ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 14ης Δεκεμβρίου 1995 ( *1 )
1.
Το γαλλικό tribunal de commerce d'Albi υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο αγωγής που ασκήθηκε από ομάδα αντιπροσώπων αυτοκινήτων εγκατεστημένων στον νομό του Tarn, ήτοι από τις εταιρίες Grand garage albigeois, Établissements Marlaud, Rossi Automobiles, Albi Automobiles, Garage Maurei et Fils, Sud Auto, Grands garages de Castres, Garage Piróla, Grand garage de la gare, Mazametaine automobile, Établissements Capmartin, Graulhet automobiles, κατά της εταιρίας SARL Garage Massol (στο εξής: Massol), την οποία κατηγορούν για αθέμιτο ανταγωνισμό.
2.
Οι ενάγουσες εταιρίες προσάπτουν, συγκεκριμένα, στην εναγομένη ότι ασκεί εμπορική δραστηριότητα πωλήσεως και-νουργών αυτοκινήτων εκτός του «επισήμου» δικτύου διανομής των οχημάτων αυτών, χωρίς να τηρεί τους κοινοτικούς κανόνες οι οποίοι, κατ' αυτές, διέπουν τη δραστηριότητα αυτή, καθώς και ότι προβαίνει σε παράνομη και απατηλή διαφήμιση, ήτοι ένα σύνολο πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού που έβλαψαν τα συμφέροντά τους ως αποκλειστικών αντιπροσώπων των εταιριών Peugeot, Citroen, Ford, Honda και Renault.
3.
Οι εν λόγω κοινοτικοί κανόνες είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρέτησης των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων ( 1 ) (στο εξής: κανονισμός), και η ανακοίνωση 91/C 329/06 της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 1991 ( 2 ).
4.
Με την αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων ζητείται να απαγορευθεί στη Massol να συνεχίσει (με τον ίδιο τρόπο) τη δραστηριότητα πωλήσεως καινουργών αυτοκινήτων — συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν ταξινομηθεί το πολύ προ τριών μηνών ή που έχουν διανύσει το πολύ 3000 χλμ. — και να κάνει διαφήμιση για την πώληση αυτή. Με την αγωγή ζητείται επίσης να υποχρεωθεί η Massol να καταβάλει αποζημίωση για την προκληθείσα ζημία.
5.
Το tribunal de commerce d'Albi θεωρεί ότι, πριν από την ανάλυση των περιστατικών και των νομικών επιχειρημάτων που είναι κρίσιμα προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του, επιβάλλεται, ενόψει των ισχυρισμών που διατύπωσαν οι διάδικοι, να ληφθεί απόφαση «σχετικά με το νόμιμο της δραστηριότητας των εμπόρων καινουργών οχημάτων εκτός των δικτύων διανομής που έχουν εγκαταστήσει στη Γαλλία οι κατασκευαστές, και μάλιστα από την άποψη της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και ειδικότερα του κανονισμού (ΕΟΚ) 123/85».
6.
Κατά συνέπεια, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Μπορούν, στο γενικό νομικό πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου, το οποίο διέπεται από την αρχή της ελευθερίας, οι συμβάσεις των Γάλλων αντιπροσώπων (των εταιριών Peugeot, Renault, Citroën, Ford και Honda) να αντιτάσσονται σε τρίτους εμπόρους και, στην περίπτωση ιδίως όπου ένας ανεξάρτητος μεταπωλητής κατορθώνει να προμηθεύεται νομίμως καινουργή αυτοκίνητα στο πλαίσιο ενός δικτύου, δικαιολογείται από τον κανονισμό 123/85 ή από τη νομολογία του Δικαστηρίου η εκ μέρους του κατασκευαστή ή του εισαγωγέα ή του μέλους ενός δικτύου εντός κράτους μέλους εναντίωση στην εισαγωγή και μεταπώληση εντός κράτους μέλους των ως άνω αυτοκινήτων από τον εν λόγω μεταπωλητή για τον λόγο απλώς και μόνον ότι αυτός δεν είναι ούτε εξουσιοδοτημένος μεταπωλητής ούτε εντολοδόχος;»
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύρίας δίκης
7.
Μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να περιέχουν σημαντικά στοιχεία για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα δεν έχουν αποδειχθεί όλα δεόντως, η συλλογιστική μας μπορεί ωστόσο να στηριχθεί στα ακόλουθα δεδομένα, που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από τη διάταξη περί παραπομπής:
α)
η εταιρία Massol έχει ως εταιρικό σκοπό — σύμφωνα με την εγγραφή της στο εμπορικό μητρώο — «τη συντήρηση, επιδιόρθωση και εκμίσθωση αυτοκινήτων παντός είδους, καθώς και την εισαγωγή και εξαγωγή τους»·
β)
η εν λόγω εταιρία δεν αντιπροσωπεύει κανέναν κατασκευαστή αυτοκινήτων και δεν ανήκει σε κανένα από τα «επίσημα» δίκτυα διανομής που έχουν συγκροτήσει οι κατασκευαστές βάσει του κανονισμού·
γ)
παρ' όλα αυτά, η Massol συμμετέχει ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας στις πωλήσεις καινουργών αυτοκινήτων, εμφανιζόμενη ενίοτε ως «εντεταλμένος μεσάζων ή ενδιάμεσος» (στο εξής: μεσάζων) ενός τελικού καταναλωτή.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
8.
Οι ενάγουσες της κύριας δίκης επικαλούνται τις συμβάσεις αντιπροσωπείας που έχει συνάψει η καθεμία και δυνάμει των οποίων ισχυρίζονται ότι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα εγκαταστάσεως, διενέργειας εμπορικών πράξεων και πωλήσεως καινουργών αυτοκινήτων, απευθείας ή μέσω των δικών τους αντιπροσώπων, στον τομέα της διανομής αυτοκινήτων. Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι η Massol, ως «έμπορος» αυτοκινήτων μη ανήκων στο «επίσημο» δίκτυο διανομής, προσβάλλει τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής των αντιπροσώπων και παραβαίνει την ίδια την κοινοτική νομοθεσία, δεδομένου ότι δεν είναι εντολοδόχος και δεν πληροί τους ακριβείς και δεσμευτικούς όρους που η νομοθεσία αυτή επιβάλλει στους εντολοδόχους.
9.
Οι ενάγουσες προσκομίζουν τις διαφημιστικές αγγελίες που η Massol δημοσίευσε στον τοπικό Τύπο το 1993 και το 1994 και από τις οποίες συνάγουν ότι η εταιρία αυτή ενήργησε ως έμπορος ή μεταπωλητής με σημαντικά αποθέματα καινουργών αυτοκινήτων προς άμεση παράδοση και ότι άφηνε να εννοηθεί ότι αναμένεται η άφιξη πολλών ακόμη αυτοκινήτων. Οι ενάγουσες παραθέτουν επίσης διαπιστώσεις στις οποίες προέβησαν οι «huissiers de justice» ( 3 ) και με τις οποίες πιστοποιείται η ύπαρξη δραστηριοτήτων σημαντικού όγκου.
10.
Προς στήριξη των αγωγών τους, οι αντιπρόσωποι επικαλούνται ότι ο κανονισμός θεωρεί, προς το συμφέρον του καταναλωτή και για λόγους οδικής ασφάλειας, ότι η πώληση καινουργών αυτοκινήτων και η μετά την πώληση εξυπηρέτηση πρέπει να διασφαλίζονται από ένα δίκτυο διανομής που επιλέγει ο κατασκευαστής για να συνεργάζεται μαζί του και ότι αναγνωρίζει επομένως στους αντιπροσώπους «το αποκλειστικό δικαίωμα εγκαταστάσεως και εμπορικής δραστηριότητας όσον αφορά την πώληση καινουργών αυτοκινήτων και την μετά την πώληση εξυπηρέτηση».
11.
Ωστόσο, οι αντιπρόσωποι δέχονται ότι ο κανονισμός επιτρέπει στον τελικό καταναλωτή να προμηθεύεται καινουργές αυτοκίνητο εκτός του «επίσημου» δικτύου διανομής, δίδοντας έγγραφη εντολή σε μεσάζοντα. Σύμφωνα με την προπαρατε-θείσα ανακοίνωση της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 1991, ο μεσάζων αυτός παρέχει απλώς υπηρεσίες και ενεργεί για λογαριασμό ενός αγοραστή, του τελικού χρήστη, δεν έχει όμως το δικαίωμα ούτε να συγκροτεί αποθέματα ούτε να δημιουργεί σύγχυση στο κοινό, όπως εν προκειμένω, ούτε μπορεί να μετατραπεί σε αυτόνομο ή ανεξάρτητο μεταπωλητή εκτός του δικτύου διανομής.
12.
Κατ' αυτούς, ένας ανεξάρτητος μεταπωλητής αυτοκινήτων δεν μπορεί να ανταγωνίζεται τους αντιπροσώπους στο πλαίσιο συστήματος αποκλειστικής διανομής, οποιαδήποτε και αν είναι η πηγή εφοδιασμού του. Εξάλλου, εν προκειμένω, ο εφοδιασμός αυτός είναι αναγκαστικά παράνομος, δεδομένου ότι τα αγοραζόμενα από τη Massol οχήματα δεν μπορούν παρά να προέρχονται είτε από έναν «επίσημο» αντιπρόσωπο, ο οποίος ήλθε δολίως σε συμφωνία με την εταιρία αυτή, είτε από επιχειρήσεις εκμισθώσεως οχημάτων οι οποίες αγόρασαν τα εν λόγω οχήματα όχι για να τα εκμισθώσουν αλλά για να τα διαθέσουν σε τρίτες επιχειρήσεις ως καινουργή οχήματα.
13.
Η Massol δεν υπέβαλε παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας που της τάχθηκε προς τούτο. Με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε ενώπιον του tribunal de commerce d'Albi, η Massol ισχυρίστηκε ότι η δραστηριότητα της ήταν νόμιμη και δεν συνιστούσε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού.
14.
Κατά τη Massol, από την εξέταση των συμβάσεων αντιπροσωπείας της Citroen, Peugeot, Ford και Honda προκύπτει ότι η αποκλειστικότητα που χορηγούν οι εταιρίες αυτές περιορίζεται στη χρήση των τεχνικών εμπορίας του κατασκευαστή, καθώς και στη χρήση της εικόνας του, του ονόματός του και του σήματός του. Η αποκλειστικότητα πωλήσεως είναι απλώς δυνητική, στο μέτρο που εξαρτάται από τη μονομερή βούληση του κατασκευαστή να στεγανοποιήσει το δίκτυο του, βούληση η οποία δεν υφίσταται, εφόσον το 40 % της εργοστασιακής παραγωγής πωλείται από τον κατασκευαστή εκτός του δικτύου των αντιπροσώπων του.
15.
Η Massol προσθέτει ότι, κατ' εφαρμογήν της αρχής της σχετικότητας των αποτελεσμάτων των συμβάσεων που καθιερώνει το άρθρο 1165 του γαλλικού Αστικού Κώδικα, οι συμβάσεις αποκλειστικότητας δεσμεύουν μόνον τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν μπορούν να αντιτάσσονται κατά των τρίτων. Υποστηρίζει ότι καμία σύμβαση, ακόμη και αν είναι σύμβαση αντιπροσωπείας, δεν μπορεί να απαγορεύσει σε έναν τρίτο, ξένο προς τη σύμβαση, να ασκεί εμπόριο, το οποίο οι νόμοι ή οι κανονιστικές αποφάσεις δεν απαγορεύουν ρητώς. Η Massol, στηριζόμενη τόσο στον κανονισμό όσο και στον γαλλικό Αστικό Κώδικα, ισχυρίζεται ότι κανένα νομοθέτημα δεν απαγορεύει σε έναν έμπορο ο οποίος έχει αποκτήσει νομίμως καινουργή αυτοκίνητα να τα μεταπωλήσει σε τιμή μεγαλύτερη της τιμής αγοράς.
16.
Η Massol θεωρεί ότι οι αντιπρόσωποι δεν μπορούν να επικαλεστούν τον κανονισμό, διότι οι συμβάσεις αντιπροσωπείας που έχουν συνάψει δεν πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις που επιβάλλει ο εν λόγω κανονισμός, ενόψει των σχεδόν απεριόριστων εξουσιών τις οποίες ο κατασκευαστής επιφυλάσσει υπέρ αυτού με τις εν λόγω συμβάσεις και οι οποίες δεν προβλέπονται από τον κανονισμό αυτόν. Συναφώς, η Massol αναφέρει την ύπαρξη μιας καταγγελίας που έχει υποβληθεί στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τους δώδεκα ενάγοντες αντιπροσώπους.
17.
Προς αντίκρουση της κατηγορίας περί αθεμίτου ανταγωνισμού, η Massol προσθέτει ότι ο τρόπος αποκτήσεως των καινουργών αυτοκινήτων είναι απολύτως νόμιμος και διευκρινίζει ότι η δυνατότητα αποκτήσεως τους εκτός του δικτύου διανομής εξαρτάται αποκλειστικά από την πολιτική των κατασκευαστών, ανάλογα με το αν αυτοί αποφασίζουν ή όχι να στεγανοποιήσουν το δίκτυο τους. Η Massol τονίζει το κριτήριο της στεγανότητας του δικτύου και της εφαρμογής του στην πράξη από τον κατασκευαστή, προκειμένου να αποδείξει ότι η διανομή μέσω αντιπροσώπων δεν αποτελεί παρά ένα, μεταξύ διαφόρων άλλων, τρόπο διανομής.
18.
Με τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή θεωρεί ότι μια δραστηριότητα όπως αυτή που ασκεί η Massol δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς τον κανονισμό, διότι, αφενός, ο εν λόγω κανονισμός δεν απαγορεύει στους κατασκευαστές αυτοκινήτων να τα πωλούν με άλλους τρόπους διαφορετικούς απ' ό,τι μέσω των δικτύων αποκλειστικής διανομής και, αφετέρου, διότι δεν απαγορεύει ούτε τις μονομερείς δραστηριότητες ή συμφωνίες που είναι διαφορετικές από εκείνες που καλύπτονται από τους εισάγοντες εξαίρεση κανονισμούς.
19.
Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι, κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, η εκτίμηση ως προς τη σχετικότητα των αποτελεσμάτων εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, βάσει των νομοθετικών κριτηρίων της δικής του έννομης τάξεως: ο ίδιος ο κανονισμός δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός ανεξάρτητου μεταπωλητή να εισάγει και να μεταπωλεί καινουργή αυτοκίνητα εκτός του επίσημου δικτύου διανομής, ακόμη και χωρίς να έχει την ιδιότητα του εντολοδόχου, κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 11.
20.
Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο — δηλαδή το αν μπορούν να αντιταχθούν κατά τρίτων συμβάσεις αποκλειστικής διανομής αυτοκινήτων — δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και πρέπει να επιλύεται βάσει των εθνικών δικαίων.
Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο για τη διανομή αυτοκινήτων
21.
Ο κανονισμός ορίζει μια κατηγορία συμφωνιών για τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του κανονισμού 19/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1965 ( 4 ), οπότε η απαγόρευση τους — η οποία διαφορετικά θα ήταν αναπόφευκτη — αποκλείεται, Πρόκειται για συμφωνίες ορισμένου ή αορίστου χρόνου με τις οποίες μια επιχείρηση που προμηθεύει τα προϊόντα αναθέτει σε μια άλλη επιχείρηση το έργο της διανομής και της εξυπηρέτησης έτσι, το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (ο κατασκευαστής ή, γενικώς, ο προμηθευτής) αναθέτει στο άλλο (τον διανομέα ή τον αντιπρόσωπο) την εντός ορισμένης γεωγραφικής περιοχής διανομή και την κατά και μετά την πώληση εξυπηρέτηση σε σχέση με ορισμένα προϊόντα του τομέα των αυτοκινήτων. Με τις συμφωνίες αυτές, ο προμηθευτής αναλαμβάνει έναντι του διανομέα την υποχρέωση να μην παραδίδει, εντός της οριζόμένης στη συμφωνία γεωγραφικής περιοχής, τα καλυπτόμενα από τη σύμβαση προϊόντα προς μεταπώληση παρά μόνον στον διανομέα ή, ελλείψει αυτού, σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων που είναι μέλη του δικτύου διανομής.
22.
Οι συμφωνίες αυτές θα έπρεπε καταρχήν να είναι άκυρες, δεδομένου ότι εν γένει ο σκοπός ή τα αποτελέσματα τους συνίστανται στην παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της κοινής αγοράς και επειδή μπορούν να θίξουν γενικώς το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, από την απαγόρευση που απορρέει ευθέως από το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ μπορεί να υπάρξει εξαίρεση, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, οσάκις προβλέπεται ρητώς ότι η απαγόρευση αυτή δεν έχει εφαρμογή στις εν λόγω συμφωνίες, πράγμα το οποίο είναι δυνατόν μόνον υπό ορισμένες περιοριστικούς προβλεπόμενες προϋποθέσεις και μέσω ενός ειδικού κανόνα, όπως ο κανονισμός.
23.
Όσον αφορά την παρούσα διαφορά, τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν ανακύπτουν ακριβώς από το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Συγκεκριμένα, μολονότι ουδεμία αμφιβολία γεννάται ως προς το κύρος του συστήματος διανομής αυτού καθ' εαυτό [μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1995, ημερομηνία κατά την οποία ο κανονισμός έπαυσε να έχει εφαρμογή και αντικαταστάθηκε από τον νέο κανονισμό (ΕΚ) 1475/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995 ( 5 )], το αιτούν δικαστήριο έχει αντιθέτως αμφιβολίες σχετικά με την έκταση ισχύος του, όσον αφορά άλλους επιχειρηματίες που εμπλέκονται στην εμπορία των αυτοκινήτων.
24.
Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 3, σημείο 11, του κανονισμού επιτρέπεται το είδος αυτό των συμφωνιών να περιέχει ρήτρες επιβάλλουσες στον διανομέα ή στον αντιπρόσωπο την ανάληψη της υποχρεώσεως:
«(...) να μην πωλεί τα αυτοκίνητα οχήματα της σειράς των προϊόντων που αναφέρεται στη συμφωνία ή τα αντίστοιχα προϊόντα σε τελικούς καταναλωτές οι οποίοι χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενός ενδιάμεσου [μεσάζοντος], παρά μόνον αν έχει ήδη ανατεθεί γραπτώς στον τελευταίο να αγοράσει και, σε συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδεχθεί την παραλαβή ορισμένου αυτοκινήτου οχήματος.»
25.
Με άλλα λόγια, ο διανομέας μπορεί να αρνηθεί να πωλήσει αυτοκίνητα σε μη εξουσιοδοτημένους μεσάζοντες, εκτός αν — δυνατότητα που συνιστά εξαίρεση από την αρχή της περιοριζόμενης εντός του δικτύου διανομής — στους εν λόγω μεσάζοντες έχει δοθεί από τους τελικούς χρήστες έγγραφη εντολή να τα αγοράσουν στο όνομά τους και για λογαριασμό τους.
26.
Περαιτέρω, το σημείο 10 του ίδιου αυτού άρθρου 3 του κανονισμού επιτρέπει να συμπεριλαμβάνονται σ' αυτό το είδος συμφωνιών ρήτρες με τις οποίες ο αντιπρόσωπος ή ο διανομέας δέχεται «να προμηθεύει τα προϊόντα της συμφωνίας και τα αντίστοιχα προϊόντα σε μεταπωλητή μόνον όταν (...) ο μεταπωλητής είναι επιχείρηση του δικτύου διανομής (...)».
27.
Οι δυσχέρειες που προκύπτουν από την ερμηνεία των εννοιών «ενδιάμεσος ή μεσάζων» και «μεταπωλητής» οδήγησαν την Επιτροπή να δημοσιεύσει δύο ανακοινώσεις, μια στις 12 Δεκεμβρίου 1984 ( 6 ) και μια άλλη στις 4 Δεκεμβρίου 1991, προαναφερθείσα, προκειμένου να διευκρινίσει ορισμένες πτυχές του εν λόγω κανονισμού.
28.
Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση 91/C 329/06 στόχο είχε να «διευκρινιστούν οι δυνατότητες παρέμβασης των μεσαζόντων που εξετάζονται στον εν λόγω κανονισμό», διατυπώνοντας τον ορισμό ότι μεσάζων είναι ο παρέχων υπηρεσίες που ενεργεί για λογαριασμό ενός αγοραστή, τελικού χρήστη, χωρίς να αναλαμβάνει τους κινδύνους που σχετίζονται συνήθως με την κυριότητα και ο οποίος έχει λάβει εκ των προτέρων έγγραφη εντολή από πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι επαρκώς προσδιορισμένη.
29.
Κατά την Επιτροπή, ο εντολοδόχος έχει βεβαίως το δικαίωμα να οργανώνει ελευθέρα τις δραστηριότητές του, αλλά το γεγονός ότι προσφεύγει σε ένα δίκτυο επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν κοινό σήμα ή άλλα κοινά διακριτικά σημεία δεν πρέπει να δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ενός εξουσιοδοτημένου συστήματος διανομής. Το έργο του εντολοδόχου πρέπει να επιτελείται με πλήρη διαφάνεια όσον αφορά τις προσφερόμενες υπηρεσίες και την αμοιβή τους. Η διαφήμιση του δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να συγχέουν οι δυνητικοί πελάτες τον μεσάζοντα με μεταπωλητή ανήκοντα ή επιχείρηση ανήκουσα στο δίκτυο διανομής του ή των κατασκευαστών των εν λόγω αυτοκινήτων. Τέλος, όσον αφορά τον εφοδιασμό του, ο εντολοδόχος δεν μπορεί να συνάπτει με τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους προνομιακές σχέσεις που να αντιβαίνουν προς τις συμβατικές υποχρεώσεις που αυτοί έχουν αναλάβει σύμφωνα με τον κανονισμό.
30.
Η ανακοίνωση αναφέρει ότι, στην περίπτωση που οι δραστηριότητες των μεσαζόντων δεν ακολουθούν αυτές τις κατευθύνσεις και τα κριτήρια, πρέπει να τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ότι ο μεσάζων «υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 3, σημείο 11, του κανονισμού (ΕΟΚ) 123/85 ή ότι δημιουργεί σύγχυση στο κοινό, δίδοντας την εντύπωση ότι είναι μεταπωλητής».
Η κατάσταση των ανεξάρτητων επιχειρηματιών που δρουν εκτός των δικτύων διανομής αυτοκινήτων
31.
Από μόνες τις πραγματικές περιστάσεις τις οποίες τονίζουν οι ενάγουσες (απόθεμα σημαντικού αριθμού αυτοκινήτων, διαφημιστικές αγγελίες στις οποίες η Massol υπόσχεται άμεση παράδοση και νέες αφίξεις αυτοκινήτων) δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα αν η Massol είναι πράγματι μεταπωλητής που δεν ανήκει στο «επίσημο» δίκτυο ή απλός μεσάζων που ενεργεί κατόπιν εντολής του τελικού αγοραστή. Το ζήτημα αυτό πρέπει καταρχήν να επιλυθεί από το εθνικό δικαστήριο, αφού αναλυθούν τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά η απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα θα πρέπει να είναι περίπου ίδια και στις δυο εκδοχές.
32.
Πράγματι, μια επιχείρηση που ασχολείται κατά σύνηθες επάγγελμα με την εμπορία καινουργών αυτοκινήτων μπορεί να αποτελεί «εντεταλμένο μεσάζοντα ή ενδιάμεσο», κατά την έννοια του κανονισμού, ο δε νομικός αυτός χαρακτηρισμός δεν αναιρείται αυτόματα από ορισμένους παράγοντες, όπως η ύπαρξη σημαντικού αποθέματος αυτοκινήτων, το πλήθος των πραγματοποιηθεισών πράξεων, η είσπραξη προμηθειών, η χορήγηση πιστώσεως στους πελάτες για την αγορά του αυτοκινήτου, η διαφήμιση των υπηρεσιών της, ή από άλλους παρεμφερείς παράγοντες.
33.
Συναφώς, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στο σκεπτικό της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 22 Απριλίου 1993 ( 7 ), όπου επρόκειτο για μια προσφυγή ακυρώσεως που είχε ασκηθεί από τις εταιρίες Automobiles Peugeot και Peugeot SA κατά της αποφάσεως της 4ης Δεκεμβρίου 1991, με την οποία η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει ότι αντέβαινε προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης μια εγκύκλιος της εταιρίας Automobiles Peugeot SA προς τους αντιπροσώπους της, με την οποία τους καλούσε να αναστείλουν τις παραδόσεις αυτοκινήτων σε μια επιχείρηση που ενεργούσε ως μεσάζων για λογαριασμό τελικών αγοραστών.
34.
Με την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, C-322/93 Ρ, Peugeot κατά Επιτροπής ( 8 ), το Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση που είχε ασκηθεί στην υπόθεση εκείνη κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επισημαίνοντας ότι:
«(...) η ύπαρξη γραπτής εντολής είναι η μόνη προϋπόθεση που, σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 3, αριθμός 11, του κανονισμού 123/85, επιτρέπει να χαρακτηριστεί κάποιος ως ενδιάμεσος.
(...) Όσον αφορά το επιχείρημα περί παραγνωρίσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Binon [της 3ης Ιουλίου 1985, 243/83, Συλλογή 1985, σ. 2015], πρέπει να σημειωθεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η νομολογία αυτή, η οποία αφορά την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης επί των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεως και εμπορικού αντιπροσώπου, δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση του εντολοδόχου ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό ενός τελικού καταναλωτή και ότι το πλήθος των εντολών τις οποίες λαμβάνει ένας κατ' επάγγελμα ενδιάμεσος δεν αποτελούσε αφεαυτού κρίσιμο στοιχείο, ικανό να μεταβάλει τη φύση της μεσολαβήσεως του ενδιαμέσου».
35.
Επομένως, είναι δυνατόν, ελλείψει άλλων ακριβέστερων αποδεικτικών στοιχείων, των οποίων η εκτίμηση εναπόκειται λογικά στο αιτούν δικαστήριο, η εμπορική δραστηριότητα της εναγομένης επιχειρήσεως να είναι τέτοια που να μπορεί να θεωρηθεί ως δραστηριότητα μεσάζοντος στον οποίο ανατίθεται, με έγγραφη εντολή που του δίδουν οι τελικοί χρήστες, η αγορά αυτοκινήτων για λογιαριασμό τρίτων. Σ' αυτή την πρώτη περίπτωση συνεπώς η εμπορική δραστηριότητα της Massol θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, οπότε ούτε οι κατασκευαστές αυτοκινήτων ούτε οι ενταγμένοι στα δίκτυα διανομής των κατασκευαστών αντιπρόσωποι δεν θα μπορούσαν να αναλάβουν πρωτοβουλία για να εξαλείψουν αυτή την εμπορική δραστηριότητα.
36.
Αντιθέτως — μάλιστα δε, σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, φαίνεται ότι το tribunal de commerce d'Albi είναι υπέρ αυτής της δεύτερης υποθετικής περιπτώσεως — αν νομικώς η δραστηριότητα της Massol δεν χαρακτηριζόταν ως δραστηριότητα μεσάζοντος αλλά ανεξάρτητου μεταπωλητή (διότι αποκτά καταρχάς την κυριότητα των πραγμάτων την οποία μεταβιβάζει κατόπιν και διότι αναλαμβάνει τους κινδύνους που χαρακτηρίζουν όχι τον εντολοδόχο αλλά τον μεταπωλητή, καθώς και τιςσυναφείς υποχρεώσεις εγγυήσεως), η περίπτωση αυτή δεν θα ενέπιπτε στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, δεδομένου ότι αυτός δεν προβλέπει καταρχήν την ύπαρξη επιχειρηματιών ασχολουμένων κατά σύνηθες επάγγελμα, εκτός των «επισήμων» δικτύων διανομής, με την εμπορία καινουργών αυτοκινήτων.
37.
Ωστόσο, το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει ότι τέτοιες δραστηριότητες μπορεί να είναι νόμιμες. Η αντίθετη άποψη θα παραγνώριζε την έννοια και τον σκοπό του κανονισμού, ο οποίος δεν αποβλέπει στην εναρμόνιση ή ρύθμιση μέσω υποχρεωτικών κανόνων του τομέα της διανομής των αυτοκινήτων, αλλά αποσκοπεί απλώς στο να καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες συμφωνίες που έρχονται σε αντίθεση με τον ανταγωνισμό, και οι οποίες κατ' αρχήν είναι παράνομες, μπορούν να θεωρηθούν κατ' εξαίρεση ( 9 ) επιτρεπτές.
38.
Με άλλα λόγια, ο κανονισμός περιορίζεται — μέσω της νομικής τεχνικής της εξαιρέσεως κατά κατηγορίες, η οποία, εν προκειμένω, είναι μάλλον εξαίρεση κατά κλάδους οικονομικής δραστηριότητας — στην απάλειψη της ακυρότητας ορισμένων συμφωνιών διανομής μεταξύ κατασκευαστών και διανομέων αυτοκινήτων, οι οποίες, αυτές καθ' εαυτές, θα ήσαν άκυρες ως αντίθετες προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό, δεν έχει όμως ως σκοπό να επιβάλει υποχρεωτικούς κανόνες συμπεριφοράς σε όλους τους επιχειρηματίες του σχετικού τομέα.
39.
Τούτο ακριβώς εξέφρασε το Δικαστήριο, στην απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, 10/86, VAG France ( 10 ), με τις ακόλουθες σκέψεις:
«12.
(...) ο κανονισμός 123/85, ως κανονισμός εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, περιορίζεται στο να παράσχει στους επιχειρηματίες του τομέα των αυτοκινήτων οχημάτων ορισμένες δυνατότητες που να τους επιτρέπουν, παρά την ύπαρξη ορισμένων μορφών ρητρών αποκλειστικότητας και μη ανταγωνισμού στις συμφωνίες τους διανομής και εξυπηρετήσεως των πελατών πριν και μετά την πώληση, οι εν λόγω συμφωνίες να μην εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Εν πάση περιπτώσει, οι διατάξεις του κανονισμού 123/85 δεν επιβάλλουν στους επιχειρηματίες τη χρησιμοποίηση αυτών των δυνατοτήτων. Ούτε και έχουν ως αποτέλεσμα την τροποποίηση του περιεχομένου αυτής της συμφωνίας ή την ακυρότητά της σε περίπτωση που δεν πληρούνται όλοι οι όροι του κανονισμού (...).
16.
(...) ο κανονισμός 123/85 (...) δεν θεσπίζει υποχρεωτικές διατάξεις που να θίγουν άμεσα το κύρος ή το περιεχόμενο συμβατικών ρητρών ή να υποχρεώνουν τους αντισυμβαλλόμενους να προσαρμόζουν το περιεχόμενο της συμβάσεώς τους, αλλά περιορίζεται στη θέσπιση όρων οι οποίοι, εφόσον πληρούνται, έχουν ως αποτέλεσμα ορισμένες συμβατικές ρήτρες να διαφεύγουν την απαγόρευση και, συνεπώς, την αυτοδίκαιη ακύρωση, που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης ΕΟΚ (...)»
40.
Με βάση τις σκέψεις αυτές, είναι σαφές ότι ουδεμία αντίρρηση μπορεί να διατυπωθεί, από την άποψη του κανονισμού, για τις δραστηριότητες επιχειρήσεως που ευρίσκεται εκτός του «επίσημου» δικτύου διανομής και ασχολείται, για λογαριασμό της, με την αγορά και την πώληση αυτοκινήτων, τόσο καινουργών όσο και μεταχειρισμένων.
Το έναντι των τρίτων αντιτάξιμο των συμφωνιών διανομής
41.
Κατά τη φιλοσοφία του κανονισμού, οι συμφωνίες διανομής που συνάπτονται μεταξύ κατασκευαστών αυτοκινήτων και αντιπροσώπων ή «επισήμων» διανομέων ουδόλως επηρεάζουν την άσκηση μιας δραστηριότητας όπως η προκειμένη και δεν μπορούν να προβληθούν κατ' αυτής. Η ελεύθερη άσκηση της εν 'λόγω εμπορικής δραστηριότητας δεν μπορεί να απαγορευθεί βάσει του κανονισμού, δεδομένου ότι ο κανονισμός δεν επιβάλλει κανέναν υποχρεωτικό κανόνα ως προς τα μέσα ανταγωνισμού των επιχειρήσεων τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τις συμφωνίες, αλλά περιορίζεται απλώς στην απάλειψη της ακυρότητας ορισμένων αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών όσων συνάπτουν τέτοιες συμφωνίες.
42.
Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι συμβάσεις διανομής μεταξύ κατασκευαστών και αντιπροσώπων αυτοκινήτων δεν παράγουν κανένα αποτέλεσμα έναντι των τρίτων: παράγουν τέτοια αποτελέσματα υπό μια πολύ ειδική έννοια, όπως είναι επί παραδείγματι η δυνατότητα να γίνει επίκληση των συμβάσεων αυτών για να στηριχθεί η άρνηση παραδόσεως αυτοκινήτων, συστατικών μερών τους ή ανταλλακτικών τους σε επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο εξουσιοδοτημένο δίκτυο διανομής. Πρόκειται στην περίπτωση αυτή για νόμιμη άρνηση, στον βαθμό που ο κανονισμός επιτρέπει παρέκκλιση υπέρ της πρακτικής αυτής, η οποία, αυτή καθ' εαυτή, είναι αντίθετη προς τους κανόνες που διέπουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
43.
Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι είναι έγκυρη η άρνηση εφοδιασμού επιχειρήσεων που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής, και μάλιστα όχι μόνον όσον αφορά τα προϊόντα αλλά και τις υπηρεσίες, όπως είναι η εγγύηση. Η απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1994, C-376/92, Cartier ( 11 ), τονίζει ότι:
«32.
(...) Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η συμβατική δέσμευση περί περιορισμού της εγγυήσεως στους εμπόρους του δικτύου και περί αποκλεισμού των εμπορευμάτων που διατίθενται από τρίτους καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα και επιφέρει τις ίδιες συνέπειες με τις συμβατικές ρήτρες που επιφυλάσσουν την πώληση στα μέλη του δικτύου. Όπως οι συμβατικές αυτές ρήτρες, ο περιορισμός της εγγυήσεως αποτελεί ένα μέσον του κατασκευαστή για να εμποδίζει τους μη μετέχοντες στο δίκτυο να εμπορεύονται τα καλυπτόμενα από το σύστημα προϊόντα.
33.
Εφόσον είναι νόμιμες οι συμβατικές ρήτρες βάσει των οποίων ο κατασκευαστής υποχρεούται να μην πωλεί παρά μόνον μέσω των εξουσιοδοτημένων διανομέων και με τις οποίες αυτοί δεσμεύονται, με τη σειρά τους, να μεταπωλούν μόνο σε άλλους εξουσιοδοτημένους εμπόρους ή σε καταναλωτές, δεν υπάρχει λόγος να τυγχάνει αυστηρότερης μεταχείρισης το καθεστώς κατά το οποίο περιορίζεται συμβατικώς η εγγύηση στα πωλούμενα μέσω των εξουσιοδοτημένων διανομέων προϊόντα (...)»
44.
Επομένως, το νόμιμο μιας τέτοιας αρνήσεως αποτελεί ένα πρώτο αποτέλεσμα έναντι των τρίτων, και μάλιστα σημαντικό, των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ κατασκευαστών και εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων στον τομέα του αυτοκινήτου, στον βαθμό που οι δύο αυτές κατηγορίες έχουν το δικαίωμα, δυνάμει του κανονισμού, να προβάλλουν τις συμφωνίες εν είδει αμυντικών μηχανισμών του δικτύου τους διανομής.
45.
Ως άμεση συνέπεια των ανωτέρω — η άλλη όψη, κατά κάποιο τρόπο, του ίδιου νομικού φαινομένου — τα αποτελέσματα έναντι των τρίτων περιλαμβάνουν και τη δυνατότητα επικλήσεως των συμβάσεων αυτών για να στηριχθεί ένας έγκυρος λόγος αντικρούσεως των κατηγοριών που διατυπώνουν τρίτοι, όταν αυτοί επιχειρούν να προσάψουν στα συμβαλλόμενα μέρη ότι μετέρχονται πρακτική αντίθετη προς τον ανταγωνισμό. Αυτό αποτελεί το «αμυντικό» σκέλος των αποτελεσμάτων των συμβάσεων, στο μέτρο που αυτές μπορούν να αντιτάσσονται στις επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής και οι οποίες θα αξίωναν να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στα προϊόντα του δικτύου αυτού ως μεταπωλητές.
46.
Η συνέπεια αυτή διαλαμβάνεται ρητώς στην απόφαση που εκδόθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1980 επί της υποθέσεως L'Oreal ( 12 ), όπου το Δικαστήριο εξέτασε ακριβώς τη δυνατότητα να αντιταχθούν έναντι των τρίτων οι εξαιρέσεις που είχαν χορηγηθεί από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Το Δικαστήριο τόνισε, πράγματι, ότι:
«(...) οι αποφάσεις εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ θεμελιώνουν δικαιώματα με την έννοια ότι τα μέρη μιας συμπράξεως που εκτιμήθηκε κατά τον τρόπο αυτό μπορούν να επικαλεστούν την απόφαση έναντι των τρίτων που επικαλούνται την ακυρότητα των συμπράξεων βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 2 (...)»
47.
Εν συνόψει, οι συμφωνίες διανομής που συνάπτονται βάσει του κανονισμού νομιμοποιούν, έναντι των τρίτων, την άρνηση των συμβαλλομένων επιχειρήσεων να προμηθεύουν σε άλλες επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής προϊόντα ή υπηρεσίες που καλύπτονται από τις συμφωνίες αυτές δικαιολογούν επίσης την εκ μέρους των συμβαλλομένων επιχειρήσεων αντίκρουση των αξιώσεων ή απαιτήσεων των τρίτων που επικαλούνται την ακυρότητα των συμφωνιών αυτών βάσει της γενικής αοχής του ελεύθερου ανταγωνισμού. Οι εν λόγω συμφωνίες δεν μπορούν όμως να συνιστούν επαρκή λόγο για να απαγορευθεί σε τρίτους, που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής, η ανεξάρτητη δραστηριότητα εμπορίας καινουργών αυτοκινήτων εκτός του εν λόγω δικτύου.
Η επίπτωση της υπάρξεως ανεξάρτητων επιχειρηματιών επί των δικτύων διανομής
48.
Στο σκεπτικό της περί παραπομπής διατάξεώς του το εθνικό δικαστήριο τονίζει ότι «τα ζητήματα που διακυβεύονται στην εν λόγω διαφορά είναι ιδιαίτερα σοβαρά, δεδομένου ότι το tribunal δεν μπορεί να αγνοήσει ούτε τις δεσμεύσεις που βαρύνουν τους αντιπροσώπους, οι οποίοι πρέπει να λαμβάνουν μια δίκαιη αντιπαροχή, ούτε το γεγονός ότι τίθεται υπό κρίση η ίδια η επιβίωση του εμπόρου που δεν ανήκει στο δίκτυο». Ο συλλογισμός αυτός φαίνεται ότι έχει ως βάση ότι το να γίνει δεκτή η ύπαρξη ανεξαρτήτων επιχειρηματιών θα μπορούσε να υπονομεύσει στην πράξη το καθεστώς που προβλέπεται στον κανονισμό, στο μέτρο που αυτό θα επέτρεπε σε τρίτους, μη υποκείμενους στις επαχθέστερες υποχρεώσεις των «επίσημων διανομέων», να ανταγωνίζονται τους διανομείς αυτούς από πλεονεκτική θέση.
49.
Η αντίρρηση αυτή θα μπορούσε να συμπληρωθεί με τους ισχυρισμούς των εναγουσών επιχειρήσεων που αφορούν την κατ' ανάγκη παράνομη — κατ' αυτές — προέλευση των αυτοκινήτων που αποκτώνται από πωλητές ή μεταπωλητές μη ανήκοντες στο δίκτυο. Το να γίνουν αποδεκτοί αυτοί οι τελευταίοι θα συνιστούσε, κατά τους αντιπροσώπους, δόλια προσβολή των συμβάσεων διανομής που τους συνδέουν με τους κατασκευαστές: η συμπεριφορά των ανεξάρτητων επιχειρηματιών είναι παράνομη, στο μέτρο που δεν μπορούν να αποκτήσουν τα αυτοκίνητά τους παρά πείθοντας έναν εξουσιοδοτημένο διανομέα να παραβεί τη σύμβαση ή εκμεταλλευόμενοι απλώς την παράβαση αυτή.
50.
Ωστόσο, καμία από τις δύο αυτές αντιρρήσεις δεν βαρύνει επαρκώς ώστε να δικαιολογηθεί η απόρριψη της ερμηνείας του κανονισμού την οποία προτίθεμαι να προτείνω.
51.
Ως προς την πρώτη αντίρρηση, είναι προφανώς αμφίβολο αν η ύπαρξη και μόνο των ανεξάρτητων επιχειρηματιών θέτει τους επίσημους διανομείς σε δυσμενή θέση. Αυτό που αληθεύει είναι ακριβώς το αντίθετο, ενόψει της σημασίας που η άμεση υποστήριξη που παρέχει ένας κατασκευαστής στους διανομείς του μπορεί να έχει για τον τελικό καταναλωτή, όταν αυτός πρόκειται να έλθει σε συναλλαγή με συγκεκριμένο διανομέα που ανήκει στο επίσημο δίκτυο. Εξάλλου, ο εξουσιοδοτημένος διανομέας διατηρεί μια προνομιακή σχέση με τον κατασκευαστή και επωφελείται από την εμπορική πολιτική του κατασκευαστή, λόγω δε των προνομιακών σχέσεων του με αυτόν βρίσκεται σε αντικειμενικά ευνοϊκότερη θέση απ' ό,τι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας. Τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν συναφώς οφείλονται συνήθως σε απατηλή διαφήμιση εκ μέρους των ανεξάρτητων επιχειρηματιών, αλλά, εν πάση περιπτώσει, αν εμφανίζονται πράγματι περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού — περί του οποίου εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί —, το γεγονός αυτό δεν θίγει το κύρος της γενικής αρχής που συνηγορεί υπέρ της υπάρξεως του ανεξάρτητου πωλητή εκτός δικτύου.
52.
Ως προς τη δεύτερη αντίρρηση, προκειμένου αυτή να ληφθεί υπόψη, θα έπρεπε ο κανονισμός να υποχρεώνει τα δίκτυα διανομής αυτοκινήτων να είναι «στεγανά», δηλαδή να μην επιτρέπουν την είσοδο στο δίκτυο ξένων στοιχείων ή προσώπων, όπως συμβαίνει σε ορισμένες άλλες εθνικές έννομες τάξεις. Πέραν όμως του ότι, όπως έχω ήδη τονίσει, σκοπός του κανονισμού δεν είναι να εγκαθιδρύσει ένα υποχρεωτικό «σύστημα» διανομής, το κριτήριο της στεγανότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προϋπόθεση του κύρους της υπάρξεως του δικτύου, βάσει του ίδιου αυτού κανονισμού.
53.
Στο ίδιο αυτό πνεύμα, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διατυπώσει την κρίση του στις 13 Ιανουαρίου 1994 με την προπα-ρατεθείσα απόφαση Cartier ( 13 ), όπου επρόκειτο για μια αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με ένα δίκτυο — επιλεκτικής στην υπόθεση εκείνη — διανομής στο πλαίσιο του οποίου είχαν εκδηλωθεί ορισμένα φαινόμενα έξωθεν εφοδιασμού. Το Δικαστήριο έκρινε τότε ότι:
«26.
Εξάλλου, όπως ορθά παρατήρησε η Επιτροπή, η εξάρτηση του κύρους ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής, σε σχέση με το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, από τη “στεγανότητά” του θα είχε το παράδοξο αποτέλεσμα να υπάρχει ευμενέστερη μεταχείριση, από πλευράς του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, των άκαμπτων και κλειστών συστημάτων επιλεκτικής διανομής σε σχέση με τα πιο εύκαμπτα και πιο ανοικτά στο παράλληλο εμπόριο συστήματα.
27.
Τέλος, η αναγνώριση της εγκυρότητας ενός δικτύου επιλεκτικής διανομής εντός της κοινής αγοράς δεν μπορεί να εξαρτάται από το κατά πόσον είναι σε θέση ο κατασκευαστής να εξασφαλίζει παντού τη “στεγανότητα” του δικτύου, εφόσον μάλιστα η νομοθεσία ορισμένων τρίτων κρατών μπορεί να εμποδίζει την πραγματοποίηση αυτού του στόχου ή ακόμη και να αποκλείει την επίτευξη του.
28.
Από τις παρατηρήσεις αυτές, προκύπτει ότι η “στεγανότητα” ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους του από πλευράς κοινοτικού δικαίου.»
54.
Δεν μπορεί άλλωστε να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να είναι νόμιμες οι πηγές εφοδιασμού των ανεξάρτητων επιχειρηματιών. Συγκεκριμένα, είναι ακριβώς η υποθετική περίπτωση που έλαβε υπόψη του το αιτούν δικαστήριο, δεδομένου ότι το ερώτημά του στηρίζεται στη συλλογιστική βάση ότι «ένας ανεξάρτητος μεταπωλητής κατορθώνει να προμηθεύεται νομίμως καινουργή αυτοκίνητα στο πλαίσιο ενός δικτύου». Η εν λόγω εκτίμηση εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, βάσει των περιστατικών που έχουν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία της κύριας δίκης και κατόπιν αναλύσεως των μηχανισμών εφοδιασμού που χρησιμοποιήθηκαν σε κάθε περίπτωση.
55.
Επομένως, η νομιμότητα των τρόπων με τους οποίους οι ανεξάρτητοι επιχειρηματίες εφοδιάζονται με αυτοκίνητα δεν αποτελεί πρόβλημα, αλλά πραγματικό δεδομένο το οποίο πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένο στην παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται επομένως, για να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα, να υπεισέλθει στις λεπτομέρειες των συστημάτων που μπορούσε να χρησιμοποιήσει ή πραγματικά χρησιμοποίησε η εναγομένη επιχείρηση στην υπόθεση της κυρίας δίκης. Αυτό θα καθιστούσε αναγκαία την ανάλυση των φαινομένων των παραλλήλων εισαγωγών ( 14 ), της διοχετεύσεως σε ιδιώτες «καινουργών» αυτοκινήτων που αρχικά προορίζονταν για εκμίσθωση ή κάθε άλλης εναλλακτικής πηγής εφοδιασμού, ήτοι ενός συνόλου ζητημάτων που βαίνουν πέραν των ορίων του πεδίου το οποίο πρέπει να καλύψει η απάντηση του Δικαστηρίου σε ένα ερώτημα το οποίο το αιτούν δικαστήριο διατύπωσε με μεγάλη ακρίβεια ως αφορών τα αυτοκίνητα τα οποία ένας ανεξάρτητος μεταπωλητής προμηθεύεται νομίμως.
Πρόταση
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το tribunal de commerce d'Albi:
«Ο κανονισμός (EOK) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρέτησης των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων, επιτρέπει να αντιτάσσονται οι συμφωνίες αυτές κατά τρίτων, για να δικαιολογείται η άρνηση των συμβαλλομένων επιχειρήσεων να προμηθεύουν σε άλλες επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής προϊόντα ή υπηρεσίες που καλύπτονται από τις συμφωνίες αυτές ή για να αιτιολογείται η αντίκρουση αξιώσεων ή απαιτήσεων τρίτων που επικαλούνται την ακυρότητα των συμφωνιών αυτών, βάσει της γενικής αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ο εν λόγω κανονισμός όμως δεν μπορεί να συνιστά επαρκή λόγο για να απαγορεύεται σε επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής, ακόμη και αν δεν έχουν την ιδιότητα “μεσάζοντος εντεταλμένου” από τελικούς χρήστες, η ανεξάρτητη άσκηση εμπορίας καινουργών ή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων εκτός του εν λόγω δικτύου. Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση αν είναι νόμιμα τα συστήματα εφοδιασμού μέσω των οποίων οι ανεξάρτητοι επιχειρηματίες έχουν προμηθευθεί τα αυτοκίνητα τα οποία διαθέτουν στο εμπόριο.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 1 ) ΕΕ 1985, L 15. σ. 16.
( 2 ) ΕΕ C 329, σ. 20.
( 3 ) Επικουρικοί δικαστικοί υπάλληλοι που μπορούν, μεταξύ άλλων, να προβαίνουν οε διαπιστώσεις κατόπιν αιτήσεως των ιδιωτών ή κατ' εντολήν των δικαστηρίων στα οποία υπάγονται.
( 4 ) Περί εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης οε κατηγορίες συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 59).
( 5 ) ΕΕ L 145, σ. 25.
( 6 ) ΕΕ C 17, α. 4.
( 7 ) Τ-9/92, Peugeot κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-493).
( 8 ) Συλλογή 1994, α Ι-2727.
( 9 ) Σε σχέση με την ανάγκη να μην ερμηνεύονται ευρέως οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό, βλ. τις αποφάσεις Tilg 24ης Οκτωβρίου 1995. C-266/93, Volkswagen, Συλλογή 1995, σ. Ι-3477, και C-70/93, Bayerische Motorenwerke, Συλλογή 1995, σ. Ι-3439.
( 10 ) Συλλογή 1986, σ. 4071, σκέψεις 12 και 16.
( 11 ) Συλλογή 1994, σ. I-15, σκέψεις 32 και.33.
( 12 ) Υπόθεση 31/80. Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 471, σκέψη 23.
( 13 ) Βλ. την υποσημείωση 11 ανωτέρω.
( 14 ) Σχετικά με το κύρος των παραλλήλων εισαγωγών που πραγματοποιούνται από τους εντολοδόχους και τους μεταπωλητές έχει υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα από το tribunal de commerce de Lyon στην υπόθεση C-309/94, Nissan France κ.λπ., Συλλογή 1996. σ. Ι-677, οι προτάσεις επί της οποίας αναπτύσσονται και αυτές σήμερα.
Full & Egal Universal Law Academy