Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Το γερμανικό επίδομα ανατροφής χορηγείται σε όσους δεν διαμένουν στη Γερμανία μόνον αν είναι μισθωτοί στη χώρα αυτή με ωράριο τουλάχιστον 15 ώρες την εβδομάδα. Στις παρούσες υποθέσεις, που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστήριου με αίτηση του Landessozialgericht Nordrhein-Westfalen για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ανακύπτει το ερώτημα αν η σύζυγος μισθωτού ο οποίος εργάζεται στη Γερμανία δικαιούται της παροχής αυτής δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου (1) ή του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου (2) όταν οι δύο σύζυγοι είναι Γερμανοί υπήκοοι, κάτοικοι Κάτω Ξωρών και η σύζυγος δεν πληροί την προαναφερθείσα προϋπόθεση σχετικά με την απασχόληση. Στη μία από τις δύο υποθέσεις το εθνικό δικαστήριο ερωτά επιπλέον αν η γερμανική νομοθεσία περί επιδόματος ανατροφής προβαίνει σε δυσμενή διάκριση λόγω φύλου αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, λόγω του ότι αντιμετωπίζει διαφορετικά τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο και τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο.
Η σχετική κοινοτική ρύθμιση
2 Το άρθρο 1, στοιχείο καα, i, του κανονισμού 1408/71, όπως ίσχυε κατά την περίοδο των υπό κρίση περιστατικών (3) ορίζει ως «οικογενειακή παροχή»:
«κάθε παροχή εις είδος ή εις χρήμα προορισμένη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, περίπτωση ηη, με εξαίρεση των ειδικών επιδομάτων τοκετού που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ» (4).
3 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει:
«Ο παρών κανονισμός ισχύει για μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογένειάς τους και για τους επιζώντες τους.»
4 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, ορίζει:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη, και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει:
«Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
(...)
η) οικογενειακές παροχές.»
6 Το άρθρο 5 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη αναφέρουν, σε δηλώσεις που κοινοποιούνται [στο Συμβούλιο] (...) τις νομοθεσίες και τα συστήματα που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 (...).»
7 Το άρθρο 73 ορίζει:
«Ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του πρώτου κράτους, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παραρτήματος VI» (5).
8 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 του Συμβουλίου, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (6) ορίζει:
«Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.»
9 Το άρθρο 7 του κανονισμού 1612/68 ορίζει:
«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται, στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.
(...)»
Τα πραγματικά περιστατικά και τα ερωτήματα
10 Το δικαίωμα λήψεως του γερμανικού επιδόματος ανατροφής (Erziehungsgeld) διέπεται από το άρθρο 1 του νόμου περί χορηγήσεως επιδόματος ανατροφής και γονικής αδείας (Bundesgesetz όber die Gewδhrung von Erziehungsgeld und Erziehungsurlaub - BErzGG). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, ορίζει ότι δικαιούται επιδόματος ανατροφής όποιος 1) έχει την κατοικία ή τη διαμονή του στην επικράτεια στην οποία εφαρμόζεται ο νόμος αυτός (δηλαδή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας)· 2) έχει στην οικογένειά του τέκνο συντηρούμενο από τον ίδιο· 3) έχει αναλάβει την επιμέλεια και ανατροφή του τέκνου αυτού και 4) δεν ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ή δεν ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα με πλήρες ωράριο.
11 Εντούτοις, όσοι δεν κατοικούν στη Γερμανία δικαιούνται ενδεχομένως, επίσης, της παροχής αυτής: το άρθρο 1, παράγραφος 4 (7), ορίζει ότι οι υπήκοοι κράτους μέλους που εργάζονται στην επικράτεια στην οποία εφαρμόζεται ο νόμος αυτός ως μισθωτοί με εβδομαδιαίο ωράριο τουλάχιστον 15 ωρών και πληρούν τις υποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σημεία 2 έως 4, δικαιούνται του επιδόματος ανατροφής.
12 Η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει στις παρατηρήσεις της ότι η εξαίρεση από την προϋπόθεση της διαμονής, που προέβλεψε το άρθρο 1, παράγραφος 4, σκοπούσε να καλύψει την περίπτωση των μεθοριακών εργαζομένων που εργάζονται ως μισθωτοί στη Γερμανία και έχουν ιδιαίτερα στενούς δεσμούς με το κράτος της εργασίας τους. Τα πρόσωπα αυτά δικαιούνται γονικής αδείας για μια περίοδο τριών ετών κατ' ανώτατο όριο, κατά τη διάρκεια της οποίας διατηρείται η σύμβαση εργασίας τους. Λόγω της στενής σχέσεως μεταξύ του επιδόματος ανατροφής και της γονικής αδείας, δικαιούνται επίσης επιδόματος ανατροφής. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, επαρκώς στενός δεσμός με τη γερμανική αγορά εργασίας, ώστε να δικαιολογείται μια τέτοια εξαίρεση από την αρχή της εδαφικότητας, υφίσταται μόνον όταν το μέγεθος της ασκούμενης δραστηριότητας είναι σημαντικό.
13 Ούτε η διάταξη περί παραπομπής ούτε οι παρατηρήσεις που υπέβαλε στις υποθέσεις αυτές η Γερμανική Κυβέρνηση περιέχουν πολλές λεπτομέρειες για την εν λόγω παροχή. Περισσότερα στοιχεία περιέχει όμως η διάταξη περί παραπομπής που εξέδωσε το Bundessozialgericht στην παρόμοια υπόθεση Mille-Wilsmann (8)· τα περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία προέρχονται από την πηγή αυτή.
14 Αρχικά, όταν θεσπίστηκαν για πρώτη φορά, από 1ης Ιανουαρίου 1986, η γονική άδεια και το επίδομα ανατροφής χορηγούνταν μέχρις ότου το τέκνο φθάσει την ηλικία των 10 μηνών. Η χρονική ισχύς του δικαιώματος επεκτάθηκε στη συνέχεια σταδιακά και σήμερα φθάνει τους 24 μήνες για το επίδομα ανατροφής.
15 Το ύψος της παροχής ανέρχεται ενιαία σε 600 γερμανικά μάρκα (DM) μηνιαίως υπό την επιφύλαξη ορισμένων ορίων εισοδήματος. Για τους πρώτους έξι μήνες της ζωής του τέκνου το καταβαλλόμενο επίδομα μειώνεται, από 1ης Ιανουαρίου 1994, όταν το εισόδημα των γονέων υπερβαίνει το ποσό των 100 000 DM, εφόσον οι γονείς είναι έγγαμοι, και το ποσό των 75 000 DM στις λοιπές περιπτώσεις, ενώ για κάθε επιπλέον τέκνο προστίθενται 4 200 DM στα ποσά αυτά. Μετά την ηλικία των έξι μηνών η καταβολή και το ύψος της παροχής εξαρτώνται από το αν το εισόδημα των γονέων υπερβαίνει ορισμένα όρια, που κλιμακώνονται ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογενείας (29 400 DM αν έχει συναφθεί γάμος μεταξύ των γονέων, 23 700 DM στις λοιπές περιπτώσεις, ενώ για κάθε επιπλέον τέκνο προστίθενται 4 200 DM στα ποσά αυτά).
16 Το επίδομα μητρότητας που οφείλεται για τον χρόνο μετά τον τοκετό συνυπολογίζεται στο επίδομα ανατροφής. Το επίδομα αυτό όμως καταβάλλεται επιπροσθέτως του επιδόματος τέκνων. Δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που εξαρτώνται από το ύψος του εισοδήματος και δεν θίγει κατ' αρχήν τις υποχρεώσεις διατροφής. Δεν υπόκειται στον φόρο εισοδήματος.
17 Το ζεύγος Hoever και το ζεύγος Zachow είναι Γερμανοί υπήκοοι που κατοικούν στις Κάτω Ξώρες από τα μέσα της δεκαετίας του '80. Ο Hoever και ο Zachow είναι μισθωτοί με πλήρες ωράριο στη Γερμανία· η Hoever είναι μισθωτή με εβδομαδιαίο ωράριο 10 ωρών στη Γερμανία, όπου, όταν γεννήθηκε ο γιός της, έλαβε άδεια 18 μηνών· η Zachow δεν άσκησε μισθωτή δραστηριότητα κατά την περίοδο των υπό κρίση περιστατικών. Η Hoever και η Zachow ζήτησαν τη χορήγηση του γερμανικού επιδόματος ανατροφής για τους γιους τους που γεννήθηκαν το 1981 και το 1987, αντιστοίχως. Και στις δύο περιπτώσεις, το αίτημα απορρίφθηκε εξ αρχής. Στην περίπτωση της Hoever το αίτημα απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι, εφόσον πρόκειται για υπήκοο κράτους μέλους που κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από τη Γερμανία, η παροχή οφείλεται μόνο στους μισθωτούς εργαζομένους και όχι στα μέλη της οικογενείας τους· λόγω του περιορισμένου ωραρίου της η Hoever δεν είναι μισθωτός εργαζόμενος. Στην περίπτωση της Ζachow το αίτημα απορρίφθηκε λόγω του ότι η αιτούσα είχε την κατοικία και τη συνήθη διαμονή της στις Κάτω Ξώρες. Οι προσφυγές που ασκήθηκαν και στις δύο περιπτώσεις ενώπιον του Sozialgericht Mόnster απορρίφθηκαν κατά κύριο λόγο διότι οι προσφεύγουσες δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71, εφόσον δεν ήταν «μισθωτοί». Οι δύο προσφεύγουσες άσκησαν έφεση ενώπιον του Landessozialgericht Nordrhein-Westfalen, που υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Αποτελεί το επίδομα ανατροφής κατά την έννοια των άρθρων 1 επ. του γερμανικού νόμου περί χορηγήσεως επιδόματος ανατροφής και γονικής αδείας, υπό τη μορφή που δημοσιεύθηκε στις 25 Ιουλίου 1989 (BGBl. I, σ. 1550) και όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 17ης Δεκεμβρίου 1990 (BGBl. I, σ. 2823) - στο εξής: BErzGG - οικογενειακή παροχή κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (9);
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως:
α) Μπορεί ο σύζυγος μισθωτού εργαζομένου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, του οποίου η οικογένεια κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, να αξιώσει την καταβολή του επιδόματος ανατροφής βάσει του άρθρου 73 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71;
β) (μόνο στην υπόθεση C-245/94) Εισάγει το άρθρο 1, παράγραφος 4, του BErzGG δυσμενή διάκριση λόγω φύλου αντιβαίνουσα προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ, στον βαθμό που σύμφωνα με τη διάταξη αυτή οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους, οι οποίοι εργάζονται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μπορούν να αξιώσουν την καταβολή επιδόματος ανατροφής, μόνον εφόσον η απασχόλησή τους δεν είναι χρονικώς πολύ περιορισμένη;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως:
α) Αποτελεί το επίδομα ανατροφής κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Έχει εφαρμογή το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68, οσάκις ο κατοικών σε άλλο κράτος μέλος εργαζόμενος είναι υπήκοος του κράτους στο οποίο εργάζεται;
γ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Θεμελιώνει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 δικαίωμα καταβολής του επιδόματος ανατροφής στον σύζυγο του εργαζομένου, οσάκις η οικογένειά του κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο κράτος απασχολήσεως;»
18 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το εθνικό δικαστήριο εξέτασε και απέκλεισε το ενδεχόμενο η Hoever και η Zachow να έχουν τη «συνήθη διαμονή τους» στη Γερμανία, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του BErzGG. Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι, αν και είναι νοητό μια οικογένεια που κατοικεί στο εξωτερικό πλησίον των συνόρων στην αποτελούσα δεξαμενή αντλήσεως εργατικού δυναμικού περιφέρεια μιας γερμανικής πόλεως να έχει τη συνήθη διαμονή της στη Γερμανία, οι προσφεύγουσες στις παρούσες υποθέσεις δεν έχουν επαρκείς κοινωνικούς δεσμούς με τη Γερμανία, ώστε να θεωρηθεί ότι έχουν εκεί τη συνήθη διαμονή τους.
Ερωτήματα 1 και 2 α
19 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα ερωτάται, κατ' ουσίαν, αν οι προσφεύγουσες δικαιούνται της εν λόγω παροχής δυνάμει του κανονισμού 1408/71 παρ' όλον ότι δεν πληρούν την προϋπόθεση σχετικά με την απασχόληση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του BErzGG. Το άρθρο 73 του κανονισμού ορίζει ότι ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, των οικογενειακών παροχών που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους. Το αν το άρθρο 73 εφαρμόζεται στις παρούσες υποθέσεις εξαρτάται από δύο ερωτήματα: το επίδομα ανατροφής εμπίπτει στην έννοια των «οικογενειακών παροχών» (πρώτο ερώτημα); Οι προσφεύγουσες, ως σύζυγοι μισθωτών, μπορούν να επικαλεστούν οι ίδιες το άρθρο αυτό (δεύτερο ερώτημα, αα);
Το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
20 Με το πρώτο του ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το επίδομα ανατροφής αποτελεί «οικογενειακή παροχή» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, του κανονισμού.
21 Προτού εξετάσω το ερώτημα αυτό θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εφαρμόζει τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ή να προβαίνει σε χαρακτηρισμό διατάξεων του εθνικού δικαίου σε σχέση με τους κανόνες αυτούς (10). Το Δικαστήριο δεν μπορεί συνεπώς να αποφανθεί ως προς το αν το επίδομα ανατροφής αποτελεί οικογενειακή παροχή υπό την έννοια του κανονισμού 1408/71. Μπορεί, εντούτοις, να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο μια ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, ώστε να μπορέσει το ίδιο το εθνικό δικαστήριο να κρίνει το ζήτημα αυτό.
22 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου (11) προκύπτει ότι, κατ' αρχήν, η διάκριση μεταξύ παροχών που αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και παροχών που εμπίπτουν σ' αυτό στηρίζεται ουσιαστικά στα συστατικά στοιχεία κάθε παροχής, ιδίως δε στους σκοπούς της και στις προϋποθέσεις χορηγήσεώς της, και όχι στο γεγονός ότι η παροχή χαρακτηρίζεται ή όχι από την εθνική νομοθεσία - και, συνεπώς, από την κυβέρνηση του κράτους - ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως (ομοίως, η κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού 1408/71 δεν είναι αποφασιστική, με τη διευκρίνιση όμως, ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, η Γερμανία δεν προέβη σε κοινοποίηση της εν λόγω νομοθετικής ρυθμίσεως). Ειδικότερα, για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, η εν λόγω παροχή πρέπει να «χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως» και να «έχει σχέση με κάποιον από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1» (12).
23 Υπάρχουν, συνεπώς, δύο διαφορετικές πτυχές που παρουσιάζουν ενδιαφέρον όσον αφορά το ζήτημα αν μια παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού: πρώτον, ο σκοπός της, που καθορίζεται υπό το πρίσμα των αντικειμένων που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, όπως καθορίζονται στο άρθρο 1, και, δεύτερον, το αν χορηγείται αυθαίρετα ή βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.
24 Η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι το επίδομα ανατροφής ανταποκρίνεται στο κριτήριο του «σκοπού», λόγω του ότι δεν πρόκειται για «οικογενειακή παροχή» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο καα, i, του κανονισμού. Αμφισβητεί ότι η παροχή αυτή σκοπεί να «αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη», όπως απαιτεί ο ορισμός αυτός: αντίθετα από το επίδομα συντηρούμενου τέκνου (Kindergeld), καταβάλλεται για να καταστήσει δυνατή την ενασχόληση ενός από τους γονείς με το τέκνο κατά τη διάρκεια του πρώτου σταδίου της ζωής του και, επομένως, σκοπός της είναι να αμείψει (honorieren) τον γονέα αυτόν. Κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως το ζήτημα αν ο γονέας αυτός είναι μισθωτός δεν έχει σημασία, πράγμα που προϋποθέτει ότι η παροχή δεν έχει ως σκοπό να αντισταθμίσει την απώλεια εισοδημάτων κατά τη διάρκεια διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητας.
25 Η ανάλυση όμως αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με τις διαπιστώσεις του εθνικού δικαστηρίου και ακόμη με ορισμένες κρίσεις που διατύπωσε μεταγενέστερα η Γερμανική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της.
26 Το εθνικό δικαστήριο επισημαίνει ότι η παροχή καθιερώθηκε για να:
«στηρίξει το κοινώς καλούμενο "πρότυπο των τριών φάσεων", χάριν του συνδυασμού της ανατροφής των παιδιών με την επαγγελματική δραστηριότητα, ιδίως των γυναικών (...). (...) στηρίζεται στη βασική περί οικογενειακής πολιτικής αντίληψη ότι ένας από τους γονείς, μετά από μια πρώτη φάση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, σε μια δεύτερη μεταβατική φάση αφιερώνεται στην ανατροφή των παιδιών, τελικώς δε επιστρέφει στον επαγγελματικό βίο (τρίτη φάση). Για τον λόγο αυτόν, ταυτόχρονα με τη θέσπιση του μέτρου θεσπίστηκε ένα κατά το εργατικό δίκαιο δικαίωμα λήψεως γονικής αδείας. Βάσει αυτών των δεδομένων, η αξίωση καταβολής του επιδόματος ανατροφής εξαρτάται από το αν ο ενδιαφερόμενος εγκαταλείπει εξ ολοκλήρου ή κατά μεγάλο μέρος την επαγγελματική του δραστηριότητα, προκειμένου να αφιερωθεί στην ανατροφή των παιδιών. Ακριβώς για τον λόγο αυτό, το επίδομα ανατροφής επιτελεί λειτουργία η οποία συνίσταται στον μετριασμό των συναφών οικονομικών βαρών από την απώλεια εισοδήματος στις συνήθως ακόμη νέες οικογένειες. Ξρησιμεύει για την εξασφάλιση του οικογενειακού εισοδήματος κατά τη φάση της ανατροφής των παιδιών» (13).
27 Για να στηρίξει την ανάλυσή του, το εθνικό δικαστήριο επικαλείται αριθμητικά στοιχεία της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με τα οποία το 96 % των δικαιούχων επιδόματος ανατροφής λαμβάνουν επίσης γονική άδεια. Στη συνέχεια της διατάξεώς του περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο προβαίνει, στο πλαίσιο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, σε ανάλογες παρατηρήσεις, εκθέτοντας ότι:
«Το επίδομα ανατροφής καταβάλλεται κατ' ουσίαν όπως μια οικογενειακή παροχή (...). Εξαιτίας αυτής της νομικής πραγματικότητας, το επίδομα ανατροφής σε τελευταία ανάλυση επιτελεί τη λειτουργία βοηθήματος ενισχύοντος το οικογενειακό εισόδημα κατά την ανατροφή των τέκνων στα πρώτα έτη της ηλικίας τους.» (14)
28 Αν και το Bundessozialgericht αμφισβητεί ότι το επίδομα ανατροφής αποτελεί οικογενειακή παροχή κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71, τα στοιχεία που παρέχει στη διάταξή του περί παραπομπής στην υπόθεση Mille-Wilsmann (15) τείνουν να ενισχύσουν την άποψη του Landessozialgericht. Το Bundessozialgericht εκθέτει, παραδείγματος χάριν, ότι με το επίδομα αυτό «σκοπείται η παροχή αμοιβής για την ανατροφή και ο μετριασμός της απώλειας του εισοδήματος λόγω της μη ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας με πλήρες ωράριο και η αντιστάθμιση των άλλων δαπανών για τη φροντίδα και την ανατροφή του τέκνου» και ότι «μια περαιτέρω λειτουργία του επιδόματος ανατροφής έγκειται στο ότι μετριάζει τη χειροτέρευση της οικονομικής καταστάσεως των οικογενειών και αντισταθμίζει, επομένως - εμμέσως -, τα οικογενειακά βάρη».
29 Η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται τον στενό σύνδεσμο που υφίσταται μεταξύ του επιδόματος ανατροφής και της γονικής αδείας και επεξηγεί, βάσει του συνδέσμου αυτού, το γεγονός ότι ορισμένοι μισθωτοί που δεν κατοικούν στη Γερμανία δικαιούνται του επιδόματος. Η ίδια η περιγραφή, εκ μέρους της Γερμανικής Κυβερνήσεως, του σκοπού του επιδόματος, που συνίσταται στην παροχή δυνατότητας σ' έναν από τους γονείς να αφιερωθεί στην ανατροφή ενός μικρού παιδιού, υποδηλώνει ότι το επίδομα αποσκοπεί έμμεσα να αντισταθμίσει τα αποτελέσματα της πρόσκαιρης διακοπής απολήψεως μισθού ή ότι αποβλέπει, όπως παρατηρεί η Γαλλική Κυβέρνηση, στο να καταστήσει περιττή τη φύλαξη και την ανατροφή των παιδιών από τρίτους (παιδικό σταθμό ή βοηθό της μητέρας), ώστε να αποφευχθούν κατ' αυτόν τον τρόπο τα έξοδα που συνεπάγονται κατ' ανάγκην οι λύσεις αυτές.
30 Εν πάση περιπτώσει, μια παροχή μπορεί να αποσκοπεί στο να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη - και, οπωσδήποτε, μπορεί να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό - ακόμη και αν δεν εξαρτάται από την απώλεια μισθού. Είναι προφανές ότι μια καταβολή προς γονέα μη μισθωτό, ο οποίος αφιερώνεται στην ανατροφή του παιδιού, θα αποτελεί στην πράξη συμβολή στα οικογενειακά βάρη.
31 Εξάλλου, ακόμη και αν ένας από τους σκοπούς του εν λόγω επιδόματος ανατροφής ήταν διαφορετικός από την αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών, αυτό δεν θα αποτελούσε αφ' εαυτού εμπόδιο για την εφαρμογή του κανονισμού 1408/71. Οι οικογενειακές παροχές κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο καα, i, μπορούν να επιδιώκουν δύο σκοπούς. Έτσι, στην υπόθεση Hughes (16), το Δικαστήριο, έκρινε ότι το «family credit» (οικογενειακή παροχή) που ίσχυε στη Βόρεια Ιρλανδία επιτελούσε διπλή λειτουργία, που συνίστατο «αφενός, (...) στη διατήρηση της εργασίας των εργαζομένων που αμείβονται ανεπαρκώς και, αφετέρου, στην αντιμετώπιση των οικογενειακών δαπανών, πράγμα που προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι η εν λόγω παροχή καταβάλλεται μόνον εφόσον η οικογένεια του ενδιαφερομένου περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα τέκνα και από το ότι το ύψος της ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία των τέκνων. Βάσει επομένως της δεύτερης αυτής λειτουργίας, μια παροχή όπως το family credit εμπίπτει στην κατηγορία των οικογενειακών παροχών (...)» (17).
32 Ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven είχε εκφράσει ανάλογη άποψη εκθέτοντας: «Καίτοι δέχομαι ότι το family credit αποσκοπεί στη διατήρηση της εργασίας των ανεπαρκώς αμειβομένων εργαζομένων, είναι παρ' όλ' αυτά αναμφισβήτητο, κατά τη γνώμη μου, ότι το family credit είναι μια παροχή που έχει ως σκοπό την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών» (18).
33 Τέλος, για να υποστηρίξει το επιχείρημά της, σύμφωνα με το οποίο το επίδομα ανατροφής δεν έχει ως σκοπό την αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών, η Γερμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι πρόκειται για δικαίωμα που προβλέπεται ειδικά για εκείνον από τους γονείς που αναλαμβάνει την ανατροφή. Δεν νομίζω ότι αυτό ασκεί επιρροή ως προς τον χαρακτηρισμό της εν λόγω παροχής ως «οικογενειακής παροχής» κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Το γεγονός ότι δικαίωμα επί της παροχής αποκτά μόνον εκείνος από τους γονείς που αναλαμβάνει την ανατροφή υποδηλώνει μάλλον ότι η παροχή αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των οικογενειακών βαρών.
34 Το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληροί μια παροχή για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 είναι να χορηγείται, πέρα από κάθε αυθαίρετη εκτίμηση, βάσει μιας καταστάσεως καθοριζόμενης στον νόμο. Είναι προφανές ότι το επίδομα ανατροφής πληροί την προϋπόθεση αυτή. Η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση φαίνεται να εκκινεί από την αρχή αυτή στο πλαίσιο του χωριστού ερωτήματος που αφορά το ζήτημα αν δικαιούχος της εν λόγω παροχής μπορεί εύλογα να θεωρηθεί η οικογένεια και όχι ατομικά ο αιτών· πράγματι, η Γερμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι το δικαίωμα επί της παροχής εξαρτάται από το αν ο αιτών πληροί ατομικώς τις προϋποθέσεις χορηγήσεως (οπότε η παροχή δεν οφείλεται αυτόματα στον έναν ή τον άλλο από τους γονείς, αλλά μόνον σε εκείνον που πληροί τις προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της προϋποθέσεως να μην εργάζεται ή να μην εργάζεται με πλήρες ωράριο).
35 Στην υπόθεση Hughes το Δικαστήριο έκρινε ότι «μια παροχή που χορηγείται αυτομάτως στις οικογένειες που πληρούν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια σχετικά, ιδίως, με το μέγεθός τους, το εισόδημά τους και τους κεφαλαιουχικούς πόρους τους πρέπει να εξομοιωθεί προς οικογενειακή παροχή» (19). Στις παρούσες υποθέσεις το εθνικό δικαστήριο εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αν τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται στην περίπτωση του εν λόγω επιδόματος ανατροφής, μολονότι είναι χωρίς αμφιβολία αντικειμενικά, είναι σύμφωνα προς την αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Hughes, δεδομένου ότι δεν αφορούν ούτε το μέγεθος ούτε την οικονομική κατάσταση της οικογένειας. Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου φαίνεται να συμμερίζεται τις αμφιβολίες αυτές, εκθέτοντας ότι το επίδομα ανατροφής συνίσταται σε ένα κατ' αποκοπήν ποσό που δεν ποικίλλει ούτε ανάλογα με τον αριθμό ούτε ανάλογα με την ηλικία των τέκνων.
36 Από τη διάταξη περί παραπομπής στην υπόθεση Mill-Wilsmann (20) προκύπτει ότι το ύψος της παροχής ποικίλλει ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της οικογένειας και, τουλάχιστον έμμεσα, ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων (βλ. ανωτέρω το σημείο 15).
37 Εντούτοις, ακόμη και βάσει των κάπως συνοπτικώς εκτιθεμένων στοιχείων που παρέχουν, στις παρούσες υποθέσεις, το εθνικό δικαστήριο και η Γερμανική Κυβέρνηση, νομίζω ότι η παροχή πληροί σε κάθε περίπτωση την ουσιώδη προϋπόθεση που τέθηκε στην υπόθεση Hughes, δηλαδή τον αντικειμενικό χαρακτήρα των κριτηρίων: η παροχή «χορηγείται, χωρίς οποιαδήποτε ατομική και κατά διακριτική ευχέρεια στάθμιση των ατομικών αναγκών, στους δικαιούχους βάσει μιας από τον νόμο καθοριζομένης καταστάσεως» (21). Όπως ορθά επισημαίνει η Ισπανική Κυβέρνηση, τα κριτήρια που παραθέτει το Δικαστήριο στην υπόθεση Hughes αποτελούν απλά παραδείγματα που έχουν σχέση με την υπόθεση που είχε υποβληθεί σ' αυτό· δεν είναι ούτε αυτοτελώς ούτε από κοινού λαμβανόμενα απαραίτητα για τον χαρακτηρισμό μιας παροχής, η χορήγηση της οποίας εξαρτάται από άλλα αντικειμενικά κριτήρια, καθοριζόμενα στον νόμο. Προς στήριξη της απόψεως αυτής επισημαίνεται ότι ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven θεώρησε, στην υπόθεση Hughes (22), ότι καθοριστική είναι η αντικειμενική φύση και όχι ο σκοπός των κριτηρίων της περιουσίας, του εισοδήματος, της ηλικίας και του αριθμού των τέκνων.
38 Τέλος, είναι χρήσιμο να επισημανθεί ότι ο ορισμός του «οικογενειακού επιδόματος» που διατυπώνεται αμέσως μετά στο άρθρο 1, στοιχείο καα, ii, του κανονισμού 1408/71 απαιτεί ρητά οι οικείες παροχές να χορηγούνται ανάλογα με τον αριθμό και, ενδεχομένως, την ηλικία των μελών της οικογένειας. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι αν υπήρχε βούληση ο ορισμός των «οικογενειακών παροχών» που περιέχεται στον κανονισμό να περιλαμβάνει τα εν λόγω κριτήρια, τότε τα κριτήρια αυτά θα είχαν επίσης περιληφθεί ρητά στον σχετικό ορισμό.
Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71
39 Το δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά την ερμηνεία του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71. Ειδικότερα, αφορά το ζήτημα αν ο σύζυγος μισθωτού που εργάζεται στη Γερμανία μπορεί, όταν όλα τα μέλη της οικογενείας του ζουν σε άλλο κράτος μέλος, να ζητήσει την καταβολή επιδόματος ανατροφής δυνάμει της διατάξεως αυτής.
40 Υπό τις συνθήκες των υπό κρίση υποθέσεων, το ερώτημα αυτό θέτει το πρόκριμα κατά πόσον μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 73 όταν ο οικείος εργαζόμενος δεν άσκησε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της Κοινότητας. Όπως θα δούμε στο πλαίσιο των ερωτημάτων του εθνικού δικαστηρίου που αφορούν το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, ο εργαζόμενος αυτός δεν μπορεί να επικαλεστεί την τελευταία αυτή διάταξη.
41 Αντίθετα, στην περίπτωση του άρθρου 73, το Δικαστήριο δεν έθεσε ως προϋπόθεση την άσκηση του δικαιώματος αυτού από τον οικείο εργαζόμενο, ενώ είναι βέβαια απαραίτητη η ύπαρξη ενός ενδοκοινοτικού στοιχείου (23). Σε μια υπόθεση που αφορούσε Γερμανό υπήκοο, ο οποίος εργαζόταν ως μισθωτός στη Γερμανία και διέμενε με την οικογένειά του στη Δανία, το Δικαστήριο έκρινε ότι για να τύχει εφαρμογής το άρθρο 73, παράγραφος 1:
«αρκεί (...) ο εργαζόμενος να απασχολείται ως μισθωτός στο έδαφος ενός κράτους μέλους και τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου να διαμένουν στο έδαφος ενός άλλου κράτους μέλους. Το κείμενο αυτό συνδυάζεται με τον κανόνα που διατυπώνει το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του ίδιου κανονισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο εργαζόμενος που απασχολείται στο έδαφος ενός κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, έστω και αν διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Το καθεστώς που απορρέει από τους σκοπούς του κανονισμού 1408/71, ο οποίος εγγυάται σε όλους τους εργαζόμενους υπηκόους των κρατών μελών που διακινούνται στην Κοινότητα την ισότητα μεταχειρίσεως απέναντι στις διάφορες εθνικές νομοθεσίες και την απόλαυση των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως ανεξαρτήτως του τόπου της εργασίας τους ή της διαμονής τους, πρέπει να ερμηνευθεί με ομοιόμορφο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη, ανεξαρτήτως της οργανώσεως των εθνικών τους νομοθεσιών που αναφέρονται στην απόκτηση δικαιώματος επί οικογενειακών παροχών» (24).
42 Η απάντηση στο ερώτημα εάν και σε ποιο μέτρο τα μέλη της οικογένειας ενός εργαζομένου μπορούν να αντλήσουν δικαιώματα από τον κανονισμό εξαρτάται, μετά την απόφαση Kermaschek (25), από την απάντηση στο ερώτημα αν τα προβαλλόμενα δικαιώματα είναι «παράγωγα δικαιώματα», δηλαδή δικαιώματα που αποκτώνται με την ιδιότητα του μέλους της οικογένειας εργαζομένου. Στην υπόθεση Kermaschek υποβλήθηκε στο Δικαστήριο το ερώτημα εάν ο σύζυγος (μη υπήκοος κράτους μέλους) ενός υπηκόου κράτους μέλους μπορούσε να αντλήσει δικαιώματα από το άρθρο 69 του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο οι εργαζόμενοι που έχουν περιέλθει σε ανεργία και δικαιούνται παροχών ανεργίας σε ένα κράτος μέλος, μεταβαίνουν δε σε άλλο κράτος μέλος για να αναζητήσουν εργασία διατηρούν το δικαίωμα επί των παροχών αυτών στο πρώτο κράτος μέλος. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στη διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού, το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών όριζε ότι ο κανονισμός:
«ισχύει για εργαζόμενους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη ή απάτριδες ή πρόσφυγες που κατοικούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους, καθώς και για τα μέλη της οικογενείας τους και για τους επιζώντες τους».
43 Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διατύπωση της διατάξεως αυτής υποδήλωνε ότι η διάταξη αφορούσε δύο σαφώς διακεκριμένες κατηγορίες: αφενός, τους εργαζομένους και, αφετέρου, τα μέλη της οικογένειάς τους και τους επιζώντες τους. Ως εργαζόμενοι θεωρούνται μόνον οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους, οι απάτριδες και οι πρόσφυγες που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη. Το Δικαστήριο έκρινε, στη συνέχεια, ότι:
«ενώ τα πρόσωπα που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία μπορούν να προβάλλουν τις αξιώσεις για παροχές που προβλέπει ο κανονισμός ως ίδια δικαιώματα, τα πρόσωπα που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία δεν μπορούν να υποβάλλουν αξίωση παρά μόνον όσον αφορά τα παράγωγα δικαιώματα, που αποκτώνται λόγω της ιδιότητας του μέλους της οικογένειας ή του επιζώντος εργαζομένου, δηλαδή προσώπου που ανήκει στην πρώτη κατηγορία» (26).
44 Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια σε πολλές υποθέσεις που αφορούσαν τις παροχές λόγω ανεργίας (27) και διάφορες άλλες παροχές και επιδόματα που προβλέπει ο κανονισμός (επίδομα λόγω γήρατος (28), συμπληρωματικό επίδομα λόγω αναπηρίας (29) και επίδομα υπέρ ατόμων με ειδικές ανάγκες (30)).
45 Στις παρούσες υποθέσεις, από την εθνική νομοθεσία που προβλέπει το δικαίωμα επί του επιδόματος ανατροφής καθώς και από τα παρασχεθέντα από το εθνικό δικαστήριο και τη Γερμανική Κυβέρνηση στοιχεία προκύπτει ότι, δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, το δικαίωμα των προσφευγουσών επί της παροχής δεν εξαρτάται από την ιδιότητά τους ως μελών της οικογένειας εργαζομένου: η ύπαρξη του δικαιώματός τους εξαρτάται από το αν πληρούν οι ίδιες ατομικώς τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του νόμου. Επομένως, βάσει της αποφάσεως Kermaschek δεν μπορούν να αξιώσουν το επίδομα ανατροφής δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71.
46 Στην πρόσφατη υπόθεση Cabanis-Issarte (31) το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να επανεξετάσει την απόφαση που είχε εκδώσει στην απόφαση Kermaschek, και ιδίως το κατά πόσον είναι ορθή η προϋπόθεση ότι τα μέλη της οικογένειας εργαζομένου μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις μόνον όσον αφορά παράγωγα δικαιώματα δυνάμει του κανονισμού στην περίπτωση κατά την οποία το ενδιαφερόμενο μέλος της οικογένειας είναι το ίδιο υπήκοος ενός κράτους μέλους της Κοινότητας (η υπόθεση Kermaschek αφορούσε υπήκοο της πρώην Γιουγκοσλαβίας· από τις μεταγενέστερες υποθέσεις στις οποίες εφαρμόστηκε άμεσα η προαναφερθείσα αρχή, η υπόθεση Deak αφορούσε έναν υπήκοο της Ουγγαρίας, η υπόθεση Zaoui έναν υπήκοο της Αλγερίας και η υπόθεση Taghavi μία υπήκοο του Ιράν, ενώ η υπόθεση Frascogna αφορούσε μία Ιταλίδα υπήκοο, η δε υπόθεση Schmid έναν Γερμανό υπήκοο).
47 Η υπόθεση Cabanis-Issarte αφορούσε το δικαίωμα επί ολλανδικής συντάξεως μιας Γαλλίδας υπηκόου, χήρας Γάλλου υπηκόου που είχε εργαστεί στις Κάτω Ξώρες. Στην απόφασή του της 30ής Απριλίου 1996, το Δικαστήριο τόνισε ότι ο κανόνας που καθιερώθηκε στην υπόθεση Kermaschek μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι αντίθετος προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και να θίγει τη θεμελιώδη επιταγή της κοινοτικής έννομης τάξεως που συνίσταται στην ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων της. Η διάκριση μεταξύ «ιδίων δικαιωμάτων» και «παραγώγων δικαιωμάτων» στερεί από τον επιζώντα σύζυγο διακινουμένου εργαζομένου το ευεργέτημα του θεμελιώδους κανόνα της ίσης μεταχειρίσεως. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο περιόρισε την έκταση εφαρμογής της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση Kermaschek μόνο στις παροχές ανεργίας, που θα μπορούν, επομένως, να χορηγούνται μόνο στους εργαζομένους υπηκόους κράτους μέλους και όχι στα μέλη της οικογένειάς τους (32).
48 Ορισμένα ουσιώδη δεδομένα της συλλογιστικής του Δικαστηρίου δεν μπορούν να εφαρμοστούν στις παρούσες υποθέσεις: ιδίως η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, που αποτελεί τον βασικό αρμό της αποφάσεως, δεν έχει σημασία για τις εν λόγω υποθέσεις, διότι αυτές δεν αφορούν διαφορετική μεταχείριση που επιβάλλει το κράτος διαμονής στους αλλοδαπούς που διαμένουν σ' αυτό, περίπτωση την οποία αφορά το άρθρο 3, παράγραφος 1.
49 Εν πάση περιπτώσει, υπό τις συνθήκες των υπό κρίση υποθέσεων, δεν είμαι πεπεισμένος ότι θα έπρεπε να εφαρμοστεί η διάκριση που τέθηκε με την απόφαση Kermaschek.
50 Οι οικογενειακές παροχές, από την ίδια τους τη φύση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι οφείλονται σε ένα πρόσωπο ανεξάρτητα από την οικογενειακή του κατάσταση. Φαίνεται παράλογο να υποστηριχθεί, στο πλαίσιο μιας οικογενειακής δομής στην οποία εφαρμόζεται το άρθρο 73, ότι ο αιτών δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα επί οικογενειακής παροχής λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους της οικογένειας. Καμία από τις υποθέσεις που κρίθηκαν βάσει της διακρίσεως που τέθηκε με την απόφαση Kermaschek δεν είχε ως αντικείμενο δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών δυνάμει του άρθρου 73 και θα ήταν, κατά την άποψή μου, τεχνητό να εφαρμοστεί σε τέτοιου είδους παροχές η εν λόγω διάκριση.
51 Σκοπός του άρθρου 73 είναι να αποφευχθεί η δυνατότητα του κράτους μέλους να αρνηθεί τη χορήγηση οικογενειακών παροχών λόγω του ότι τα μέλη της οικογένειας του εργαζομένου κατοικούν σε κράτος μέλος διαφορετικό από το υπόχρεο κράτος μέλος (33). Εφόσον γίνει δεκτό ότι το γερμανικό επίδομα ανατροφής αποτελεί από τη φύση του οικογενειακή παροχή, η άρνηση παροχής του ευεργετήματος της διατάξεως του άρθρου 73 στις προσφεύγουσες των υπό κρίση υποθέσεων θα υπονόμευε τον σκοπό που επιδιώκει η εν λόγω διάταξη.
52 Πρέπει να επισημανθεί ότι η ερμηνεία του άρθρου 73 υπό την έννοια ότι το άρθρο αυτό παρέχει στον σύζυγο μεθοριακού μισθωτού που εργάζεται στη Γερμανία και διαμένει σε άλλο κράτος μέλος δικαίωμα επί του γερμανικού επιδόματος ανατροφής δεν θα πρέπει να καταλήγει σε αδικαιολόγητη σώρευση παροχών, αντίθετη προς την οικονομία και τους σκοπούς του κανονισμού 1408/71, δεδομένου ότι το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου (34) καθιερώνει κανόνες που εφαρμόζονται στην περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων οικογενειακών παροχών. Συγκεκριμένα, σε περιπτώσεις όπως οι προκείμενες, στις οποίες οι αιτούντες δεν είναι μισθωτοί στο κράτος διαμονής, το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού αυτού ορίζει ότι οι οικογενειακές παροχές που οφείλει το κράτος απασχολήσεως κατ' εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του άρθρου 73 έχουν προτεραιότητα σε σχέση με τις παροχές που οφείλει το κράτος διαμονής, οι οποίες συνεπώς αναστέλλονται.
53 Αντιστρόφως, η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να δημιουργήσει κενό στην κοινωνική προστασία των οικογενειών των μεθοριακών εργαζομένων, πράγμα που θα ήταν αντίθετο προς τους σκοπούς του κανονισμού. Αυτό θα συνέβαινε εάν, δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους διαμονής, οι οικογενειακές παροχές όπως αυτή της παρούσας υποθέσεως είχαν εξαρτηθεί από την απασχόληση και όχι από τη διαμονή.
54 Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ένα πιθανό επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η Hoever, η οποία, κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών εργαζόταν η ίδια ως μισθωτή με μειωμένο ωράριο στη Γερμανία, δικαιούται να επικαλεστεί η ίδια το άρθρο 73. Το εθνικό δικαστήριο δεν έθιξε το ζήτημα αυτό με τα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο, πλην όμως από την διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το Sozialgericht Mόnster εξέτασε το επιχείρημα αυτό και έκρινε ότι η Hoever δεν ήταν «μισθωτός» κατά την έννοια του κανονισμού. Το άρθρο 1, στοιχείο αα και το παράρτημα Ι.Ι του κανονισμού δίνουν στον όρο «μισθωτός» πολλούς εναλλακτικούς ορισμούς, που εξαρτώνται όλοι από την υποχρεωτική ή προαιρετική ασφάλιση κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που εμπίπτουν στην κοινωνική ασφάλιση. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει έμμεσα ότι η απασχόληση της Hoever δεν υπόκειται στην κοινωνική ασφάλιση. Αν αυτό συμβαίνει, και υπό την προϋπόθεση ότι η Hoever δεν έχει συνάψει κατάλληλη προαιρετική ασφάλιση - πράγμα για το οποίο δεν έγινε καμία νύξη - δεν είναι δυνατόν να ευσταθεί το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η Hoever μπορεί να επικαλεστεί η ίδια το άρθρο 73.
Ερώτημα 2 β: Υπάρχει δυσμενής διάκριση λόγω φύλου;
55 Το τρίτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο μόνο στο πλαίσιο της υποθέσεως C-245/94, αφορά το ζήτημα εάν το άρθρο 1, παράγραφος 4, του BErzGG συνιστά διάκριση λόγω φύλου η οποία αντίκειται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 (35), στον βαθμό που σύμφωνα με αυτό οι υπήκοοι ενός κράτους μέλους, οι οποίοι εργάζονται στη Γερμανία ως μισθωτοί, μπορούν να αξιώσουν την καταβολή επιδόματος ανατροφής μόνον εφόσον η απασχόλησή τους δεν είναι χρονικώς πολύ περιορισμένη («mehr als geringfόgige»).
56 To άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 ορίζει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται στα νομικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά της ασθενείας, της αναπηρίας, του γήρατος, των εργατικών ατυχημάτων, των επαγγελματικών ασθενειών και της ανεργίας, καθώς και στις διατάξεις που αφορούν την κοινωνική πρόνοια, κατά το μέτρο που προορίζονται να συμπληρώσουν τα συστήματα αυτά. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, ορίζει ρητά ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στις διατάξεις περί οικογενειακών παροχών, εκτός αν πρόκειται για οικογενειακές παροχές που χορηγούνται ως προσαύξηση παροχών που οφείλονται λόγω των προαναφερθέντων κινδύνων.
57 Δεδομένου ότι το σύστημα για το οποίο γίνεται λόγος στην υπόθεση C-245/94 δεν αφορά κανέναν από τους κινδύνους αυτούς, η οδηγία 79/7 δεν έχει εφαρμογή.
58 Η Επιτροπή, εντούτοις, υποστηρίζει ότι το σύστημα αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (36). Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ορίζει: «η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο».
59 Το ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου δεν αναφέρεται στην οδηγία 76/207, το Δικαστήριο όμως μπορεί, προκειμένου να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο που του υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα επωφελή απάντηση, να λάβει υπόψη του κανόνες κοινοτικού δικαίου, τους οποίους το εθνικό δικαστήριο δεν αναφέρει στο κείμενο του ερωτήματός του (37). Εφόσον η Επιτροπή υποστήριξε ότι η οδηγία 76/207 εφαρμόζεται στο σύστημα, το οποίο αφορά η υπόθεση C-245/94, θα εξετάσω το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
60 Το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει:
«1. Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης και της επαγγελματικής προωθήσεως, και την επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς και τις συνθήκες εργασίας και υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2 την κοινωνική ασφάλιση (...).
2. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η προοδευτική εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, το Συμβούλιο θα θεσπίσει, προτάσει της Επιτροπής, διατάξεις, που θα καθορίζουν ιδίως το περιεχόμενο, την έκταση και τους τρόπους εφαρμογής της ανωτέρω αρχής.»
61 Το γεγονός ότι, όπως υποδηλώνεται στο άρθρο αυτό, υπήρχε βούληση να αποκλειστεί η κοινωνική ασφάλιση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας επιβεβαιώνεται από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, που ορίζει τα εξής:
«Εκτιμώντας ότι πρέπει να καθοριστεί και να τεθεί προοδευτικά σε εφαρμογή με μεταγενέστερα μέτρα η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως (...).»
62 Τα «μεταγενέστερα μέτρα» για τη θέση σε εφαρμογή της αρχής στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως συγκεκριμενοποιήθηκαν ήδη από το 1979, με την οδηγία 79/7 που αναφέρεται στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου. Παρ' όλον ότι η οδηγία αυτή υποδηλώνει ότι δεν εφαρμόζεται στις οικογενειακές παροχές και, επομένως, στερείται σημασίας για την παρούσα υπόθεση, αποσκοπεί αναμφίβολα (38) να τεθεί σε εφαρμογή η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως· επιβεβαιώνεται έτσι, κατά την άποψή μου, ότι, εκ πρώτης όψεως, η οδηγία 76/207 δεν εφαρμόζεται στον τομέα αυτόν.
63 Τέλος, οι ουσιαστικές διατάξεις της οδηγίας 76/207, που αφορούν κυρίως την πρόσβαση στην απασχόληση, στην επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση ενισχύουν την άποψη ότι η οδηγία δεν περιλαμβάνει την κοινωνική ασφάλιση· το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρέπει, επομένως, να ερμηνευθεί υπό την έννοια αυτή.
64 Εφόσον η Επιτροπή στηρίζει το επιχείρημά της, σύμφωνα με το οποίο η οδηγία 76/207 εφαρμόζεται στην εθνική νομοθεσία την οποία αφορά η παρούσα υπόθεση, σε μια κρίση στην οποία προέβη αρχικά το Δικαστήριο σε τρεις υποθέσεις που εκδικάστηκαν το 1986 (39), στις οποίες δέχθηκε ότι, λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207, όσον αφορά τα θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, θα πρέπει να ερμηνεύεται στενώς, θα εξετάσω τους λόγους συναγωγής και το περιεχόμενο της κρίσεως αυτής, θα εκτιμήσω δε αν αυτή στηρίζει το επιχείρημα της Επιτροπής.
65 Η κρίση αυτή διατυπώθηκε στο πλαίσιο μιας σειράς τριών υποθέσεων, Roberts, Marshall και Beets-Proper (40), που αφορούσαν το κατά πόσον είναι σύμφωνες προς την οδηγία 76/207 διάφορες εθνικές διατάξεις σχετικά με την διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως ανδρών και γυναικών. Η Roberts υποστήριξε ότι αποτελούσε δυσμενή διάκριση το γεγονός ότι οι άνδρες και οι γυναίκες άνω των 55 ετών ελάμβαναν αμέσως σύνταξη στο πλαίσιο διαδικασίας ομαδικών απολύσεων, διότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως διαφέρει μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι απολυόμενοι άνδρες μισθωτοί εδικαιούντο της συντάξεως αυτής δέκα έτη πριν από την κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεώς τους, ενώ οι γυναίκες εδικαιούντο της συντάξεως μόνο πέντε έτη πριν από την κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεώς τους. Αντίθετα, οι Marshall και Beets-Proper υποστήριξαν κατ' ουσίαν ότι αποτελούσε δυσμενή διάκριση να υποχρεώνονται οι γυναίκες να αποχωρούν από την εργασία τους, έστω και με σύνταξη, σε ηλικία μικρότερη απ' ό,τι οι άνδρες.
66 H εφεσείουσα στην πρώτη υπόθεση και οι εφεσίβλητες στη δεύτερη και τρίτη υπόθεση επικαλέστηκαν την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Burton (41). Στην υπόθεση αυτή ο Burton υποστήριξε ότι το γεγονός ότι η πρόσβαση σε σύστημα εθελουσίας εξόδου ήταν εξαρτημένη από το ελάχιστο όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που προέβλεπε η εθνική νομοθεσία και το οποίο δεν ήταν το ίδιο για τους άνδρες και τις γυναίκες, αποτελούσε εις βάρος του δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, στο μέτρο που μια γυναίκα ηλικίας, όπως ο ίδιος, 58 ετών θα μπορούσε να υπαχθεί στο σύστημα αυτό, ενώ ο ίδιος δεν μπορούσε. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να θεωρηθεί αφ' εαυτού ως διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207. Κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, δεχόμενο ότι, ενώ έχει εφαρμογή η οδηγία 76/207, δεδομένου ότι ο τρόπος εφαρμογής ενός συστήματος εθελουσίας εξόδου συνιστά «όρους απολύσεως», η διαφορά όσον αφορά την προϋπόθεση της ηλικίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά δυσμενή διάκριση, διότι απορρέει από το γεγονός ότι το ελάχιστο όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που προβλέπει η εθνική νομοθεσία είναι διαφορετικό όσον αφορά τους άνδρες και τις γυναίκες. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο άρθρο 7 της οδηγίας 79/7, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της «τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων λόγω αποχωρήσεως και τις συνέπειες που δύναται να προκύψουν για άλλες παροχές». Από τον επιτρεπόμενο αυτόν αποκλεισμό προκύπτει ότι ο καθορισμός διαφορετικού ελάχιστου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως και, κατά συνέπεια, οι διαφορές κατά τη χορήγηση παροχών σε άνδρες και γυναίκες που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στο διαφορετικό ελάχιστο όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως δεν αποτελούν δυσμενή διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο (42).
67 Στις υποθέσεις Roberts, Marshall και Beets-Proper, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι είχε εφαρμογή η οδηγία 76/207, διότι οι επίμαχες διατάξεις αποτελούσαν «όρους απολύσεως». Σύμφωνα με το άρθρο 5 έπρεπε, επομένως, να εφαρμοστεί η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους σημασίας της αρχής αυτής, το Δικαστήριο έκρινε απαραίτητο να διευκρινίσει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 7 της οδηγίας 79/7 εξαίρεση, που αποτελούσε τη βάση της αποφάσεώς του στην υπόθεση Burton, δεν έπρεπε να ερμηνεύεται ευρέως· συνεπώς, η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόστηκε σε καμία από τις υποθέσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο ήταν, επομένως, σε θέση να κάνει διάκριση σε σχέση με την υπόθεση Burton και έκρινε, στηριζόμενο σε κάθε υπόθεση στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, ότι υπήρχε δυσμενής διάκριση στις υποθέσεις Marshall και Beets-Proper και ότι δεν υπήρχε τέτοια διάκριση στην υπόθεση Roberts (43).
68 Δεν προκύπτει συνεπώς από τις υποθέσεις αυτές ότι ο τομέας της κοινωνικής ασφαλίσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207: το Δικαστήριο περιορίστηκε να δεχθεί ότι το άρθρο 7 της οδηγίας 79/7, ως παρέκκλιση από θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου που περιέχεται, μεταξύ άλλων, στην οδηγία 76/207, πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Έτσι, στην πλέον πρόσφατη υπόθεση Newstead (44) το Δικαστήριο έκρινε ότι εξακολουθεί να είναι αναμφισβήτητο ότι «η οδηγία 76/207 δεν προορίζεται να εφαρμόζεται επί θεμάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 2 (...)» (45).
69 Είναι αλήθεια ότι το Δικαστήριο, στην υπόθεση Jackson και Cresswell (46), δέχθηκε ότι από την προαναφερθείσα κρίση στην οποία προέβη στις υποθέσεις Roberts, Marshall και Beets-Proper προκύπτει ότι ένα σύστημα παροχών δεν μπορεί να αποκλειστεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207 για μόνο τον λόγο ότι, τυπικά, ανήκει σε εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Το Δικαστήριο συνέχισε εντούτοις εκθέτοντας ότι ένα τέτοιο σύστημα εμπίπτει στην οδηγία αυτή μόνον αν έχει ως αντικείμενο την πρόσβαση στην απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και προωθήσεως, καθώς και τις συνθήκες εργασίας, και ότι το γεγονός και μόνον ότι οι προϋποθέσεις που θεμελιώνουν δικαίωμα για συγκεκριμένη παροχή θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις δυνατότητες προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση και στην απασχόληση με μειωμένο ωράριο δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι ένα τέτοιο σύστημα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (47).
70 Στηριζόμενο ακριβώς στο γεγονός ότι το υπό κρίση σύστημα είχε ως αντικείμενο την πρόσβαση στην απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας, το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση Meyers (48) ότι μια παροχή με τα χαρακτηριστικά και τον σκοπό του family credit του Ηνωμένου Βασιλείου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207. Μία από τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση του δικαιώματος επί του family credit είναι ο αιτών ή ο σύντροφός του, είτε έχει συναφθεί μεταξύ τους γάμος είτε όχι, να ασκεί αμειβόμενη δραστηριότητα· εξάλλου, το Δικαστήριο είχε ήδη προηγουμένως κρίνει, στην υπόθεση Hughes (49), ότι μια από τις λειτουργίες του family credit είναι η διατήρηση της εργασίας των εργαζομένων που δεν αμείβονται επαρκώς. Μολονότι δέχομαι ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι μια τέτοια παροχή αφορά την απασχόληση υπό ευρεία έννοια, δεν βλέπω πώς από τη γενική αυτή πρόταση προκύπτει ότι το «αντικείμενο» της παροχής είναι η πρόσβαση στην απασχόληση και οι συνθήκες εργασίας, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Meyers.
71 Εν πάση περιπτώσει, από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Meyers, σύμφωνα με την οποία μια παροχή όπως το family credit, το οποίο αφορούσε η εν λόγω υπόθεση, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207, δεν προκύπτει ότι κάθε άλλη παροχή που αποτελεί «οικογενειακή παροχή» κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71 θα εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Το αποφασιστικής σημασίας χαρακτηριστικό που έγινε δεκτό στην υπόθεση Meyers είναι ότι το family credit «χορηγείται σε ένα από τα μέλη της οικογένειας επειδή εργάζεται και προκειμένου να εξακολουθήσει να εργάζεται» (50). Επομένως, ο δεσμός με τις συνθήκες εργασίας ήταν ίσως περισσότερο στενός και προφανής απ' ό,τι στην περίπτωση του επιδόματος ανατροφής.
72 Εξάλλου, η απόφαση Meyers φαίνεται να θεωρεί ως δεδομένο (στις σκέψεις 12 και 13) ότι τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207. Στην πραγματικότητα, όμως, το συμπέρασμα αυτό δεν απαντά σε καμία από τις προηγούμενες υποθέσεις, δεδομένου ότι οι υποθέσεις Roberts, Marshall και Beets-Proper αφορούσες όλες την παύση της απασχολήσεως με τη συμπλήρωση της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ή στο πλαίσιο ομαδικών απολύσεων, στη δε υπόθεση Jackson και Cresswell το Δικαστήριο έκρινε ότι το εν λόγω σύστημα δεν έχει ως αντικείμενο την πρόσβαση στην απασχόληση ή τις συνθήκες εργασίας.
73 Κατά συνέπεια, το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο μια τέτοια παροχή εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/207 δύσκολα συμβιβάζεται, κατά την άποψή μου, με τη ρητή διατύπωση της οδηγίας και την προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου (όλες οι προηγούμενες σχετικές αποφάσεις εκδόθηκαν από την ολομέλεια).
74 Υπό το πρίσμα των προηγουμένων σκέψεων θεωρώ ότι η οδηγία 76/207 δεν εφαρμόζεται στο εν λόγω γερμανικό επίδομα ανατροφής. Εντούτοις, θα εξετάσω τις συνέπειες που θα είχε η οδηγία αυτή, εάν εφαρμοζόταν, για την περίπτωση όπου το Δικαστήριο θα έκρινε ότι πρέπει να αποφανθεί κατ' αυτήν την έννοια σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής.
75 Το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι γυναίκες κατέχουν τη συντριπτική πλειοψηφία των θέσεων μερικής απασχολήσεως, ιδίως των θέσεων με πολύ περιορισμένο ωράριο (51) (75 %).
76 Σε μια σειρά υποθέσεων το Δικαστήριο διαμόρφωσε την αρχή ότι ένα μέτρο που συνιστά λιγότερο ευνοϋκή μεταχείριση των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο σε σχέση με τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο και πλήττει αποδεδειγμένα πολύ μεγαλύτερο αριθμό γυναικών παρά ανδρών είναι αντίθετο προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, εκτός αν δικαιολογείται από παράγοντες αντικειμενικούς και ξένους προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (52). Μολονότι όλες οι υποθέσεις, στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε μέχρι τούδε ότι η διαφορετική μεταχείριση σε βάρος των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο συνιστά εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση, είχαν ως αντικείμενο είτε το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ, που αφορά την ίση μεταχείριση σε θέματα αμοιβών, είτε την οδηγία 79/7, η οποία αφορά τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν υπάρχει κανένας λόγος για να μην επεκταθούν οι αρχές που καθιερώθηκαν στις υποθέσεις αυτές σε θέματα προσβάσεως στην απασχόληση και όρων εργασίας, όπου η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως έχει θεσμοθετηθεί με την οδηγία 76/207 (53)· εξάλλου, στην υπόθεση Kirsammer-Hack (54), το Δικαστήριο φαίνεται ότι δέχθηκε την άποψη αυτή, καίτοι δεν διαπίστωσε εκ πρώτης όψεως δυσμενή διάκριση στην υπόθεση αυτή.
77 Η αρχή σύμφωνα με την οποία η διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως συνιστά εκ πρώτης όψεως έμμεση δυσμενή διάκριση αποτελεί έκφραση του γεγονότος ότι, κατά γενικό κανόνα, οι εργαζόμενοι μερικής απασχολήσεως είναι πολύ πιο συχνά γυναίκες παρά άνδρες: επομένως, ένα μέτρο που θέτει σε δυσμενέστερη θέση τους εργαζομένους μερικής απασχολήσεως σε σχέση με τους εργαζομένους πλήρους απασχολήσεως αποβαίνει συχνά, στην πράξη, σε βάρος των γυναικών. Αυτή η ακριβώς λανθάνουσα συνέπεια καθιστά μια τέτοια μεταχείριση εκ πρώτης όψεως παράνομη.
78 Οι υποθέσεις που είχαν σχέση μέχρι τούδε με αυτή τη μορφή έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως αφορούσαν μέτρα που έπλητταν κατά διαφορετικό τρόπο δύο κατηγορίες που μπορούσαν να εντοπισθούν: μια κατηγορία εργαζομένων μερικής απασχολήσεως, αποτελούμενη κυρίως από γυναίκες, και μια κατηγορία πλήρους απασχολήσεως, αποτελούμενη κυρίως από άνδρες. Στις περισσότερες από τις υποθέσεις αυτές η πρώτη κατηγορία δεν απέλαυε - ή απέλαυε με λιγότερο ευνοϋκούς όρους - πλεονεκτημάτων των οποίων απέλαυε η δεύτερη κατηγορία. Ήταν, επομένως, σχετικά απλό για το Δικαστήριο να διαχωρίσει την κατάσταση μιας κατηγορίας κατά κύριο λόγο γυναικείας από αυτήν μιας κατηγορίας κατά κύριο λόγο ανδρικής και να συμπεράνει ότι, ελλείψει αντικειμενικής δικαιολογήσεως, η διαφορετική μεταχείριση αποτελούσε έμμεση δυσμενή διάκριση.
79 Η παρούσα υπόθεση είναι φαινομενικά ανάλογη στο μέτρο που η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση είναι διαμορφωμένη κατά τρόπο, ώστε να χορηγεί ένα πλεονέκτημα σε μια κατηγορία που στην πράξη είναι κατά κύριο λόγο ανδρική και να αρνείται το πλεονέκτημα αυτό σε μια κατηγορία που είναι κατά κύριο λόγο γυναικεία. Υπάρχει εντούτοις μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της παρούσας υποθέσεως και των υποθέσεων συνεπεία των οποίων διαμορφώθηκε η αρχή, κατά την οποία η διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως μπορεί να αποτελεί έμμεση δυσμενή διάκριση: στην παρούσα υπόθεση οι αιτήσεις για την παροχή η οποία, σύμφωνα με το κείμενο του νόμου, χορηγείται σε μια κατηγορία κατά κύριο λόγο ανδρική, προέρχονται στην πράξη σχεδόν αποκλειστικά (55) από τις γυναίκες της κατηγορίας αυτής. Ελλείπει, συνεπώς, η ευνοϋκή μεταχείριση των ανδρών στην κατηγορία συγκρίσεως των εργαζομένων πλήρους απασχολήσεως, που αποτελούσε μέχρι τώρα απαραίτητο στοιχείο για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση εις βάρος των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως. Για τον λόγο αυτό η επέκταση της νομολογίας που αφορά τους εργαζομένους μερικής απασχολήσεως και τη διάκριση λόγω φύλου στην παρούσα υπόθεση προσκρούει σε δυσχέρειες εννοιολογικής φύσεως.
80 Αν, εντούτοις, το Δικαστήριο θεωρήσει ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις, από τις οποίες εξήρτησε, σύμφωνα με την προηγούμενη νομολογία του, την εκ πρώτης όψεως διαπίστωση της υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως, λόγω της διατυπώσεως της εθνικής νομοθεσίας, και απαντήσει, κατά συνέπεια, καταφατικά στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, μπορεί, νομίζω, να υποστηριχθεί ότι το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες ξένους προς κάθε διάκριση στηριζόμενη στο φύλο και, συνεπώς, δεν είναι παράνομο. Εκφράζομαι κατ' αυτόν τον τρόπο, διότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να προσδιορίσει αν και σε ποιο βαθμό οι λόγοι, που προβάλλονται για να εξηγηθεί η διαφορετική μεταχείριση στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορούν να θεωρηθούν ως οικονομικοί λόγοι αντικειμενικά δικαιολογημένοι (56), καίτοι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει ενδείξεις, βάσει της δικογραφίας που διαβίβασε το εθνικό δικαστήριο και των γραπτών και προφορικών παρατηρήσεων που του έχουν υποβληθεί, ικανές να διευκολύνουν το εθνικό δικαστήριο να εκδώσει την απόφασή του (57).
81 Όπως προεκτέθηκε, η Γερμανική Κυβέρνηση ανέφερε τους λόγους για τους οποίους απαιτείται ένα ελάχιστο όριο ωρών εργασίας για να χορηγηθεί επίδομα ανατροφής σε όσους δεν διαμένουν στη Γερμανία: εν συντομία, ο σκοπός είναι να εξασφαλιστεί η ύπαρξη επαρκώς στενού συνδέσμου με τη γερμανική αγορά εργασίας, ώστε να δικαιολογείται η παρέκκλιση από την αρχή της εδαφικότητας. Όπως έκρινε πρόσφατα το Δικαστήριο, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου η κοινωνική πολιτική εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών· τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των μέτρων που είναι πρόσφορα για την υλοποίηση του σκοπού της κοινωνικής πολιτικής τους και της πολιτικής τους για την απασχόληση (58).
82 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε πρόσφατα ότι μια εθνική νομοθεσία όπως η γερμανική, σύμφωνα με την οποία οι εργασίες με πάρα πολύ μειωμένο ωράριο αποκλείονται από τις υποχρεωτικές εισφορές για ασφάλιση γήρατος, ασθενείας και ανεργίας, δεν συνιστά έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω φύλου, ακόμη και αν οι σχετικές διατάξεις πλήττουν πολύ περισσότερες γυναίκες παρά άνδρες (59).
83 Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εθνικός νομοθέτης μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει ότι η επίμαχη νομοθεσία ήταν αναγκαία για την επίτευξη ενός σκοπού κοινωνικής πολιτικής και πολιτικής για την απασχόληση που αντιστοιχεί σε μια διαρθρωτική αρχή του εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως και στην κοινωνική ζήτηση για τις ήσσονες εργασίες, που καθιστά απαραίτητη την ενθάρρυνση της προσφοράς τέτοιου είδους θέσεων εργασίας.
84 Ομοίως θεωρώ ότι ο σκοπός κοινωνικής πολιτικής και πολιτικής της απασχολήσεως που επεδίωκε η Γερμανική Κυβέρνηση μέσω της νομοθεσίας που καθιέρωσε το επίδομα ανατροφής είναι αντικειμενικά ξένος προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. Ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, ο εθνικός νομοθέτης μπορούσε εύλογα να θεωρήσει ότι η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση ήταν απαραίτητη και κατάλληλη για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός και μόνον ότι η εν λόγω διάταξη πλήττει πολύ περισσότερες γυναίκες εργαζόμενους παρά άνδρες εργαζομένους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207.
Ερώτημα 3: το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1612/68
85 Το τρίτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, όπως προκύπτει από αυτό, υποβάλλεται μόνο για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα απαντούσε αρνητικά στο πρώτο ερώτημα σχετικά με το αν το επίδομα ανατροφής αποτελεί οικογενειακή παροχή κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Εντούτοις, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, από τις προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, επειδή ο κανονισμός 1612/68 τυγχάνει γενικής εφαρμογής σε ζητήματα ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού μπορεί να εφαρμοστεί σε κοινωνικά πλεονεκτήματα που εμπίπτουν παράλληλα στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 (60). Κατά συνέπεια, παρ' όλον ότι προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει καταφατικά στο πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου θα δώσω απάντηση στο τρίτο ερώτημα το οποίο περιλαμβάνει τρία χωριστά ερωτήματα, που αφορούν - όπως και τα ερωτήματα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 - τόσο το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής όσο και το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
86 Ο κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, εκδόθηκε βάσει του άρθρου 49 της Συνθήκης ΕΚ, που επιβάλλει στο Συμβούλιο να λάβει, με οδηγίες ή κανονισμούς, τα αναγκαία μέτρα για να πραγματοποιηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 48. Όπως και το άρθρο αυτό, ο κανονισμός στο προοίμιό του αναφέρεται στην ανάγκη καταργήσεως κάθε διακρίσεως που βασίζεται στην ιθαγένεια μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας, καθώς και το δικαίωμα των εργαζομένων να διακινούνται ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας για να ασκήσουν μισθωτή δραστηριότητα (61). Το πρώτο μέρος του κανονισμού αφορά την απασχόληση και τις οικογένειες των εργαζομένων· ο τίτλος Ι του πρώτου μέρους έχει ως αντικείμενο την πρόσβαση στην απασχόληση, ο τίτλος ΙΙ την άσκηση της δραστηριότητας και την ισότητα μεταχειρίσεως και ο τίτλος ΙΙΙ τις οικογένειες των εργαζομένων.
Το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1612/68
87 Με το ερώτημα 3 α ερωτάται αν το επίδομα ανατροφής αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68. Όπως διευκρινίσθηκε ανωτέρω, στο σημείο 21, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, να απαντήσει στο ερώτημα αυτό όπως έχει διατυπωθεί, μπορεί όμως να παράσχει ενδείξεις στο εθνικό δικαστήριο για να το διευκολύνει να απαντήσει στο ερώτημα αυτό το ίδιο.
88 Το Δικαστήριο έχει ορίσει τα κοινωνικά και φορολογικά πλεονεκτήματα, που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, ως:
«όλα εκείνα τα οποία, ανεξαρτήτως του αν συνδέονται ή όχι με σύμβαση εργασίας, αναγνωρίζονται γενικά στους ημεδαπούς εργαζομένους, λόγω κυρίως της αντικειμενικής δραστηριότητάς τους ως εργαζομένων ή λόγω του ότι έχουν απλώς την κατοικία τους στο εθνικό έδαφος και που η επέκτασή τους στους εργαζομένους, υπηκόους άλλων κρατών μελών, εμφανίζεται, επομένως, ικανή να διευκολύνει την κινητικότητά τους στο εσωτερικό της Κοινότητας» (62).
89 Επομένως, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, καλύπτει τόσο διαφορετικά μεταξύ τους πλεονεκτήματα όπως είναι η πρόσβαση στις σιδηροδρομικές συγκοινωνίες με μειωμένη τιμή (63), ένα άτοκο δάνειο χορηγούμενο κατά τη γέννηση (64) και μία υποτροφία για σπουδές σε άλλο κράτος μέλος (65).
90 Υπό το φως της νομολογίας αυτής, μια παροχή όπως το επίδομα ανατροφής αποτελεί αναμφισβήτητα «κοινωνικό πλεονέκτημα» κατά την έννοια του κανονισμού 1612/68.
Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1612/68
91 Με το ερώτημα 3 β, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 7, παράγραφος 2, εφαρμόζεται όταν ο κατοικών σε άλλο κράτος μέλος μισθωτός είναι υπήκοος του κράτους στο οποίο εργάζεται.
92 Η Επιτροπή απαντά στο ερώτημα αυτό αναφερόμενη στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ, και ιδίως στην υπόθεση Werner (66). Στην υπόθεση αυτή, η οποία είχε επίσης ως αντικείμενο τη διαφορετική μεταχείριση (την άρνηση παροχής ορισμένων φορολογικών ελαφρύνσεων) που επεφύλαξε η Γερμανία σε Γερμανό υπήκοο που ασκούσε ανεξάρτητη δραστηριότητα στη Γερμανία αλλά διέμενε στις Κάτω Ξώρες, η απόφαση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία το άρθρο 52 δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να φορολογεί βαρύτερα όσους δεν διαμένουν σ' αυτό στηριζόταν στην έλλειψη οποιουδήποτε ενδοκοινοτικού στοιχείου: όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας Darmon, εφόσον ο Werner δεν έκανε χρήση των ελευθεριών που του παρείχαν τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΚ, δεν μπορούσε να επικαλείται στη χώρα καταγωγής του, όπου ήταν εγκατεστημένος, δικαιώματα πηγάζοντα από το κοινοτικό δίκαιο (67). Κατά συνέπεια, «η ελευθερία διακινήσεως που παρέχεται στους κοινοτικούς υπηκόους προϋποθέτει ότι η μετακίνηση γίνεται ενόψει ασκήσεως μιας οικονομικής δραστηριότητας» (68).
93 Μεγαλύτερη αναλογία με τις παρούσες υποθέσεις παρουσιάζει η υπόθεση Morson και Jhanjan (69), που αφορούσε το ζήτημα αν ένα πρόσωπο, που δεν είναι υπήκοος κράτους μέλους και είναι μέλος της οικογένειας Ολλανδού υπηκόου που εργάζεται στις Κάτω Ξώρες και ο οποίος το συντηρεί, μπορεί να επικαλεστεί έναντι των Κάτω Ξωρών το άρθρο 10 του κανονισμού 1612/68, που παρέχει στα μέλη της οικογένειας του «εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους», και ο οποίος τα συντηρεί, το δικαίωμα εγκαταστάσεως με τον εργαζόμενο αυτόν. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
«Οι σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων διατάξεις της Συνθήκης και η κανονιστική ρύθμιση που εθεσπίσθη για την εκτέλεσή τους δεν εφαρμόζονται σε καταστάσεις που δεν έχουν κανένα συνδετικό στοιχείο με οιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο» (70).
94 Είναι αλήθεια ότι η ίδια η διατύπωση του άρθρου 10 περιορίζει την εφαρμογή του στην περίπτωση του εργαζομένου υπηκόου ενός κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους, ενώ το άρθρο 7 δεν διευκρινίζει ρητώς αν θα πρέπει το ίδιο να εφαρμόζεται ομοίως μόνο στην περίπτωση κατά την οποία υπήκοος ενός κράτους μέλους απασχολείται σε άλλο κράτος μέλος. Θεωρώ εντούτοις ότι πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια αυτή, και το Δικαστήριο δέχθηκε οπωσδήποτε την αρχή αυτή ως αφετηρία σε πολλές υποθέσεις (71).
95 Το άρθρο 7, παράγραφος 2, ορίζει: «απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους». Ως υποκείμενο του ρήματος νοείται ο εργαζόμενος, η κατάσταση του οποίου περιγράφεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, σύμφωνα με το οποίο:
«Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.»
96 Σε κάθε μία από τις υπό κρίση υποθέσεις ο οικείος εργαζόμενος, δηλαδή ο σύζυγος της προσφεύγουσας, είναι υπήκοος του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου υφίσταται η μεταχείριση που υποστηρίζεται ότι συνιστά δυσμενή διάκριση. Δεν μπορεί συνεπώς να εφαρμοστεί το άρθρο 7, παράγραφος 2.
97 Η ερμηνεία αυτή είναι εξάλλου σύμφωνη τόσο προς το προοίμιο του κανονισμού όσο και προς την οικονομία του τίτλου ΙΙ. Ο τίτλος αυτός, που περιλαμβάνει τα άρθρα 8 και 9, επιγράφεται «άσκηση της απασχολήσεως και ισότης μεταχειρίσεως». Τα άρθρα 8 και 9 που αφορούν αντίστοιχα τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις και την πρόσβαση σε δικαιώματα και πλεονεκτήματα ως προς τη στέγη, αναφέρουν και τα δύο ότι εφαρμόζονται στον «εργαζόμενο υπήκοο κράτους μέλους που απασχολείται στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους».
98 Ούτε οι προσφεύγουσες ούτε οι σύζυγοί τους έχουν ασκήσει το δικαίωμά τους για ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της Κοινότητας και, συνεπώς, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, κανείς από αυτούς δεν μπορεί να επικαλεστεί τον κανονισμό 1612/68.
99 Είναι χρήσιμο να παρατηρηθεί ότι τόσο ο γενικός εισαγγελέας Darmon στην υπόθεση Werner (72), όσο και ο γενικός εισαγγελέας Lιger στην υπόθεση Asscher (73) θεωρούν ότι οι οδηγίες του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1990 (74), σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, που αναγνωρίζουν γενικό δικαίωμα διαμονής ανεξάρτητο από οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, θα έχουν ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση της εννοίας της ελεύθερης κυκλοφορίας, ελευθερώνοντάς την από την προϋπόθεση επιτεύξεως οικονομικού σκοπού. Μπορεί, συνεπώς, η συσταλτική ερμηνεία, που έδωσαν ορισμένες αποφάσεις στην έννοια αυτή, να μην είναι πλέον η αρμόζουσα.
100 Εντούτοις, εφόσον οι οδηγίες αυτές δεν επρόκειτο να τεθούν σε εφαρμογή πριν από τις 30 Ιουνίου 1992, δεν επηρεάζουν την εκτεθείσα αρχή στις υπό κρίση υποθέσεις, στις οποίες τα πραγματικά περιστατικά συνέβησαν το 1987 και το 1991 αντίστοιχα, όπως δεν επηρέασαν την αρχή αυτή και στις υποθέσεις Werner ή Asscher. Οι οδηγίες αυτές δεν μπορούν εξάλλου να επικρατούν της σαφούς διατυπώσεως του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68.
101 Δεδομένου ότι στο ερώτημα 3 β δόθηκε αρνητική απάντηση, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα 3 γ, που αφορά τα αποτελέσματα του άρθρου 7, παράγραφος 2, στην περίπτωση κατά την οποία αυτό θα είχε εφαρμογή.
Πρόταση
102 Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στις παρούσες υποθέσεις:
Στην υπόθεση C-245/84, Hoever:
«1) Παροχή που έχει τα χαρακτηριστικά του γερμανικού επιδόματος ανατροφής συνιστά οικογενειακή παροχή κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας.
2) α) Ο σύζυγος μισθωτού εργαζομένου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, του οποίου η οικογένεια κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να αξιώσει την καταβολή του επιδόματος ανατροφής βάσει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71.
β) Διάταξη εθνικής νομοθεσίας παρέχουσα σε όσους τελούν σε σχέση εργασίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και δεν κατοικούν σ' αυτήν το δικαίωμα να αξιώσουν επίδομα ανατροφής μόνον αν έχουν απασχόληση που συνεπάγεται σημαντικό ωράριο εργασίας δεν συνιστά διάκριση λόγω φύλου αντίθετη προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, ή προς το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
3) α) Παροχή έχουσα τα χαρακτηριστικά του γερμανικού επιδόματος ανατροφής αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
β) Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 δεν έχει εφαρμογή όταν ο κατοικών σε άλλο κράτος μέλος μισθωτός είναι υπήκοος του κράτους στο οποίο εργάζεται.»
Στην υπόθεση C-312/94, Zachow:
«1) Παροχή έχουσα τα χαρακτηριστικά του γερμανικού επιδόματος ανατροφής συνιστά οικογενειακή παροχή κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ηη, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας.
2) Ο σύζυγος μισθωτού εργαζομένου στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, του οποίου η οικογένεια κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να αξιώσει την καταβολή του επιδόματος ανατροφής βάσει του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71.
3) α) Παροχή έχουσα τα χαρακτηριστικά του γερμανικού επιδόματος ανατροφής αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
β) Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 δεν έχει εφαρμογή όταν ο κατοικών σε άλλο κράτος μέλος μισθωτός είναι υπήκοος του κράτους στο οποίο εργάζεται.»
(1) - Κανονισμός της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και συστηματοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), ο οποίος τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, ιδίως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (ΕΕ L 331, σ. 1).
(2) - Κανονισμός της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
(3) - Το άρθρο 1, στοιχείο καα, i, τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3096/95 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, που εξομοίωσε τα επιδόματα υιοθεσίας προς τα επιδόματα τοκετού (ΕΕ L 335, σ. 10).
(4) - Το παράρτημα ΙΙ δεν αναφέρει τέτοιου είδους επίδομα όσον αφορά τη Γερμανία.
(5) - Το παράρτημα VI, «Ειδικές περιπτώσεις εφαρμογής των νομοθεσιών ορισμένων κρατών μελών», δεν περιέχει διάταξη που να αφορά τις παρούσες υποθέσεις.
(6) - Οδηγία 76/207/ΕΟΚ, της 9ης Φεβρουαρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
(7) - Η διάταξη αυτή παραπέμπει στο άρθρο 8 του τίτλου IV του Sozialgesetzbuch (κώδικα κοινωνικής νομοθεσίας). Η παραπομπή αυτή προστέθηκε με τροποποίηση που έγινε το 1990· το προηγούμενο κείμενο, το οποίο αφορά μόνο την υπόθεση C-312/94, περιοριζόταν στην απαίτηση υπάρξεως μισθωτής δραστηριότητας στο έδαφος στο οποίο εφαρμόζεται ο νόμος, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις.
(8) - Υπόθεση C-16/96, εκκρεμής.
(9) - Το κείμενο του νόμου που αναφέρεται στο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στην υπόθεση C-312/94 διαφέρει από αυτό που αναφέρεται στην υπόθεση C-245/94. Η διαφορά αυτή δεν έχει σημασία για το υπό κρίση ζήτημα.
(10) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 20ής Ιουνίου 1991, C-356/89, Newton (Συλλογή 1991, σ. Ι-3017, σκέψη 10).
(11) - Βλ., ιδίως, την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx (Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψη 11).
(12) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. Ι-4839, σκέψη 15).
(13) - Η υπογράμμιση δική μου.
(14) - Η υπογράμμιση δική μου.
(15) - Προπαρατεθείσα στη υποσημείωση 8.
(16) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 12.
(17) - Σκέψεις 19 και 20 της αποφάσεως.
(18) - Σημείο 6 των προτάσεών του.
(19) - Σκέψη 22.
(20) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8.
(21) - Σκέψη 15 της αποφάσεως Hughes.
(22) - Σημείο 5 των προτάσεών του.
(23) - Βλ. την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, C-153/91, Petit (Συλλογή 1992, σ. Ι-4973), και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz, σημεία 16 έως 23.
(24) - Απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1981, 104/80, Beeck (Συλλογή 1981, σ. 503, σκέψη 7).
(25) - Απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1976, 40/76 (Συλλογή τόμος 1976, σ. 599, σκέψη 7).
(26) - Όπ.π.
(27) - Απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985, 94/84, Deak (Συλλογή 1985, σ. 1873).
(28) - Απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985, 157/84, Frascogna (Συλλογή 1985, σ. 1739).
(29) - Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 147/87, Zaoui (Συλλογή 1987, σ. 5511).
(30) - Αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1992, C-243/91, σ. Ι-4401), και της 27ης Μαου 1993, C-310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. Ι-3011).
(31) - Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-308/93 (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
(32) - Βλ. σκέψεις 26 έως 34 της αποφάσεως.
(33) - Βλ. τις αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-228/88, Bronzino (Συλλογή 1990, σ. Ι-531, σκέψη 12), και της 5ης Οκτωβρίου 1995, C-321/93, Martνnez (Συλλογή 1995, σ. Ι-2821, σκέψη 21).
(34) - Κανονισμός της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71· βλ. το κείμενο όπως τροποποιήθηκε και συστηματοποιήθηκε με τον κανονισμό 2001/83 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 1.
(35) - Οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
(36) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6.
(37) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1986, 35/85, Tissier (Συλλογή 1986, σ. 1207, σκέψη 9).
(38) - Βλ. την πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη.
(39) - Αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 151/84, Roberts (Συλλογή 1986, σ. 703, σκέψη 35)· 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 36), και 262/84, Beets-Proper (Συλλογή 1986, σ. 773, σκέψη 38).
(40) - Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 39.
(41) - Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1982, 19/81 (Συλλογή 1982, σ. 555).
(42) - Σκέψεις 13 έως 18 της αποφάσεως.
(43) - Βλ. τις αποφάσεις Roberts, σκέψη 37, Marshall, σκέψη 38, και Beets-Proper, σκέψη 40.
(44) - Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1987, 192/85 (Συλλογή 1987, σ. 4753).
(45) - Σκέψη 24 της αποφάσεως.
(46) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-63/91 και C-64/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-4737).
(47) - Σκέψεις 27 έως 30 της αποφάσεως.
(48) - Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1995, C-116/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-2131).
(49) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12· βλ., επίσης, ανωτέρω τα σημεία 31 και 32.
(50) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz, σημείο 59.
(51) - Δηλαδή λιγότερο από 15 ώρες εργασία την εβδομάδα (βλ. το άρθρο 8 του τίτλου IV του Sozialgesetzbuch).
(52) - Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1981, 96/80, Jenkins (Συλλογή 1981, σ. 911)· της 13ης Μαου 1986, 170/84, Bilka-Kaufhaus (Συλλογή 1986, σ. 1607)· της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kόhn (Συλλογή 1989, σ. 2743), και την πρόσφατη απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1996, C-457/93, Lewark (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
(53) - Το ίδιο επισημαίνει και ο γενικός εισαγγελέας Darmon στο σημείο 5 των προτάσεών του, για την έκδοση της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz (Συλλογή 1991, σ. Ι-297).
(54) - Απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1993, C-189/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-6185).
(55) - Το εθνικό δικαστήριο αναφέρει το ποσοστό 98,6 %, προφανώς για όλες τις αιτήσεις, δηλαδή αυτές που υποβάλλονται τόσο δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, όσο και δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 4.
(56) - Βλ., π.χ., την προπαρατεθείσα απόφαση Rinner-Kόhn, υποσημείωση 52, σκέψη 15.
(57) - Βλ. την απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993, C-328/91, Thomas κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. Ι-1247, σκέψη 13).
(58) - Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-444/93, Megner και Scheffel (Συλλογή 1995, σ. Ι-4741, σκέψη 29).
(59) - Απόφαση Megner και Scheffel και απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-317/93, Nolte (Συλλογή 1995, σ. Ι-4625).
(60) - Βλ. τις αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1993, C-111/91, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1993, σ. Ι-817, σκέψη 21), και της 27ης Μαου 1993, Schmid, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30, σκέψη 17.
(61) - Πρώτη αιτιολογική σκέψη.
(62) - Προπαρατεθείσα απόφαση Hoeckx στην υποσημείωση 11, σκέψη 20.
(63) - Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1975, 32/75, Cristini (Συλλογή τόμος 1975, σ. 313).
(64) - Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1982, 65/81, Reina (Συλλογή 1982, σ. 33).
(65) - Απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 235/87, Matteucci (Συλλογή 1988, σ. 5589).
(66) - Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-112/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-429).
(67) - Σημείο 44 των προτάσεών του.
(68) - Σημείο 30 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Darmon· η υπογράμμιση δική του.
(69) - Απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982, 35/82 και 36/82 (Συλλογή 1982, σ. 3723).
(70) - Σκέψεις 16 και 17 της αποφάσεως.
(71) - Βλ. τις αποφάσεις της 31ης Μαου 1979, 207/78, Even (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 19, σκέψη 22)· Deak, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27· της 17ης Απριλίου 1986, 59/85, Reed (Συλλογή 1986, σ. 1283)· της 18ης Ιουνίου 1987, 316/85, Lebon (Συλλογή 1987, σ. 2811, σκέψεις 10 και 11), και τελείως πρόσφατα την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-151/94, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1995, σ. Ι-3685, σκέψη 13).
(72) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 66.
(73) - Υπόθεση C-107/94, εκκρεμής· οι προτάσεις αναπτύχθηκαν στις 15 Φεβρουαρίου 1996.
(74) - Οδηγία 90/364/ΕΟΚ σχετικά με το δικαίωμα διαμονής, οδηγία 90/365/ΕΟΚ σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα, και οδηγία 90/366/ΕΟΚ σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 180, σ. 26, 28 και 30, αντίστοιχα). Η τελευταία ακυρώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουλίου 1992, C-295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. Ι-4193), και αντικαταστάθηκε με την οδηγία 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ L 317, σ. 59).
Full & Egal Universal Law Academy