ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 7ης Μαΐου 1996 ( *1 )
1.
Στην παρούσα υπόθεση η Γαλλία ζητεί την ακύρωση αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία χαρακτηρίζει ως κρατικές ενισχύσεις την εκ μέρους του Δημοσίου κάλυψη ενός μέρους του κόστους που συνεπάγονται οι απολύσεις προσωπικού και οι ουσιώδεις αλλαγές που επέρχονται σε μια επιχείρηση μετά από την αναδιάρθρωσή της, μολονότι η χορήγηση των σχετικών ποσών εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ', της Συνθήκης ΕΚ. Η Γαλλία διατείνεται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομικό σφάλμα θεωρώντας ότι, για να υφίσταται ενίσχυση, αρκεί το γεγονός ότι οι συμφωνίες βάσει των οποίων χορηγήθηκε η φερόμενη ως ενίσχυση αποτέλεσαν το αντικείμενο διαπραγματεύσεων με τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και ότι οι σχετικές δαπάνες μπορούν να ποικίλλουν ως προς το ύψος τους. Γενικότερα, η Γαλλία διατείνεται ότι τα εν λόγω μέτρα, τα οποία ισχυρίζεται ότι εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τη νομική μορφή, το μέγεθος, τον τόπο εγκαταστάσεως και τον οικονομικό τομέα κάθε ενδιαφερομένης επιχειρήσεως, είναι γενικά μέτρα, τα οποία δεν ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής και ωφελούν μόνο τους εργαζομένους που θίγονται από την οικονομική αναδιάρθρωση.
2.
Επικουρικά, η Γαλλία ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή άλλαξε τη στάση της όσον αφορά μέτρα όπως τα προκείμενα και ότι η τωρινή στάση της θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην πολιτική επί θεμάτων απασχολήσεως.
Οι διατάξεις της Συνθήκης
3.
Το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ορίζει:
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.»
4.
Το άρθρο 92, παράγραφος 3, παραθέτει ορισμένα είδη ενισχύσεων τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ως σύμφωνα με την κοινή αγορά και στα οποία περιλαμβάνονται:
«γ)
ol ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο στο κοινό συμφέρον (...)».
5.
Το άρθρο 93, παράγραφος 3, ορίζει:
«Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις (...).»
Η εθνική νομοθεσία
6.
Ο γαλλικός code du travail (κώδικας εργασίας) ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει αποζημίωση και να λάβει ορισμένα τουλάχιστον μέτρα προς διευκόλυνση της επαγγελματικής αποκαταστάσεως των εργαζομένων που απολύονται για οικονομικούς λόγους, τους οποίους ορίζει ειδικότερα το νομοθέτημα αυτό ( 1 ).
7.
Όταν μια επιχείρηση με 50 τουλάχιστον εργαζομένους προτίθεται να απολύσει τουλάχιστον 10 από αυτούς εντός χρονικού διαστήματος 30ημερών, ο νόμος επιβάλλει ως πρόσθετη υποχρέωση την κατάρτιση ενός «plan social» (σχεδίου προς αποφυγή των απολύσεων και προς αντιμετώπιση των κοινωνικών συνεπειών τους) ( 2 ). Το σχέδιο αυτό πρέπει να υποβληθεί στις διοικητικές αρχές, οι οποίες μπορούν να προβούν σε υποδείξεις σχετικά με προσθήκες ή τροποποιήσεις, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως. Το σχέδιο πρέπει να αποσκοπεί στην αποφυγή ή τη μείωση των απολύσεων και να προβλέπει επιπλέον μέτρα, πέραν των ελάχιστων μέτρων που προαναφέρθηκαν, προς διευκόλυνση της επαγγελματικής αποκαταστάσεως ορισμένων εργαζομένων, η απόλυση των οποίων δεν μπορεί να αποφευχθεί. Ο νόμος δεν ορίζει ειδικά τα μέτρα τα οποία πρέπει να περιλαμβάνει ένα τέτοιο σχέδιο, παραθέτει όμως ως παραδείγματα δυνάμενων να ληφθούν μέτρων τα μέτρα εσωτερικών ή εξωτερικών μεταθέσεων ή τα προγράμματα εκπαιδεύσεως, τη δημιουργία νέων θέσεων και τη λήψη μέτρων μειώσεως ή διαρρυθμίσεως του χρόνου εργασίας ( 3 ).
8.
Μεταξύ των μέτρων που μπορούν να περιλαμβάνονται σε ένα σχέδιο αντιμετωπίσεως των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων είναι ορισμένα είδη διευθετήσεων τα οποία μπορούν να χρηματοδοτούνται από το κράτος, εντός ορισμένων ορίων, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των επιχειρήσεων και ενός κρατικού οργανισμού, του Fonds national de l'emploi (του γαλλικού Εθνικού Ταμείου Απασχολήσεως, στο εξής: FNE). Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, τα κύρια είδη συμφωνιών που συνάπτει το FNE (στο εξής: συμφωνίες FNE) και οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνονται σε ένα τέτοιο σχέδιο υπάγονται σε τρεις ευρείες κατηγορίες.
9.
Πρώτον, υφίστανται συμφωνίες που αποσκοπούν στην εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων έναντι των απολύσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται συμφωνίες περί μερικής ανεργίας (chômage partiel) και συμφωνίες περί εργασίας με μειωμένο ωράριο, βάσει των οποίων το κράτος καταβάλλει μέρος της αμοιβής που οφείλεται στον εργαζόμενο ο οποίος τίθεται σε κατάσταση μερικής ανεργίας ή που υποχρεούται να εργάζεται με μειωμένο ωράριο.
10.
Δεύτερον, υπάρχουν συμφωνίες που αποσκοπούν σε αύξηση των ευκαιριών του εργαζομένου να βρει νέα εργασία. Αυτές περιλαμβάνουν: τις συμφωνίες περί μονάδων αναδιοργανώσεως, για τη δημιουργία μονάδων συντονισμού με σκοπό την παροχή βοηθείας στους αναζητούντες εργασία, οι οποίες χρηματοδοτούνται κυρίως από την επιχείρηση με οικονομική συνεισφορά εκ μέρους του κράτους τις συμφωνίες περί εκπαιδευτικών αδειών, βάσει των οποίων οι εργαζόμενοι λαμβάνουν εκπαιδευτική άδεια με καταβολή μέρους των αποδοχών τους, του κράτους συνεισφέροντος στην αμοιβή την οποία ο εργοδότης οφείλει εκ του νόμου να καταβάλλει στον εργαζόμενο κατά τη διάρκεια της αδείας αυτής τις συμφωνίες περί προσωρινού επιδόματος, κατά τις οποίες το κράτος καταβάλλει τη διαφορά του μισθού του εργαζομένου που αναλαμβάνει νέα εργασία με μικρότερο μισθό, και τις συμφωνίες περί αλλαγής του τόπου εργασίας, δυνάμει των οποίων το κράτος συνεισφέρει στην κάλυψη ορισμένων εξόδων των εργαζομένων που βρίσκουν εργασία σε άλλη περιοχή.
11.
Τρίτον, υπάρχουν συμφωνίες που παρέχουν τη δυνατότητα στους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους να λάβουν αμέσως ή σταδιακά πρόωρη σύνταξη. Αυτές περιλαμβάνουν τις συμφωνίες περί ειδικού επιδόματος από το FNE, βάσει των οποίων το κράτος συνεισφέρει στην καταβολή ειδικού επιδόματος που χορηγείται στους εργαζομένους οι οποίοι πλησιάζουν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, μέχρις ότου λάβουν πλήρη σύνταξη, και τις συμφωνίες περί προοδευτικής πρόωρης συντάξεως, βάσει των οποίων το κράτος συνεισφέρει στην καταβολή βοηθήματος σε εργαζομένους που θα εργάζονται πλέον με μειωμένο ωράριο μέχρι τη συνταξιοδότηση τους.
12.
Ο code du travail, συμπληρωνόμενος από άλλες νομοθετικές διατάξεις και διοικητικές εγκυκλίους, καθορίζει τη βάση υπολογισμού των εισφορών του FNE βάσει κάθε μιας από τις ως άνω συμφωνίες, επιβάλλει δε ανώτατα χρηματικά ή/και χρονικά όρια για τη χρηματοδότηση σε κάθε περίπτωση. Τόσο η βάση υπολογισμού όσο και το ανώτατο όριο ισχύουν για όλες τις επιχειρήσεις σε όλους τους τομείς, ενώ προβλέπονται εξαιρέσεις για ορισμένες περιοχές, όπου υφίστανται ιδιαίτερες οικονομικές δυσχέρειες, εξαιρέσεις οι οποίες, κατά τη Γαλλία, αποτελούν αμελητέο ποσοστό των συνολικών χρηματοδοτήσεων του FNE.
13.
Η μέθοδος υπολογισμού της εισφοράς του FNE βάσει κάθε μιας από τις συμφωνίες περιλαμβάνει έναν αριθμό μεταβλητών στοιχείων που αντικατοπτρίζουν τους κοινωνικούς σκοπούς του FNE, για παράδειγμα το μέγεθος ή τον τόπο εγκαταστάσεως της επιχειρήσεως (ανάλογα με το αν πρόκειται ή όχι για κάποια από τις ειδικά καθοριζόμενες περιοχές). Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στην πρώτη και την τρίτη από τις προαναφερθείσες κατηγορίες συμφωνιών, το περιεχόμενο του οικείου σχεδίου λαμβάνεται υπόψη ως διαπραγματευτικό στοιχείο, ενώ για τον καθορισμό της κρατικής χρηματοδοτήσεως λαμβάνονται υπόψη τα μέτρα που λαμβάνει η επιχείρηση στο πλαίσιο του σχεδίου προς βελτίωση της θέσεως των εργαζομένων που απειλούνται με απόλυση.
14.
Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της προσπάθειας της επιχειρήσεως και για τον καθορισμό του είδους και του ύψους της χρηματοδοτήσεως περιλαμβάνονται το μέγεθος της επιχειρήσεως, η έκταση των δραστηριοτήτων της, η οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση της και του ομίλου στον οποίο ενδεχομένως ανήκει, το αν η επιχείρηση διακόπτει ή συνεχίζει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες στο πλαίσιο των οποίων απασχολούνταν οι θιγόμενοι εργαζόμενοι και το αν η εγκατάσταση της επιχειρήσεως πρόκειται να κλείσει πλήρως, αμέσως ή σταδιακά.
15.
Ο βαθμός στον οποίο μπορεί να κυμαίνεται η κρατική χρηματοδότηση, με βάση τους παράγοντες αυτούς, είναι συχνά σημαντικός. Στο ένα άκρο, κατά τη Γαλλία, μια επιχείρηση μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να απαλλαγεί πλήρως από την οικονομική συμμετοχή της, εφόσον αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες. Στο άλλο άκρο, το κράτος μπορεί να αρνηθεί να συνάψει μια συγκεκριμένη συμφωνία, αν και τέτοιες αρνήσεις είναι σπάνιες και μπορούν να ακυρωθούν με άσκηση προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων. Μεταξύ αυτών των δύο ακραίων περιπτώσεων υφίστανται, καθώς φαίνεται, διάφοροι κανόνες και διάφορα ανώτατα όρια που εξαρτώνται από το είδος της κάθε συμφωνίας FNE. Ωστόσο, τα ανώτατα όρια μπορούν προφανώς να αναθεωρούνται, αν είναι ανεπαρκή προς κάλυψη του αριθμού των εμπλεκόμενων εργαζομένων.
Τα πραγματικά περιστατικά
16.
Η εταιρία Kimberly Clark Sopalin (στο εξής: Kimberly Clark), που παράγει και επεξεργάζεται χαρτοβάμβακα, έχει ένα εργοστάσιο στην πόλη Sotteville-les-Rouen, το οποίο απασχολούσε 465 άτομα στις αρχές του 1993. Οικονομικοί παράγοντες οδήγησαν σε γενική αναδιάρθρωση της εταιρίας, στο πλαίσιο της οποίας η παραγωγή περιορίστηκε στην αποκλειστική παραγωγή χαρτομάνδηλων, πραγματοποιήθηκε επένδυση 80 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων (FF) για τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων συσκευασίας των προϊόντων, εφαρμόστηκαν νέα οργάνωση της παραγωγής και νέες μέθοδοι εργασίας και προτάθηκε η μείωση του προσωπικού κατά 207 άτομα. Στο πλαίσιο αυτό εφαρμόστηκε σχέδιο περί αποφυγής των απολύσεων και περί αντιμετωπίσεως των κοινωνικών συνεπειών τους, συνολικού κόστους 109 εκατ. FF, το 25 % των οποίων, ήτοι 27 εκατ. FF, χορηγήθηκε από το κράτος μέσω συμφωνιών FNE. Δεν έγινε καμία κοινοποίηση στην Επιτροπή περί σχεδίου ενισχύσεως βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3.
17.
Στις 4 Αυγούστου 1993 η Επιτροπή ζήτησε με έγγραφό της από τις γαλλικές αρχές ορισμένα στοιχεία, προκειμένου να εξετάσει τα σχετικά μέτρα με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων.
18.
Στις 28 Ιανουαρίου 1994 η Γαλλία απάντησε ότι οικονομικοί λόγοι και το άνοιγμα της ενιαίας αγοράς είχαν οδηγήσει την Kimberly Clark να προχωρήσει σε αναδιοργάνωση, περιλαμβάνουσα αναδιάρθρωση της και εξειδίκευση της παραγωγής, με σκοπό να καταστεί ανταγωνιστικότερη και να εξασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας της. Η αναδιάρθρωση περιελάμβανε μείωση του προσωπικού κατά 207 άτομα. Το σχέδιο περί αντιμετωπίσεως των απολύσεων συντάχθηκε σύμφωνα με τις «επιταγές των νόμων και των κανονιστικών ρυθμίσεων που εφαρμόζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις». Η Γαλλία δήλωσε ότι, δεδομένου ότι το ζήτημα ήταν πολύ λεπτό, καθόσον είχε προκληθεί μεγάλη ανησυχία στην περιοχή εγκαταστάσεως της εταιρίας, οι αρχές ζήτησαν από την Kimberly Clark να καταβάλει ακόμα μεγαλύτερες προσπάθειες από εκείνες που θα απαιτούντο υπό κανονικές συνθήκες από μια επιχείρηση σε παρόμοιες περιπτώσεις, ιδίως όσον αφορά τα μέτρα του FNE, και ότι θεώρησε ότι συνολικά τα σχετικά μέτρα ωφελούσαν κατά πολύ τους εργαζομένους, ενώ η επιχείρηση προέβη σε σημαντικές επενδύσεις με σκοπό την εξασφάλιση της συνεχίσεως της λειτουργίας του εργοστασίου.
19.
Με έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 1994 η Επιτροπή, για να μπορέσει να εκτιμήσει τη συμφωνία των μέτρων προς την κοινή αγορά, ζήτησε περαιτέρω τα εξής στοιχεία: α) ποιες δημόσιες αρχές χρηματοδότησαν το σχετικό σχέδιο, πέρα από τη συμμετοχή της Kimberly Clark ύψους 81 εκατ. FF, και με ποια νομική βάση, β) το κόστος που θα είχε το σχέδιο αν περιοριζόταν στα ελάχιστα προβλεπόμενα από τη γαλλική νομοθεσία όρια και γ) αν οι «επιταγές των νόμων και των κανονιστικών ρυθμίσεων που εφαρμόζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις» είναι υποχρεωτικές για όλες τις επιχειρήσεις που μειώνουν το εργατικό τους δυναμικό.
20.
Στις 10 Μαρτίου 1994 η Γαλλία απάντησε α) ότι η ενίσχυση (sic) χορηγήθηκε στην Kimberly Clark στο πλαίσιο συμφωνιών FNE που χρηματοδοτήθηκαν από κρατικά κονδύλια- β) ότι οι πέντε συμφωνίες που συνήφθησαν στην περίπτωση της Kimberly Clark ήταν συμφωνίες περί εκπαιδευτικών αδειών και συμφωνίες περί μονάδων αναδιοργανώσεως, με σκοπό τη διευκόλυνση της περαιτέρω επιμορφώσεως, σε εκτός της επιχειρήσεως εκπαιδευτικούς οργανισμούς, των θιγόμενων εργαζομένων, συμφωνίες περί μερικής ανεργίας και συμφωνίες περί εργασίας με μειωμένο ωράριο, προς περιορισμό των απολύσεων, και συμφωνίες περί ειδικού επιδόματος, με σκοπό να παρασχεθεί η δυνατότητα πρόωρης συνταξιοδοτήσεως και γ) ότι δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί εύκολα το ελάχιστο κόστος ενός τέτοιου σχεδίου. Στο έγγραφο περιλαμβανόταν μια εξαιρετικά συνοπτική περίληψη των νομοθετικών διατάξεων που διέπουν τις συμφωνίες FNE καθώς και οι εξής δηλώσεις: α) ότι τη δυνατότητα συνάψεως συμφωνιών FNE έχει κάθε επιχείρηση που προτίθεται να αρχίσει διαπραγματεύσεις με το κράτος, στο πλαίσιο των οποίων το τελευταίο ζητεί τη λήψη μέτρων ως αντάλλαγμα για την οικονομική χρηματοδότηση του και χορηγεί την ενίσχυση (sic) εξετάζοντας κάθε περίπτωση χωριστά, με βάση την οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως και τις δικές της προσπάθειες, και β) ότι οι συμφωνίες FNE, ιδίως οι ενθαρρύνουσες την πρόωρη συνταξιοδότηση, αποτελούν το κατά κύριο λόγο χρησιμοποιούμενο από το Γαλλικό Δημόσιο μέσο προς επηρεασμό της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων και προς απάμβλυνση των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων.
Η απόφαση της Επιτροπής
21.
Με έγγραφο της 27ης Ιουνίου 1994 η Επιτροπή ανακοίνωσε στις γαλλικές αρχές ότι οι χρηματοδοτήσεις του FNE αποτελούν κρατικές ενισχύσεις. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η αναδιάρθρωση της Kimberly Clark πραγματοποιήθηκε με σκοπό τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της, ότι οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμφωνιών FNE διεξάγονται με την ενδιαφερόμενη επιχείρηση και ότι το ποσό που χορηγεί το FNE και που χρηματοδοτείται από το κράτος καθορίζεται με εξέταση κάθε περιπτώσεως χωριστά, με βάση την οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως και τις δικές της προσπάθειες. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χορηγηθείσα στην Kimberly Clark ενίσχυση μπορούσε να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό με άλλες επιχειρήσεις παραγωγής και επεξεργασίας χαρτοβάμβακα, κυτταρίνης και χαρτομάνδηλων και να επηρεάσει τις συναλλαγές κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δεδομένου μάλιστα ότι το 15 % του κύκλου εργασιών της Kimberly Clark οφείλεται στις εξαγωγές.
22.
Εντούτοις, ενόψει της μειώσεως της παραγωγικής δυναμικότητας που συνεπαγόταν η αναδιάρθρωση, του γεγονότος ότι οι απολυόμενοι εργαζόμενοι ήταν, όπως φαινόταν, οι κυρίως ωφελούμενοι από το σχετικό σχέδιο και της περιορισμένης εκτάσεως της ενισχύσεως, η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει την εξαίρεση που προβλέπεται από το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ', της Συνθήκης.
23.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1994 η Γαλλία άσκησε προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως.
24.
Το μόνο αμφισβητούμενο ζήτημα εν προκειμένω είναι αν η παρέμβαση του FNE στην αναδιάρθρωση της Kimberly Clark ισοδυναμεί με ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Ωστόσο, εφόσον ο πρωταρχικός ισχυρισμός της Γαλλίας είναι ότι ο μηχανισμός χρηματοδοτήσεως τον οποίο εφαρμόζει το FNE δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, αλλά είναι γενικό μέτρο υπέρ των εργαζομένων, το οποίο αποσκοπεί στην καταπολέμηση της ανεργίας, πρέπει να εξεταστεί η φύση του μηχανισμού του FNE για να διαπιστωθεί αν πρόκειται ή όχι για γενικό μέτρο. Αν είναι γενικό μέτρο, τότε, εφόσον εφαρμόσθηκε υπέρ της εταιρίας Kimberly Clark χωρίς να υπάρχουν περιθώρια διακριτικής ευχέρειας, η παρέμβαση του FNE θα αποτελεί απλώς εφαρμογή γενικού μέτρου και όχι ενίσχυση. Εάν ωστόσο αποφασιστεί ότι ο μηχανισμός δεν είναι γενικό μέτρο, προς εξακρίβωση του σύννόμου της αποφάσεως θα πρέπει, επιπλέον, να διαπιστωθεί αν η συγκεκριμένη χρηματοδότηση στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως της Kimberly Clark αποτελεί ενίσχυση.
Αποτελεί to σύστημα του FNE γενικό μέτρο;
25.
Ο κύριος ισχυρισμός της Γαλλίας περιλαμβάνει τρία σκέλη. Πρώτον, τον σχετικό μηχανισμό μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε επιχείρηση και, επομένως, αυτός δεν αποτελεί ευνοϊκή μεταχείριση «ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής» υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1. Δεύτερον, η χρησιμοποίηση του συστήματος είναι προαιρετική, οπότε η ενδεχόμενη χρηματοδότηση εκ μέρους του FNE δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βοηθεί κάποια επιχείρηση στην εκπλήρωση των προβλεπόμενων εκ του νόμου υποχρεώσεων της. Τέλος, ωφελούμενοι από τη χορηγούμενη από τις δημόσιες αρχές ενίσχυση είναι οι εργαζόμενοι, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ενίσχυση δεν επηρεάζει καθόλου την ανταγωνιστικότητα της επιχειρήσεως.
Ο ισχυρισμός ότι οποιαδήποτε επιχείρηση μπορεί να κάνει χρήση τον συστήματος
26.
Το πρώτο από τα τρία επιχειρήματα τα οποία προβάλλει η Γαλλία προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι το σύστημα του FNE αποτελεί γενικό μέτρο είναι ότι χρήση του συστήματος αυτού μπορεί να κάνει οποιαδήποτε επιχείρηση, ανεξάρτητα από το μέγεθος ή τη μορφή της, τον οικονομικό τομέα των δραστηριοτήτων της ή τον τόπο εγκαταστάσεως της, και, επομένως, το σύστημα δεν αποτελεί ευνοϊκή μεταχείριση «ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής» υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1.
27.
Η Γαλλία ισχυρίζεται, ιδίως, ότι τα κριτήρια με βάση τα οποία το κράτος δέχεται ή αρνείται τη σύναψη συμβάσεως FNE, την οποία προτείνει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση, είναι αντικειμενικά και οροθετούνται από τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η οικεία νομοθεσία. Διατείνεται ότι το γεγονός ότι δεν είναι σταθερή η οικονομική συμμετοχή του κράτους δεν αρκεί για να μπορούν να θεωρηθούν οι σχετικές χρηματοδοτήσεις ως ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1.
28.
Η Επιτροπή δέχεται ότι τα εν λόγω μέτρα δεν αφορούν ορισμένους τομείς ή ορισμένες περιοχές. Διατείνεται ωστόσο ότι, όταν τα μέτρα που χρηματοδοτούνται από κρατικούς πόρους εφαρμόζονται κατά τη διακριτική ευχέρεια των δημόσιων αρχών και όχι αυτομάτως με βάση αντικειμενικά κριτήρια, τότε δεν μπορεί να γίνεται πλέον λόγος για «γενικό» μέτρο. Η ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τις χρηματοδοτήσεις — ακόμη και στο πλαίσιο ενός γενικού συστήματος — μετατρέπει κάθε εφαρμογή του συστήματος σε ειδική περίπτωση ενισχύσεως. Αυτές οι ειδικές περιπτώσεις μπορούν να έχουν διάφορες μορφές, εντός έστω ορισμένων ορίων, πράγμα το οποίο προϋποθέτει διαφορετική μεταχείριση των επιχειρηματιών, η οποία αποτελεί τον βασικό πυρήνα της έννοιας της ενισχύσεως κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1.
29.
Η Επιτροπή δέχεται ότι τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο της πολιτικής επί θεμάτων απασχολήσεως δεν αποτελούν συνήθως κρατική ενίσχυση. Ωστόσο, όταν χρησιμοποιούνται δημόσιοι πόροι για τη μείωση της δαπάνης των επιχειρήσεων για την καταβολή μισθών, είτε άμεσα (για παράδειγμα με χορήγηση πριμοδοτήσεων για προσλήψεις) είτε έμμεσα (για παράδειγμα με μειώσεις των φορολογικών ή των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων), η διάκριση μεταξύ κρατικής ενισχύσεως και γενικού μέτρου καθίσταται λιγότερο σαφής. Η ύπαρξη διακριτικής ευχέρειας αποτελεί στοιχείο που χρησιμεύει για να εξακριβώνεται ποια από τα οικονομικής φύσεως μέτρα που εφαρμόζονται προς εξασφάλιση της απασχολήσεως μπορούν να στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Όπως και το κριτήριο που αφορά το αν μια επιχορήγηση χορηγείται σε έναν ειδικό κλάδο ή σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια, το κριτήριο της διακριτικής ευχέρειας μπορεί να αποτελέσει στοιχείο για την εξακρίβωση του αν ένα μέτρο ωφελεί «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής».
30.
Δεδομένου ότι το άρθρο 92, παράγραφος 1, αναφέρεται στις ενισχύσεις που ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής, γίνεται συνήθως δεκτό ότι τα μέτρα τα οποία έχουν γενική εφαρμογή δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Δεν είναι ασφαλώς αβάσιμη η επισήμανση του γενικού εισαγγελέα Capotorti, στο πλαίσιο της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ( 4 ), ότι «είναι εντελώς δικαιολογημένο να γίνεται λόγος για μια γενική αρχή απαγορεύσεως των κρατικών ενισχύσεων προς την εθνική παραγωγή, για να αποφευχθεί η ασυνέπεια να θεωρούνται απαγορευμένες οι κλαδικές ενισχύσεις και νόμιμες οι ενισχύσεις ενός ευρύτερου χαρακτήρος». Εντούτοις, μπορεί να είναι δύσκολη η εφαρμογή μιας τέτοιας αρχής όταν η ουσιώδης διάκριση μεταξύ, αφενός, απαγορευμένης ενισχύσεως και, αφετέρου, γενικής κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής καθίσταται ασαφής.
31.
Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 92, παράγραφος 1, δεν προβαίνει σε διάκριση των κρατικών παρεμβάσεων με βάση την αιτία ή τον σκοπό τους, αλλά τις προσδιορίζει σε συνάρτηση με τα αποτελέσματά τους ( 5 ). Συστήματα τα οποία δίδουν την εντύπωση ότι είναι γενικά, μπορούν στην πραγματικότητα να έχουν ως αποτέλεσμα την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής, οπότε εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, παρά τη φαινομενική γενική ισχύ τους.
32.
Για παράδειγμα, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 6 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας προνομιούχος αναπροεξοφλητικός τόκος αποτελούσε ενίσχυση. Η Γαλλία είχε ισχυριστεί ότι ο καθορισμός του εν λόγω τόκου αποτελούσε μέρος της ασκήσεως της γενικής νομισματικής πολιτικής και δεν ευνοούσε ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής. Ωστόσο, όπως εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας Roemer με τις προτάσεις του, η βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 1, προϋπόθεση ότι πρέπει να ευνοούνται ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένοι κλάδοι παραγωγής «συντρέχει όχι μόνο όταν τα εξεταζόμενα μέτρα ευνοούν ορισμένους κλάδους παραγωγής ή ορισμένες περιοχές της χώρας, αλλά επίσης στην περίπτωση κατά την οποία δεν ευνοούνται από αυτά τα μέτρα όλες οι επιχειρήσεις του κράτους μέλους, πράγμα που αναμφισβήτητα συμβαίνει με τις ενισχύσεις κατά την εξαγωγή, δεδομένου ότι είναι πολυάριθμες οι επιχειρήσεις που παράγουν αποκλειστικά για την εσωτερική αγορά» ( 7 ).
33.
Ομοίως, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 8 ), η νομοθεσία περί μειώσεως των εισφορών των εργοδοτών σε σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας, κατά την οποία η μείωση διέφερε ανάλογα με το αν επρόκειτο για άνδρες ή για γυναίκες εργαζομένους, ωφελούσε έμμεσα ορισμένους τομείς στους οποίους εργάζονταν περισσότερες γυναίκες, οπότε κρίθηκε αντίθετη προς το άρθρο 92, παράγραφος 1.
34.
Και στις δύο προαναφερθείσες υποθέσεις η δυνατότητα που είχε το φαινομενικά γενικό σύστημα να δημιουργήσει διακρίσεις ήταν εγγενής στη δομή του ίδιου του συστήματος: το πρώτο σύστημα ίσχυε μόνο για τις εξαγωγές και το δεύτερο περιελάμβανε ρητή διαφοροποίηση των ελαφρύνσεων ανάλογα με το αν επρόκειτο για άνδρες ή για γυναίκες εργαζομένους. Επομένως, ήταν σχετικά απλό να διαγνωσθούν τα πλεονεκτήματα που χορηγούνταν σε ειδικές κατηγορίες επιχειρήσεων ή παραγωγών.
35.
Στην παρούσα υπόθεση, από τη δομή του σχετικού συστήματος δεν μπορεί να διαγνωσθεί τόσο εύκολα, το ενδεχόμενο δημιουργίας διακρίσεων. Πράγματι, όπως διατείνεται η Γαλλία, οι διατάξεις βάσει των οποίων πραγματοποιούνται οι χρηματοδοτήσεις δεν αποτελούν μέτρα υπέρ ενός ειδικού τομέα ή μιας ορισμένης περιοχής, πράγμα το οποίο αποτελεί ένα από τα κριτήρια τα οποία έχει καθιερώσει το Δικαστήριο για να διακρίνει μεταξύ γενικών μέτρων και ενισχύσεων: κάθε επιχείρηση στην οποία έχουν εφαρμογή οι οικείες νομοθετικές διατάξεις μπορεί να επιδιώξει να συμπεριληφθούν στο σχέδιο περί αντιμετωπίσεως των συνεπειών των απολύσεων εργαζομένων της και ορισμένες συμφωνίες με το FNE. Εντούτοις, το αν το κράτος θα συνάψει τέτοιες συμφωνίες και η έκταση των σχετικών χρηματοδοτήσεων εξαρτάται από ορισμένους παράγοντες.
36.
Από τις εξηγήσεις σχετικά με.το σύστημα του FNE, τις οποίες έδωσε η Γαλλία με τα έγγραφα που απέστειλε στην Επιτροπή και με τα υπομνήματα της, προκύπτει σαφώς ότι υφίσταται σε σημαντικό βαθμό διακριτική ευχέρεια κατά τις χρηματοδοτήσεις. Η Γαλλία επικαλείται κατ' επανάληψη την εν γένει ελαστικότητα των παραμέτρων της κρατικής χρηματοδοτήσεως. Έτσι, για παράδειγμα, εκθέτει ότι οι διοικητικές αρχές μπορούν να υποβάλλουν οποιαδήποτε πρόταση προς συμπλήρωση ή προς τροποποίηση του οικείου σχεδίου της επιχειρήσεως, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως, ότι η συμμετοχή του κράτους καθορίζεται σε συνάρτηση τόσο με τους κοινωνικούς σκοπούς του όσο και με τα συμπληρωματικά μέτρα τα οποία λαμβάνει η επιχείρηση προς βελτίωση της καταστάσεως των απειλούμενων με απόλυση εργαζομένων και ότι η σύναψη συμφωνιών FNE είναι δυνατή για όλες τις επιχειρήσεις που διατίθενται να μετάσχουν σε διαπραγματεύσεις με το κράτος, κατά τις οποίες το τελευταίο ζητεί από τις επιχειρήσεις τη λήψη μέτρων σε αντάλλαγμα της εκ μέρους του χρηματοδοτήσεως και χορηγεί τις ενισχύσεις εξετάζοντας κάθε υπόθεση χωριστά, σε συνάρτηση με τη χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως και τις προσπάθειες τις οποίες αυτή έχει καταβάλει.
37.
Η Γαλλία επικαλείται την ύπαρξη κατευθυντήριων γραμμών που διέπουν τον γενικό τρόπο ενέργειας των αρχών κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας. Η Γαλλία δεν προσκόμισε αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές και είναι αμφίβολο αν αυτές εξισορροπούν τα διάφορα μεταβλητά στοιχεία, καθόσον ρητά σημειώνεται ότι δεν αναιρούν την υποχρέωση ατομικής εξετάσεως κάθε καταστάσεως και καθόσον μπορούν να γίνονται παρεκκλίσεις από αυτές, στις ειδικές περιπτώσεις στις οποίες δικαιολογείται τέτοια παρέκκλιση.
38.
Είναι σαφές ότι η διακριτική ευχέρεια του FNE του παρέχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει προς όφελος «ορισμένων» επιχειρήσεων, δεχόμενο ή αρνούμενο να δεχθεί τη σύναψη συμφωνιών, τροποποιώντας το επίπεδο της χρηματοδοτήσεως του ή απαλλάσσοντας την επιχείρηση από την υποχρέωση να μετάσχει και η ίδια στο σχετικό κόστος. Η δήλωση της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι οι συμφωνίες FNE, ιδίως οι αφο-ρώσες την πρόωρη συνταξιοδότηση, αποτελούν το πλέον χρησιμοποιούμενο από το Γαλλικό Δημόσιο μέσο προς επηρεασμό της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων και προς απάμβλυνση των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων συνηγορεί υπέρ του ότι δεν τυγχάνουν κατ' ανάγκη της ίδιας μεταχειρίσεως όλες οι επιχειρήσεις. Επομένως, οι σχετικές χρηματοδοτήσεις δεν διατίθενται αναγκαστικά με αμεροληψία στις επιχειρήσεις, έστω και αν το σχετικό σύστημα ισχύει καταρχήν για όλους τους τομείς και για όλες τις γεωγραφικές περιοχές.
Το επιχείρημα ότι η σύναψη συμφωνιών FNE είναι προαιρετική
39.
Το δεύτερο επιχείρημα της Γαλλίας προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι το σύστημα του FNE αποτελεί γενικό μέτρο είναι ότι, εφόσον η σύναψη των συμφωνιών FNE είναι προαιρετική, οι χρηματικές καταβολές που πραγματοποιούνται βάσει των συμφωνιών αυτών δεν αποτελούν ενίσχυση. Οι επιχειρήσεις που οφείλουν να συντάξουν σχέδιο αντιμετωπίσεως των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων όταν προτίθενται να προβούν σε απολύσεις δεν υποχρεούνται να συνάψουν συμφωνία με το FNE. Σκοπός των συμφωνιών είναι να μπορέσει η επιχείρηση να λάβει μέτρα πέρα από το ελάχιστο όριο που υποχρεούται εκ του νόμου. Εφόσον οι εν λόγω συμφωνίες δεν αποτελούν μέρος των προβλεπόμενων εκ του νόμου υποχρεώσεων, τα βάρη που απορρέουν από αυτές για την επιχείρηση δεν είναι υποχρεωτικά και, επομένως, το κράτος δεν υποβοηθεί τις επιχειρήσεις να εκπληρώσουν τις προβλεπόμενες εκ του νόμου υποχρεώσεις τους.
40.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, αν και θα ήταν πλέον πρόδηλο ότι οι χρηματοδοτήσεις του FNE αποτελούν ενισχύσεις αν παρείχαν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να εκπληρώνουν τις προβλεπόμενες εκ του νόμου υποχρεώσεις τους, το γεγονός ότι οι συμφωνίες FNE είναι προαιρετικές δεν αρκεί για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποτελούν ενίσχυση οι εν λόγω χρηματοδοτήσεις.
41.
Φρονώ ότι το επιχείρημα της Γαλλίας είναι σαθρό για διάφορους λόγους.
42.
Πρώτον, οι κρατικές χρηματοδοτήσεις πρέπει να εξεταστούν σε σχέση με το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται: η κατάρτιση σχεδίου αντιμετωπίσεως των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει ή να μην περιλαμβάνει συμφωνίες FNE, αποτελεί υποχρέωση εκ του νόμου σε ορισμένες περιπτώσεις και, επομένως, το συνολικό κόστος του σχετικού σχεδίου για την επιχείρηση που το καταρτίζει δεν μπορεί να θεωρηθεί προαιρετικό. Η Επιτροπή ασφαλώς ορθά διακρίνει μεταξύ υποχρεωτικού σχεδίου, το οποίο συνεπάγεται πρόσθετο κόστος για την επιχείρηση, και των προαιρετικών συμφωνιών FNE, που προκύπτουν από ελεύθερες διαπραγματεύσεις με το FNE και παρέχουν τη δυνατότητα στην επιχείρηση να χρηματοδοτηθεί από δημόσιους πόρους προς στήριξη του ως άνω σχεδίου.
43.
Δεύτερον, δεν αποτελεί εν πάση περιπτώσει στοιχείο της έννοιας της ενισχύσεως το ότι επιβάλλεται η εκπλήρωση υποχρεώσεως που προβλέπεται εκ του νόμου, αλλά το ότι πραγματοποιείται ελάφρυνση των βαρών τα οποία κανονικά φέρει μια επιχείρηση (βλ. την υπόθεση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen κατά Ανωτάτης Αρχής ( 9 )). Επομένως, στον βαθμό που τα σχέδια αντιμετωπίσεως των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων περιλαμβάνουν συνήθως συμφωνίες FNE, το επιχείρημα αυτό στερείται ερείσματος. Παρά την έλλειψη πληροφοριών σχετικά με το τι γίνεται συνήθως στην πράξη, μπορούν να συναχθούν σχετικά συμπεράσματα από το γεγονός ότι η Γαλλία, στο από 28 Ιανουαρίου 1994 έγγραφό της, περιγράφει το αφορών την Kimberly Clark σχέδιο ως «dispositif légal et réglementaire applicable dans des situations identiques, à savoir:» («μηχανισμό προβλεπόμενο από τον νόμο και τις οικείες κανονιστικές ρυθμίσεις, ο οποίος εφαρμόζεται σε όμοιες καταστάσεις, ήτοι»:), παραθέτοντας κατόπιν πίνακα των συναπτομένων πέντε ειδών συμφωνιών, και από τη δήλωση στην οποία προέβη με το δικόγραφο της προσφυγής της ότι το 1993 συνάφθηκαν περί τις 15000 συμβάσεις FNE περί παροχής ειδικών επιδομάτων καλύπτουσες 58000 εργαζομένους.
44.
Σημειώνω ότι η Γαλλία στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον ορισμό της ενισχύσεως που δόθηκε με την απόφαση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen κατά Ανωτάτης Αρχής, από την οποία έχει ληφθεί η προαναφερθείσα πρόταση, επιχειρώντας να αποδείξει ότι οι ενταγμένες στα σχέδια αντιμετωπίσεως των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων παρεμβάσεις του FNE δεν ικανοποιούν τα κριτήρια που αναπτύσσονται από τη νομολογία. Παραθέτει χωρίο της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη, κατά το οποίο η έννοια της ενισχύσεως περιλαμβάνει:
«(...) όχι μόνο θετικές παροχές, όπως οι ίδιες οι επιδοτήσεις, αλλά επίσης παρεμβάσεις οι οποίες υπό διαφορετική μορφή ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικά βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και που, για τον λόγο αυτό, χωρίς να είναι επιδοτήσεις κατά τη στενή έννοια της λέξεως, είναι της αυτής φύσεως και έχουν ταυτόσημα αποτελέσματα».
Ωστόσο, νομίζω ότι η κρίση αυτή μάλλον συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι τα επίμαχα μέτρα είναι ενισχύσεις.
45.
Τρίτον, μπορεί να λεχθεί ότι ο προαιρετικός χαρακτήρας των συμφωνιών FNE όχι μόνο δεν αποκλείει τη δυνατότητα οι συμφωνίες αυτές να είναι ενισχύσεις, αλλά και συνηγορεί υπέρ της αντίθετης απόψεως: αν η σύναψη συμφωνίας FNE είναι προαιρετική, από αυτό πρέπει να συναχθεί ότι οι επιχειρήσεις τις συνάπτουν επειδή αντλούν κάποιο όφελος από αυτές, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι πρόκειται για ενίσχυση.
46.
Τέταρτον, το γεγονός ότι η ενίσχυση είναι προαιρετική δεν αποκλείει σε καμία περίπτωση την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1. Όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας Darmon στην υπόθεση Sloman Neptun ( 10 ):
«(...) Δεν επιτρέπεται να δοθεί βαρύτητα στον εκούσιο χαρακτήρα του μέτρου. Εφόσον αυτό προκύπτει από συγκεκριμένη ενέργεια στην οποία εκουσίως προέβη κράτος μέλος, το γεγονός ότι η επίδικη διάταξη παρέχει, απλώς, δυνατότητα ενεργείας δεν αποτελεί στοιχείο επαρκές για την εξαίρεση της διατάξεως αυτής από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1. Πράγματι, η δομή της αγοράς και ο έντονος ανταγωνισμός που επικρατεί στην Κοινότητα μπορεί να έχει στην πράξη ως συνέπεια ότι όλες οι επιχειρήσεις που μπορούν να επωφεληθούν από το μέτρο αυτό χρησιμοποιούν την παρεχόμενη δυνατότητα για μείωση του λειτουργικού τους κόστους. Ενισχύσεις για την εγκατάσταση επιχειρήσεων σε συγκεκριμένη γεωγραφική ζώνη στερούνται επίσης υποχρεωτικού χαρακτήρα ούτε είναι στην περίπτωση αυτή ευκολότερη η εκ των προτέρων εξακρίβωση του ακριβούς αριθμού των επωφελουμένων. Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι τέτοια μέτρα συνιστούν ενισχύσεις.»
47.
Τέλος, στο πλαίσιο του επιχειρήματος που αφορά τον προαιρετικό χαρακτήρα των συμφωνιών FNE, η Γαλλία διατείνεται ακόμη ότι η συμμετοχή του Δημοσίου στις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις των συμφωνιών FNE είναι συνήθως μικρή. Ακόμα και αν αυτό είναι ακριβές — πράγμα το οποίο, ελλείψει στοιχείων που να το επιβεβαιώνουν, δεν προκύπτει με βεβαιότητα από τις εξηγήσεις που έδωσε η Γαλλία σχετικά με το σύστημα — δεν έχει σημασία όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της κρατικής χρηματοδοτήσεως ως ενισχύσεως ( 11 ).
Ο ισχυρυσμός ότι ωφελούνται κυρίως οι εργαζόμενοι και όχι η επιχείρηση
48.
Το τρίτο επιχείρημα της Γαλλίας είναι ότι οι εργαζόμενοι είναι αυτοί που ωφελούνται από τη χορηγούμενη από τις δημόσιες αρχές ενίσχυση, άρα η ενίσχυση είναι εντελώς ουδέτερη από άποψη ανταγωνιστικότητας της επιχειρήσεως.
49.
Η Επιτροπή εξετάζει το επιχείρημα αυτό στο πλαίσιο του ζητήματος αν τα συγκεκριμένα μέτρα στην προκειμένη υπόθεση ωφέλησαν την Kimberly Clark, πράγμα με το οποίο θα ασχοληθώ αμέσως μετά.
50.
Δύο παρατηρήσεις πρέπει να γίνουν σχετικά με αυτό το γενικό επιχείρημα.
51.
Πρώτον, το γεγονός ότι οι άμεσοι ωφελούμενοι είναι οι εργαζόμενοι δεν αρκεί καθαυτό για να μην μπορεί να θεωρηθεί ως ενίσχυση η σχετική αρωγή: βλ. για παράδειγμα την απόφαση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen κατά Ανωτάτης Αρχής ( 12 ), με την οποία έγινε δεκτό ότι αποτελούσε ενίσχυση στη βιομηχανία εξορύξεως άνθρακα μια αφορολόγητη πριμοδότηση, η οποία καταβαλλόταν σε ανθρακωρύχους που εργάζονταν σε ορισμένες βάρδιες και η οποία προερχόταν από δημόσια κονδύλια. Πρέπει να εξετασθεί το γενικό αποτέλεσμα της σχετικής αρωγής, η δε Γαλλία δέχεται ότι η παροχή συνδρομής στους απειλούμενους με απόλυση εργαζομένους μπορεί να ωφελεί την εικόνα της επιχειρήσεως και τις γενικές σχέσεις της με τους εργαζομένους της. Όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας Lenz, «σημασία δεν έχει το αν ευνοείται ορισμένη επιχείρηση απευθείας με πόρους του Δημοσίου, αλλά το αν παρέχεται όφελος στην επιχείρηση αυτή βάσει εθνικής ρυθμίσεως» ( 13 ). Το σημείο αυτό εξετάζεται κατωτέρω, στο πλαίσιο του ερωτήματος αν η Kimberly Clark πράγματι ωφελήθηκε στην προκειμένη υπόθεση.
52.
Εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές ότι οι επιχειρήσεις που συνάπτουν ορισμένα είδη συμφωνιών FNE αποκομίζουν πράγματι ορισμένα άμεσα ή και προσδιορίσιμα οφέλη, καθόσον ορισμένοι εργαζόμενοι οι οποίοι διαφορετικά θα απολύονταν και στους οποίους θα έπρεπε να καταβληθούν αποζημιώσεις παραμένουν στην επιχείρηση, το παραγωγικό δυναμικό της οποίας μειώνεται μεν, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται.
53.
Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι ο ισχυρισμός της Γαλλίας ότι η ενίσχυση είναι εντελώς ουδέτερη από άποψη ανταγωνιστικότητας της επιχειρήσεως έρχεται σε αντίθεση με ορισμένες δηλώσεις της, στις οποίες προέβη με τα δικόγραφά της και στο πλαίσιο της αλληλογραφίας της με την Επιτροπή στο παρελθόν, ειδικότερα δε: α) με τη δήλωση της ότι οι συμφωνίες FNE είναι το μέσο το οποίο χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο το Γαλλικό Δημόσιο για να επηρεάζει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και να αμβλύνει τις κοινωνικές συνέπειες των απολύσεων και β) με την ομολογία της Γαλλίας ότι η συμμετοχή του Δημοσίου διαφέρει σε συνάρτηση με την κατάσταση της επιχειρήσεως και τις δικές της προσπάθειες στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως προς αποφυγή των απολύσεων. Ol δηλώσεις αυτές συνηγορούν υπέρ του ότι η ενίσχυση δεν είναι ουδέτερη όσον αφορά την επιχείρηση, καθόσον στην περίπτωση αυτή μπορεί να έχει συνέπειες όσον αφορά τον ανταγωνισμό και τις εμπορικές συναλλαγές.
54.
Αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι οι προβλεπόμενες από τις συμφωνίες FNE χρηματοδοτήσεις μπορούν να εξαρτώνται από τη λήψη ορισμένων μέτρων εκ μέρους των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να συνιστούν ενισχύσεις οι ως άνω χρηματοδοτήσεις. Αν και το Δικαστήριο έχει ορίσει τις ενισχύσεις ως «χωρίς αντάλλαγμα παρεχόμενο πλεονέκτημα» ( 14 ), η έκφραση αυτή έχει ληφθεί από τη διατύπωση του ερωτήματος που είχε υποβάλει το εθνικό δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη. Έκτοτε, το Δικαστήριο δέχεται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων η οικονομική αρωγή που χορηγείται για την αναδιάρθρωση επιχειρήσεως που αναλαμβάνει την υποχρέωση να λάβει ορισμένα μέτρα (στην υπόθεση εκείνη επρόκειτο για αναπροσανατολισμό της παραγωγής προς συγκεκριμένο είδος παραγωγής) ( 15 ).
55.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσω ότι οι προθέσεις που κρύβονται πίσω από το σύστημα του FNE δεν είναι αξιέπαινες. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, το αν ένα μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, εξαρτάται κυρίως από τα αποτελέσματά του και όχι από τις αιτίες ή τους σκοπούς του, ειδικότερα δε ο ισχυρισμός ότι ένα μέτρο εξυπηρετεί κοινωνικό σκοπό δεν αρκεί για να αποκλείσει την εφαρμογή ως προς αυτό του ως άνω άρθρου ( 16 ). Ασφαλώς, ενδέχεται οι ενισχύσεις να χορηγούνται στην πραγματικότητα με πλήρη ισονομία στους διάφορους τομείς των οικονομικών δραστηριοτήτων και στις διάφορες επιχειρήσεις- δεδομένης όμως της υπάρξεως διακριτικής ευχέρειας, τούτο δεν συμβαίνει κατ' ανάγκη αλλά ούτε και είναι προφανές ότι συμβαίνει. Επομένως, είναι αδύνατο να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το σύστημα του FNE αποτελεί γενικό μέτρο.
56.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί η αντίρρηση της Γαλλίας ότι τα χρονικά περιθώρια εντός των οποίων καταρτίζονται τα σχέδια για την αποφυγή των απολύσεων και την αντιμετώπιση των κοινωνικών συνεπειών τους δεν παρέχουν τη δυνατότητα κοινοποιήσεως στην Επιτροπή κάθε προτεινόμενης παρεμβάσεως του FNE. Εφόσον γίνει δεκτό ότι το σύστημα του FNE είναι ένας μηχανισμός για τη χορήγηση ενισχύσεων και όχι ένα γενικό μέτρο, είναι σαφές ότι το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης επιβάλλει στη Γαλλία την υποχρέωση να κοινοποιεί τα σχέδια περί χορηγήσεως ενισχύσεων στο πλαίσιο του μηχανισμού αυτού. Οι διαδικαστικές δυσχέρειες σε εθνικό επίπεδο δεν αποτελούν δικαιολογία για την παράβαση υποχρεώσεων που προβλέπονται από τη Συνθήκη, η οποία προκύπτει από το γεγονός της μη κοινοποιήσεως εκ μέρους της Γαλλίας μιας σχεδιαζόμενης κρατικής παρεμβάσεως. Αν η Γαλλία επιθυμεί να αποφύγει την υποχρέωση κοινοποιήσεως κάθε χορηγουμένης ενισχύσεως, η ορθή διαδικασία θα ήταν να υποβάλει στην Επιτροπή προς έγκριση — εν ανάγκη ύστερα από τις αναγκαίες τροποποιήσεις — πλήρη πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το όλο σύστημα του FNE. Η Επιτροπή δήλωσε ότι είναι συνήθως σε θέση να κηρύσσει τέτοιες ενισχύσεις σύμφωνες προς την κοινή αγορά, όπως και πράγματι έπραξε με την προσβαλλόμενη στην παρούσα υπόθεση απόφαση, όσον αφορά τη συγκεκριμένη παρέμβαση υπέρ της Kimberly Clark.
Αποτελεί κρατική ενίσχυση η παρέμβαση υπέρ της Kimberly Clark;
57.
Ο κύριος προβαλλόμενος από τη Γαλλία λόγος ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή έκρινε ότι η παρέμβαση του FNE υπέρ της Kimberly Clark αποτελεί κρατική ενίσχυση περιλαμβάνει ένα μόνο επιχείρημα επί της ουσίας, ήτοι ότι το σύστημα, στο σύνολό του, αποτελεί γενικό μέτρο. Για τους λόγους που εξέθεσα προηγουμένως θεωρώ ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, επειδή, λόγω της υπάρξεως και της εκτάσεως της διακριτικής ευχέρειας που χαρακτηρίζει τη διαχείριση του συστήματος του FNE, οι σχετικές ενισχύσεις δεν χορηγούνται στην πραγματικότητα σε όλες τις επιχειρήσεις επί ίσης βάσεως. Εντούτοις, το κύρος της αποφάσεως εξαρτάται, επιπλέον, και από το ζήτημα αν η Επιτροπή μπορούσε να χαρακτηρίσει τη συγκεκριμένη χρηματοδότηση της Kimberly Clark ως κρατική ενίσχυση.
58.
Αν και η Γαλλία δεν αναφέρθηκε άμεσα στο ζήτημα αυτό με τα δικόγραφα, αλλ' επικέντρωσε αντιθέτως την προσοχή της στο γενικότερο ζήτημα αν το σύστημα του FNE στο σύνολό του αποτελεί γενικό μέτρο, είναι σαφές ότι η μεταξύ των διαδίκων έρις αφορά το αν η Kimberly Clark αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από την κρατική χρηματοδότηση στο πλαίσιο των συμφωνιών FNE και, επομένως, αν επηρεάστηκε ο ανταγωνισμός.
59.
Στο πλαίσιο του γενικού λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά τη φύση του συστήματος του FNE, η Γαλλία ισχυρίζεται ότι οι ωφελούμενοι από τις χρηματοδοτήσεις στο πλαίσιο των συμφωνιών FNE είναι οι εργαζόμενοι και ότι η επιχείρηση δεν αποκομίζει όφελος επιλέγοντας να συνάψει συμφωνία FNE. Επομένως, οι εν λόγω συμφωνίες δεν έχουν επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού ή επί του εμπορίου εντός της κοινής αγοράς και, κατά συνέπεια, δεν είναι κρατικές ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1.
60.
Η Επιτροπή απαντά στον λόγο αυτό με δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, το σχέδιο αντιμετωπίσεως των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων δεν μπορεί να εξετάζεται χωριστά, καθόσον αποτελεί μία μόνο πλευρά της αναδιαρθρώσεως: τα μέτρα τα οποία ενδέχεται να απαιτείται να λάβει μια επιχείρηση, με σκοπό ιδίως την αποφυγή των απολύσεων, και που αποτελούν προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση από το FNE συνδέονται στενά με τις βιομηχανικές και οικονομικές πλευρές της αναδιαρθρώσεως, οπότε η ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ουδέτερη έναντι της επιχειρήσεως, άρα έχει συνέπειες επί του ανταγωνισμού. Δεύτερον, εν πάση περιπτώσει οι συμφωνίες βοηθούν στην πραγματικότητα στη βελτίωση της εικόνας της επιχειρήσεως και του εργασιακού κλίματος.
61.
Νομίζω ότι είναι δυνατό να προχωρήσω περαιτέρω υποστηρίζοντας ότι, εφόσον το σχέδιο αντιμετωπίσεως των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων — και, επομένως, κατά μείζονα λόγο, οι συμφωνίες FNE — καταρτίζεται στο πλαίσιο αναδιαρθρώσεως, η φερόμενη ως ενίσχυση πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αναδιάρθρωση στο σύνολό της. Στην παρούσα υπόθεση η Γαλλία αναφέρει ρητά με το από 28 Ιανουαρίου 1994 έγγραφό της ότι η αναδιάρθρωση πραγματοποιήθηκε με σκοπό τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Kimberly Clark και προς εξασφάλιση της συνεχίσεως της λειτουργίας του εν λόγω εργοστασίου. Επιπλέον, η αναδιάρθρωση παρέσχε στην Kimberly Clark τη δυνατότητα να επενδύσει 80 εκατ. FF για τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής της. Συνεπώς, η χρηματοδότηση του FNE πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μέτρων που ελήφθησαν υπέρ της επιχειρήσεως.
62.
Ακόμη, όσον αφορά τη βελτίωση της εικόνας της επιχειρήσεως και του εργασιακού κλίματος, η επιχείρηση ωφελείται πιθανότατα έμμεσα από το σχετικό σχέδιο, το οποίο θεωρείται ότι ωφελεί γενικά τους εργαζομένους που απολύονται. Τούτο φαίνεται να γίνεται δεκτό από τη Γαλλία, η οποία, σε δύο σημεία του υπομνήματος απαντήσεως, αναφέρεται στις πιθανές θετικές επιπτώσεις των παρεμβάσεων του FNE επί του εργασιακού κλίματος της επιχειρήσεως.
63.
Εν πάση περιπτώσει, είναι απατηλό το επιχείρημα ότι, αφού οι εργαζόμενοι είναι αυτοί που ωφελούνται από την ενίσχυση, αυτή δεν μπορεί να επηρεάσει τον ανταγωνισμό ή το εμπόριο. Στην υπόθεση που αφορούσε πριμοδότηση λόγω εργασίας με βάρδιες ( 17 ), όπου η σχετική πριμοδότηση σαφώς ωφελούσε άμεσα και απευθείας τους εμπλεκόμενους εργαζόμενους, το Δικαστήριο εξέτασε τον γενικό σκοπό και τα συνολικά αποτελέσματα των σχετικών συμφωνιών — ήτοι την αποφυγή της αυξήσεως της τιμής του άνθρακα — και αποφάσισε ότι η πριμοδότηση αποτελούσε ενίσχυση.
64.
Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι και η Kimberly Clark ωφελήθηκε επίσης από τη σχετική χρηματοδότηση, μολονότι οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση αυτή είναι πράγματι οι κυρίως ωφεληθέντες.
Συμπέρασμα επί του κυρίου ζητήματος
65.
Ανέφερα προηγουμένως ότι η ύπαρξη και η έκταση της διακριτικής ευχέρειας που χαρακτηρίζει τη διαχείριση του συστήματος του FNE αποκλείει τη δυνατότητα να αποτελεί το σύστημα αυτό γενικό μέτρο. Επομένως, κάθε συγκεκριμένη εφαρμογή του θα αποτελεί ενίσχυση. Για τους λόγους που προανέφερα πιστεύω ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση υπέρ της Kimberly Clark, που αποτελεί το αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, έχει τον χαρακτήρα ενισχύσεως. Γι' αυτό συμπεραίνω ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν πρέπει να ακυρωθεί.
66.
Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω βάσει των πληροφοριακών στοιχείων τα οποία παρέσχε η Γαλλία τόσο με τα έγγραφά της τα οποία απέστειλε στην Επιτροπή στο πλαίσιο της ανταλλαγής αλληλογραφίας που προηγήθηκε της εκδόσεως της αποφάσεως όσο και με τα δικόγραφά της στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η νομιμότητα μιας αποφάσεως πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τα στοιχεία που διαθέτει η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως ( 18 ). Στην προκειμένη υπόθεση η Επιτροπή ζήτησε από τη Γαλλία ορισμένα στοιχεία σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος του FNE πριν από την έκδοση της αποφάσεως της. Το αναφερόμενο έρεισμα της αποφάσεως αυτής, ότι δηλαδή η αναδιάρθρωση της Kimberly Clark πραγματοποιήθηκε με σκοπό τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της και ότι η συμμετοχή του FNE στη χρηματοδότηση του σχεδίου αντιμετωπίσεως των κοινωνικών συνεπειών των απολύσεων αποτελεί το αντικείμενο διαπραγματεύσεων με την ενδιαφερόμενη επιχείρηση και καθορίζεται κατόπιν εξετάσεως κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, σε συνάρτηση με την οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως και τις δικές της προσπάθειες, αντιστοιχεί προς τα — υπερβολικά συνοπτικά — πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε η Γαλλία. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, πλήρη πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το σύστημα του FNE προσκομίστηκαν μόλις στο στάδιο της υποβολής των υπομνημάτων των διαδίκων. Το συμπέρασμά της ότι η χορηγηθείσα στην Kimberly Clark ενίσχυση μπορούσε να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις συναλλαγές υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης είναι εύλογο, τόσο μετά την εκ των υστέρων εξέταση της σχετικής περιπτώσεως όσο και, κατά μείζονα λόγο, ενόψει των πολύ περιορισμένων πληροφοριακών στοιχείων τα οποία διέθετε η Επιτροπή κατά την κρίσιμη περίοδο.
Ο ισχυρισμός περί αλλαγής της στάσεως της Επιτροπής
67.
Στο δικόγραφο της προσφυγής της Γαλλίας περιλαμβάνεται εν κατακλείδι ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή ουδέποτε μέχρι τούδε είχε θεωρήσει τις συμφωνίες FNE ή άλλα ανάλογα εθνικά κοινωνικά μέτρα ως κρατικές ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού η Γαλλία επικαλείται δύο προηγούμενες αποφάσεις της Επιτροπής περί κρατικών ενισχύσεων.
68.
Η πρώτη από αυτές είναι η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη Magefesa, έναν ισπανικό βιομηχανικό όμιλο ( 19 ). Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή εξέτασε πέντε μέτρα, τέσσερα από τα οποία κρίθηκαν ότι αποτελούσαν παράνομη ενίσχυση. Το πέμπτο μέτρο, το οποίο επικαλείται στην παρούσα υπόθεση η Γαλλία, ήταν μια υπουργική απόφαση περί χορηγήσεως επιδομάτων στους απολυόμενους από τη Magefesa εργαζόμενους, σκοπός του οποίου ήταν προφανώς να εξασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι θα ελάμβαναν τα ποσά τα οποία θα εδικαιούντο ως επιδόματα ανεργίας, αν δεν είχαν ήδη λάβει προηγουμένως μέρος των εν λόγω επιδομάτων κατά τη διάρκεια προηγούμενων περιόδων προσωρινής ανεργίας ( 20 ). Λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η απόφαση περί χορηγήσεως επιδομάτων ελήφθη μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας των εργαζομένων με τη Magefesa, η Επιτροπή θεώρησε ότι το επίδομα δεν ωφελούσε την επιχείρηση και, επομένως, δεν αποτελούσε ενίσχυση. Το συμπέρασμα αυτό ερχόταν σε αντίθεση με ένα από τα άλλα εξετασθέντα μέτρα, ήτοι την καταβολή επιχορηγήσεων στη Magefesa για να μπορέσει η επιχείρηση αυτή να καταβάλει στους εργαζομένους της ένα μέρος των μισθών και των αποζημιώσεων που τους όφειλε. Η Επιτροπή θεώρησε παράνομες αυτές τις τελευταίες επιχορηγήσεις.
69.
'Ετσι, κατά τη γνώμη μου, η απόφαση στην υπόθεση Magefesa όχι μόνο δεν έρχεται σε αντίθεση με τη στάση της Επιτροπής έναντι των συμφωνιών FNE, αλλά και ελήφθη βάσει παρόμοιων αρχών.
70.
Η άλλη απόφαση ( 21 ) την οποία επικαλείται η Γαλλία προς οτήριξη του ισχυρισμού της φαίνεται ότι βασίστηκε στη δικαίωση ότι η οικεία ενίσχυση είχε χορηγηθεί βάσει ισχυόντων μέτρων τα οποία είχε ήδη αποδεχθεί η Επιτροπή ως σύμφωνα προς την κοινή αγορά ( 22 ). Επομένως, δεν αντιλαμβάνομαι τη σχέση της με την παρούσα υπόθεση.
Οι συνέπειες της απόψεως της Επιτροπής
71.
Τέλος, η Γαλλία προβάλλει, με το υπόμνημα απαντήσεως, τον ισχυρισμό ότι η εκ μέρους της Επιτροπής ευρεία ερμηνεία της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως θα έχει ως αποτέλεσμα να τεθούν υπό τον έλεγχο της Επιτροπής τα εθνικά μέτρα που προορίζονται προς καταπολέμηση της ανεργίας.
72.
Πιστεύω, και πάλι, ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι αλυσιτελής στην παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά, το πολύ, ορισμένες ειδικές πλευρές ενός νομοθετικού συστήματος κράτους μέλους προς αντιμετώπιση των κοινωνικών επιπτώσεων των απολύσεων. Οι πλευρές αυτές, τις οποίες εξέτασα εν εκτάσει ανωτέρω, οδήγησαν την Επιτροπή — ορθά, κατά τη γνώμη μου — στο συμπέρασμα ότι τα σχετικά μέτρα αποτελούν κρατική ενίσχυση, έστω και αν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρεκκλίσεως βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 1, στοιχείο γ'. Η διαπίστωση αυτή δεν έχει τις συνταρακτικές και ευρείας εκτάσεως συνέπειες τις οποίες προβάλλει η Γαλλία.
Πρόταση
73.
Κατά συνέπεια, προτείνω:
1)
να απορριφθεί η προσφυγή
2)
να καταδικαστεί η Γαλλία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Άρθρα L 122-9, L 321-1, L 321-5 και L 321-14.
( 2 ) Άρθρο L 321-4-1 του code du travail.
( 3 ) Άρθρο L 321-4-1.
( 4 ) Απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1992, 249/81, Συλλογή 1982, σ. 4005, ειδικότερα σ. 4031.
( 5 ) Απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, ο. 351, σκέψη 13).
( 6 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 6/69 και 11/69 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 193).
( 7 ) Βλ. σ. 217.
( 8 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 203/82, Συλλογή 1983, α 2525.
( 9 ) Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 547.
( 10 ) Απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993, συνεκδικασΟείσες υποθέσεις C-72/91 και C-73/91 (Συλλογή 1993, σ. I-887, σημείο 44 των προτάσεων).
( 11 ) Βλ. την απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-959, σκέψη 43), που παραθέτει την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13), και την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1987, 259/85, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4393).
( 12 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9.
( 13 ) Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1988, 102/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 4067, σημείο 22 των προτάσεων).
( 14 ) Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76, Steinike και Weinlig (Συλλογή τόμος 1977, σ. 171).
( 15 ) Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82, Intermills κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 3809).
( 16 ) Απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 13.
( 17 ) Απόφαση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen κατά Ανωτάτης Αρχής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9.
( 18 ) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1451), προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Slynn, σ. 1503, και την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 16).
( 19 ) Απόφαση 91/1/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τις ενισχύσεις που η κεντρική Κυβέρνηση και ορισμένες αυτόνομες κυβερνήσεις της Ισπανίας έχουν χορηγήσει στη Magefesa, παραγωγό οικιακών ειδών ανοξείδωτου χάλυβα και μικρών ηλεκτρικών συσκευών (ΕΕ 1991, L 5, σ. 18).
( 20 ) Βλ. το τμήμα IV (ν) της αποφάσεως 91/1 της Επιτροπής.
( 21 ) Απόφαση 93/193/EOK της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, όσον αφορά τις ενισχύσεις υπέρ της εγκατάστασης βιομηχανικών επιχειρήσεων στο καντόνιο Modane (Σαβοΐα) έναντι των άρθρων 92 και 94 της Συνθήκης EOK (ΕΕ 1993, L 85, σ. 22).
( 22 ) Βλ. την πρώτη παράγραφο του τμήματος IV και το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 93/193 της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy