Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Με το προδικαστικό ερώτημα που είναι αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας το Bundesgerichtshof ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας των άρθρων 31, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, περίπτωση ααα, και 59 της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζόμενης στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζζ, της Συνθήκης, περί των ετησίων λογαριασμών των εταιριών ορισμένων μορφών (1) (στο εξής: τέταρτη οδηγία).
Το γερμανικό δικαστήριο ερωτά, ειδικότερα, αν συμβιβάζεται προς τις προαναφερθείσες διατάξεις ερμηνεία της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, με την οποία μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο η τέταρτη οδηγία, επιβάλλουσα στους συντάκτες του ισολογισμού μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας να διενεργούν συγκεκριμένη λογιστική πράξη (στο εξής: ταυτόχρονη καταχώριση των κερδών). Η πράξη αυτή συνίσταται στην καταχώριση των κερδών, στο ίδιο κεφάλαιο ενεργητικού του ισολογισμού συγκεκριμένης χρήσεως (για παράδειγμα 1989) μιας εταιρίας η οποία - ως μόνος εταίρος - ελέγχει άλλη εταιρία, τα οποία πραγματοποίησε η θυγατρική εταιρία κατά την ίδια χρήση (επίσης 1989), όταν οι χρήσεις και των δύο εταιριών συμπίπτουν και η θυγατρική εταιρία έχει εγκρίνει τον ισολογισμό και έχει αποφασίσει σχετικά με τη διανομή των κερδών της υπό μορφή μερισμάτων πριν (για παράδειγμα, τον Μάιο 1990) τον έλεγχο και την έγκριση του ισολογισμού της μητρικής εταιρίας (Ιούλιος/ Οκτώβριος 1990).
Το κανονιστικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 31, παράγραφος 1, της τέταρτης οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν ότι η αποτίμηση των στοιχείων ισολογισμού γίνεται σύμφωνα με ορισμένες γενικές αρχές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η αρχή της συνέσεως και η αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων.
Κατά το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, «η αποτίμηση πρέπει να γίνεται με σύνεση και ιδιαίτερα:
αα) στη χρήση πρέπει να περιλαμβάνονται μόνο τα κέρδη που πραγματοποιήθηκαν,
ββ) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι κίνδυνοι που είναι δυνατόν να προβλεφθούν και όλες οι ζημίες που μπορεί να προκύψουν στη διάρκεια της χρήσεως ή σε προηγούμενη, έστω και αν τέτοιοι κίνδυνοι ή ζημίες έγιναν αντιληπτοί στο χρονικό διάστημα που είναι μεταξύ του τέλους της χρήσεως και της ημερομηνίας συντάξεως του ισολογισμού».
Αναγνωρισθείσα, κατά το μάλλον ή ήττον ρητά, από τη λογιστική παράδοση των περισσοτέρων κρατών μελών, η αρχή της συνέσεως επιβάλλει, επομένως, στους συντάκτες του ισολογισμού να αποτιμούν τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού κατά τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η οικονομική κατανόησή του. Ειδικότερα, η αρχή αυτή επιβάλλει να μην υπολογίζονται μη πραγματοποιηθέντα κέρδη και, αντιθέτως, να περιλαμβάνονται στον ισολογισμό και οι ενδεχόμενες μόνο ζημίες (η αποκαλούμενη αρνητική συμμετρία των αποτιμήσεων).
3 Το ίδιο άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, ορίζει ότι «πρέπει να λαμβάνονται υπόψη έσοδα και έξοδα που αφορούν τη χρήση, ανεξάρτητα από την ημερομηνία εισπράξεως των εσόδων και την πληρωμή των εξόδων».
Αυτή είναι η αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων, η οποία επίσης γίνεται δεκτή στη λογιστική πρακτική των περισσοτέρων κρατών μελών και η οποία επιβάλλει, όσον αφορά την καταχώριση στον ισολογισμό μιας συγκεκριμένης οικονομικής χρήσεως, να λαμβάνοντα υπόψη τα οικονομικά αποτελέσματα που πέτυχε η επιχείρηση κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η χρήση, ανεξάρτητα από τον χρόνο των πραγματικών εισπράξεων ή των δαπανών· με άλλα λόγια, η αρχή αυτή καθιερώνει την υπεροχή του οικονομικού στοιχείου σε σχέση με το χρονικό ή το «ταμειακό», στη λογιστική καταχώριση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.
4 Αμφότερες οι προαναφερθείσες αρχές αποτελούν σαφή εξιδείκευση της γενικότερης αρχής της «πραγματικής εικόνας» (quadro fedele, true and fair view (2)) πραγματικό κατευθυντήριο κριτήριο ολόκληρης της κοινοτικής ρυθμίσεως, που καθιερώνει το άρθρο 2 της τέταρτης οδηγίας.
Η αρχή αυτή επιβάλλει τη σύνταξη του ισολογισμού κατά τρόπο που να απεικονίζει όχι μόνον την αληθή (true, παρά τη σχετική σημασία που παραδοσιακά και κατ' ανάγκη αποδίδεται στο επίθετο αυτό στον τομέα των ισολογισμών), αλλά και την παραγματική (fair, που αφορά ουσιαστικά την καλή πίστη την οποία πρέπει να έχει ο συντάκτης) περιουσιακή και οικονομική κατάσταση της εταιρίας, καθώς και τα αποτελέσματά της.
5 Το άρθρο 59 της τέταρτης οδηγίας (3) αφορά αντιθέτως την αξία των συμμετοχών των εταιριών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Κατά το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να προβλέπουν ή να επιβάλλουν, μέχρι νεότερου συντονισμού και ενόψει συγκεκριμένων προϋποθέσεων, «την αποτίμηση των συμμετοχών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις με τη μέθοδο της καθαράς θέσεως» (4).
6 Η γερμανική κανονιστική ρύθμιση που έχει εν προκειμένω εφαρμογή αποτελεί, σύμφωνα με ό,τι αναφέρει το ίδιο το παραπέμπον δικαστήριο, πιστή μεταφορά των συναφών αρχών που καθιερώνει το άρθρο 31 (5). Εν πάση περιπτώσει, το συμβιβαστό της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως προς την οδηγία δεν αμφισβητείται.
Αντιθέτως, όσον αφορά την ευχέρεια που παρέχεται στον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει την εφαρμογή της μεθόδου της καθαράς θέσεως για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 59, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο Γερμανός νομοθέτης δεν έκανε χρήση της ευχέρειας αυτής, τουλάχιστον μέχρι τον χρόνο των επίδικων περιστατικών.
Ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
7 Η Tomberger (στο εξής: ενάγουσα της κύριας δίκης) μετέχει στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης Gebrόder von der Wettern (στο εξής: εναγομένη, ή ακόμη: μητρική εταιρία )· η τελευταία κατέχει το 100 % του κεφαλαίου δύο εταιριών περιορισμένης ευθύνης, της Technische Sicherheitssystem και της Gesellschaft fόr Bauwerksabdichtungen (στο εξής: TSS και GfB, ή ακόμη: θυγατρικές εταιρίες).
Ο ισολογισμός της εναγομένης για τη χρήση 1989, που έκλεισε την 31η Δεκεμβρίου 1989, εγκρίθηκε από τους ελεγκτές στις 18 Ιουνίου 1990 και από τη συνέλευση των μετόχων στις 19 Οκτωβρίου του ιδίου έτους. Οι ισολογισμοί της TSS και της GfB για τη χρήση 1989, οι οποίοι έκλεισαν επίσης την 31η Δεκεμβρίου 1989, εγκρίθηκαν από τις (αντίστοιχες) συνελεύσεις των μετόχων στις 29 Ιουνίου 1990, επομένως πριν την έγκριση του ισολογισμού της μητρικής εταιρίας. Εξάλλου, από τα πρακτικά προκύπτει ότι οι ίδιες συνελεύσεις είχαν αποφασίσει ως προς τη διάθεση και τη διανομή των κερδών, στην πράξη, στη μητρική εταιρία.
8 Στο ενεργητικό του ισολογισμού της μητρικής εταιρίας για τη χρήση 1989, οι διαχειριστές είχαν περιλάβει τα πραγματοποιηθέντα και διανεμηθέντα κέρδη της TSS και της GfB που αφορούσαν τη χρήση 1988, ενώ δεν είχαν περιλάβει τα σχετικά με τη χρήση 1989.
Θεωρώντας ότι η μητρική εταιρία είχε την υποχρέωση, αντιθέτως, βάσει του κριτηρίου της ταυτόχρονης καταχωρίσεως, να περιλάβει στο ενεργητικό του ισολογισμού για τη χρήση 1989 και τα κέρδη των θυγατρικών εταιριών που αφορούσαν την ίδια χρήση 1989, η Tomberger ζήτησε δικαστικώς την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία η συνέλευση είχε εγκρίνει αυτόν τον ισολογισμό. Κατά την ενάγουσα, συγκεκριμένα, το κριτήριο της ταυτόχρονης καταχωρίσεως είναι σύμφωνο προς την τέταρτη οδηγία σε περίπτωση όπως η προκειμένη.
Το προδικαστικό ερώτημα
9 Το αίτημα της ενάγουσας, το οποίο απορρίφθηκε κατά τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επανελήφθη κατά την αναιρετική διαδικασία. Το ανώτατο γερμανικό δικαστήριο έκρινε αναγκαίο να αναστείλει τη διαδικασία και να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ερμηνείας του άρθρου 31, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, περίπτωση ααα, και του άρθρου 59 της τέταρτης οδηγίας.
Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ευθύς εξαρχής ότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το Bundesgerichtshof είχε αποφανθεί ήδη, στο παρελθόν, υπέρ του παραδεκτού της ταυτόχρονης καταχωρίσεως των κερδών σε περίπτωση ανάλογη με την παρούσα υπόθεση. Σε απόφαση του 1975, επομένως πριν την έναρξη ισχύος της τέταρτης οδηγίας, το παραπέμπον δικαστήριο είχε κρίνει, πράγματι, ότι τα κέρδη που πραγματοποιεί μια κεφαλαιουχική εταιρία κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης χρήσεως μπορούν να καταχωρίζονται (υπό το κεφάλαιο «πιστώσεις προς τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις») στο ενεργητικό του ισολογισμού που αφορά την ίδια χρήση εταιρίας η οποία συμμετέχει κατά πλειοψηφία στην πρώτη εταιρία, όταν ο ισολογισμός της θυγατρικής εταιρίας έχει εγκριθεί πριν από την έγκριση του ισολογισμού της μητρικής εταιρίας και όταν υπάρχει τουλάχιστον αντίστοιχο σχέδιο διανομής των κερδών (6).
10 Εξάλλου, το ίδιο δικαστήριο διευκρινίζει με τη διάταξη περί παραπομπής ότι θεωρεί τώρα την ταυτόχρονη καταχώριση ως απολύτως υποχρεωτική σε μια κατάσταση ουσιαστικά πανομοιότυπη: δηλαδή, όταν, όπως εν προκειμένω, η μητρική εταιρία είναι ο μόνος ή ο κατά πλειοψηφία εταίρος της μητρικής εταιρίας (7), αυτή δε η τελευταία έχει λάβει απόφαση περί διανομής των κερδών πριν από την έγκριση του ισολογισμού της μητρικής εταιρίας.
Κατά το Bundesgerichtshof, το γεγονός αυτό επιβάλλει παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα κατά τον οποίο τα κέρδη που πραγματοποίησε η θυγατρική εταιρία κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης χρήσεως μπορούν να περιληφθούν στην περιουσία της μητρικής εταιρίας μόνον αφού η γενική συνέλευση των εταίρων της πρώτης λάβει απόφαση σχετικά με τη διάθεση αυτών των κερδών υπό μορφή μερισμάτων. Πράγματι, στην περίπτωση του πλήρους ή του κατά πλειοψηφία ελέγχου, η ταυτόχρονη καταχώριση των πραγματοποιηθέντων κερδών συγκεκριμένης χρήσεως των θυγατρικών εταιριών συμβάλλει στην παρουσίαση ενός περισσότερο «ειλικρινούς» πλαισίου της περιουσιακής και οικονομικής καταστάσεως, καθώς και των αποτελεσμάτων της μητρικής εταιρίας κατά την ίδια χρήση.
11 Μια τέτοια ερμηνεία συνεπάγεται την αποδοχή του αιτήματος της ενάγουσας της κύριας δίκης. Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το παραδεκτό μιας τέτοιας ερμηνείας σε σχέση με τις συναφείς διατάξεις της τέταρτης οδηγίας και τη σχετική εθνική νομοθεσία περί εφαρμογής της οδηγίας αυτής· ως εκ τούτου, ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρου 31, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, περίπτωση ααα, και του άρθρου 59 της οδηγίας αυτής, προκειμένου να εκτιμηθεί αν οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν την ταυτόχρονη καταχώριση των κερδών στον ισολογισμό σε περίπτωση όπως η εν προκειμένω.
12 Ειδικότερα, όσον αφορά το άρθρο 59 της τέταρτης οδηγίας, παρατηρείται ότι η διάταξη αυτή, μολονότι αναφέρεται ρητά στην αίτηση που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο, δεν μπορεί να αποτελέσει αποφασιστικό κριτήριο στην εκτίμηση του ζητήματος αν επιτρέπεται η ταυτόχρονη καταχώριση των κερδών στον ισολογισμό σε περίπτωση όπως η εν προκειμένω.
Όντως, όπως αναφέρθηκε, ο Γερμανός νομοθέτης δεν έχει ασκήσει την ευχέρεια να ορίσει ή να επιβάλει τη μέθοδο της καθαράς θέσεως για την εκτίμηση της συμμετοχής των εταιριών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις· εκ τούτου συνάγεται - άλλωστε οι διάδικοι συμφωνούν επί του σημείου αυτού - ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 59 της τέταρτης οδηγίας (8).
13 Αντιθέτως, έχει σημασία στην παρούσα διαδικασία διάταξη η οποία, μολονότι δεν αναφέρεται από το αιτούν δικαστήριο, μπορεί ασφαλώς να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση· πρόκειται για το προαναφερθέν άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, το οποίο, όπως έχω αναφέρει, καθιερώνει με μη διφορούμενους όρους την αρχή της αυτοτέλειας των χρήσεων.
Στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει, επομένως, να δοθεί απάντηση υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 31, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, περίπτωση ααα, και στοιχείο δδ, της τέταρτης οδηγίας.
14 Μια τελευταία διευκρίνιση σχετικά με τα περιστατικά της υποθέσεως. Από τη διάταξη περί παραπομπής δεν προκύπτει ότι η μητρική εταιρία είχε την υποχρέωση να καταρτίζει ενοποιημένο ισολογισμό του ομίλου. Τουναντίον, το ερώτημα αναφέρεται ρητά στον μόνο τομέα που είχε ρυθμίσει η τέταρτη οδηγία, σχετικά με τους ατομικούς ισολογισμούς των κεφαλαιουχικών εταιριών.
Επομένως, πρόκειται για περίπτωση στην οποία οι ισολογισμοί της εναγομένης και οι ισολογισμοί των ελεγχομένων απ' αυτήν εταιριών είναι «κανονικοί» ισολογισμοί οι οποίοι έχουν καταρτιστεί από χωριστά υποκείμενα δικαίου και η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ως προς τους ενοποιημένους ισολογισμούς δεν αφορά υπό καμιά έποψη την προκειμένη περίπτωση.
15 Θα εξετάσω τώρα το κεντρικό ζήτημα που τίθεται στην παρούσα διαδικασία, το οποίο συνοψίζεται στο εξής ερώτημα: τα κέρδη τα οποία πραγματοποίησαν οι θυγατρικές εταιρίες κατά τη χρήση που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1989 μπορούν να θεωρηθούν και ως κέρδη πραγματοποιηθέντα από τη μητρική εταιρία κατά την ίδια χρήση, κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, περίπτωση ααα, και στοιχείο δδ;
Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Το συστατικό στοιχείο του δικαιώματος της μητρικής εταιρίας προς καταβολή τέτοιου είδους κερδών βρίσκεται πράγματι στην απόφαση με την οποία αποφασίζεται η διανομή των κερδών υπό μορφή μερισμάτων και η καταβολή τους στους μετόχους. Προφανώς, μια τέτοια απόφαση μπορεί να ληφθεί μόνο σε ημερομηνία μεταγενέστερη εκείνης (31 Δεκεμβρίου 1989) του κλεισίματος του ισολογισμού των θυγατρικών εταιριών. Πράγματι, πριν τη χρονική αυτή στιγμή δεν υπάρχει καμιά νομική βεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς το quantum τέτοιων κερδών τα οποία, εξ υποθέσεως, είναι δυνατό να μην πραγματοποιηθούν καθόλου ή να διατεθούν (έστω και εν μέρει) για άλλο σκοπό αντί να διανεμηθούν ως μερίσματα.
16 Είναι αληθές ότι στην προκειμένη περίπτωση ο πλήρης έλεγχος της μητρικής εταιρίας επί των θυγατρικών εταιριών μπορεί να οδηγήσει στο να γίνει δεκτό ότι ο προορισμός των κερδών προς καταβολή μερισμάτων είναι βέβαιος, αφού αυτό εξαρτάται, εν πάση περιπτώσει, από τη βούληση της ίδιας της μητρικής εταιρίας. Αυτό όμως δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι γεννήθηκε κατά νόμο το δικαίωμα, ούτε η υποχρέωση, της μητρικής εταιρίας να περιλάβει τέτοια κέρδη στον ισολογισμό της χρήσεως (για παράδειγμα του 1989) κατά την οποία οι θυγατρικές εταιρίες πραγματοποίησαν τα κέρδη αυτά, δικαίωμα το οποίο μπορεί, όσον αφορά τη μητρική εταιρία, να περιληφθεί στον ισολογισμό της επόμενης χρήσεως (1990, στο δοθέν παράδειγμα). Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, παρά τη «συγγένεια», η μητρική και οι θυγατρικές εταιρίες είναι και παραμένουν τυπικώς χωριστά υποκείμενα δικαίου, όπως χωριστά είναι και τα έγγραφα που αυτές οφείλουν να συντάσσουν.
Ο ισχυρισμός ότι το κέρδος που πραγματοποιούν οι θυγατρικές εταιρίες σε συγκεκριμένη χρήση μπορεί ή πρέπει να θεωρείται ως κέρδος της μητρικής εταιρίας για την ίδια χρήση, προτού ακόμη θεωρηθεί και τυπικά ως προοριζόμενο προς διανομή, ισοδυναμεί τελικά με αναγνώριση ότι οποιοδήποτε κέρδος πραγματοποιούν οι θυγατρικές εταιρίες καθίσταται αυτομάτως και αδιακρίτως κέρδος της μητρικής εταιρίας· αυτό όμως είναι απαράδεκτο, κατά το μέτρο που πρόκειται για νομικώς χωριστά υποκείμενα δικαίου και οι ισολογισμοί για τους οποίους γίνεται λόγος δεν είναι ενοποιημένοι ισολογισμοί.
17 Η Γερμανική και η Βρετανική Κυβέρνηση, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός του πλήρους ελέγχου, υποστήριξαν ότι ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται, στην προκειμένη περίπτωση, η ταυτόχρονη καταχώριση των κερδών θα ήταν υπερβολικά περιοριστική και τυπολατρική επειδή, κυρίως, δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος απερίσκεπτων εκτιμήσεων· ως εκ τούτου, το δικαίωμα της μητρικής εταιρίας επί των κερδών πρέπει να θεωρείται ως γεννημένο, τουλάχιστον από οικονομική άποψη, έστω και αν δεν έχει ολοκληρωθεί από νομική άποψη, κατά την ίδια χρήση κατά την οποία οι θυγατρικές εταιρίες πραγματοποίησαν το κέρδος αυτό.
Το ίδιο το Bundesgerichtshof δέχεται ότι το δικαίωμα της μητρικής εταιρίας προς καταβολή των κερδών είναι αξίωση την οποία μπορεί να απαιτήσει από τις θυγατρικές εταιρίες, αξίωση η οποία κατά τον χρόνο κλεισίματος του ισολογισμού μπορεί να θεωρηθεί, από οικονομική άποψη, τόσο εξειδικευμένη ώστε πρέπει να περιλαμβάνεται στον ισολογισμό της μητρικής εταιρίας η οποία αυξάνει την περιουσία της κατά την ίδια χρήση όπως και οι θυγατρικές εταιρίες.
18 Δεν νομίζω ότι τα επιχείρηματα της Βρετανικής Κυβερνήσεως, καθώς και εκείνα της Γερμανικής, μπορούν να γίνουν δεκτά. Συγκεκριμένα, το ότι τονίστηκε η οικονομική μάλλον άποψη, παρά η νομική, δεν αρκεί για να μεταβάλει τους όρους του προβλήματος και της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο.
Πρέπει, προπαντός, να τονιστεί ότι το ίδιο το κέρδος των θυγατρικών εταιριών, εφόσον πρόκειται για χωριστά υποκείμενα δικαίου και για ισολογισμούς όχι του ομίλου αλλά των επιμέρους εταιριών που ανήκουν στον όμιλο, αναγνωρίζεται ως τέτοιο μόνο κατά το κλείσιμο της χρήσεως και όχι πριν. Πράγματι, έως τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου, το κέρδος αυτό μπορεί πάντοτε να μειωθεί κατά 50 % ή ακόμη να εκμηδενισθεί πλήρως.
19 Επομένως, για είναι να δυνατό το κέρδος των θυγατρικών εταιριών να μεταβληθεί σε κεφάλαιο του ενεργητικού της μητρικής εταιρίας είναι αναγκαίο:
α) από νομική άποψη:
- η χρήση των θυγατρικών εταιριών να έχει κλείσει·
- ο ισολογισμός των θυγατρικών εταιριών να έχει εγκριθεί και να έχει αποφασιστεί ότι τα κέρδη προορίζονται προς καταβολή μερισμάτων και προς διανομή·
β) από οικονομική άποψη:
- (τουλάχιστον) η χρήση των θυγατρικών εταιριών να έχει κλείσει.
20 Η υπόθεση ότι η μητρική εταιρία έχει τον πλήρη έλεγχο, όπως στην προκειμένη περίπτωση, επί των θυγατρικών εταιριών δεν μεταβάλλει τους όρους του προβλήματος. Πράγματι, ο καταλογισμός των κερδών των θυγατρικών εταιριών στο ενεργητικό της μητρικής εταιρίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο στη χρήση που έπεται εκείνης (1989) κατά την οποία καταλογίστηκαν τα κέρδη των θυγατρικών εταιριών, καθόσον μόνον από την 1η Ιανουαρίου που έπεται της ημέρας κλεισίματος της χρήσεως για την οποία γίνεται λόγος (δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, από 1ης Ιανουαρίου 1990) μπορεί πάντως να αναγνωριστεί η ύπαρξη κέρδους και μπορεί να γίνει λόγος για τον έναν ή τον άλλο προορισμό του κέρδους αυτού.
Το γεγονός του πλήρους ελέγχου συνεπάγεται στην πραγματικότητα μία μόνο διαφορά: η μητρική εταιρία μπορεί να αποφασίσει από την 1η Ιανουαρίου 1990 ότι τα κέρδη των θυγατρικών εταιριών προορίζονται για την καταβολή μερισμάτων και, επομένως, προορίζονται για την ίδια· ποτέ όμως προηγουμένως.
21 Επομένως, αυτό που εξακολουθεί οπωσδήποτε να είναι αδύνατο είναι να περιληφθούν τα κέρδη τα οποία πραγματοποίησαν οι θυγατρικές εταιρίες το 1989 στην ίδια χρήση της μητρικής εταιρίας· σ' αυτό αντιτίθεται αναμφισβήτητα, κατά τη γνώμη μου, η απαίτηση σεβασμού των αρχών της συνέσεως («στη χρήση πρέπει να περιλαμβάνονται μόνο τα κέρδη που πραγματοποιήθηκαν») και, συγχρόνως, της αυτοτέλειας των χρήσεων. Ακριβώς, η ορθή εφαρμογή των αρχών αυτών συμβάλλει, όπως αναφέρθηκε, στο να εξασφαλίζει ότι ο ισολογισμός απεικονίζει κατά τρόπο «πραγματικό» την περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας για τη χρήση στην οποία αυτός αναφέρεται.
Πράγματι, αν καλώς εξεταστεί η κατάσταση, οι διαχειριστές της μητρικής εταιρίας, προβαίνοντας αντιθέτως στην ταυτόχρονη καταχώριση των κερδών σε περίπτωση όπως η εν προκειμένω και, επομένως, παραβλέποντας τις προαναφερθείσες επιταγές της συνέσεως και της αυτοτέλειας των χρήσεων, θα παρείχαν στους εταίρους και στους τρίτους όχι «πραγματική» εικόνα της περιουσιακής καταστάσεως της εταιρίας για την εν λόγω χρήση, παραβαίνοντας έτσι τον πρωταρχικό στόχο όλης της κανονιστικής ρυθμίσεως.
22 Εξάλλου, η Γερμανική Κυβέρνηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στο πλαίσιο του συστήματος συντονισμού που θεσπίζεται με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί ισολογισμού, το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, περίπτωση ααα, που συζητείται εν προκειμένω, αποτελεί διάταξη αποτελέσματος η οποία μπορεί να πληρούται με το περιεχόμενο που έκαστος εθνικός νομοθέτης θεωρεί περισσότερο σκόπιμο. Συγκεκριμένα, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η διάταξη αυτή παρέχει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη προς καθορισμό της έννοιας του «πραγματοποιηθέντος κέρδους». Κατά συνέπεια, επιτρέπεται σε κάθε κράτος μέλος να εφαρμόζει το κριτήριο της τυατόχρονης καταχώρισης των κερδών, περιλαμβάνοντας αυτά τα τελευταία, υπό τις προϋποθέσεις της εν προκειμένω υποθέσεως, στην έννοια των «πραγματοποιηθέντων κερδών».
Το επιχείρημα αυτό δεν μου φαίνεται πειστικό. Πρώτον, το άρθρο 31, παράγραφος 1, ορίζει κατά λέξη ότι «τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα ποσά που εμφανίζονται στους ετήσιους λογαριασμούς προκύπτουν από περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποτιμηθεί σύμφωνα με τις κατωτέρω γενικές αρχές (9)».
23 Δεύτερον, η ίδια οδηγία, όπως έχω παρατηρήσει ήδη, δεν περιορίζεται στο να καθιερώσει με γενικούς όρους την αρχή της συνέσεως, αλλά φροντίζει να διευκρινίσει το περιεχόμενό της με ορισμένες λεπτομερείς διατάξεις οι οποίες συνιστούν εφαρμογή της υποχρεώσεως αυτής, μεταξύ των οποίων η δυνατότητα να περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μόνο τα κέρδη που πραγματοποιήθηκαν κατά το κλείσιμο της χρήσεως. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, νομίζω ότι προδίδεται η λογική της διατάξεως αυτής αν γίνει δεκτή η ερμηνεία που προτείνει η Γερμανική Κυβέρνηση.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Όσο διαφορετική μπορεί να είναι η έννοια των «πραγματοποιηθέντων κερδών» στην παράδοση και τη λογιστική πρακτική των διαφόρων κρατών μελών, η έννοια αυτή σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να διευρυνθεί ώστε να περιλάβει κέρδη μόνο μελλοντικά, δηλαδή ακόμη νομικώς και οικονομικώς ανύπαρκτα. Τέτοια είναι όντως τα κέρδη που πραγματοποιεί η μητρική εταιρία μέσω μιας επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης χρήσεως, τουλάχιστον μέχρι την ημέρα κλεισίματος της χρήσεως αυτής.
24 Τέλος, σημαντική επίσης θεωρώ μια άλλη διάταξη της τέταρτης οδηγίας, έκφραση επίσης των αρχών της συνέσεως και της αυτοτέλειας των χρήσεων. Πρόκειται για το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, περίπτωση βββ, που παρατέθηκε ήδη, βάσει του οποίου «πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι κίνδυνοι που είναι δυνατό να προβλεφθούν και όλες οι ζημίες που μπορεί να προκύψουν στη διάρκεια της χρήσεως ή σε προηγούμενη, έστω και αν τέτοιοι κίνδυνοι ή ζημίες έγιναν αντιληπτοί στο χρονικό διάστημα που είναι μεταξύ του τέλους της χρήσεως και της ημερομηνίας συντάξεως του ισολογισμού».
Η διάταξη αυτή, η οποία αναφέρεται ρητά μόνο στις ζημίες και στους κινδύνους (για περισσότερη σαφήνεια της σχετικής χρήσεως, έστω και αν αυτοί έγιναν γνωστοί αργότερα) επιβεβαιώνει, a contrario, ότι η υποχρέωση να περιλαμβάνονται στον ισολογισμό μόνον τα κέρδη τα οποία όντως πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της χρήσεως δεν συνεπάγεται εξαιρέσεις.
25 Υπό το φως των προηγουμένων παρατηρήσεων προτείνω, επομένως, το Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα που υπέβαλε το Bundesgerichtshof:
«Το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, περίπτωση ααα, και στοιχείο δδ, της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουλίου 1978, βασιζομένης στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζζ, της Συνθήκης, περί των ετησίων λογαριασμών εταιριών ορισμένων μορφών, έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει τη λογιστική πράξη που συνίσταται στην καταχώριση των κερδών στο ενεργητικό του ισολογισμού που αφορά μια συγκεκριμένη χρήση κεφαλαιουχικής εταιρίας η οποία ελέγχει, ως μοναδικός εταίρος, άλλη κεφαλαιουχική εταιρία, τα οποία πραγματοποίησε η θυγατρική κατά τη διάρκεια της εν λόγω χρήσεως, έστω και αν οι χρήσεις των δύο εταιριών συμπίπτουν και η θυγατρική ενέκρινε τον ετήσιο ισολογισμό και αποφάσισε για τη διάθεση των κερδών πριν από την έγκριση του ετήσιου ισολογισμού της μητρικής εταιρίας.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17.
(2) - Στο γαλλικό κείμενο: image fidθle, στο γερμανικό: den tatsδchlichen Verhδltnissen entsprechendes Bild. Ας σημειωθεί ότι η διατύπωση «rapresentazione veritiera e corretta» (αληθής και πραγματική απεικόνιση) προτιμήθηκε από τη διατύπωση «quadro fedele» κατά την τροποποίηση του ιταλικού αστικού κώδικα όταν έγινε η μεταφορά της τέταρτης οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο (άρθρο 2423 ΑΚ).
(3) - Τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, έβδομης οδηγίας βασιζόμενης στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζζ, της Συνθήκης, για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (ΕΕ L 193, σ. 1).
(4) - Με βάση τη μέθοδο αυτή, η οποία εφαρμόζεται όταν η συμμετέχουσα εταιρία είναι σε θέση να επηρεάζει ευθέως τα αποτελέσματα της εταιρίας στην οποία μετέχει, η αποτίμηση της συμμετοχής της συμμετέχουσας εταιρίας αντιστοιχεί στην αξία της καθαρής περιουσίας που προκύπτει από την περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας στην οποία μετέχει, άλλως από το ποσοστό που υπολογίζεται με βάση το μερίδιο του κεφαλαίου το οποίο κατέχει.
(5) - Πρόκειται, ειδικότερα, για το άρθρο 252, πρώτη παράγραφος, περίπτωση 4, του ΗGB (εμπορικού κώδικα).
(6) - Απόφαση του Bundesgerichtshof της 3ης Νοεμβρίου 1975 στην υπόθεση Η. κ.λπ. κατά W.ΑG.
(7) - Η οποία, επομένως, μπορεί «να θεωρηθεί εξαρτημένη κατά το άρθρο 17, δεύτερη παράγραφος, ή ως ανήκουσα στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 18, πρώτη παράγραφος, τρίτο εδάφιο, του ΑktG».
(8) - Επιπλέον, όπως έχει αναφερθεί, το άρθρο 59 διέπει περίπτωση διαφορετική από την επίδικη εν προκειμένω, συγκεκριμένα την αποτίμηση των συμμετοχών των εταιριών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Στην πραγματικότητα, η αναφορά στο άρθρο 59 που περιλαμβάνεται στο προδικαστικό ερώτημα εξηγείται προφανώς από το γεγονός ότι η ερμηνεία της διατάξεως αυτής υπήρξε αντικείμενο εμπεριστατωμένης αναλύσεως στη διαδικασία της κύριας δίκης, εκ μέρους της εναγομένης, η οποία ανέπτυξε σειρά επιχειρημάτων προς υποστήριξη της απόψεως ότι η ταυτόχρονη καταχώριση των κερδών δεν είναι νόμιμη.
(9) - Η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy