ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 17ης Οκτωβρίου 1995 ( *1 )
1.
Με την παρούσα προσφυγή η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΚ) 1641/94 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 1994 ( 1 ), για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο ( 2 ).
2.
Στην αιτιολογική έκθεση του προσβαλλόμενου κανονισμού (στο εξής: κανονισμός) αναφέρεται ότι σκοπός του είναι «να προσδιοριστεί το εύρος» της δασμολογικής διακρίσεως 23031019«με αντικατάσταση της συμπληρωματικής σημείωσης 1 του κεφαλαίου 23 [της συνδυασμένης ονοματολογίας που αποτελεί το παράρτημα του κανονισμού 2658/87] από τη σημείωση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού», η οποία έχει προφανώς διαφορετική διατύπωση.
3.
Οι δύο αυτές σημειώσεις είναι κρίσιμες για τη δασμολογική κατάταξη ενός προϊόντος που αποκαλείται «ζωοτροφή από γλουτένη αραβοσίτου» («corn gluten feed»), η μαζική παραγωγή του οποίου στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η συνακόλουθη εισαγωγή του στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα χωρίς καταβολή δασμών δημιουργούν ανησυχίες στη Γαλλική Κυβέρνηση αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση αυτή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
4.
Ένα κατά τα φαινόμενα τεχνικό πρόβλημα δηλαδή — όπως είναι η διατύπωση μιας απλής σημειώσεως που προορίζεται να συμπληρώσει ορισμένη δασμολογική διάκριση — υποκρύπτει στην πραγματικότητα ένα λεπτό εμπορικό πρόβλημα, το οποίο έχει αναμφισβήτητα οικονομικές επιπτώσεις και αποτέλεσε το αντικείμενο δυσχερών διαπραγματεύσεων μεταξύ της Επιτροπής και της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Τόσο η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων όσο και η τελική λύση στην οποία κατέληξαν οι διαπραγματεύσεις αυτές αποτέλεσαν την αφορμή διαφόρων παρεμβάσεων βουλευτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ( 3 ) και διαφόρων αντιδράσεων των ενδιαφερομένων οικονομικών κύκλων.
5.
Εν συνόψει, οι διάδικοι διαφωνούν σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη του προϊόντος: η Επιτροπή, εκδίδοντας τον προσβαλλόμενο κανονισμό, το κατατάσσει στην κλάση 2303 (κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού), ενώ αντίθετα η Γαλλική Κυβέρνηση το κατατάσσει στην κλάση 2309 (παρασκευάσματα που χρησιμοποιούνται για τη διατροφή των ζώων). Στην πολεμική αυτή θα μπορούσε ευχερώς να δοθεί λύση υπέρ της απόψεως της Επιτροπής, αν γινόταν δεκτό ότι ο κανονισμός είναι έγκυρος, αφού ο κανονισμός αυτός επιτρέπει, τροποποιώντας τη συμπληρωματική σημείωση, τη χωρίς δυσκολίες υπαγωγή του corn gluten feed στην κλάση 2303.
6.
Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα κυβέρνηση κατά του κανονισμού είναι οι εξής:
α)
Ο κανονισμός μεταβάλλει τη δασμολογική κατάταξη ορισμένου εμπορεύματος.
β)
Η Επιτροπή, εκδίδοντας τον κανονισμό, υπερέβη τα όρια της αρμοδιότητάς της να ερμηνεύει τη συνδυασμένη ονοματολογία, καθόσον προέβη σε πραγματική τροποποίηση της δασμολογικής κατατάξεως, πράγμα που δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές της.
γ)
Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή παρέβη τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Κοινότητα με τη Διεθνή Σύμβαση για το Εναρμονισμένο Σύστημα Ονοματολογίας και Κωδικοποιήσεως των Εμπορευμάτων (Σύμβαση των Βρυξελλών της 14ης Ιουνίου 1983).
δ)
Ο κανονισμός εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου, που συνίσταται στην έλλειψη αιτιολογίας.
ε)
Τέλος, ο κανονισμός εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας.
Κανονιστικό πλαίσιο
7.
Η κατάταξη των εμπορευμάτων στο πλαίσιο του Κοινού Δασμολογίου και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινοτικής στατιστικής περιλαμβάνει την προαναφερθείσα «Συνδυασμένη Ονοματολογία», όπως εκτίθεται στον προπαρατεθέντα κανονισμό 2658/87. Αντικείμενο της παρούσας προσφυγής ακυρώσεως αποτελεί ακριβώς μία από τις επανειλημμένες τροποποιήσεις που έχει υποστεί ο κανονισμός αυτός.
8.
Το κεφάλαιο 23 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, εντός του οποίου, όπως συμφωνούν αμφότεροι οι διάδικοι, περιορίζεται η διαφορά, περιλαμβάνει τα «υπολείμματα και απορρίμματα των βιομηχανιών ειδών διατροφής τροφές παρασκευασμένες για ζώα». Οι περαιτέρω κρίσιμες κλάσεις και διακρίσεις έχουν ως εξής:
2303
Κατάλοιπα αμυλοποιίας και παρόμοια κατάλοιπα, πολτοί τεύτλων, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου και άλλα απορρίμματα ζαχαροποιίας, υπολείμματα και απορρίμματα ζυθοποιίας ή οινοπνευματοποιίας, έστω και συσσωματωμένα με μορφή σβόλων:
2303 10
— Κατάλοιπα αμυλοποιίας και παρόμοια κατάλοιπα:
— — Κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού (με εξαίρεση τα συμπυκνωμένα νερά μουσκέματος), περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες, που μετριέται σε ξερή ύλη:
2303 10 11
— — — Ανώτερης του 40 % κατά βάρος
2303 10 19
— — — Κατώτερης ή ίσης του 40 % κατά βάρος
2309
Παρασκευάσματα των τύπων που χρησιμοποιούνται για τη διατροφή των ζώων.
9.
Τις διακρίσεις 23031011 και 23031019 (η μόνη διαφορά των οποίων συνίσταται, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, στην περιεκτικότητα των προϊόντων σε πρωτεΐνες) αφορούσε μια προηγούμενη συμπληρωματική σημείωση, σύμφωνα με την οποία οι διακρίσεις αυτές θα κάλυπταν
«(...) μόνον τα κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού, με εξαίρεση τα μίγματα των καταλοίπων της αμυλοποιίας του καλαμποκιού με προϊόντα που προέρχονται από άλλα φυτά ή προέρχονται από το καλαμπόκι με διαδικασία άλλη από αυτή της παρασκευής του αμύλου με υγρή μέθοδο».
10.
Η πρώτη τροποποίηση της εν λόγω συμπληρωματικής σημειώσεως επήλθε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3492/91 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1991 ( 4 ), ο οποίος τη διαμόρφωσε ως εξής (με πλάγια στοιχεία οι προσθήκες):
«Ταξινομούνται στις διακρίσεις 23031011 και 23031019 μόνον τα κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού, με εξαίρεση τα μίγματα των καταλοίπων της αμυλοποιίας του καλαμποκιού με προϊόντα που προέρχονται από άλλα φυτά ή προέρχονται από το καλαμπόκι με διαδικασία άλλη από αυτή της παρασκευής του αμύλου με υγρή μέθοδο. Ωστόσο, τα προϊόντα αυτά μπορούν να περιέχουν κατάλοιπα από την εξαγωγή λαδιού φύτρων καλαμποκιού που λαμβάνονται με υγρή μέθοδο.
Η περιεκτικότητά τους σε άμυλο πρέπει να είναι κατώτερη ή ίση με 28 % κατά βάρος σε ξερή ύλη, σύμφωνα με τη μέθοδο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, συμπληρωματική σημείωση αριθ. 1, της οδηγίας 7211991ΕΟΚ της Επιτροπής ( 5 ), και η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες πρέπει να είναι κατώτερη ή ίση με 4,5 % κατά βάρος σε ξερή ύλη, σύμφωνα με τη μέθοδο Α η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 84/4/ΕΟ Κ της Επιτροπής ( 6 ).»
11.
Η δεύτερη τροποποίηση της συμπληρωματικής σημειώσεως — η οποία προσβάλλεται στην παρούσα υπόθεση — προσθέτει στο κείμενο του 1991 μια νέα και σημαντική διευκρίνιση, η οποία έχει ως εξής (με πλάγια στοιχεία οι προσθήκες):
«Η συμπληρωματική σημείωση 1 του κεφαλαίου 23 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που επισυνάπτεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87, αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
“1.
Κατατάσσονται στη διάκριση 23031019 μόνον τα κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού, με εξαίρεση τα μίγματα καταλοίπων της αμυλοποιίας του καλαμποκιού με προϊόντα που προέρχονται από άλλα φυτά ή προέρχονται από το καλαμπόκι με διαδικασία άλλη από αυτή της παρασκευής του αμύλου με υγρή μέθοδο.
Ωστόσο, τα κατάλοιπα αυτά μπορούν να περιέχουν κατάλοιπα από την εξαγωγή λαδιού φύτρων καλαμποκιού που λαμβάνονται με υγρή μέθοδο, κατάλοιπα από το κοσκίνισμα του καλαμποκιού που χρησιμοποιείται κατά τη διαδικασία με υγρή μέθοδο με περιεκτικότητα κατά βάρος η οποία δεν υπερβαίνει το 15 %, καθώς και κατάλοιπα του νερού με το οποίο εμποτίζεται το καλαμπόκι κατά την υγρή μέθοδο, περιλαμβανομένων και εκείνων που προέρχονται από νερό μουσκέματος του καλαμποκιού το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή οινοπνεύματος ή άλλων προϊόντων παραγώγων του αμύλου.
Η περιεκτικότητά τους σε άμυλο πρέπει να είναι κατώτερη ή ίση του 28 % κατά βάρος σε ξερή ύλη, σύμφωνα με τη μέθοδο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, τίτλος 1, της οδηγίας 72/199/ΕΟΚ της Επιτροπής, και η περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες πρέπει να είναι κατώτερη ή ίση του 4,5 % κατά βάρος σε ξερή ύλη, σύμφωνα με τη μέθοδο Α η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 84/4/ΕΟΚ της Επιτροπής.”»
12.
Με άλλα λόγια, από την 1η Ιουλίου 1994 προστίθενται στη διάκριση 23031019 — κατά τη συμπληρωματική σημείωση που περιέχει ο κανονισμός — και κατατάσσονται συνεπώς ως είδος καταλοίπων της αμυλοποιίας:
α)
τα κατάλοιπα από το κοσκίνισμα του καλαμποκιού που χρησιμοποιείται κατά τη διαδικασία με υγρή μέθοδο, εφόσον η ανώτατη περιεκτικότητα κατά βάρος δεν υπερβαίνει το 15 %,
β)
τα κατάλοιπα του νερού με το οποίο εμποτίζεται το καλαμπόκι κατά την υγρή μέθοδο, περιλαμβανομένων και εκείνων «που προέρχονται από νερό μουσκέματος του καλαμποκιού το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή οινοπνεύματος ή άλλων προϊόντων παραγώγων του αμύλου».
13.
Αν το περιεχόμενο της νέας συμπληρωματικής σημειώσεως είναι νομικά άψογο, τότε η διάκριση 23031019 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας έχει εφαρμογή επί του corn gluten feed αν όχι, το προϊόν αυτό θα πρέπει να κατατάσσεται στην κλάση 2309, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα κυβέρνηση.
14.
Οι συνέπειες της επιλογής μιας από τις ανωτέρω δύο λύσεις αφορούν τους δασμούς: αν γινόταν δεκτή η γαλλική άποψη, η εισαγωγή του επίμαχου προϊόντος θα επιβαρυνόταν με δασμούς, οι οποίοι, αντίθετα, δεν θα επιβάλλονταν, αν το εν λόγω προϊόν υπαγόταν στο δασμολογικό καθεστώς που υποστηρίζει η Επιτροπή.
15.
Το αίτημα ακυρώσεως που υποβάλλει η Γαλλική Κυβέρνηση αφορά μόνο τα νέα στοιχεία που ενσωματώνει στη συμπληρωματική σημείωση ο προσβαλλόμενος κανονισμός, δηλαδή την προσθήκη των καταλοίπων από το κοσκίνισμα του καλαμποκιού και των καταλοίπων που προέρχονται από το νερό μουσκέματος του καλαμποκιού, καταλοίπων που περιγρά-φηκαν ανωτέρω. Συνεπώς, δεν αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς το περιεχόμενο που προσέδωσε στη συμπληρωματική σημείωση ο προπαρατεθείς κανονισμός 3492/91 ( 7 ).
Επί της ελλείψεως αιτιολογίας του κανονισμού 1641/94
16.
Μολονότι δεν προβλήθηκε ως πρώτος λόγος ακυρώσεως, ο ισχυρισμός περί ελλείψεως αιτιολογίας του προσβαλλόμενου κανονισμού πρέπει να εξετασθεί κατά προτεραιότητα, όπως πρέπει να γίνεται με κάθε ισχυρισμό με τον οποίο προβάλλεται η παράβαση ουσιώδους τύπου σε σχέση με κανονιστική πράξη.
17.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των κοινοτικών κανονιστικών πράξεων προβλέπεται από τη Συνθήκη και η μη εκπλήρωση της αποτελεί αναμφισβήτητα παράβαση των ουσιωδών τύπων που προβλέπονται κατά τη διαδικασία εκπονήσεως των πράξεων. Το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι «οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις του Συμβουλίου ή της Επιτροπής πρέπει να αιτιολογούνται και να αναφέρονται στις προτάσεις ή γνώμες που απαιτούνται κατά την παρούσα Συνθήκη».
18.
Η υποχρέωση αυτή, η οποία προβλεπόταν ανέκαθεν στο κοινοτικό δίκαιο, έχει αποκτήσει νέα και μεγαλύτερη σημασία μετά τη σύναψη της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση ( 8 ), αφού, σύμφωνα με τη δήλωση υπ' αριθ. 17 που έχει προσαρτηθεί στην τελική πράξη της Συνθήκης αυτής, «η διαφάνεια της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων ενισχύει τη δημοκρατικότητα των οργάνων καθώς και την εμπιστοσύνη του κοινού προς τον διοικητικό μηχανισμό».
19.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, για να μπορούν οι πολίτες να συνειδητοποιούν τη διαφάνεια κατά την έκδοση των κοινοτικών κανονιστικών πράξεων, πρέπει στις πράξεις αυτές να ενσωματώνεται οπωσδήποτε — με πλήρη σαφήνεια και χωρίς απόκρυψη κανενός από τα στοιχεία στα οποία προσδόθηκε αποφασιστική σημασία κατά τη νομοθετική διαδικασία — επαρκής αιτιολογία.
20.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι κατά τα φαινόμενα αιτιολογημένος, αφού στο προοίμιό του παρατίθεται μια σειρά επεξηγηματικών λόγων. Συγκεκριμένα, αναφέρονται τα εξής:
«Εκτιμώντας ότι, για να εξασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με την κατάταξη των καταλοίπων αμυλοποιίας του καλαμποκιού
ότι ο κωδικός ΣΟ 23031019 περιλαμβάνει μόνον τα κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού, με εξαίρεση τα μίγματα των καταλοίπων της αμυλοποιίας του καλαμποκιού με προϊόντα που προέρχονται από άλλα φυτά ή προέρχονται από καλαμπόκι με διαδικασία διαφορετική από τη διαδικασία της παρασκευής του αμύλου με υγρή μέθοδο
ότι, ωστόσο, τα κατάλοιπα αυτά μπορούν να περιέχουν κατάλοιπα εξαγωγής λαδιού από φύτρα καλαμποκιού που λαμβάνονται με υγρή μέθοδο, κατάλοιπα από το κοσκίνισμα του καλαμποκιού που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία με υγρή μέθοδο με περιεκτικότητα κατά βάρος η οποία δεν υπερβαίνει το 15 %, καθώς και κατάλοιπα του νερού με το οποίο εμποτίζεται το καλαμπόκι κατά την υγρή μέθοδο, περιλαμβανομένων και εκείνων που προέρχονται από νερό μουσκέματος του καλαμποκιού το οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή οινοπνεύματος ή άλλων προϊόντων παραγώγων του αμύλου
ότι τα κατάλοιπα από τη λήψη με υγρή μέθοδο του αμύλου από το καλαμπόκι παρουσιάζουν περιεκτικότητα σε άμυλο η οποία πρέπει να είναι κατώτερη ή ίση του 28 % κατά βάρος σε ξερή ύλη, σύμφωνα με την μέθοδο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, τίτλος 1, της οδηγίας 72/199/ΕΟΚ της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 93/28/ΕΟΚ, και περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες η οποία πρέπει να είναι κατώτερη ή ίση του 4,5 % σε ξερή ύλη, σύμφωνα με τη μέθοδο Α η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 84/4/ΕΟΚ της Επιτροπής
ότι πρέπει να προσδιοριστεί το εύρος της προαναφερθείσας διάκρισης με αντικατάσταση της συμπληρωματικής σημείωσης 1 του κεφαλαίου 23 από τη σημείωση που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού
ότι η Επιτροπή Τελωνειακού Κώδικα — Τμήμα Δασμολογικής και Στατιστικής Ονοματολογίας δεν διατύπωσε γνώμη στην προθεσμία που όρισε ο πρόεδρος της.»
21.
Εντούτοις, από μια απλή ανάγνωση του προοιμίου αυτού προκύπτει ότι το προοίμιο στην ουσία περιορίζεται σε κατά γράμμα επανάληψη είτε του κειμένου των προηγουμένων διατάξεων είτε του κειμένου που περιέχεται στη συνέχεια στο διατακτικό του κανονισμού. Αν εξαιρεθεί η αναφορά στη μη διατύπωση γνώμης της Επιτροπής Τελωνειακού Κώδικα (η παράλειψη αυτή είναι σημαντική και θα την αναλύσω στη συνέχεια) ( 9 ), δεν παρατίθεται κανένας λόγος που να δικαιολογεί τη νέα διατύπωση της συμπληρωματικής σημειώσεως.
22.
Αν ως «αιτιολογία» νοείται η παράθεση στο προοίμιο μιας πράξεως των πραγματικών λόγων που οδήγησαν το κοινοτικό όργανο στην έκδοση της, ο κανονισμός δεν είναι αιτιολογημένος. Αντίθετα (για να χρησιμοποιήσω άλλη διατύπωση), σιωπά επί της πραγματικής αιτιολογίας του.
23.
Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από τις λεπτομέρειες που εκθέτει η Γαλλική Κυβέρνηση στο δικόγραφο της προσφυγής της σχετικά με την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν μεταξύ της Επιτροπής και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και σχετικά με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων αυτών. Εξάλλου, οι λεπτομέρειες αυτές προκύπτουν επίσης από άλλα μεταγενέστερα κανονιστικά κείμενα της ίδιας της Επιτροπής, με τα οποία η Επιτροπή αποκαλύπτει παραδόξως ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε η νέα διατύπωση.
24.
Ομοίως, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, με το οποίο αναφέρθηκε στην ανάγκη εκδόσεως του κανονισμού προς αποφυγή εμπορικού πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, εκθέτουν εκ των υστέρων τους πραγματικούς λόγους στους οποίους οφείλεται η ύπαρξη του κανονισμού και οι οποίοι όμως δεν παρατίθενται στο προοίμιό του.
25.
Η σύγκρουση των συμφερόντων μεταξύ των δύο διαπραγματευόμενων μερών διήρκεσε επί έτη. Μια προκαταρκτική συμφωνία, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 15 Οκτωβρίου 1991 από εκπροσώπους της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 10 ), είχε ως αποτέλεσμα την εξετασθείσα ήδη τροποποίηση της επεξηγηματικής σημειώσεως και την έκδοση του προαναφερθέντος κανονισμού 3492/91, ο οποίος ενσωμάτωσε στη διάκριση 23031019 τα κατάλοιπα από την εξαγωγή λαδιού φύτρων καλαμποκιού που λαμβάνονται με υγρή μέθοδο ( 11 ).
26.
Σύμφωνα με την επίσημη απάντηση που έδωσε με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 1993 η Επιτροπή στο γαλλικό Υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας ( 12 ), οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν και κατέληξαν ως εξής:
«(...) η Επιτροπή και η Αμερικανική Κυβέρνηση συνομολόγησαν τον Νοέμβριο του παρελθόντος έτους [1992] συμφωνία για τη διασαφήνιση της παραχωρήσεως που έχει χορηγηθεί στο πλαίσιο της ΓΣΔΕ (GATT) σχετικά με τα κατάλοιπα από την εξαγωγή γλουτένης καλαμποκιού που χρησιμοποιούνται για ζωοτροφές (com gluten feed). To κείμενο της συμφωνίας αυτής επισυνήφθη ως παράρτημα στα έγγραφα που αντάλλαξαν στις 23 Νοεμβρίου και στις 4 Δεκεμβρίου 1992 ο πρέσβυς Hills και ο αντιπρόεδρος Andriessen. Η έγκριση της ανωτέρω συμφωνίας θα πρέπει να συνοδευθεί από τις αναγκαίες προσαρμογές της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας σύμφωνα με τις προβλεπόμενες προς τούτο διαδικασίες.»
27.
Είναι συνεπώς προφανές ότι ο κανονισμός αποτελεί μέτρο εκτελέσεως μιας «συμφωνίας» ή ενός «συμφώνου» που υπέγραψαν προηγουμένως η Επιτροπή και μια τρίτη χώρα, πράγμα που αποτελεί κρίσιμο και αποφασιστικό στοιχείο για την ύπαρξη του κανονισμού αυτού και το οποίο όμως δεν αναφέρεται καθόλου στο προοίμιο του.
28.
Ο λόγος για τη θέσπιση της νέας ρυθμίσεως διασαφηνίστηκε επαρκώς πολλούς μήνες αργότερα, στο προοίμιο μιας μεταγενέστερης πράξεως, του κανονισμού (ΕΚ) 2019/94 της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 1994, για τις εισαγωγές υπολειμμάτων της βιομηχανίας αμύλου από αραβόσιτο από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ( 13 ):
«(...) Εκτιμώντας ότι στο πλαίσιο της GATT η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έχουν συμφωνήσει να διευκρινίσουν τον δασμολογικό ορισμό των υπολειμμάτων της βιομηχανίας αμύλου από αραβόσιτο».
29.
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, νομίζω ότι είναι πρόδηλο ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί ουσιαστικά απόρροια μιας «συμφωνίας» μεταξύ της Επιτροπής και τρίτου κράτους σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη ορισμένου προϊόντος. Αυτή η ουσιαστική βάση δεν συγκεκριμενοποιείται όμως στο προοίμιο του κανονισμού, στην «αιτιολογία» του οποίου δεν παρατίθεται όχι μόνο αυτό το αποφασιστικό στοιχείο, αλλά και κανένα άλλο στοιχείο που θα μπορούσε να καταστήσει σαφείς στους αποδέκτες του κανονισμού τους πραγματικούς ουσιαστικούς λόγους στους οποίους οφειλόταν η τροποποίηση της συμπληρωματικής σημειώσεως.
30.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η έλλειψη πραγματικής αιτιολογίας της κανονιστικής πράξεως έχει διττό χαρακτήρα:
α)
η έλλειψη αυτή υφίσταται επειδή οι λόγοι που παρατίθενται στο προοίμιο του κανονισμού δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η επανάληψη του κανονιστικού περιεχομένου των διατάξεων του και δεν παρέχουν συμπληρωματικά κριτήρια που να διευκολύνουν την κατανόηση του,
β)
η έλλειψη αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι στο προοίμιο δεν περιέχεται χαρακτηριστικά καμία αναφορά στο κρίσιμο στοιχείο που αιτιολογεί την έκδοση του κανονισμού και αποκρύπτονται από τους αποδέκτες του αφενός το γεγονός ότι αποτελεί απόρροια συμβάσεως και αφετέρου οι επιδιωκόμενοι σκοποί και τα στάδια της διαδικασίας διαμορφώσεως της κοινοτικής βουλήσεως, στην οποία παρενέβη αποφασιστικά μια τρίτη χώρα.
31.
Η συνέπεια αυτής της πρώτης τυπικής πλημμέλειας πρέπει να είναι, κατά την άποψη μου, η ακύρωση του κανόνα δικαίου τον οποίο αφορά η πλημμέλεια. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απαιτούμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένης προς τη φύση της οικείας πράξεως και να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική του οργάνου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη πράξη ( 14 ). Τίποτα από αυτά δεν συμβαίνει εν προκειμένω, καθόσον η κατά τα φαινόμενα αιτιολογία του κανονισμού αποσιωπά ακριβώς αυτά που έπρεπε να εκφράζει: κατά συνέπεια, δεν πρόκειται για απλό σφάλμα ή τυχαία πλημμέλεια, ήσσονος σημασίας, η οποία δεν θα αρκούσε καθ' εαυτή για να επισύρει μια τόσο σοβαρή έννομη συνέπεια όπως είναι η ακυρότητα της διατάξεως.
32.
Είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να απαιτείται να διευκρινίζονται λεπτομερώς στην αιτιολογία μιας πράξεως — πολύ δε περισσότερο στην περίπτωση των κανονισμών — τα διάφορα πραγματικά και νομικά στοιχεία, που είναι ενίοτε πολυάριθμα και πολύπλοκα, εφόσον η εν λόγω πράξη εντάσσεται στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος. Λογικά όμως, στην αιτιολογία μιας κανονιστικής πράξεως πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρεται το κρισιμότερο τουλάχιστον στοιχείο απ' όσα ελήφθησαν υπόψη για τη θέσπιση τους. Στην προκειμένη περίπτωση παρελείφθη να αναφερθεί το κρισιμότερο ακριβώς στοιχείο, πράγμα που συνιστά παράβαση των ελάχιστων υποχρεώσεων διαφάνειας που πρέπει να τηρούνται καθ' όλη τη διαδικασία εκπονήσεως και δημοσιεύσεως των κοινοτικών κανονιστικών πράξεων.
33.
Εφόσον η παράλειψη αιτιολογήσεως συνιστά στην προκειμένη περίπτωση «παράβαση ουσιώδους τύπου», η οποία, κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 173 της Συνθήκης, θεμελιώνει προσφυγή ακυρώσεως, είναι προφανές ότι το έννομο αποτέλεσμά της είναι η ακύρωση. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο πρέπει να «κηρύξει άκυρο» τον προσβαλλόμενο κανονισμό, σύμφωνα με το άρθρο 174 της Συνθήκης.
Επί της αρμοδιότητας της Επιτροπής να εκδώσει τον κανονισμό
34.
Αν ο κανονισμός περιοριζόταν απλώς σε ερμηνευτική διασαφήνιση ορισμένης δασμολογικής κλάσεως ή διακρίσεως, δεν θα μπορούσε να προβληθεί καμία αντίρρηση, αφού η Επιτροπή έχει την προς τούτο εξουσία, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο α', του προπαρατε-θέντος κανονισμού 2658/87.
35.
Η διάταξη αυτή παρέχει συγκεκριμένα στην Επιτροπή την ευχέρεια να θεσπίζει, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 10, μέτρα σχετικά με την εφαρμογή της συνδυασμένης ονοματολογίας, και ιδίως όσον αφορά «την κατάταξη των εμπορευμάτων» (πρώτη περίπτωση) και «τις επεξηγηματικές σημειώσεις» (δεύτερη περίπτωση).
36.
Αν, αντίθετα, ο προσβαλλόμενος κανονισμός προϋπέθετε την τροποποίηση της συνδυασμένης ονοματολογίας, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει προς τούτο τον μηχανισμό των «επεξηγηματικών σημειώσεων» (ούτε τον μηχανισμό των κανονισμών περί δασμολογικής κατατάξεως), αφού ο μόνος σκοπός των σημειώσεων αυτών — και, γενικότερα, των εκτελεστικών μέτρων — είναι η διασαφήνιση του περιεχομένου των κλάσεων ή διακρίσεων του Κοινού Δασμολογίου, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα τροποποιήσεως του κειμένου τους ( 15 ).
37.
Την αρμοδιότητα να θεσπίζει (και συνεπώς να τροποποιεί) τη δασμολογική ονοματολογία έχει καταρχήν το Συμβούλιο. Τούτο έχει αναγνωρισθεί ρητά με την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Επιτροπή κατά Συμβουλίου ( 16 ):
«(...) Επιβάλλεται πάντως η διαπίστωση ότι η θέσπιση δασμολογικής ονοματολογίας είναι απαραίτητη για την εφαρμογή των δασμών. Πράγματι, χωρίς σύστημα κατατάξεως των εμπορευμάτων, θα ήταν αδύνατη η υπαγωγή τους σε καθορισμένες δασμολογικές κλάσεις. Από αυτό έπεται ότι η αρμοδιότητα που έχει απονεμηθεί στο Συμβούλιο για την τροποποίηση δασμολογικών συντελεστών σημαίνει κατ' ανάγκη, ελλείψει ρητής διατάξεως της Συνθήκης, και την αρμοδιότητα θεσπίσεως και τροποποιήσεως της ονοματολογίας που αφορά την εφαρμογή του Κοινού Δασμολογίου.
Από τη διαπίστωση αυτή προκύπτει ότι το Συμβούλιο έχει γενική αρμοδιότητα σε δασμολογικά θέματα, η οποία, ως τοιαύτη, στηρίζεται τόσο στο άρθρο 28, όσο και στο άρθρο 113 της Συνθήκης, καθόσον είναι ανεξάρτητη από το ζήτημα αν η μεταβολή των δασμών του ΚΔ πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο αυτόνομο (άρθρο 28) ή στο πλαίσιο δασμολογικών συμφωνιών ή άλλων μέτρων κοινής εμπορικής πολιτικής (άρθρο 113).»
38.
Η Επιτροπή μπορεί βέβαια να παρεμβαίνει και η ίδια (υπό την προϋπόθεση τηρήσεως ορισμένων διαδικαστικών προϋποθέσεων) ( 17 ) στην εφαρμογή και την ερμηνεία της συνδυασμένης ονοματολογίας, εκδίδοντας κανονισμούς περί δασμολογικής κατατάξεως ή επεξηγηματικές σημειώσεις. Η αρμοδιότητά της όμως αυτή έχει ορισμένα όρια, επί των οποίων έχει αποφανθεί επανειλημμένα το Δικαστήριο.
39.
Συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 1990, Visman Nederland ( 18 ), και της 13ης Δεκεμβρίου 1994, GoldStar Europe ( 19 ), έγινε δεκτό ότι οι αρμοδιότητες που έχει παράσχει το Συμβούλιο στην Επιτροπή, όταν αυτή ενεργεί σε συνεργασία με τους τελωνειακούς εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, έχουν ως συνέπεια ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, προκειμένου να διευκρινίζει το περιεχόμενο των δασμολογικών κλάσεων που λαμβάνονται υπόψη για την κατάταξη συγκεκριμένου εμπορεύματος, υπό τη μοναδική επιφύλαξη ότι οι διατάξεις που θεσπίζει η Επιτροπή δεν πρέπει να τροποποιούν το κείμενο του δασμολογίου.
40.
Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι υπόλοιπες αρμοδιότητες που έχει η Επιτροπή, κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 2658/87, προκειμένου να παρεμβαίνει, υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ( 20 ), στη νομοθετική διαδικασία της τροποποιήσεως της ίδιας της ονοματολογίας.
41.
Οι νομοθετικές αρμοδιότητες αυτές όμως δεν πρέπει να συγχέονται με την αρμοδιότητα απλής «εφαρμογής», στην οποία αναφέρεται το στοιχείο α' της παραγράφου 1 του προαναφερθέντος άρθρου 9. Η αρμοδιότητα αυτή, την οποία άσκησε η Επιτροπή στην προκειμένη υπόθεση, δεν της επιτρέπει σε καμία περίπτωση να τροποποιεί ή να αλλοιώνει, άμεσα ή έμμεσα, το κείμενο της ονοματολογίας.
42.
Όπως θα εκθέσω στη συνέχεια, το νέο στοιχείο που προστέθηκε με τον κανονισμό σε σχέση με τη συμπληρωματική σημείωση που αφορά τη διάκριση 23031019 δεν ήταν μόνο η διασαφήνιση προϋπάρχοντος ορισμού, χωρίς αλλοίωση των ουσιωδών χαρακτηριστικών του, οπότε δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ότι η Επιτροπή ήταν αρμόδια προς τούτο. Αντίθετα, η Επιτροπή, υπό το προκάλυμμα της ερμηνείας, προέβη στην πραγματικότητα σε τροποποίηση της συνδυασμένης ονοματολογίας, αλλοιώνοντας το Κοινό Δασμολόγιο και μεταβάλλοντας συνεπώς τους δασμούς που προβλέπονται για συγκεκριμένο προϊόν.
43.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ενήργησε χωρίς να είναι αρμόδια, η δε έννομη συνέπεια της αναρμοδιότητας αυτής είναι η ακύρωση του εν λόγω κανονισμού, αφού οι αρμοδιότητες που της έχει παράσχει το Συμβούλιο για τη διασαφήνιση του περιεχομένου των δασμολογικών κλάσεων ή διακρίσεως δεν της απονέμουν την αρμοδιότητα τροποποιήσεως των κλάσεων ή διακρίσεων αυτών. Προκειμένου να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό, πρέπει λογικά να αποδειχθεί μέχρι ποιο βαθμό ο κανονισμός τροποποίησε το περιεχόμενο της δασμολογικής διακρίσεως.
Επί της τροποποιήσεως που επέφερε ο κανονισμός στη δασμολογική κατάταξη συγκεκριμένου εμπορεύματος
44.
Η «τεχνικής φύσεως διασαφήνιση» μιας διακρίσεως, όπως χαρακτηρίζει η Επιτροπή τη σημείωση της, πρέπει να περιορίζεται στη διευκρίνιση όσων περιέχονται ήδη εμμέσως στην περιγραφή της διακρίσεως αυτής ή στη συναγωγή ερμηνευτικών συμπερασμάτων από την εν λόγω περιγραφή, ανάλογα με τις ερμηνευτικές μεθόδους που προσιδιάζουν στην εφαρμοζόμενη συλλογιστική. Η Επιτροπή πρέπει προς τούτο να διαβουλεύεται με την Επιτροπή Ονοματολογίας, η οποία οφείλει να εκδίδει γνώμη επί των προβλημάτων που ενδέχεται να ανακύπτουν.
45.
Η Γαλλική Κυβέρνηση περιέγραψε λεπτομερέστατα, με το δικόγραφο της προσφυγής της, τις διάφορες φάσεις της διαδικασίας παραγωγής αμύλου με υγρή μέθοδο από το ακατέργαστο καλαμπόκι. Με το υπόμνημα αντικρούσεως (πρώτο κεφάλαιο των «περιστατικών») η Επιτροπή δεν προέβαλε καμία αντίρρηση σχετικά με την ανωτέρω περιγραφή.
46.
Μολονότι πρόκειται για τεχνικό κυρίως ζήτημα, για την επίλυση της διαφοράς είναι αναγκαία η συνοπτική ανάλυση αυτής της διαδικασίας παραγωγής, δεδομένου ότι μόνο από την ανάλυση αυτή θα είναι δυνατόν να εξακριβωθεί αν το νέο στοιχείο που προστέθηκε στην επεξηγηματική σημείωση της διακρίσεως 23031019 είναι σύμφωνο προς την ισχύουσα δασμολογική κατάταξη.
47.
Οι διαδοχικές φάσεις της διαδικασίας αυτής είναι, σύμφωνα με όσα εκθέτουν αμφότεροι οι διάδικοι, οι οποίοι συμφωνούν επ' αυτού, συνοπτικά οι εξής:
α)
Καθαρισμός του καλαμποκιού σε ξηρή κατάσταση, μόλις παραλαμβάνεται στο εργοστάσιο, που συνίσταται σε κοσκίνισμα, για να αφαιρεθούν οι ελαττωματικοί σπόροι, τα μόρια σκόνης και οι λοιποί ρύποι.
β)
Μούσκεμα των καθαρών πλέον σπόρων σε μεγάλα δοχεία νερού σε θερμοκρασία 50°C, στο οποίο έχει προστεθεί διοξείδιο του θείου σε αναλογία 0,1 έως 0,2 % συνέπεια του μουσκέματος αυτού είναι να αποβάλει το καλαμπόκι άμυλο, ενώ το νερό του μουσκέματος εμπλουτίζεται με διαλυτά στοιχεία, όπως είναι τα άλατα και οι πρωτεΐνες κατόπιν της εξατμίσεως στη συνέχεια αυτού του νερού μουσκέματος, συλλέγονται τα θρεπτικά στοιχεία του.
γ)
Τα φύτρα του καλαμποκιού διαχωρίζονται από τους σπόρους που έχουν αφαιρεθεί ήδη από το νερό μουσκέματος από τα φύτρα λαμβάνεται αραβοσιτέλαιο, κατόπιν εφαρμογής μηχανικής μεθόδου, στο πέρας της οποίας τα κατάλοιπα των φύτρων — εκτός από το ίδιο το λάδι — συσσωματώνονται σε πίτες καλαμποκιού.
δ)
Τα περικάρπια και τα λοιπά θραύσματα κυτταρίνης αποχωρίζονται από τους σπόρους που προκύπτουν από την προηγούμενη φάση της μεταποιήσεως και από τους οποίους έχουν ήδη αφαιρεθεί τα φύτρα.
48.
To corn gluten feed αποτελείται από τα τελευταία αυτά υποπροϊόντα (του στοιχείου δ'), στα οποία ενσωματώνονται το νερό του μουσκέματος που δεν έχει υποβληθεί στη διαδικασία της εξατμίσεως (στοιχείο β') και, σε πολύ μικρή αναλογία, πίτες καλαμποκιού (στοιχείο γ).
49.
Το δε προϊόν που προκύπτει από τη διαδικασία καθαρισμού, μουσκέματος, αποχωρισμού των φύτρων και των ινωδών μερών του σπόρου του καλαμποκιού αποτελεί αιώρημα πλούσιο σε γλουτένη και άμυλο: κατόπιν φυγοκεντρήσεως λαμβάνονται αφενός η γλουτένη, από την οποία παρασκευάζεται το corn gluten meal, που είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες (με περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες 60 % κατά προσέγγιση, υπαγόμενο στη διάκριση 23031011), και αφετέρου σχεδόν καθαρό άμυλο.
50.
Το άμυλο που λαμβάνεται κατά το πέρας αυτής της διαδικασίας παραγωγής μπορεί είτε να τεθεί στο εμπόριο υπό μορφή σκόνης είτε να υποβληθεί σε νέα διαδικασία μεταποιήσεως, με σκοπό την παραγωγή οινοπνεύματος και άλλων οργανικών ουσιών κατόπιν υδρολυσίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η παραγωγή γλυκόζης, από την οποία λαμβάνεται αιθανόλη.
51.
Το νερό που χρησιμοποιείται στην τελευταία αυτή βιομηχανική μέθοδο αποκαλείται στην επεξηγηματική σημείωση «νερό μουσκέματος», ενώ η Γαλλική Κυβέρνηση προτιμά την ονομασία «vinasses de fermentation»: η ενσωμάτωση του στο corn gluten feed (πράγμα που αποτελεί τη δεύτερη από τις καινοτομίες που επέτρεψε ο κανονισμός) αυξάνει την ενεργειακή αξία του προϊόντος.
52.
Ομοίως, η προσθήκη των καταλοίπων από το κοσκίνισμα του καλαμποκιού (η πρώτη καινοτομία που προβλέπει η επεξηγηματική σημείωση, η οποία μάλιστα επιτρέπει την ενσωμάτωση τους μέχρι ποσοστό 15 % κατά βάρος) αυξάνει επίσης την ενεργειακή αξία του cora gluten feed.
53.
Μπορεί να θεωρηθεί ως «κατάλοιπο της αμυλοποιίας του καλαμποκιού», υπό την έννοια της διακρίσεως 230310, το προϊόν στο οποίο έχουν ενσωματωθεί πρόσθετες ουσίες που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία παραγωγής που περιέγραψα μόλις ανωτέρω;
54.
Από τα έγγραφα που προσκόμισε προς στήριξη της προσφυγής της η Γαλλική Κυβέρνηση (και συγκεκριμένα, από τα πρακτικά της συνεδριάσεως υπ' αριθ. 179 της Επιτροπής Ονοματολογίας, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 20 έως τις 22 Ιανουαρίου 1992 ( 21 )) συνάγεται ότι η εν λόγω επιτροπή — ειδικευμένο όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί, με τον κανονισμό 2658/87, η ομοιόμορφη εφαρμογή της συνδυασμένης ονοματολογίας — τάχθηκε υπέρ της αρνητικής απαντήσεως. Κατά την άποψη της, το cora gluten feed έπρεπε να υπαχθεί στην κλάση 2309 (σύμφωνα με την άποψη της Γαλλίας) και όχι στην κλάση 2303 (σύμφωνα με την άποψη της Επιτροπής).
55.
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή Ονοματολογίας θεώρησε ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να καλύπτεται από την κλάση 2303 το προϊόν το οποίο συντίθεται κατά ένα τρίτο από κατάλοιπα της παραγωγής αμύλου από καλαμπόκι, κατά ένα τρίτο περίπου από κατάλοιπα της εξαγωγής λαδιού από φύτρα αραβοσίτου, η οποία επιτυγχάνεται με υγρή μέθοδο, και κατά το υπόλοιπο ένα τρίτο περίπου από αποστάγματα οινοπνεύματος από καλαμπόκι.
56.
Κατά την άποψη της Επιτροπής Ονοματολογίας, αυτό το τελευταίο ένα τρίτο των συστατικών ουσιών λαμβάνεται κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας που διαφέρει τεχνολογικά πλήρως από την ίδια την αμυ-λοποιία του καλαμποκιού. Πρόκειται για υποπροϊόν λαμβανόμενο κατά την παραγωγή οινοπνεύματος από σιτηρά.
57.
Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή Ονοματολογίας θεωρεί ότι το corn gluten feed θα έπρεπε να εμπίπτει στην κλάση 2309, αφού στη σύνθεση του περιλαμβάνεται μια ειδική αναλογία λιπαρών ουσιών και πρωτεϊνών που το καθιστά κατάλληλο για τη διατροφή ορισμένων ειδών ζώων.
58.
Αυτή η γνώμη είναι η μόνη που εξέδωσε η Επιτροπή Ονοματολογίας, επειδή το όργανο αυτό δεν κατόρθωσε να διατυπώσει εμπροθέσμως άλλη γνώμη, όταν του το ζήτησε ο πρόεδρος του ( 22 ). Η αξία της γνώμης αυτής ως διατύπωση της απόψεως ενός τεχνικού οργάνου, στο οποίο μετέχουν εμπειρογνώμονες του τομέα, δεν μπορεί να αγνοηθεί.
59.
Πέραν άλλωστε της γνώμης που διατύπωσε η Επιτροπή Ονοματολογίας, θεωρώ ότι ορθώς η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει — συμφωνώντας με τη γνώμη της Επιτροπής Ονοματολογίας που ανέλυσα ανωτέρω — ότι το προϊόν που αποτελείται από κατάλοιπα της παραγωγής αμύλου από καλαμπόκι, από υπολείμματα του κοσκινίσματος του καλαμποκιού και από υποπροϊόντα της παραγωγής οινοπνεύματος διά ζυμώσεως της γλυκόζης (ακόμη και αν η γλυκόζη αυτή προέρχεται από το νερό μουσκέματος του καλαμποκιού) δεν μπορεί να εμπίπτει στην κλάση 2303, αλλά ανήκει στα παρασκευάσματα που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές, τα οποία καλύπτει η κλάση 2309, εφόσον τουλάχιστον δεν τροποποιηθεί η συγκεκριμένη διατύπωση των δύο αυτών αυτών δασμολογικών κλάσεων.
60.
Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από δύο συλλογισμούς, ο πρώτος από τους οποίους αφορά τα υπολείμματα του κοσκινίσματος καλαμποκιού και ο δεύτερος την προσθήκη των υποπροϊόντων της διαδικασίας παραγωγής οινοπνεύματος.
61.
Όσον αφορά την ενσωμάτωση των υπολειμμάτων αραβοσίτου που εξακολουθούν να υπάρχουν μετά το κοσκίνισμά του, πρέπει να εξακριβωθεί ποια είναι πραγματικά η φύση τους. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα διευκρινίσει τί νοείται ως «κατάλοιπα ή υπολείμματα», από δασμολογική άποψη, και κάνει διάκριση μεταξύ των υπολειμμάτων ή καταλοίπων αυτών και των «απορριμμάτων» ( 23 ).
62.
συγκεκριμένα, με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Cargill ( 24 ), έγιναν δεκτά τα εξής: «(...) όπως το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1982, 129/81, Fancon (Συλλογή 1982, σ. 967), από τη διατύπωση της κλάσεως 23.04 προκύπτει ότι ο όρος “υπολείμματα” δεν είναι δυαντόν να συγχέεται με τον όρο “απορρίμματα”. Από αυτό συνάγεται ότι η εν λόγω κλάση δεν καλύπτει όλα τα προϊόντα που απομένουν μετά την απόληψη ενός φυτικού ελαίου. Αντιθέτως, πρέπει να πρόκειται για προϊόντα που προκύπτουν απευθείας από την πράξη απολήψεως του ελαίου και όχι από προϊόντα που περιλαμβάνονταν ήδη στο προϊόν βάσεως και τα οποία δεν υπόκεινται σε μεταποίηση κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απολήψεως του ελαίου».
63.
Λόγω των ανωτέρω, η Επιτροπή αναγκάστηκε να αναγνωρίσει, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως ( 25 ), οι ότι ουσίες που απομένουν από το κοσκίνισμά του καλαμποκιού δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «κατάλοιπα της απολήψεως αμύλου» υπό στενή έννοια. Εντούτοις, η Επιτροπή θεωρεί ότι από το γράμμα της διακρίσεως 230310 συνάγεται ότι η «αμυλοποιία του καλαμποκιού» έχει ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η απλή «απόληψη αμύλου από το καλαμπόκι», οπότε τα «κατάλοιπα» της αμυλοποιίας δεν ταυτίζονται οπωσδήποτε με τα κατάλοιπα της «απολήψεως αμύλου», για τα οποία και μόνο ισχύει η συναγόμενη από την απόφαση Cargill νομολογία.
64.
Δεν νομίζω ότι η ερμηνεία αυτή είναι βάσιμη. Κατά τη γνώμη μου, τα υπολείμματα ή κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού ( 26 ) είναι ακριβώς τα παραγόμενα κατά τη διαδικασία της απολήψεως αμύλου από τον αραβόσιτο. Επομένως, η προαναφερθείσα νομολογία αποκλείει το ενδεχόμενο να μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «κατάλοιπα» τα μέρη ή τα υπολείμματα του καλαμποκιού που περιέχονταν ήδη στο προϊόν βάσεως και εξακολουθούν να υπάρχουν μετά το κοσκίνισμα, χωρίς να υποβάλλονται σε καμία μεταποίηση. Κατά συνέπεια, η νέα διατύπωση της σημειώσεως την οποία προβλέπει ο κανονισμός τροποποιεί την ονοματολογία, αφού επιτρέπει την υπαγωγή στα «κατάλοιπα» — και μάλιστα σε σημαντικές αναλογίες, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω — ορισμένων στοιχείων που στην πραγματικότητα αποτελούν «απορρίμματα» της διαδικασίας κοσκινίσματος του καλαμποκιού.
65.
Η παρουσία ενός ελάχιστου ποσοστού ρύπων, που συσσωρεύονται με τα πραγματικά κατάλοιπα, είναι βέβαια αναπόφευκτη. Πράγματι, με την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, Krohn ( 27 ), η οποία αφορούσε προσφυγή ανάλογη με την παρούσα και αντικείμενο της οποίας ήταν η διασαφήνιση του ζητήματος αν τα υποπροϊόντα της απολήψεως αραβοσιτελαίου εμπίπτουν στη διάκριση 23.04 Β του Κοινού Δασμολογίου, όταν περιέχουν, πέρα των κατά κυριολεξία υπολειμμάτων από σπέρματα αραβοσίτου, και άλλα συστατικά από το όλο φυτό του αραβοσίτου ή άλλα είδη σιτηρών, το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάταξη αυτή επιτρέπεται, «(...) εφόσον τα ξένα προς τον κόκκο αραβοσίτου στοιχεία αυτά απαντούν σε ελάχιστες ποσότητες και εφόσον αποδεικνύεται ότι είναι τεχνικώς αδύνατον, υπό συνήθεις συνθήκες παραγωγής, μεταποιήσεως, μεταφοράς, μεταφορτώσεως και αποθηκεύσεως, να αποφευχθεί η παρουσία των στοιχείων αυτών, εκτός αν δαπανηθεί ποσό δυσανάλογο προς την αγοραία αξία των εν λόγω υποπροϊόντων».
66.
Καθόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός επιτρέπει την παρουσία «καταλοίπων από το κοσκίνισμα» του καλαμποκιού (τα οποία, όπως αναφέρθηκε ήδη, δεν αποτελούν κατάλοιπα, αλλά απορρίμματα) μέχρι ποσοστό 15 % κατά βάρος, είναι πρόδηλο ότι υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια ανοχής που επιτρέπονται βάσει μιας εύλογης ερμηνείας, όπως η ερμηνεία στην οποία προέβη η απόφαση Krohn.
67.
Το γεγονός ότι ο κανονισμός αλλοιώνει την ονοματολογία προκύπτει με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια (αν υποτεθεί ότι τούτο είναι δυνατόν), αν ληφθεί υπόψη ότι επιτρέπει τον χαρακτηρισμό ως «καταλοίπων της αμυλοποιίας του καλαμποκιού» ορισμένων υποπροϊόντων της παραγωγής οινοπνεύματος από το νερό μουσκέματος το οποίο χρησιμοποιείται για την εξαγωγή του αμύλου.
68.
Όπως προκύπτει από το γράμμα της διακρίσεως 230310, τα «συμπυκνωμένα νερά μουσκέματος» εξαιρούνται ρητά από τη διάκριση αυτή. Η διάκριση αυτή καλύπτει, όπως έχει αναφερθεί επανειλημμένα, τα «κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού (με εξαίρεση τα συμπυκνωμένα νερά μουσκέματος)». Κατά μείζονα επομένως λόγο, δεν μπορούν να υπαχθούν στην εν λόγω διάκριση τα κατάλοιπα των νερών μουσκέματος που προκύπτουν κατά τη διάρκεια μιας άλλης διαδικασίας, που είναι μεταγενέστερη της διαδικασίας απολήψεως του αμύλου από το καλαμπόκι.
69.
Πρέπει οπωσδήποτε να τονισθεί ότι η διαδικασία παραγωγής οινοπνεύματος (ή άλλων προϊόντων) από το καλαμπόκι αποτελεί διαφορετική διαδικασία, η οποία συνεπώς δεν έχει σχέση με την εξαγωγή του αμύλου από το καλαμπόκι. Το γεγονός ότι οι βιομηχανικές μονάδες παραγωγής οινοπνεύματος και αμύλου είναι κατά το μάλλον ή ήττον ενιαίες σε ορισμένες χώρες (όπως φαίνεται να συμβαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής) δεν είναι επαρκής λόγος για να χαρακτηρισθούν ως «κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού» οι ουσίες που είναι οφθαλμοφανές ότι αποτελούν, αφού χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή αιθανόλης, κατάλοιπα της διαδικασίας παραγωγής οινοπνεύματος (ή άλλων παράγωγων προϊόντων).
70.
Οι ανωτέρω λόγοι αρκούν, κατά την άποψη μου, ως απόδειξη του ότι ο κανονισμός τροποποίησε, μέσω της συμπληρωματικής σημειώσεως, τη συνδυασμένη ονοματολογία, αφού επέτρεψε την υπαγωγή στη διάκριση 230310 προϊόντων που αποτελούν παρασκευάσματα για τη διατροφή των ζώων.
71.
Η διαφωνία μεταξύ Γαλλικής Κυβερνήσεως και Επιτροπής σχετικά με τον βαθμό αξιοπιστίας των τεχνικών μεθόδων αναλύσεως, επαληθεύσεως και πιστοποιήσεως της συνθέσεως του corn gluten feed δεν παρέχει, κατά τη γνώμη μου, επαρκή στοιχεία, προκειμένου να εξακριβωθεί τελικά κατά πόσον είναι πράγματι αδύνατος, όπως υποστηρίζεται, ο έλεγχος του αν τηρούνται στην πράξη τα όρια που επιβάλλει η συμπληρωματική σημείωση. Εξάλλου, το γεγονός αυτό δεν έχει καμία σημασία, αφού το ουσιαστικό περιεχόμενο της ίδιας της σημειώσεως πάσχει πράγματι, όπως ισχυρίζεται η Γαλλική Κυβέρνηση, ελαττώματα επισύροντα ακυρότητα.
Επί της παραβάσεως της Διεθνούς Συμβάσεως για το Εναρμονισμένο Σύστημα Ονοματολογίας και Κωδικοποιήσεως των Εμπορευμάτων
72.
Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας τον κανονισμό, παρέβη τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κοινότητα με τη Διεθνή Σύμβαση για το Εναρμονισμένο Σύστημα Ονοματολογίας και Κωδικοποιήσεως των Εμπορευμάτων, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 14 Ιουνίου 1983 και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 87/369/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1987 ( 28 ).
73.
Συγκεκριμένα, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίπτωση, της Συμβάσεως, κατά το οποίο «(...) κάθε συμβαλλόμενο μέρος (...) κατά συνέπεια είναι υποχρεωμένο, κατά την κατάρτιση της ονοματολογίας του δασμολογίου και των στατιστικών (...), να εφαρμόζει τους γενικούς κανόνες για την ερμηνεία του εναρμονισμένου συστήματος, καθώς και όλες τις σημειώσεις των τμημάτων, των κεφαλαίων και των διακρίσεων, και να μην τροποποιεί το πεδίο εφαρμογής των τμημάτων, των κεφαλαίων, των κλάσεων και των διακρίσεων του εναρμονισμένου συστήματος».
74.
Οι διάδικοι συμφωνούν ότι η απόφαση επί αυτού του λόγου ακυρώσεως εξαρτάται λογικά από την απόφαση που θα ληφθεί ως προς τη φύση και τα αποτελέσματα των νέων στοιχείων που προσέθεσε ο κανονισμός στη συμπληρωματική σημείωση. Η Επιτροπή, διαφωνώντας με την άποψη από την οποία εκκινεί η Γαλλική Κυβέρνηση (δηλαδή αρνούμενη ότι ο κανονισμός της επιφέρει τροποποίηση της συνδυασμένης ονοματολογίας), απορρίπτει αυτόματα το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η κυβέρνηση αυτή.
75.
Και εγώ δέχομαι ότι η απόφαση επ' αυτού του λόγου ακυρώσεως εξαρτάται κατ' ανάγκη από τη θέση που θα λάβει προηγουμένως το Δικαστήριο σχετικά με το περιεχόμενο της συμπληρωματικής σημειώσεως και θεωρώ ότι η άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως είναι ορθή. Πράγματι, αν — όπως υποστηρίζω — η νέα διατύπωση της εν λόγω σημειώσεως αλλοίωσε — με πλάγια έστω μέσα — τη συνδυασμένη ονοματολογία, η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της να τηρήσει το εναρμονισμένο σύστημα χωρίς μονομερείς τροποποιήσεις, την οποία της επέβαλε η Σύμβαση των Βρυξελλών της 14ης Ιουνίου 1983.
Επί της καταχρήσεως εξουσίας
76.
Δεδομένου ότι η κατάχρηση εξουσίας συνίσταται στην εκ μέρους ενός διοικητικού ή άλλου γενικότερα οργάνου άσκηση των αρμοδιοτήτων του για την επίτευξη άλλου σκοπού και όχι του σκοπού που επιδιώκεται με τον εξουσιοδοτικό κανόνα δικαίου, η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, δίδοντας νέα διατύπωση στη συμπληρωματική σημείωση, αν εξέδωσε τον κανονισμό με σκοπό την επίτευξη άλλου (θεμιτού έστω) σκοπού και όχι του σκοπού που θεωρητικά θα δικαιολογούσε την έκδοση του.
77.
Υφίσταται κατάχρηση εξουσίας, όταν, υπό το προκάλυμμα ενός ερμηνευτικού μέτρου, τροποποιείται πλαγίως η συνδυασμένη ονοματολογία και όταν η νομοθετική αυτή διαδικασία επιλέγεται με σκοπό την αποφυγή ή τη ματαίωση της συμμετοχής στη διαδικασία άλλων κοινοτικών θεσμικών ή λοιπών οργάνων.
78.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εκτίμηση αυτού του λόγου ακυρότητας είναι δυσχερέστερη σε σχέση με τις νομοθετικές πράξεις απ' ό,τι σε σχέση με τις απλές διοικητικές ή εκτελεστικές πράξεις. Τίποτε όμως δεν εμποδίζει τον φορέα των νομοθετικών εξουσιών (εν προκειμένω την Επιτροπή) να ενεργεί επίσης κατά κατάχρηση εξουσίας, κυρίως αν οι εξουσίες αυτές του έχουν παρασχεθεί από άλλο όργανο (το Συμβούλιο) με σκοπό τη συμπλήρωση ή ερμηνεία ορισμένων διατάξεων που έχει εκδώσει το τελευταίο αυτό όργανο. Όταν οι εξουσίες αυτές ασκούνται για την επίτευξη (θεμιτών έστω, όπως έχω ήδη αναφέρει) σκοπών που δεν συμπίπτουν με τους σκοπούς που πρέπει να διαπνέουν την έκδοση του κανόνα δικαίου, υπάρχει κατάχρηση εξουσίας.
79.
Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν εν προκειμένω δύο πραγματικά στοιχεία στα οποία μπορεί να στηριχθεί η πεποίθηση ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, έστω και αν γίνει δεκτό ότι ο τελικώς επιδιωκόμενος σκοπός ήταν η αποφυγή εμπορικής συγκρούσεως με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Ο σκοπός αυτός όμως, όπως τονίζει με βεβαιότητα η Γαλλική Κυβέρνηση, έπρεπε να επιτευχθεί στην πράξη με την ορθή κατάταξη του corn gluten feed (στην κλάση 2309) και να ακολουθήσει δασμολογική παραχώρηση εκ μέρους του Συμβουλίου, βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης, η οποία θα επέτρεπε την επιβολή μηδενικού δασμού.
80.
Το πρώτο πραγματικό στοιχείο που μου δημιουργεί επιφυλάξεις είναι ο τρόπος με τον οποίο αποφεύχθηκε ουσιαστικά να ζητηθεί η γνώμη της Επιτροπής Ονοματολογίας, του τεχνικού οργάνου που είναι αρμόδιο, βάσει του κανονισμού 2658/87, για να παρεμβαίνει δεσμευτικά πριν από την έκδοση είτε κανονισμών περί δασμολογικής κατατάξεως είτε συμπληρωματικών σημειώσεων. Όπως αναφέρθηκε ήδη προηγουμένως, δεν κατέστη δυνατή η έκδοση τέτοιας γνώμης.
81.
Ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, με τις προτάσεις που ανέπτυξε στις 21 Σεπτεμβρίου 1994 στην υπόθεση C-401/93, GoldStar Europe ( 29 ), αναλύει την περίπτωση στην οποία δεν υπάρχει ρητή διάταξη σχετικά με τις εν γένει έννομες συνέπειες που έχει η μη διατύπωση γνώμης από την Επιτροπή Ονοματολογίας, παρά την προς τούτο αίτηση. Το κενό, το οποίο είναι προφανές ότι υπάρχει στην παράγραφο 2 του άρθρου 10 του κανονισμού 2658/87, πρέπει να αντιπαρατεθεί προς το κείμενο του προϊσχύ-σαντος κανονισμού 97/69, το οποίο προέβλεπε ρητά την περίπτωση μη διατυπώσεως της γνώμης αυτής.
82.
Κατά την άποψη του γενικού εισαγγελέα Jacobs, η μη διατύπωση γνώμης εντός της προθεσμίας που είχε τάξει ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ονοματολογίας δεν εμπόδιζε την Επιτροπή, στην υπόθεση εκείνη, να θέσει πάραυτα σε εφαρμογή το μέτρο κατατάξεως, μολονότι ο γενικός εισαγγελέας προσέθεσε ότι «στην προκειμένη περίπτωση δεν υποστηρίχθηκε ότι η ορισθείσα από τον εκπρόσωπο της Επιτροπής, που προεδρεύει της Επιτροπής [Ονοματολογίας], προθεσμία υπήρξε εξαιρετικά βραχεία ούτε ότι η ενώπιον της Επιτροπής [Ονοματολογίας] διαδικασία πάσχει οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια».
83.
Με την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1994 επί της ίδιας υποθέσεως GoldStar Europe (όπ.π.) φαίνεται να έγινε δεκτή η άποψη αυτή, αφού στη σκέψη 18 αναφέρεται ότι, «σε περίπτωση μη ερμηνείας από το Συμβούλιο Τελωνειακής Συνεργασίας της ονοματολογίας, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει την εξουσία να την ερμηνεύει κανονιστικώς και υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, όπως πρέπει να εφαρμόζεται από την Κοινότητα».
84.
Από τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή ( 30 ) συνάγεται όμως ότι η προθεσμία που τάχθηκε στην Επιτροπή Ονοματολογίας πρέπει να ήταν βραχύτατη, αφού ο πρόεδρος (που εκπροσωπεί την Επιτροπή) υπέβαλε στο όργανο αυτό, προκειμένου να εκδώσει τη δεσμευτική του γνώμη, το σχέδιο κανονισμού κατά τη συνεδρίαση της 23ης και της 24ης Ιουνίου 1994, ο δε κανονισμός εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 6 Ιουλίου 1994 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα την επόμενη ημέρα, ενώ προβλέφθηκε ότι θα ισχύει αναδρομικά από την 1η Ιουλίου 1994.
85.
Η εξήγηση που παρέχει η Επιτροπή για την επείγουσα αυτή αντιμετώπιση (δηλαδή ότι η αναστολή των δασμών για ορισμένα κατάλοιπα της αμυλοποιίας του καλαμποκιού θα έπαυε να ισχύει στις 30 Ιουνίου 1994) δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού επρόκειτο για ένα πρόβλημα που είχε ανακύψει μήνες ή και έτη ακόμη πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Όλα αυτά αποτελούν ενδείξεις για το ότι υπήρχε η βούληση να περιαχθεί η Επιτροπή Ονοματολογίας σε θέση που θα καθιστούσε δυσχερέστερη, αν όχι αδύνατη, τη διατύπωση της γνώμης της.
86.
Ακόμη χαρακτηριστικότερο είναι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν θέλησε να αναμείνει την παρέμβαση του Συμβουλίου για να θέσει σε εφαρμογή τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Αυτό είναι το δεύτερο — και σημαντικότερο — των πραγματικών στοιχείων στα οποία βασίζεται η πεποίθηση μου ότι υπάρχει κατάχρηση εξουσίας και επί του στοιχείου αυτού εμμένει ιδιαίτερα η προσφεύγουσα.
87.
Με τη δήλωση στην οποία προέβη στις 25 Μαρτίου 1993 η Επιτροπή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το επίμαχο εν προκειμένω ζήτημα ( 31 ), ο εκπρόσωπός της, ο Sir Leon Brittan, αναγνώρισε ότι «στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη συμφωνία Blair House τον Δεκέμβριο του 1992» επιτεύχθηκε μια σειρά συμφωνιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής σχετικά με το corn gluten feed, προσέθεσε δε ότι «η Επιτροπή ενέκρινε αυτές τις ρυθμίσεις στη συνεδρίαση της στις 9 Μαρτίου και το κείμενο διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο (...)» (η υπογράμμιση δική μου).
88.
Στην ίδια αυτή επίσημη δήλωση επαναλαμβάνεται ότι «η Επιτροπή συμφώνησε για το κείμενο της 9ης Μαρτίου που θεσπίζει τη συμφωνία περί γλουτένης αραβοσίτου και το διαβίβασε στο Συμβούλιο. Το θέμα συζητείται σε μια επιτροπή του άρθρου 113 και στην ειδική επιτροπή γεωργίας. Στις αρχές Ιουνίου αναμένομε ότι θα διαβιβαστεί στην Επιτροπή Ονοματολογίας, που είναι αρμόδια να αποφασίσει σχετικά με τις αλλαγές που προτείνουν οι ανωτέρω συμφωνίες».
89.
Στα πρακτικά της συνόδου υπ' αριθ. 1772 του Συμβουλίου (Υπουργών Γεωργίας), η οποία πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο από τις 20 μέχρι τις 24 Ιουνίου 1994 ( 32 ), τονίζεται ότι το Συμβούλιο περιορίζεται να «λάβει υπόψη» όσα εξέθεσε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής σχετικά με τους τρόπους «εκτελέσεως της προκαταρκτικής συμφωνίας του Blair House του 1992, καθόσον αφορά τις εισαγωγές ζωοτροφών με βάση γλουτένη αραβοσίτου», μεταξύ δε των εν λόγω μέτρων προβλεπόταν «η υποβολή από την Επιτροπή στην Επιτροπή Ονοματολογίας σχεδίου σχετικά με το περιεχόμενο των οικείων δασμολογικών κλάσεων, η συνεδρίαση δε αυτής της επιτροπής θα πραγματοποιηθεί στις 23 Ιουνίου 1994».
90.
Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι το Συμβούλιο ποτέ (ούτε στην επιτροπή του άρθρου 113 ούτε στην ειδική επιτροπή γεωργίας) δεν έδωσε τη συναίνεση ή την έγκριση του για την απόφαση που έλαβε η Επιτροπή, χωρίς μάλιστα να έχει διατυπωθεί η γνώμη της Επιτροπής Ονοματολογίας. Ούτε άλλωστε έχει αποδειχθεί ότι το Συμβούλιο ανέλαβε ή επικύρωσε τις διεθνείς δεσμεύσεις που ανέλαβε η Επιτροπή και στις οποίες στηρίζεται ο προσβαλλόμενος κανονισμός.
91.
Αντίθετα, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, όλα δείχνουν ότι η έλλειψη συγκαταθέσεως του Συμβουλίου ήταν αυτό που προσπάθησε να παρακάμψει η Επιτροπή, εκδίδοντας έναν κανονισμό ο οποίος, ενώ εμφανίζεται να αποτελεί απλώς μέτρο διασαφηνίσεως, στην πραγματικότητα βαίνει πολύ πέραν αυτού και αποκλίνει από τους δευτερογενείς σκοπούς που προσιδιάζουν σ' αυτή την κατηγορία κανονιστικών πράξεων, με τις οποίες σκοπείται η συμπλήρωση, αλλ' όχι η τροποποίηση, του περιεχομένου της συνδυασμένης ονοματολογίας.
92.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο τελευταίας αυτός λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να γίνει δεκτός.
Πρόταση
Συνεπώς προτείνω στο Δικαστήριο:
«1)
να δεχθεί την προσφυγή της Γαλλικής Κυβερνήσεως και να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΚ) 1641/94 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 1994, καθόσον τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο,
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 1 ) ΕΕ L 172, σ. 12.
( 2 ) EE L 256, σ. 1.
( 3 ) Βλ., μεταξύ άλλων, τις ερωτήσεις της ευρωβουλευτού κυρίας Dury υπ' αριθ. 39 (Η-0794/93) προς την Επιτροπή και υπ' αριθ. 11 (Η-0793/93) προς το Συμβούλιο, σχετικά με τον «μυστικό συμβιβασμό για τη γλουτένη αραβοσίτου, ο οποίος αποτελεί παράρτημα της συμφωνίας Blair House», οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις Συζητήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπ' αριθ. 434, σ. 193 και 162 αντίστοιχα. Επί του ιδίου θέματος βλ. επίσης την προφορική ερώτηση Β3-0505/93 που υπέβαλαν στην Επιτροπή οι ευρωβουλευτές Pasty και Guillaume, εξ ονόματος της Ομάδας Συνασπισμού των Ευρωπαίων Δημοκρατών και η οποία δημοσιεύθηκε, μαζί με τη σχετική συζήτηση, στις Συζητήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου υπ' αριθ. 431, σ. 93.
( 4 ) ΕΕ L 328, σ. 80.
( 5 ) Τρίτη οδηγία της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 1972, περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων αναλύσεως για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 7).
( 6 ) Οδηγία της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1983, που τροποποιεί τις οδηγίες 71/393/EOK, 72/199/ΕΟΚ και 78/633/EOK περί καθορισμού κοινοτικών μεθόδων αναλύσεως για τον επίσημο έλεγχο των ζωοτροφών (ΕΕ 1984, L15, α 28).
( 7 ) Βλ. ανωτέρω το οημείο 5.
( 8 ) ΕΕ L191, σ. 101.
( 9 ) Βλ. κατωτέρω το σημείο 84.
( 10 ) Παράρτημα Ι, σημείο 1, του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 11 ) Το περιεχόμενο της σημειώσεως αυτής παρατίθεται στο σημείο 10 ανωτέρω.
( 12 ) Παράρτημα III του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 13 ) EEL203, σ.5.
( 14 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994 στην υπόθεση C-353/92, Ελλάδα κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-3411, σκέψη 19).
( 15 ) Αυτή η διατύπωση χρησιμοποιούνταν στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού (EOK) 97/69 του Συμβουλίου, της 16ης Ιανουαρίου 1969, περί της λήψεως μέτρων για την ομοιόμορφη εφαρμογή της ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 32).
( 16 ) Υπόθεση 165/87, Συλλογή 1988, σ. 5545.
( 17 ) Eίvαι υποχρεωτική η διαβούλευση με την Επιτροπή Δασμολογικής και Στατιστικής Ονοματολογίας, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των κρατών μελών και προε-δρεύεται από εκπρόσωπο της Επιτροπής.
( 18 ) Υπόθεση C-285/89, Συλλογή 1990, σ. I-3411, σκέψη 13.
( 19 ) Υπόθεση C-401/93, Συλλογή 1994, σ. I-5587, σκέψη 19.
( 20 ) Μεταξύ των περιορισμών αυτών πρέπει να αναφερθεί η σημαντικότατη απαγόρευση «τροποποιήσεως του ύψους των δασμών», η οποία προβλέπεται στην πρώτη περίπτωση της παραγράφου 2 του ίδιου αυτού άρθρου 9.
( 21 ) Παράρτημα 4 του δικογράφου της προσφυγής.
( 22 ) Σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες ζητήθηκε η διατύπωση της γνώμης, βλ. κατωτέρω τα σημεία 84 και 85.
( 23 ) Στο γαλλικό κεΟμενο της συνδυασμένης ονοματολογιας οι όροι avtoι αναφέρονται ως «résidus» και «déchets» αντίστοιχα.
( 24 ) Υπόθεση 268/87, Συλλογή 1988, σ. 5151, σκέψη 11.
( 25 ) Παράγραφος 6.
( 26 ) Στο γαλλικό κείμενο: «amidonnerie du maïs».
( 27 ) Υπόθεση C-194/91, Συλλογή 1992, σ. Ι-6661.
( 28 ) ΕΕ L198, σ. 3.
( 29 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σημείο 16 των προτάσεων.
( 30 ) Βλ. παραγράφους 33 επ. του υπομνήματος αντικρούσεως.
( 31 ) Συζητήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, υπ' αριθ. 3-431/83.
( 32 ) Τα πρακτικά αυτά έχουν επισυναφθεί ως παράρτημα II στο υπόμνημα ανταπαντήσεως της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy