυθμίσεως, η οποία αισθητά διαφέρει από εκείνη που περιελήφθη στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης.
55 Όπως ορθώς η Επιτροπή ανέφερε, δεδομένου ότι οι δύο πράξεις δεν επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό, δεν εκπλήσσει η διαπίστωση διαφορών μεταξύ της οδηγίας, αφενός, και της Συμβάσεως, αφετέρου, ως προς το περιεχόμενο. Ενώ η οδηγία, στο πλαίσιο της δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς, επιδιώκει την εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών (38) και καθορίζει, επομένως, «το νομικό πλαίσιο που διέπει τη δημιουργία ενιαίου οπτικοακουστικού χώρου» (39), η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης επιδιώκει «τη διευκόλυνση της διασυνοριακής μεταδόσεως και αναμεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων» (40). Η Επιτροπή ορθώς επισήμανε ότι μια διάταξη όπως, για παράδειγμα, το άρθρο 16 της Συμβάσεως («Διαφήμιση η οποία απευθύνεται ειδικώς σε ένα μόνο συμβαλλόμενο μέρος») θα αντεδείκνυτο για μια ρύθμιση αποσκοπούσα στην υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς.
56 Οι διαφορές αυτές μεταξύ της οδηγίας και της Συμβάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν έχουν, επίσης, σε καμία περίπτωση, τις κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου δυσμενείς συνέπειες. Σύγκρουση μεταξύ των δύο πράξεων αποκλείεται ήδη για τον λόγο ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, της Συμβάσεως ρητώς επιτρέπει στα κράτη μέλη της Κοινότητας να εφαρμόζουν στις αναμεταξύ τους σχέσεις τις κοινοτικές διατάξεις, όπως είναι η οδηγία περί τηλεοράσεως, και να εφαρμόζουν τη Σύμβαση μόνο κατά το μέτρο που «δεν υφίσταται κοινοτικός κανόνας που να διέπει το οικείο συγκεκριμένο αντικείμενο». Πάντως, ως προς το ζήτημα της κατανομής αρμοδιότητας, που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας περιέχει ρητή διάταξη.
Όλες οι εκτιμήσεις, τις οποίες το καθού στηρίζει στη Σύμβαση, χωλαίνουν λόγω του ότι δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη το άρθρο 27, παράγραφος 1, της εν λόγω συμβάσεως ή προσπαθούν να το ερμηνεύσουν συσταλτικώς - αντίθετα προς το σαφές γράμμα του -, καθόσον περιορίζουν την εφαρμογή του στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια διάταξη της οδηγίας παρεκκλίνει σαφώς από μια διάταξη της Συμβάσεως. Εξάλλου, η προϋπόθεση αυτή - αν είχε εν προκειμένω σημασία - επίσης θα συνέτρεχε.
57 Επομένως, είμαι της γνώμης ότι η πρώτη παύλα του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει την έννοια ότι το κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός είναι εκείνο το κράτος μέλος στο οποίο αυτός είναι εγκατεστημένος.
Αποτελεσματικότητα του επιλεγέντος κριτηρίου
58 Τέλος, πρέπει ακόμη να εξεταστεί μια σειρά επιχειρημάτων, τα οποία συνδέονται με την αποτελεσματικότητα του υποστηριζομένου από κάθε διάδικο κριτηρίου. Πράγματι, τόσο η Επιτροπή όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρούν να αποδείξουν ότι η υποστηριζομένη από τον αντίδικο άποψη θα είχε απρόσφορα και ασυμβίβαστα προς την οδηγία αποτελέσματα. Προς τον σκοπό αυτό ανέφεραν ορισμένα παραδείγματα και επικαλέστηκαν επίσης συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ισχυρίζεται ειδικότερα ότι η εφαρμογή δύο αντιθέτων μεταξύ τους κριτηρίων για τον προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους εντός της Κοινότητας οδηγεί σε επικαλύψεις και σε κενά. Εξάλλου, το υποστηριζόμενο από το Ηνωμένο Βασίλειο κριτήριο θα δημιουργούσε, κατά τη γνώμη της, νομική αβεβαιότητα ακόμη και αν εφαρμοζόταν από όλα τα κράτη μέλη.
59 Όπως ήδη αναφέρθηκε, η οδηγία στηρίζεται στη σκέψη ότι οι καλυπτόμενες από αυτήν τηλεοπτικές μεταδόσεις πρέπει, κατ' αρχήν, να υπόκεινται στο δίκαιο ενός μόνον κράτους μέλους (41). Επομένως, το εφαρμοστέο στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας κριτήριο πρέπει να μπορεί να καθιστά δυνατό τον σαφή προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους. Είναι εξίσου πρόδηλο ότι το εν λόγω κριτήριο πρέπει να εφαρμόζεται ομοιόμορφα από όλα τα κράτη μέλη.
60 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει την άποψη ότι δεν ενδείκνυται ως προς το σημείο αυτό να λαμβάνεται υπόψη η «εγκατάσταση» του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού. Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι μια επιχείρηση μπορεί να είναι εγκατεστημένη εντός περισσοτέρων κρατών μελών. Επομένως, ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός θα μπορούσε να είναι εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος και να έχει επιπλέον δευτερεύουσες εγκαταστάσεις σε άλλα κράτη μέλη. Επομένως, το υποστηριζόμενο από την Επιτροπή κριτήριο είναι, κατά το καθού, πολύ ασαφές και δεν καθιστά δυνατό τον σαφή προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους. Το καθού θεωρεί αντιθέτως ότι το κριτήριο που αυτό υποστηρίζει εφαρμόζεται εύκολα, εφόσον στηρίζεται μόνο σε τεχνικά στοιχεία. Επομένως, είναι επίσης σύμφωνο προς τον σκοπό της οδηγίας και προς το άρθρο 59 της Συνθήκης.
61 Είναι βέβαιον ότι η υποστηριζομένη από την Επιτροπή ερμηνεία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα. Η Επιτροπή το δέχτηκε αυτό εξάλλου ευθέως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Ένα παράδειγμα αρκεί για να το αποδείξει. Το Zweite Deutsche Fernsehen (στο εξής: ZDF) έχει την έδρα του στη Γερμανία. Διατηρεί όμως γραφεία και στο εξωτερικό, για παράδειγμα - αν δεν σφάλλω - στο Παρίσι. Είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι τέτοια γραφεία αποτελούν εγκαταστάσεις κατά την έννοια του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ. Εντούτοις, δύσκολα θα βρεθεί κάποιος που θα σκεφθεί να ισχυριστεί ότι το ZDF υπάγεται, επομένως, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτη παύλα, της οδηγίας, στη δικαιοδοσία της Γαλλίας. Συνεπώς, είναι απολύτως πρόδηλο ότι για τις ανάγκες της οδηγίας δεν μπορεί να αρκεί η λήψη απλώς υπόψη της υπάρξεως μιας εγκαταστάσεως. Διαφορετικά, θα υπήρχε ο κίνδυνος, αντίθετα προς την άποψη στην οποία βασίζεται η οδηγία, περισσότερα κράτη μέλη να είναι αρμόδια για τον ίδιο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό.
62 Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η Επιτροπή προσπάθησε να αντιμετωπίσει τις δυσχέρειες αυτές διευκρινίζοντας και παρουσιάζοντας προσεκτικότερα το υποστηριζόμενο από αυτήν κριτήριο. Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ο τόπος που αποτελεί το κέντρο της διοικήσεως του οικείου οργανισμού. Στο υπόμνημά της απαντήσεως ανέφερε ότι σημασία έχει ο οικείος οργανισμός να είναι πράγματι εγκατεστημένος ως ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός σε ένα κράτος μέλος. Τα κράτη μέλη διαθέτουν κατά τον προσδιορισμό της αρμοδιότητάς τους ως προς τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως. Εντούτοις, οι αντιλήψεις ή τα κριτήρια που αυτά χρησιμοποιούν θα πρέπει να στηρίζονται εν πάση περιπτώσει, κατ' αρχήν και λόγω της φύσεώς τους, στην έννοια της εγκαταστάσεως.
Όσον αφορά το πρόβλημα των μεταξύ τους συνδεομένων επιχειρήσεων, η Επιτροπή υποστήριξε την άποψη ότι έχει αποφασιστική σημασία αν οι εν λόγω ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί είναι ή δεν είναι εμφανώς διάφοροι («recognizably different»). Προσπάθησε να εξηγήσει την άποψή της αναφερομένη στον όμιλο Canal Plus. Η μητρική εταιρία Canal Plus, η οποία είναι εγκατεστημένη στη Γαλλία και ασκεί εκεί τη δραστηριότητα του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, υπάγεται στη δικαιοδοσία του κράτους αυτού. Οι συνδεόμενες με την εταιρία αυτή επιχειρήσεις, οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη, όπως είναι το Canal Plus TVCF (Βέλγιο), το Canal Plus Espaρa (Ισπανία) και Premiere (Γερμανία), αποτελούν ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς οι οποίοι, σαφώς, διαφέρουν από τη μητρική εταιρία και οι οποίοι, επομένως, υπόκεινται στο δίκαιο του εκάστοτε κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένοι.
63 Πρέπει να δεχθούμε τον ισχυρισμό του καθού ότι οι εν λόγω εξηγήσεις της Επιτροπής έχουν μάλλον γενικό χαρακτήρα και δεν βρίσκουν έρεισμα στη διατύπωση της οδηγίας. Μου φαίνεται, εντούτοις, ότι οι δυσχέρειες αυτές οφείλονται στη φύση του ιδίου του ερωτήματος. Αν ληφθεί ως βάση το κριτήριο της «εγκαταστάσεως», προκύπτει η ανάγκη να υπάρξει απάντηση στο ερώτημα πώς πρέπει να προσδιορίζεται το αρμόδιο κράτος στην περίπτωση περισσοτέρων εγκαταστάσεων. Ποια απάντηση πρέπει να δοθεί, κατά την άποψη της Επιτροπής, στο ερώτημα αυτό, προκύπτει κατά τη γνώμη μου με αρκετή σαφήνεια από τις παρατηρήσεις της. Σύμφωνα με αυτές, στην περίπτωση περισσοτέρων εγκαταστάσεων αρμόδιο πρέπει να είναι εκείνο το κράτος μέλος, στο οποίο ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός ως τοιούτος είναι εγκατεστημένος, επομένως εκεί, όπου αυτός ασκεί τις ουσιώδεις για μια τέτοια επιχείρηση δραστηριότητες.
Προσωπικώς, δεν αμφιβάλλω ότι, επί της βάσεως αυτής, μπορούν να επιτευχθούν λογικά και πρόσφορα αποτελέσματα. Φαίνεται πράγματι ότι ενδείκνυται να κηρυχθεί αρμόδιο το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός έχει το κέντρο των δραστηριοτήτων του. Σ' αυτές περιλαμβάνονται ειδικότερα - όπως διατυπώνεται στην ήδη αναφερθείσα πρόταση οδηγίας της Επιτροπής (42) - η απόφαση σχετικά με τη διαμόρφωση των προγραμμάτων και την τελική σύνθεση του προς μετάδοση προγράμματος. Ακόμη και αν ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός διατηρεί εγκαταστάσεις σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, θα μπορεί, εντούτοις, πάντοτε να προσδιορίζεται ένα κράτος μέλος το οποίο, βάσει των στοιχείων αυτών, θα είναι αρμόδιο για τον εν λόγω τηλεοπτικό οργανισμό.
Όπως η Επιτροπή ανέφερε, χωρίς να διαψευσθεί από το καθού, σχεδόν όλα τα κράτη μέλη, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, συμφωνούν με την υποστηριζομένη από την Επιτροπή άποψη (43). Στην πράξη, η λύση αυτή δεν φαίνεται εντούτοις να έχει δημιουργήσει δυσχέρειες. Αυτό επίσης συνηγορεί υπέρ της σκέψεως ότι το βασιζόμενο στην εγκατάσταση του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού κριτήριο, παρά τις αναφερθείσες δυσχέρειες, αποτελεί πρόσφορο κριτήριο για τον προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους.
64 Αντιθέτως, το υποστηριζόμενο από το Ηνωμένο Βασίλειο κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το κράτος μέλος εντός του οποίου η πραγματική μετάδοση εκπομπής λαμβάνει χώρα, εκ πρώτης όψεως, έχει οπωσδήποτε το πλεονέκτημα ότι εφαρμόζεται ευκολότερα. Δεν χρειάζεται ουδόλως νομική εκτίμηση ή ακόμη εξέταση σε βάθος για να διαπιστωθεί ότι ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός χρησιμοποίησε τη συχνότητα, το δυναμικό δορυφόρου ή την ανοδική σύνδεση του ενός ή του άλλου κράτους μέλους. Η σκέψη αυτή ασφαλώς συνηγορεί υπέρ της προτιμήσεως του υποστηριζομένου από το καθού κριτηρίου.
65 Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το εν λόγω κριτήριο έχει ταυτόχρονα σοβαρά μειονεκτήματα. Τα συγκεκριμένα παραδείγματα που παρέθεσε συναφώς η Επιτροπή το αποδεικνύουν σαφώς.
66 Η Επιτροπή αναφέρθηκε κατ' αρχάς στη δυνατότητα ενός ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού να μεταδίδει ένα και το αυτό πρόγραμμα σε διαφορετικές ημερομηνίες μέσω ανοδικών συνδέσεων που βρίσκονται σε διαφορετικά κράτη μέλη (44). Ανέφερε, επίσης, την περίπτωση ενός εγκατεστημένου στο κράτος μέλος Α ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού, ο οποίος χρησιμοποιεί για διαφορετικά μέρη του προγράμματός του ανοδικές συνδέσεις που βρίσκονται στα κράτη μέλη Β, Γ και Δ. Και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, περισσότερα κράτη μέλη θα είναι αρμόδια για έναν ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό.
Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αμφισβητεί το αποτέλεσμα αυτό, αλλά υποστηρίζει την άποψη ότι αυτό συμβιβάζεται με την οδηγία. Ως προς την πρώτη περίπτωση πρέπει να παρατηρηθεί ότι μια συγκεκριμένη μετάδοση υπόκειται στον έλεγχο ενός μόνον κράτους μέλους. Ως προς τη δεύτερη περίπτωση, το καθού ισχυρίζεται ότι, βάσει της υποστηριζομένης από την Επιτροπή απόψεως, θα είναι δύσκολο να προσδιοριστεί το μόνο αρμόδιο κράτος μέλος. Αντιθέτως, το κριτήριο που το ίδιο υποστηρίζει αποτελεί σαφή βάση για την κατανομή της αρμοδιότητας.
67 Οι εν λόγω παρατηρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μου φαίνονται πειστικές. Εντούτοις, το καθού έχει δίκαιο να τονίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα αναφερθέντα από αυτήν παραδείγματα πράγματι υφίστανται στην πράξη. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι αναγκαίο, ενόψει των συγκεκριμένων περιπτώσεων που θα εξεταστούν στη συνέχεια, να επεκταθούμε περισσότερο στις περιπτώσεις αυτές, οι οποίες - τουλάχιστον προς το παρόν - είναι μάλλον θεωρητικές.
68 Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από το καθού, ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός FilmNet μεταδίδει το πρόγραμμά του τόσο μέσω μιας ανοδικής συνδέσεως που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και μιας ανοδικής συνδέσεως που βρίσκεται στο Λουξεμβούργο. Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το ZDF χρησιμοποιεί για το πρόγραμμά του μια από εδάφους μετάδοση στη Γερμανία και ταυτόχρονα μια ανοδική σύνδεση που βρίσκεται στο Λουξεμβούργο. Και στις δύο περιπτώσεις, η άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου θα είχε ως αποτέλεσμα δύο κράτη μέλη να είναι αρμόδια για τον ίδιο ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό καθώς και για τις ίδιες μεταδόσεις.
69 Το καθού δέχεται ότι, για να αποφευχθεί ο διπλός έλεγχος, θα έπρεπε η υποστηριζομένη από αυτό άποψη να βασίζεται στην «εξυπακουομένη έννοια του "υπερέχοντος τόπου μεταδόσεως"» («implied concept of "primary point of transmission"»). Κατ' αυτόν, δεν πρόκειται ουδόλως για νέα έννοια. Σύμφωνα με αυτή, υπερέχει πάντοτε ο τόπος επί του οποίου πραγματοποιείται η εδαφική μετάδοση. Αν δεν υφίσταται τέτοια μετάδοση, θα πρέπει να βρεθεί μια λύση με τη βοήθεια διεθνών συμφωνιών.
70 Κατά τη γνώμη μου, η αποδοχή αυτή αποδεικνύει ότι ο ισχυρισμός του καθού, ότι το υποστηριζόμενο από αυτό κριτήριο καθιστά δυνατό τον απλό και σαφή προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους, είναι αβάσιμος. Η εφαρμογή του υποστηριζομένου από το Ηνωμένο Βασίλειο κριτηρίου μπορεί, αντιθέτως, να συνεπάγεται σοβαρά προβλήματα καθορισμού. Όπως το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο αναγνωρίζει, για τη λύση των προβλημάτων αυτών, θα ήταν αναγκαίες διεθνείς συμφωνίες. Αν, για παράδειγμα, ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός εγκατεστημένος στο κράτος Α μεταδίδει το πρόγραμμά του μέσω ανοδικών συνδέσεων που βρίσκονται στα κράτη μέλη Β και Γ, η υποστηριζομένη από το καθού άποψη δεν καθιστά δυνατό να διευκρινιστεί αν το κράτος μέλος Β ή το κράτος μέλος Γ θα πρέπει να είναι αρμόδιο. Κατά τη γνώμη μου, μειονεκτεί σοβαρά ως προς το σημείο αυτό η άποψη αυτή.
Όπως μόλις κατέδειξα, το υποστηριζόμενο από την Επιτροπή κριτήριο ενέχει επίσης δυσχέρειες κατά την εφαρμογή του. Οι δυσχέρειες αυτές μπορούν, εντούτοις, να αντιμετωπιστούν, χωρίς να χρειάζονται επιπλέον νομικές διατάξεις. Επομένως, το κριτήριο αυτό υπερέχει εκείνου του καθού, επίσης, από πρακτικής απόψεως.
71 Τέλος, πρέπει να εξεταστεί ακόμη η αντίρρηση του καθού, σύμφωνα με την οποία το υποστηριζόμενο από την Επιτροπή κριτήριο ενέχει τον κίνδυνο της καταχρήσεως. Πράγματι, αν ληφθεί ως βάση ο τόπος εγκαταστάσεως, ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός θα μπορεί να μεταθέτει απλώς την έδρα του σε άλλο κράτος μέλος προκειμένου να αποφύγει την εφαρμογή της νομοθεσίας ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους.
72 Η αντίρρηση αυτή είναι αβάσιμη. Κατ' αρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα και με την υποστηριζομένη από την Επιτροπή άποψη, για τη θεμελίωση της αρμοδιότητας ενός κράτους μέλους δεν αρκεί ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός να έχει μια οποιαδήποτε εγκατάσταση στο εν λόγω κράτος - για παράδειγμα ένα απλό γραφείο. Το κράτος μέλος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι, αντιθέτως, εκείνο εντός του οποίου η οικεία επιχείρηση είναι πράγματι εγκατεστημένη ως ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός (45). Η μετάθεση της υπό την έννοια αυτή εγκαταστάσεως σε καμία περίπτωση, επομένως, δεν μπορεί τόσο εύκολα να πραγματοποιηθεί, όσο το καθού φαίνεται να πιστεύει.
Δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι το Δικαστήριο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να απαγορεύουν την καταστρατήγηση της νομοθεσίας τους εκ μέρους ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού. Αρκεί να υπομνηστεί η απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994 στην υπόθεση TV10 (46). Μπορώ να παραπέμψω συναφώς στις προτάσεις μου στην εν λόγω υπόθεση (47), καθώς και στις αντίστοιχες παρατηρήσεις που περιλαμβάνονται στις σημερινές προτάσεις μου στην υπόθεση C-11/95 (48).
Όμως, πρέπει να διαπιστωθεί εν τέλει και κυρίως ότι ο κίνδυνος της καταχρήσεως είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερος αν γίνει δεκτή η υποστηριζομένη από το Ηνωμένο Βασίλειο άποψη. Πράγματι, ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, ο οποίος μεταδίδει μέσω ανοδικής συνδέσεως στο κράτος μέλος Α, θα μπορούσε πολύ εύκολα να αποφύγει τη νομοθεσία του κράτους αυτού στρεφόμενος στην ανοδική σύνδεση του κράτους μέλους Β.
73 Από τα μόλις προεκτεθέντα προκύπτει ότι το υποστηριζόμενο από την Επιτροπή κριτήριο για τον προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους είναι σαφώς πιο κατάλληλο από εκείνο του Ηνωμένου Βασιλείου, επίσης, στο μέτρο που στηρίζεται σε μια σχετικώς σταθερή και δύσκολα μεταβλητέα κατάσταση. Η μετάθεση εγκαταστάσεως υπό την ορισθείσα πιο πάνω έννοια απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις· αντιθέτως, η αλλαγή του κράτους μέλους από το οποίο μεταδίδεται η εκπομπή είναι δυνατό να γίνει, ήδη στο παρόν στάδιο της τεχνολογίας, πολύ γρήγορα και με λίγα έξοδα.
74 Στο πλαίσιο αυτό, τόσο η Επιτροπή όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλέστηκαν τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση της υποθέσεως C-327/93. Επρόκειτο στην περίπτωση αυτή για ένα σταθμό, ο οποίος μετέδιδε το πρόγραμμά του από την Ολλανδία και αργότερα από τη Δανία, ήταν όμως, σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής, εγκατεστημένος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αν η Επιτροπή είχε δίκαιο ως προς αυτό (πολλά συνηγορούν υπέρ αυτού), η υπόθεση αυτή θα αποτελούσε πράγματι ένα καλό παράδειγμα για τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει η υποστηριζομένη από το Ηνωμένο Βασίλειο άποψη. Πάντως, δεν μου φαίνεται σκόπιμο να εξετάσω εν προκειμένω λεπτομερέστερα την υπόθεση αυτή (49).
75 Επομένως, επί του παρόντος πρέπει να σημειωθεί ότι η υποστηριζομένη από την Επιτροπή άποψη σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι ορθή. Το κράτος μέλος, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, είναι εκείνο το κράτος μέλος εντός του οποίου αυτός είναι εγκατεστημένος. Τα κριτήρια συνδέσεως, τα οποία αναφέρονται στη δεύτερη παύλα της εν λόγω διατάξεως (κράτος μέλος, του οποίου χρησιμοποιείται η συχνότητα, το δυναμικό δορυφόρου ή η ανοδική σύνδεση) είναι λυσιτελή μόνο για τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους. Το άρθρο 43 του Broadcasting Act 1990, το οποίο δεν λαμβάνει υπόψη την εγκατάσταση του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού αλλά αποκλειστικώς τον τόπο από τον οποίο πραγματοποιείται η μετάδοση μιας εκπομπής, τη χρησιμοποιουμένη συχνότητα και άλλα κριτήρια (50), είναι επομένως αντίθετο προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, (και προς το άρθρο 3, παράγραφος 2) της οδηγίας.
Άλλες παραβάσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας
76 Η Επιτροπή προσάπτει στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι παρέβη τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 2, της οδηγίας ως προς τρία άλλα σημεία (51).
77 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι το άρθρο 43 του Broadcasting Act 1990 στηρίζεται επίσης στη λήψη στο Ηνωμένο Βασίλειο ή σε άλλο κράτος μέλος, ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν χρησιμοποιεί το κριτήριο αυτό για τον προσδιορισμό του αρμοδίου κράτους μέλους.
78 Αν οι αντίστοιχες ενδείξεις του άρθρου 43 εξυπηρετούσαν - όπως ισχυρίζεται το καθού - μόνο τον αποκλεισμό της εφαρμογής του στις τηλεοπτικές μεταδόσεις που προορίζονται αποκλειστικώς για τη λήψη σε τρίτες χώρες, αυτό θα ήταν σύμφωνο προς το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας και δεν θα μπορούσε, επομένως, να αμφισβητείται. Εντούτοις, από το υπόμνημα απαντήσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή αμφισβητεί το κριτήριο της λήψεως στο Ηνωμένο Βασίλειο, διότι το Ηνωμένο Βασίλειο είναι αρμόδιο για όλους τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία του και όχι μόνο για εκείνους των οποίων οι εκπομπές προορίζονται για γενική λήψη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η αιτίαση αυτή μπορεί επομένως να εξομοιωθεί είτε με εκείνη που μόλις εξέτασα (και να κριθεί βάσιμη), σύμφωνα με την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έλαβε υπόψη τα κριτήρια προσδιορισμού της αρμοδιότητας που ορίζονται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, είτε με εκείνη που πρέπει ακόμη να εξεταστεί, σύμφωνα με την οποία το καθού κακώς διακρίνει μεταξύ των DSS και των NDSS.
Συνεπώς, είμαι της γνώμης ότι η αιτίαση αυτή της Επιτροπής δεν χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω.
79 Δεύτερον, η Επιτροπή προσάπτει στο καθού ότι δεν εξασφαλίζει ότι οι εκπομπές από τρίτες χώρες, οι οποίες προορίζονται για τη γενική λήψη σε άλλο κράτος μέλος, χρησιμοποιείται δε προς τον σκοπό αυτό συχνότητα χορηγηθείσα στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι σύμφωνες προς το δίκαιο που εφαρμόζεται στις εκπομπές που απευθύνονται σε όλο το κοινό του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το καθού απαντά μεν σ' αυτό ότι πρόκειται για υποθετική περίπτωση. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε να επιτρέψει σε σταθμό τρίτης χώρας τη χρησιμοποίηση μιας τέτοιας συχνότητας χωρίς να ασκεί κάποιον έλεγχο. Εντούτοις, έτσι δεν αντικρούεται η αιτίαση της Επιτροπής. Αντιθέτως, το καθού δέχεται έμμεσα με τον τρόπο αυτό ότι μια τέτοια περίπτωση είναι δυνατή. Ακόμη και αν πρόκειται για υποθετική περίπτωση, η αιτίαση της Επιτροπής μου φαίνεται, επομένως, βάσιμη.
80 Η πιο σημαντική από τις αιτιάσεις της Επιτροπής νομίζω ότι είναι η τρίτη και τελευταία, σύμφωνα με την οποία η διάκριση μεταξύ DSS και NDSS συνιστά μια ακόμη παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, που απορρέει άμεσα από τη διάκριση μεταξύ των τεχνικών κριτηρίων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 43. Πράγματι, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν ότι όλες οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές που μεταδίδονται από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους είναι σύμφωνες με το δίκαιο που εφαρμόζεται στις εκπομπές που προορίζονται για το κοινό.
81 Από την άποψη αυτή επίσης, το περιεχόμενο της αιτιάσεως αυτής, οπωσδήποτε, δεν είναι εντελώς σαφές. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ειδικότερα ότι το άρθρο 44, παράγραφος 3, του Broadcasting Act 1990, το οποίο εφαρμόζεται στις DSS, ορίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχεία g και h, εφαρμόζονται κατ' αναλογία, αντίθετα προς το ισχύον για τις NDSS άρθρο 45, το οποίο δεν το πράττει. Δεδομένου ότι οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, στοιχεία g και h, του νόμου αποσκοπούν στην εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας, η αιτίαση της Επιτροπής μπορεί να γίνει αντιληπτή υπό την έννοια ότι προσάπτει στο καθού ότι δεν μερίμνησε ώστε οι NDSS να τηρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας. Εξάλλου, αυτό είναι το επιχείρημα που αποτελεί τον πυρήνα των παρατηρήσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας.
82 Εντούτοις, τόσο η Επιτροπή όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο δήλωσαν ότι το ερώτημα αν το Ηνωμένο Βασίλειο εξεπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας ως προς τις NDSS αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης.
83 Η εν προκειμένω προβαλλομένη από την Επιτροπή αιτίαση φέρεται, επομένως, να έχει ευρέως τυπικό χαρακτήρα. Μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: ενώ οι DSS υπόκεινται ήδη στις απαιτήσεις του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχεία g και h, του νόμου - μέσω του άρθρου 44, παράγραφος 3, του Broadcasting Act 1990 - αυτό δεν ισχύει για τις NDSS.
84 Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αιτίαση αυτή είναι βάσιμη. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αρνείται ότι οι NDSS υπόκεινται σ' ένα λιγότερο αυστηρό σύστημα απ' ό,τι οι DSS. Εντούτοις, για να δικαιολογηθεί επικαλείται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, όσον αφορά τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, να προβλέπουν «αυστηρότερους ή λεπτομερέστερους κανόνες στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία». Οι αυστηρότεροι αυτοί κανόνες δεν πρέπει, κατά τη γνώμη του, να εφαρμόζονται κατ' ανάγκη σε όλες τις εκπομπές.
Η άποψη αυτή είναι αμφίβολη ήδη για τον λόγο ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε όλες οι τηλεοπτικές εκπομπές που μεταδίδονται από τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους να τηρούν το δίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στις εκπομπές που απευθύνονται στο κοινό σ' αυτό το κράτος. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να τονιστεί ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, τα κράτη μέλη πρέπει τουλάχιστον να μεριμνούν ώστε οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους να τηρούν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Τα άρθρα 4 και 5 συγκαταλέγονται σ' αυτές, οι δε διατάξεις του άρθρου 16, παράγραφος 2, στοιχεία g και h, αποσκοπούν στην εφαρμογή τους. Όμως, το άρθρο 45 του νόμου, ακριβώς, δεν προβλέπει ότι οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στις NDSS.
85 Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται εντούτοις ότι συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση αυτή, δεδομένου ότι το άρθρο 188 του Broadcasting Act 1990 καθιστά δυνατό να επιβάλλεται στις NDSS η τήρηση των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας. Όμως αυτό ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις διακρίνουν μεταξύ ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που υπόκεινται στις προπαρατεθείσες διατάξεις της οδηγίας και εκείνων που μπορούν να υπαχθούν. Κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω τυπική άνιση μεταχείριση είναι ήδη αντίθετη προς τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, οπότε ο ισχυρισμός της Επιτροπής είναι βάσιμος.
Πρέπει να τονιστεί ακόμη μια φορά ότι το ερώτημα αν το Ηνωμένο Βασίλειο πράγματι μεριμνά ώστε οι NDSS να τηρούν τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας
86 Η Επιτροπή προσάπτει επιπλέον στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, καθόσον ο περιλαμβανόμενος στο άρθρο 43 του Broadcasting Act 1990 ορισμός καλύπτει επίσης τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία άλλων κρατών μελών.
87 Το βάσιμο της αιτιάσεως αυτής απορρέει κατ' ανάγκην από τις διαπιστώσεις που έγιναν ως προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του εθνικού νόμου, το Ηνωμένο Βασίλειο επεκτείνει την αρμοδιότητά του σε όλους τους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που μεταδίδουν εκπομπές από το Ηνωμένο Βασίλειο. Έτσι, περιλαμβάνονται επίσης σταθμοί, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και υπάγονται συνεπώς στην αρμοδιότητα του εν λόγω κράτους μέλους (52). Επομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο ασκεί διπλό έλεγχο, ασυμβίβαστο προς το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας.
88 Μπορεί να τονιστεί ακόμη μια φορά ότι το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν εμποδίζει την εν προκειμένω υποστηριζομένη ερμηνεία (53). Επομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο κακώς ισχυρίζεται ότι οι μεταδιδόμενες από το Ηνωμένο Βασίλειο εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη δεν αποτελούν «ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη».
89 Τέλος, η Επιτροπή προσάπτει στο Ηνωμένο Βασίλειο ακόμη μια παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας ως προς τα προγράμματα που υπόκεινται σε έγκριση, για τον λόγο ότι αυτά μπορούν να περιέχουν εκπομπές οι οποίες αρχικά μεταδόθηκαν από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς υπαγομένους στη δικαιοδοσία άλλων κρατών μελών.
Το καθού δέχθηκε ότι οι επίδικες διατάξεις (άρθρα 46 και 47) του Broadcasting Act 1990 μπορούσαν θεωρητικά να χρησιμοποιηθούν προκειμένου να απαιτηθεί άδεια για την αναμετάδοση πλήρων καλωδιακών τηλεοπτικών προγραμμάτων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη. Στην πράξη, η ITC δεν κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, μη λησμονούσα τις υποχρεώσεις που υπέχει το Ηνωμένο Βασίλειο από την οδηγία. Το άρθρο 188 καθιστά δυνατό, εξάλλου, να υποχρεωθεί ενδεχομένως η ITC να συμπεριφέρεται σύμφωνα προς την οδηγία.
90 Επομένως, ως προς το σημείο αυτό επίσης πρέπει να διαπιστωθεί ότι, σύμφωνα με το γράμμα του εθνικού νόμου, είναι δυνατή η παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας και ότι πρέπει η διοίκηση να λάβει ειδικά μέτρα για να αποκλείσει τη δυνατότητα αυτή. Στο μέτρο αυτό, επίσης, η αιτίαση της Επιτροπής μου φαίνεται βάσιμη.
91 Συνεπώς, η προσφυγή της Επιτροπής - υπό την επιφύλαξη του περιορισμού που επήλθε κατά τη διάρκεια της δίκης όσον αφορά τις τοπικές υπηρεσίες (54) - είναι εξ ολοκλήρου βάσιμη.
92 Η απόφαση επί των δικαστικών εξόδων προκύπτει από το άρθρο 69, παράγραφοι 2 και 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Γ - Πρόταση
93 Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι:
α) θεσπίζοντας, όσον αφορά τις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, τα κριτήρια που προβλέπονται από το άρθρο 43 του Broadcasting Act 1990 για τον καθορισμό των οργανισμών δορυφορικής μεταδόσεως ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων που υπάγονται στη δικαιοδοσία του Ηνωμένου Βασιλείου, και εφαρμόζοντας, στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας αυτής, διαφορετικό σύστημα για τις μη εγχώριες δορυφορικές υπηρεσίες απ' ό,τι ισχύει για τις εγχώριες δορυφορικές υπηρεσίες,
και
β) ασκώντας έλεγχο επί των εκπομπών που μεταδίδονται από ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό υπαγόμενο στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους, όταν οι εν λόγω εκπομπές μεταδίδονται από μη εγχώρια δορυφορική υπηρεσία ή προσφέρονται στο κοινό ως πρόγραμμα που πρέπει να τύχει αδείας,
το Ηνωμένο Βασίλειο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, καθώς και από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων.
Επιπλέον, προτείνω να καταδικαστεί το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα, με εξαίρεση τα έξοδα της Γαλλικής Δημοκρατίας, τα οποία οφείλει να φέρει η ίδια.
(1) - EE L 298, σ. 23.
(2) - Βλ. ήδη στην απόφαση της 30ής Απριλίου 1974 στην υπόθεση 155/73, Sacchi (Συλλογή τόμος 1974, σ. 217, σκέψη 6).
(3) - Απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 352/85, Bond van Adverteerders κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 2085, σκέψεις 14 έως 17).
(4) - Βλ. την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1995, C-412/93, Leclerc-Siplec (Συλλογή 1995, σ. Ι-179, σκέψη 28). Βλ., επίσης, την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΖΕΣ, της 16ης Ιουνίου 1995, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Ε-8/94 και Ε-9/94, Forbrukerombudet κατά Mattel Scandinavia A/S και Lego Norge A/S (σκέψη 22).
(5) - Ενάτη έως δωδεκάτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Ξάριν σαφήνειας προσέθεσα τον αντίστοιχο αριθμό μέσα σε αγκύλες.
(6) - Δεκάτη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(7) - Δεκάτη τετάρτη και δεκάτη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(8) - Όπως ήδη διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στις προτάσεις του της 24ης Νοεμβρίου 1994 στην υπόθεση C-412/93, Leclerc-Siplec (Συλλογή 1995, σ. Ι-182, υποσημείωση 49), το αγγλικό κείμενο του άρθρου 3, παράγραφος 1, έχει ένα μεταφραστικό λάθος (πράγματι, σύμφωνα με το κείμενο αυτό, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους όπως προβλέπουν αυστηρότερους ή λεπτομερέστερους κανόνες, ενώ στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις τα κράτη μέλη είναι εκείνα που έχουν το δικαίωμα να προβλέπουν τέτοιους κανόνες).
(9) - Εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(10) - Βλ. την εικοστή τετάρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(11) - Η έννοια αυτή ορίζεται στο άρθρο 6 της οδηγίας.
(12) - Το γαλλικό και το αγγλικό κείμενο της συμβάσεως αυτής, καθώς και η γερμανική μετάφραση δημοσιεύθηκαν στο ΒGBl. ΙΙ 1994, σ. 639.
(13) - Η αιτιολογική αυτή σκέψη έχει ως εξής: «Το Συμβούλιο της Ευρώπης ενέκρινε την Ευρωπαϋκή Σύμβαση για τη διασυνοριακή τηλεόραση».
(14) - Broadcasting Act της 1ης Νοεμβρίου 1990. Όπως προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο a, του Broadcasting Act 1990, πρόκειται για όλους τους ραδιοφωνικούς οργανισμούς εκτός του BBC και του Welsh Authority (αρμόδιου για την Ουαλλία) (βλ. το άρθρο 56 επ. του νόμου).
(15) - Broadcasting (Foreign Satellite Programmes) (Specified Countries) Order 1991 (SI 1991 n_ 2124).
(16) - Βλ. δωδεκάτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(17) - Ξρησιμοποιώ εδώ το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί η οδηγία (βλ. την δωδεκάτη και δεκάτη τετάρτη αιτιολογική σκέψη της). Περιέργως, στο γερμανικό κείμενο της δεκάτης πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως χρησιμοποιείται ο όρος «Sendestaat» (εκπέμπον κράτος), ενώ στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις (όπως για παράδειγμα στη γαλλική και την αγγλική απόδοση) γίνεται και εδώ λόγος για «κράτος καταγωγής».
(18) - Το ερώτημα αυτό αποτελεί τον πυρήνα της διαφοράς της προπαρατεθείσας υποθέσεως C-11/95.
(19) - Βλ. τη δωδεκάτη αιτιολογική σκέψη: «Ursprung» (καταγωγή) (γερμανικό κείμενο). Βλ., επίσης, τη δεκάτη τετάρτη αιτιολογική σκέψη: «Ursprungsmitgliedstaat» (γερμανικό κείμενο), «originating Member State» (αγγλικό κείμενο), «Ιtat membre d'origine» (γαλλικό κείμενο), «Estado miembro de origen» (ισπανικό κείμενο), «Estado-membro de origem» (πορτογαλικό κείμενο) και «Stato membre d'origine» (ιταλικό κείμενο). Με εξαίρεση το γερμανικό κείμενο, οι εκφράσεις αυτές χρησιμοποιούνται επίσης στη δεκάτη πέμπτη αιτιολογική σκέψη.
(20) - Βλ. τη δωδεκάτη αιτιολογική σκέψη: «Member State from which they emanate» (αγγλικό κείμενο), «Ιtat membre dont elles ιmanent» (γαλλικό κείμενο), «Estado-membro de onde provκm» (πορτογαλικό κείμενο) και «Εstado miembro de que emanen» (ισπανικό κείμενο).
(21) - Έτσι, η έννοια του «Sendestaat» στο γερμανικό κείμενο της δεκάτης πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως, το ολλανδικό κείμενο της δωδεκάτης («Lid-Staat van waaruit zij worden uitgezonden»), της δεκάτης τετάρτης και της δεκάτης πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως («Lid-Staat van uitzending») και η φράση «dello Stato membro da cui sono emesse» στο ιταλικό κείμενο της δωδεκάτης αιτιολογικής σκέψεως.
(22) - Έτσι παρατηρείται, για παράδειγμα, ότι το γερμανικό κείμενο χρησιμοποιεί στη δεκάτη τετάρτη αιτιολογική σκέψη την έννοια - κατά τη γνώμη μου ορθή - του «κράτους μέλους καταγωγής» («Ursprungsmitgliedstaat»), αλλά στη δεκάτη πέμπτη αιτιολογική σκέψη ομιλεί για το «εκπέμπον κράτος» («Sendestaat»), ενώ όλα τα άλλα κείμενα που εξέτασα δείχνουν ότι εδώ πρόκειται για κράτος μέλος (καταγωγής).
(23) - ΕΕ 1995, C 185, σ. 4.
(24) - Η προτεινομένη νέα διατύπωση έχει ως εξής: «Υπάγονται στη δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτεια αυτού του κράτους μέλους ή στο οποίο έχουν μόνιμη εγκατάσταση και ασκούν πραγματική οικονομική δραστηριότητα» (άρθρο 2, παράγραφος 2, σύμφωνα με τη νέα αρίθμηση). Σε σχέση με αυτό πρέπει να αναγιγνώσκονται η εβδόμη και η ενάτη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως οδηγίας. Επομένως, η εγκατάσταση μιας επιχειρήσεως πρέπει να αποτελεί το «κύριο κριτήριο για τον καθορισμό της δικαιοδοσίας ενός κράτους μέλους» μπορεί δε αυτή να καθοριστεί «με μια σειρά υλικών κριτηρίων όπως είναι ο τόπος της εταιρικής έδρας του παρέχοντος υπηρεσίες, ο τόπος όπου συνήθως λαμβάνονται οι αποφάσεις σχετικά με την πολιτική των προγραμμάτων και ο τόπος της τελικής μετάδοσης (rιgie finale) (δηλαδή ο τόπος όπου συναρμολογείται οριστικά το πρόγραμμα το οποίο πρόκειται να μεταδοθεί στο κοινό) στο μέτρο που σημαντικό μέρος του προσωπικού που είναι απαραίτητο για την άσκηση της δραστηριότητας ραδιοτηλεοπτικής μεταδόσεως ευρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος.»
(25) - Βλ. την εβδόμη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως οδηγίας.
(26) - Βλ., συναφώς, ανωτέρω, τις παραγράφους 2 και 3.
(27) - Απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 23).
(28) - Βλ., κατωτέρω, τις παραγράφους 58 επ.
(29) - ΕΕ 1986, C 179, σ. 4.
(30) - Δελτίο ΕΚ, συμπλήρωμα 5/86, σ. 5 επ.
(31) - Όπ.π., υποσημείωση 30, σ. 13 επ.
(32) - Βλ., ανωτέρω, παράγραφο 33.
(33) - Υπενθυμίζεται ότι η αρχική πρόταση της Επιτροπής δεν αφορούσε μόνον την τηλεόραση αλλά, επίσης, τον τομέα του ραδιοφώνου.
(34) - Βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 33.
(35) - Δελτίο ΕΚ, αριθ. 12/1988, σ. 8 επ. (σ. 10).
(36) - Βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 49.
(37) - Η ήδη εξετασθείσα τροποποίηση του γράμματος της οικείας διατάξεως δεν έχει - όπως είδαμε - καμία σχέση με τη Σύμβαση (βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 45).
(38) - Δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(39) - Δωδεκάτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, περί συντονισμού ορισμένων κανόνων όσον αφορά το δικαίωμα του δημιουργού και τα συγγενικά δικαιώματα που εφαρμόζονται στις δορυφορικές ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις και την καλωδιακή αναμετάδοση (ΕΕ L 248, σ. 15).
(40) - Άρθρο 1 της Συμβάσεως.
(41) - Βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 26.
(42) - Βλ. υποσημειώσεις 23 και 24.
(43) - Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία, αυτό δεν ισχύει μόνο ως προς την Φινλανδία.
(44) - Ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός θα μπορούσε, για παράδειγμα, να μεταδίδει ένα μέρος του προγράμματός του (τις πρωινές εκπομπές, για παράδειγμα) από ένα κράτος μέλος, άλλο δε μέρος (το βραδινό πρόγραμμα, για παράδειγμα) από άλλο κράτος μέλος.
(45) - Βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 62.
(46) - Υπόθεση C-23/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-4795).
(47) - Προτάσεις της 16ης Ιουνίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. Ι-4797).
(48) - Παράγραφοι 72 επ.
(49) - Εξάλλου, η υπόθεση C-327/93 διεγράφη από το Πρωτόκολλο με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Μαρτίου 1996, λόγω του ότι το εθνικό δικαστήριο απέσυρε την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
(50) - Βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 15.
(51) - Βλ., ανωτέρω, τις παραγράφους 28 επ.
(52) - Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ανέφερε ως παράδειγμα έναν ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό εγκατεστημένο στην Αυστρία, στον οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο χορήγησε πρόσφατα άδεια NDSS.
(53) - Βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 33.
(54) - Βλ. τις παραγράφους 24 επ.
Full & Egal Universal Law Academy