ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ANTONIO LA PERGOLA
της 23ης Μαΐου 1996 ( *1 )
1.
Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 94/578/ΕΚ του Συμβουλίου ( 1 ), με την οποία εγκρίθηκε η σύναψη της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ινδίας για τις εταιρικές σχέσεις και την ανάπτυξη (στο εξής: συμφωνία) ( 2 ).
2.
Η Ελληνική Δημοκρατία παρενέβη στη δίκη προκειμένου να υποστηρίξει τα αιτήματα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, ενώ το Βασίλειο της Δανίας και η Επιτροπή παρενέβησαν προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
3.
Η παρούσα προσφυγή ακυρώσεως ασκήθηκε επειδή το Συμβούλιο επέλεξε ως νομική βάση της υπό κρίση πράξεως τα άρθρα 113 και 130 Ω, σε συνδυασμό με το άρθρο 228, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, και παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της Συνθήκης. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ορισμένες ρήτρες της συμφωνίας έπρεπε, λόγω των ρυθμιζόμενων θεμάτων, να στηρίζονται σε άλλες διατάξεις της Συνθήκης. Ειδικότερα στον βαθμό που η συμφωνία αφορά την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 1) και τη συνεργασία για την ανάπτυξη στους τομείς της ενέργειας (άρθρο 7), του τουρισμού (άρθρο 13) και του πολιτισμού (άρθρο 15), η ακολουθητέα εκ μέρους του Συμβουλίου διαδικασία συνάψεως της έπρεπε να είναι η προβλεπόμενη με το άρθρο 235 της Συνθήκης. Όσον αφορά τους εξαγγελλόμενους με τη συμφωνία κανόνες σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας (άρθρο 10) και καταπολεμήσεως των ναρκωτικών (άρθρο 19), αφορούν τομείς που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών και απαιτούν, συνακόλουθα, προσφυγή σε μικτή συμφωνία.
4.
Αν το Δικαστήριο δεχόταν την προσφυγή — δεν απαιτείται καν να υπενθυμίσω — η εκ τούτου συνέπεια θα ήταν ότι για τη σύναψη της συμφωνίας έπρεπε να είχε ακολουθηθεί διαδικασία διαφορετική από εκείνη που τηρήθηκε εν προκειμένω: συγκεκριμένα, η επίκληση του άρθρου 235 απαιτεί ομοφωνία του Συμβουλίου, ενώ η διαδικασία της συνάψεως μικτής συμφωνίας συνεπάγεται τη σύναψη εκ μέρους της Κοινότητας και των κρατών μελών δύο κατηγοριών αυτοτελών και παραλλήλων συμβάσεων. Η Πορτογαλική Δημοκρατία ζητεί, πάντως, από το Δικαστήριο, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης πράξεως, να διατηρήσει σε ισχύ τα αποτελέσματα της συναφθείσας συμφωνίας.
5.
Επομένως, το μοναδικό ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας προσφυγής είναι εκείνο της νομικής βάσεως και. των συναφών δικονομικών κανόνων που έπρεπε να τηρηθούν σε σχέση με το κανονιστικό περιεχόμενο και τους προς επίτευξη στόχους της συμφωνίας. Καλοΰμεθα, λοιπόν, να εγκύψουμε σε ζήτημα αρμοδιότητας, καινοφανές και σημαντικό. Για πρώτη φορά ζητείται από το Δικαστήριο να παρέμβει στο πλαίσιο της εφαρμογής των κανόνων που συμπεριέλαβε η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση στον ειδικό τομέα της συνεργασίας για την ανάπτυξη ( 3 ). Επιπλέον, η συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ινδίας συνιστά από πολλές απόψεις υπόδειγμα αποκαλουμένων «τρίτης γενεάς» συμφωνιών με τις αναπτυσσόμενες χώρες και μπορεί, υπό την έννοια αυτή, να παρουσιάζει ενδιαφέρον ως προς τις προοπτικές ενός τομέα των διεθνών σχέσεων αύξουσας σημασίας.
Με δεδομένα το καινοφανές και την πρακτική σημασία της υποθέσεως, νομίζω ότι απαιτείται να διευκρινιστεί καταρχάς η έκταση της κοινοτικής αρμοδιότητας σύμφωνα με τις διατάξεις που επέλεξε το Συμβούλιο ως νομική βάση για τη σύναψη της συμφωνίας. Το αποτέλεσμα της μελέτης αυτής θα επιτρέψει τη σημείο προς σημείο εκτίμηση των διατάξεων της εν λόγω πράξεως, η νομική βάση της οποίας αμφισβητείται.
6.
Η Πορτογαλική Δημοκρατία και το Συμβούλιο αντιλαμβάνονται κατά τρόπο διαφορετικό την έκταση των αρμοδιοτήτων που απορρέουν από τα άρθρα 113 και 130 Ω της Συνθήκης. Κατά την προσφεύγουσα, το άρθρο 113 συνιστά νομική βάση, η οποία περιορίζεται αποκλειστικώς στις προβλεπόμενες με αυτό κοινοτικές δράσεις.
Πρόκειται για απονομή ειδικής αρμοδιότητας, μη δυναμένης να ισχύει για όλες τις μορφές κοινοτικής δράσεως που εμπίπτουν στη σφαίρα των διεθνών εμπορικών σχέσεων, αλλ' ούτε για τη θέσπιση, στο εξωτερικό πεδίο, οποιουδήποτε μέτρου που άπτεται θεμάτων εμπιπτόντων, στο εσωτερικό πεδίο, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών ή απαιτούντων προσφυγή στο άρθρο 235. Κατά το Συμβούλιο, αντίθετα, το άρθρο 113 συνιστά την κατάλληλη νομική βάση ακόμα και για τις διατάξεις εκείνες της συμφωνίας που έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις λουτές, οι οποίες αποτελούν το κύριο αντικείμενο της συναφούς ρυθμίσεως. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η νομολογία του Δικαστηρίου ( 4 ). Πράγματα όπως προκύπτει από εκδοθείσες επί άλλων υποθέσεων αποφάσεις, το άρθρο 113 αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση μιας συμφωνίας, ακόμη και στην περίπτωση, όπως εν προκειμένω, όπου με το συγκεκριμένο μέτρο εμπορικής πολιτικής επιδιώκεται παράλληλος στόχος, συνιστάμενος στην ενίσχυση της αναπτύξεως τρίτης χώρας ( 5 ).
7.
Παρόμοια διάσταση απόψεων μεταξύ της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και του Συμβουλίου υφίσταται και ως προς τις διατάξεις του άρθρου 130 Ω. Κατά την προσφεύγουσα, η διάταξη αυτή, έστω και σε συνδυασμό με το άρθρο 113, δεν εξουσιοδοτεί την Κοινότητα να συνάπτει με τις αναπτυσσόμενες χώρες οποιασδήποτε μορφής διεθνή συμφωνία. Αφ' ης στιγμής προβλέπεται, στον συγκεκριμένο τομέα, συντρέχουσα αρμοδιότητα της Κοινότητας και των κρατών μελών, η άσκηση της πρέπει να ρυθμίζεται, κατά την Πορτογαλική Δημοκρατία, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Η τήρηση της εν λόγω αρχής σημαίνει ότι δίδεται προτεραιότητα στην κρατική έναντι της κοινοτικής παρεμβάσεως, μέσω της υιοθετήσεως μικτής συμφωνίας ή προσφυγής στο άρθρο 235: πράγματι, τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, τα κράτη μέλη θα διέθεταν ευρύτερα περιθώρια συμμετοχής στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Το αυτό υποστηρίζει με την παρέμβαση της και η Ελλάδα. Αντίθετα, το Συμβούλιο ερμηνεύει το άρθρο 130 Ω υπό την έννοια ότι η Κοινότητα είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να επιλαμβάνεται της αναπτυξιακής πολιτικής σύμφωνα με τους οριζόμενους στο άρθρο ΠΟΥ της Συνθήκης στόχους.
8.
Προτίθεμαι να εξετάσω τόσο τη μία όσο και την άλλη πτυχή της διαφοράς, σε σχέση με τη νομική βάση των διαφόρων διατάξεων της συμφωνίας που αμφισβητούνται εν προκειμένω, ομού με τα άλλα στοιχεία αυτής. Καταρχάς, προτίθεμαι να αποπειραθώ την αποσαφήνιση του περιεχομένου και του ενδεχομένου πεδίου εφαρμογής των εμπλεκομένων στην παρούσα υπόθεση διατάξεων της Συνθήκης, εκκινώντας από εκείνες που έτυχαν διαφορετικής ερμηνείας από την Πορτογαλία και από το Συμβούλιο.
Ανάλυση των διατάξεων που αφορούν τη συνεργασία για την ανάπτυξη
9.
Αφότου κατέστη κοινοτική πολιτική και αναγνωρίστηκε επίσημα με τον τίτλο XVII της Συνθήκης, η συνεργασία για την ανάπτυξη αποτέλεσε, ακόμη και πριν από την υιοθέτηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ, σημαντικό στόχο της κοινοτικής δράσεως. Από τις πρώτες συμβάσεις της Yaounde το 1974, η δράση αυτή διήλθε από τρία διαδοχικά στάδια: οι συμφωνίες της «πρώτης γενεάς» χαρακτηρίζονται από την έμφαση που δίδεται στην κοινοτική βοήθεια, εκείνες της «δεύτερης γενεάς» αφορούν κυρίως την οικονομική συνεργασία, ενώ οι συμφωνίες της «τρίτης γενεάς» λαμβάνουν υπόψη, πέραν των εμπορικών σχέσεων, και την κοινωνική κατάσταση των αναπτυσσομένων χωρών.
10.
Προτού προβλεφθεί συγκεκριμένη νομική βάση, οι κοινοτικές δράσεις στηρίζονταν σε διάφορες διατάξεις: στο άρθρο 238 (για τις συμφωνίες συνδέσεως με τις χώρες ΑΚΕ και τις μεσογειακές χώρες) ή στο άρθρο 235, αποκλειστικά ή σε συνδυασμό με άλλη νομική βάση, κατά κανόνα το άρθρο 113 (σε σχέση με τα αυτοτελή μέσα, χρήση των οποίων έγινε για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας).
11.
Παραλλήλως, το Δικαστήριο καθόρισε σταδιακά τα όρια εντός των οποίων μπορούσαν να αναπτυχθούν νομίμως οι δράσεις της συνεργασίας για την ανάπτυξη στα πλαίσια της κοινής εμπορικής πολιτικής ( 6 ). Καταληκτικό σημείο της νομολογίας αυτής είναι η απόφαση σχετικά με τις αποκαλούμενες «γενικευμένες δασμολογικές προτιμήσεις» ( 7 ). Ως γνωστόν, με την απόφαση αυτή διαπιστώνεται μία νέα αντίληψη των διεθνών εμπορικών σχέσεων, στα πλαίσια των οποίων υφίσταται ευρύ πεδίο για τους αναπτυξιακούς στόχους, ενώ αναγνωρίζεται ότι οι πράξεις που αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση του συστήματος αυτού εμπίπτουν στο πεδίο της κοινής εμπορικής πολιτικής και πρέπει, συνεπώς, να εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 113 της Συνθήκης.
12.
Καίτοι το ζήτημα απέκτησε, χάρη ιδίως στη συστηματοποίηση εκ μέρους του Δικαστηρίου, τη νομική βάση του, ο νομοθέτης θεώρησε ότι όφειλε να συμπεριλάβει στη Συνθήκη ειδικό τίτλο ( 8 ). Πρόκειται για μια επιλογή που, για να περιοριστώ μόνο σ' αυτή, ανταποκρίνεται στην ανάγκη της ενδεδειγμένης νομικής συστηματοποιήσεως μιας δράσεως που κατέκτησε τη δική της θέση και κατέστη ήδη αυτοτελής, σε σχέση με την εμπορική πολιτική, λόγω της σπουδαιότητας και του περιεχομένου της. EívaL χαρακτηριστικό, από την άποψη αυτή, ότι οι διατάξεις που εισήχθησαν με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση υιοθετούν πλήρως, αν σταθούμε στους στόχους και στο καθεστώς των αρμοδιοτήτων που καθιερώνονται με αυτές, το νέο περιεχόμενο που αποδίδεται στην έννοια της αναπτύξεως με τις συμφωνίες της τρίτης γενεάς ( 9 ).
13.
Εξετάζοντας, λοιπόν, τους προβλεπόμενους στο άρθρο 130 Υ, παράγραφος 1, στόχους διαπιστώνουμε ότι οριοθετούν μια σύνθετη έννοια περί αναπτύξεως, προϊόν της αλληλεπιδράσεως των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών πτυχών του φαινομένου, που λαμβάνουν υπόψη οι πλέον πρόσφατες συμφωνίες περί συνεργασίας ( 10 ). Η κοινοτική πολιτική πρέπει να ευνοεί όχι μόνο την «οικονομική και κοινωνική» ανάπτυξη αλλά και τη βιώσιμη, ήτοι τη φιλική προς το περιβάλλον ( 11 ). Μεταξύ των ληπτέων υπόψη στόχων περιλαμβάνονται η επίτευξη ενός βαθμού αναπτύξεως κατατείνουσας στην εξισορρόπηση καθώς και η αρμονική και προοδευτική ένταξη των αναπτυσσομένων χωρών στη διεθνή οικονομία και η καταπολέμηση της ένδειας. Παράλληλα με τους στόχους αυτούς, προβλέπεται περαιτέρω και άλλος γενικής φύσεως και αμιγώς πολιτικός στόχος: η κοινοτική δράση πρέπει να συμβάλλει «[στην ανάπτυξη και εδραίωση] της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου» καθώς και στον σεβασμό «των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Υπό το πρίσμα αυτό, οι δημοκρατικές αξίες καθίστανται βασικός παράγοντας μιας διαρκούς κοινωνικοοικονομικής αναπτύξεως.
14.
Όσον αφορά το καθεστώς των αρμοδιοτήτων, αυτό εμφανίζει ιδαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με το προβλεπόμενο από άλλες διατάξεις της Συνθήκης σύστημα ( 12 ). Απονεμήθηκε στην Κοινότητα αρμοδιότητα ισοδύναμη προς εκείνη των κρατών μελών της οποίας είναι συμπληρωματική ( 13 ). Το άρθρο 130 Υ, όπως είναι διατυπωμένο, ορίζει κατά τρόπο ρητό: «Η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα της συνεργασίας για την ανάπτυξη (...) συμπληρώνει την πολιτική των κρατών μελών».
15.
Η προσφεύγουσα και η Ελληνική Δημοκρατία αποδίδουν στη διάταξη αυτή την έννοια ότι η κοινοτική πολιτική κατέχει θέση εξαρτώμενη από εκείνη των κρατών μελών. Ισχυρίζονται ότι η πρώτη συμπληρώνει τη δεύτερη και όχι το αντίστροφο. Υπό την έννοια αυτή, επιβάλλεται στενή ερμηνεία της ειδικής νομικής βάσεως του άρθρου 130 Ω. Έπεται ότι, σε τομέα όπως ο επίδικος, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίσει οποιασδήποτε μορφής μέτρο μόνον εφόσον αυτό συνδέεται προς τη συνεργασία για την ανάπτυξη. Τούτου δοθέντος, λόγω του στόχου και του περιεχομένου που προσιδιάζουν σε αυτές, παρόμοιες παρεμβάσεις, οι οποίες προβλέπονται στη συμφωνία, θα έπρεπε να στηρίζονται στο άρθρο 235.
16.
Δεν μπορώ να συμμεριστώ την ερμηνευτική άποψη που μόλις περιέγραψα. Το άρθρο ΠΟΥ πρέπει να συνδυαστεί με τα άλλα άρθρα του τομέα και κυρίως με τη διάταξη του άρθρου 130 Ξ:
«Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη συντονίζουν τις πολιτικές τους στον τομέα της συνεργασίας για την ανάπτυξη και συνεννοούνται για τα προγράμματα [τους] βοηθείας, μεταξύ άλλων στα πλαίσια διεθνών οργανισμών και διεθνών διασκέψεων» ( 14 ) (η υπογράμμιση δική μου).
Η παραπομπή στον συντονισμό και στη διαβούλευση, προβλεπόμενη και για λόγους αποτελεσματικότητας ( 15 ), καταδεικνύει ότι οι αντίστοιχες πολιτικές που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι αυτοτελείς οι μεν έναντι των δε και δεν επιτρέπει οποιαδήποτε ιεραρχία μεταξύ τους, έστω και αμιγώς λειτουργικής φύσεως.
17.
Οι άλλες διατάξεις του ιδίου τίτλου επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα στο οποίο μόλις κατέληξα. Εναπόκειται στο Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 130 Χ, παράγραφος 1, να θεσπίσει τα «απαραίτητα μέτρα» για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 130 Υ. Αυτό σημαίνει ότι η Κοινότητα είναι εξουσιοδοτημένη να ασκεί — κάνοντας χρήση ακόμη και άλλων μέσων εκτός από τις συμφωνίες ή τις διαπραγματεύσεις με τις τρίτες χώρες, όπως προβλέπει το άρθρο 130 Ω, και σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 189 Γ διαδικασία — τη δική της πολιτική συνεργασίας για την ανάπτυξη ( 16 ). Επιπλέον, το άρθρο 130 Ξ, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη συμβάλλουν, όταν χρειάζεται, στην εφαρμογή των κοινοτικών προγραμμάτων βοηθείας και με αυτό εξυπακούεται κατ' ανάγκη αυτοτελής κοινοτική πολαική ως απαραίτητο μέσο για την επίτευξη των στόχων της Συνθήκης, στην εφαρμογή της οποίας εμπλέκονται τα κράτη μέλη κατά περίπτωση. Τέλος, δυνάμει του άρθρου 130 Ω, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη συνεργάζονται με τις τρίτες χώρες «στα πλαίσια των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους», ενώ ο τρόπος της συνεργασίας μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συμφωνιών μεταξύ της ιο(ας της Κοινότητας και των τρίτων κρατών. Εν πάση περιπτώσει, είναι σαφές ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν προφανώς η απονομή στην Κοινότητα της αρμοδιότητας που είναι αναγκαία για την άσκηση μιας αυτοτελούς τομεακής πολιτικής, κατάλληλης για την επίτευξη των οριζομένων στο άρθρο ΠΟΥ, παράγραφοι 1 και 2, στόχων.
18.
Σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα με τα υπομνήματα της, το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγω δεν διαψεύδεται σε καμία περίπτωση από τη δήλωση αριθ. 10 που είναι προσαρτημένη στη Συνθήκη, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του άρθρου 130 Ω δεν θίγουν τις απορρέουσες από την απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση «AETR», Επιτροπή κατά Συμβουλίου ( 17 ), αρχές. Όπως διευκρίνισαν η Επιτροπή και το Συμβούλιο, η εν λόγω απόφαση δεν επιβεβαιώνει τίποτε άλλο πέραν τούτου: όταν η Κοινότητα θεσπίζει κοινούς κανόνες για την εφαρμογή μιας κοινής πολιτικής, τα κράτη μέλη, τα οποία διαθέτουν απλώς και μόνο, όπως εν προκειμένω, συντρέχουσα αρμοδιότητα, δεν νομιμοποιούνται πλέον, ούτε ατομικώς ούτε συλλογικώς, να αναλαμβάνουν έναντι τρίτων κρατών δεσμεύσεις που θίγουν τους κανόνες αυτούς ή που αλλοιώνουν το περιεχόμενο τους. Επομένως, η νομολογία αυτή, όχι απλώς δεν διαψεύδει αλλ' ενισχύει τα συμπεράσματα που διατύπωσα σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ των αντιστοίχων πολιτικών της Κοινότητας και των κρατών μελών.
19.
Στο ίδιο πλαίσιο, μπορώ να προσθέσω δύο παρατηρήσεις. Κατά το άρθρο 130 Ξ, παράγραφος 2, η Επιτροπή μπορεί να αναλαμβάνει κάθε χρήσιμη πρωτοβουλία για την προώθηση του συντονισμού μεταξύ των πολιτικών των κρατών μελών και της δικής της. Ο συντονισμός αυτός απαιτεί τα επιφορτισμένα με τη διασφάλιση του όργανα να τυγχάνουν ισοτιμίας. Η Κοινότητα προωθεί τον συντονισμό και υπό την έννοια αυτή διαδραματίζει ενεργό ρόλο, κάτι που ασφαλώς είναι ασυμβίβαστο με την υποτιθέμενη εξάρτηση της κοινοτικής πολιτικής από εκείνη των κρατών μελών ( 18 ). Επίσης, κατά το άρθρο 130 Ω, η Κοινότητα μπορεί να θεσπίζει τα εμπίπτοντα στην αρμοδιότητα της μέτρα σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 228, παράγραφος 2, πρώτη αράδα, διαδικασία, ήτοι με ειδική πλειοψηφία, ύστερα από πρόταση της Επιτροπής και, δυνάμει της διατάξεως της παραγράφου 3 του ιδίου αυτού άρθρου, ύστερα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η εν λόγω διαδικασία λήψεως αποφάσεως διαφέρει εκείνης που προβλέπει το άρθρο 235 και που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για την άσκηση της επίδικης τομεακής πολιτικής, υπό την έννοια ότι καθιστά ευχερέστερη τη δράση της Κοινότητας λόγω του ότι αντικαθιστά την απαιτούμενη ομοφωνία του Συμβουλίου με την ειδική πλειοψηφία και το κανονιστικής φύσεως αυτό δεδομένο επιβεβαιώνει, για τους σκοπούς που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, ότι βούληση του νομοθέτη ήταν η προώθηση της πλήρους και αυτοτελούς αναπτύξεως της κοινοτικής πολιτικής.
20.
Ενόψει των κανονιστικής φύσεως δεδομένων, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ερμηνεία των αναλυθέντων κανόνων από την προσφεύγουσα. Όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, σκοπός του άρθρου 235 είναι να καλύψει την περίπτωση κατά την οποία στα κοινοτικά όργανα δεν έχουν χορηγηθεί, ρητώς ή σιωπηρώς, από ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, εξουσίες προς δράση, μόλοι von τέτοιες εξουσίες είναι εμφανώς αναγκαίες για να μπορεί η Κοινότητα να ασκήσει το έργο της προς πραγματοποίηση ενός από τους στόχους που καθορίζει η Συνθήκη ( 19 ). Μετά τη διευκρίνιση αυτή, θεωρώ ότι οι διατάξεις του τίτλου ΧVII έχουν την έννοια ότι περιγράφουν ορθώς τις «εξουσίες» που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του οριζομένου στο άρθρο 3, στοιχείο π', της Συνθήκης στόχου, γεγονός που αποκλείει την ανάγκη θεμελιώσεως των επί του θέματος παρεμβάσεων της Κοινότητας στο άρθρο 235. Άλλωστε, κατά την άποψη μου, η άσκηση της κοινοτικής αρμοδιότητας — έστω και αν γίνει επίκληση της αρχής της επικουρικότητας, όπως το πράττει η προσφεύγουσα — ανευρίσκει, στο σύστημα των επιδίκων διατάξεων, πλήρη και επακριβή δικαιολογητική βάση. Δυνάμει των ρητών διατάξεων της Συνθήκης, η πολιτική συνεργασίας πρέπει να συμπληρώνει εκείνη των κρατών μελών: πράγματι, η διάσταση της συνεργασίας για την ανάπτυξη και τα αποτελεσματικά μέτρα που απαιτεί μπορούν να υπερβαίνουν τις συνεισφορές και τους πόρους κάθε κράτους μέλους χωριστά. Άλλωστε, η συμπληρωματική παρέμβαση της Κοινότητας συνυπάρχει — όπως, άλλωστε, προβλέπουν ρητώς το άρθρο 130 Ω, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 25 της ιδίας της συμφωνίας ( 20 ) — με τη μονομερή δράση κάθε κράτους μέλους και πρέπει να συντονίζεται και εναρμονίζεται με αυτή. Άρα, η πρόβλεψη του κριτηρίου αυτού είναι αποτρεπτική του κινδύνου άσκοπων αλληλοπαρεμβάσεων μεταξύ της δράσεως της Κοινότητας και εκείνης των κρατών μελών. Η συντρέχουσα αρμοδιότητα, όπως παρίσταται στον υπό κρίση τομέα, μπορεί με τον τρόπο αυτό να λειτουργήσει με απόλυτη σύμπνοια σε σχέση με το κριτήριο της επικουρικότητας.
21.
Όπως προανέφερα, το ζήτημα ρυθμίζεται κατά τρόπο συστηματικό στη Συνθήκη. Υφίσταται ειδική και κατάλληλη για τη συνεργασία στην ανάπτυξη νομική βάση ( 21 ). Προεβλέφθη αυτοτελής πολιτική σε σχέση με εκείνες που ασκούνται σε εθνικό επίπεδο. Η Κοινότητα διαθέτει τα αναγκαία μέσα εφαρμογής της. Οι επίδικες διατάξεις της συμφωνίας πρέπει επομένως να ερμηνευθούν κατά τρόπο προσδίδοντα στους επιδιωκομένους με τον νέο αυτό τίτλο της Συνθήκης στόχους την πρέπουσα σημασία. Από τα παραπάνω έπονται ορισμένες συνέπειες, τις οποίες θα λάβω υπόψη στη συνέχεια, όταν θα διατυπώσω τα συμπεράσματα μου, και τις οποίες, πάντως, επισημαίνω από τώρα.
Η πρώτη συνίσταται στο ότι η πολιτική της συνεργασίας έχει την έννοια που πρέπει να έχει. Πρέπει να διακρίνεται δεόντως από την κοινή εμπορική πολιτική. Πράγματι, η Συνθήκη διακρίνει μεταξύ των δυο πολιτικών τόσο από απόψεως των αντιστοίχων στόχων όσο και από απόψεως των διατιθεμένων για την πραγματοποίηση τους μέσων ( 22 ).
Δεύτερον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι απονεμημένες στην Κοινότητα αρμοδιότητες για τους σκοπούς της πολιτικής συνεργασίας στοχεύουν στην πραγματοποίηση των φιλοδοξών στόχων που προβλέπονται στο τμήμα αυτό της Συνθήκης. Οι κοινοτικές Συνθήκες αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων τους μέσω αποτελεσματικών μηχανισμών, όπως παρατήρησε εύστοχα σε άλλη ευκαιρία ο γενικός εισαγγελέας Otto Lenz ( 23 ). Τα όργανα της κοινοτικής δράσεως πρέπει να είναι κατάλληλα για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων και εναπόκειται στον ερμηνευτή να προσδώσει συνοχή στη νέα πολιτική, διασφαλίζοντας την πρακτική αποτελεσματικότητα των νέων διατάξεων που αναφέρονται συγκεκριμένα σ' αυτή.
Τέλος, η εξέταση των θεμάτων που καλύπτει η συνεργασία για την ανάπτυξη πρέπει να γίνει λαμβάνοντας επιμελώς υπόψη το περιεχόμενο των συμφωνιών της τρίτης γενεάς, εφόσον το θέμα έχει ήδη κωδικοποιηθεί με τη Συνθήκη, κυρίως σε σχέση με τους στόχους και το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής κατηγορίας διεθνών πράξεων ( 24 ).
Προστασία των δ ικαιωμάτων του ανθρώπου
22.
Το άρθρο 1 της συμφωνίας είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των δημοκρατικών αρχών είναι η βάση της συνεργασίας των συμβαλλομένων μερών και των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας και συνιστά αποφασιστικό στοιχείο της παρούσας συμφωνίας.»
Θέσεις των διαδίκων
23.
Η Πορτογαλική Δημοκρατία εκτιμά ότι η διάταξη αυτή θα έπρεπε να έχει ως νομική βάση το άρθρο 235 της Συνθήκης. Μολονότι αναγνωρίζεται ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου κατέχουν κεντρική θέση στην κοινοτική έννομη τάξη, τούτο δεν σημαίνει ότι η Κοινότητα μπορεί να θεσπίζει μέτρα στον οικείο τομέα, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό πεδίο. Αλλά ούτε η συγκεκριμένη διάταξη της συμφωνίας δικαιολογείται από τη ρητή διάταξη του άρθρου του άρθρου 130 Υ, παράγραφος 2, δυνάμει της οποίας η πολιτική της Κοινότητας πρέπει να συμβάλλει στον «σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Πρόκειται, κατά την άποψη της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, απλώς για υπόμνηση ενός γενικού στόχου, η επίτευξη του οποίου θα έπρεπε να επιδιώκεται με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του τίτλου XVII μέσα δράσεως. Επομένως, το θέμα θα έπρεπε να ρυθμίζεται από τις συναπτόμενες εκ μέρους της Κοινότητας και των κρατών μελών συμφωνίες εντός των ορίων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους. Υπό την οπτική αυτή γωνία, είναι αδιάφορον, όσον αφορά το κατά πόσον είναι κατάλληλη η επιλεγείσα νομική βάση, το αν η τήρηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου συνιστά «το αποφασιστικό στοιχείο» της συμφωνίας. Με άλλους λόγους, η επίδικη διάταξη συνιστά απλώς το πρώτο βήμα για τη λήψη άλλων ενδεχομένων πράξεων που θα έπρεπε να στηρίζονται στο άρθρο 235.
24.
Το Συμβούλιο αντιτάσσει εν γένει ότι η άποψη της προσφεύγουσας διακρίνει κατά τρόπον επίπλαστο μεταξύ των στόχων της κοινοτικής δράσεως, όπως παρατίθενται στο άρθρο 130 Υ, και των προβλεπομένων προς τούτο με τα άρθρα 130 Χ και 130 Ω μέσων, πράγμα το οποίο οδηγεί σε ένα παράδοξο αποτέλεσμα: κάθε δράση αντιστοιχούσα στους απαριθμούμενους στο άρθρο 130 Υ σκοπούς θα έπρεπε να έχει ως νομική βάση το άρθρο 235. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται επίσης ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως αποφασιστικής σημασίας στοιχείο της συμφωνίας ευρίσκει ευθέως έρεισμα στο άρθρο 130 Υ και έχει ως πρακτική και νόμιμη συνέπεια να παρέχει στην Κοινότητα την εξουσιοδότηση να παύει ή να αναστέλλει τη σχέση συνεργασίας, αν η επωφελούμενη από την κοινοτική βοήθεια χώρα διέπραξε σοβαρές παραβιάσεις, περιφρονώντας αξίες των οποίων σκοπείται η προστασία. Η Επιτροπή και το Βασίλειο της Δανίας συμφωνούν, με τις αντίστοιχες παρατηρήσεις τους, ως προς τον απολύτως θεμιτό χαρακτήρα της περιλαμβανομένης στο άρθρο 1 της συμφωνίας ρήτρας.
Εκτίμηση
25.
Η νομολογία του Δικαστηρίου και ο κανόνας του άρθρο ΣΤ, παράγραφος 2, ο οποίος συμπεριελήφθη στη Συνθήκη, εμφανίζουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως στόχο με τον οποίο πρέπει να συνάδει η δραστηριότητα της Ενώσεως στο σύνολο της. Όπως επανέλαβε πρόσφατα το Δικαστήριο:
«τα θεμελιώδη δικαιώματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο. Ως προς αυτό, το Δικαστήριο εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, καθώς και από τις ενδείξεις τις οποίες παρέχουν οι διεθνείς πράξεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τις οποίες έχουν συνεργαστεί ή στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη» ( 25 ).
26.
Άρα, η άποψη αυτή πρέπει να τύχει εφαρμογής, εν προκειμένω, όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με τη συνεργασία για την ανάπτυξη ( 26 ). Η ασκούμενη στον τομέα αυτόν πολιτική πρέπει να «συμβάλλει» στον γενικό στόχο (...) του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών. Με άλλους λόγους, η συνεργασία προϋποθέτει την τήρηση των δημοκρατικών αρχών και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων που ισχύουν εντός του κράτους που συνεργάζεται με την Κοινότητα ( 27 ).
27.
Άλλωστε, η εγκαθίδρυση σχέσεων αλληξαρτήσεως μεταξύ της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της συνεργασίας για την ανάπτυξη δεν είναι προϊόν νέου προσανατολισμού της κοινοτικής δράσεως. Από τα μέσα της δεκαετίας του '80 διάφορες πράξεις αναγνώρισαν την ύπαρξη της σχέσεως αυτής. Υπενθυμίζω τις σημαντικότερες. Η πρώτη είναι η δήλωση των Υπουργών Εξωτερικών της 21ης Ιουλίου 1986, με την οποία βεβαιωνόταν ότι ο σεβασμός, η ανάπτυξη και η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου συνιστά βασικό στοιχείο των διεθνών σχέσεων, και έναν από τους πυλώνες της ευρωπαϊκής συνεργασίας και των σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας, των κρατών μελών και των τρίτων χωρών. Αργότερα, σε ανακοίνωση της προς το Συμβούλιο, της 13ης Μαρτίου 1991, η Επιτροπή τόνισε την ανάγκη συνδέσεως των πολιτικών της συνεργασίας για την ανάπτυξη με τον σεβασμό και την προώθηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, καθώς και την υποστήριξη των δημοκρατικών διαδικασιών στις χώρες αυτές ( 28 ). Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 26ης και 27ης Ιουνίου 1992 επαναβεβαίωσε ότι «ο σεβασμός, η προώθηση και η προάσπιση των δικαιωμάτων τον ανθρώπου συνιστούν σημαντικό παράγοντα των διεθνών σχέσεων και (...) έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της συνεργασίας», και απέδωσε «ιδιαίτερη σημασία στην ανάληψη θετικών πρωτοβουλιών με σκοπό την ενεργό υποστήριξη προς τις χώρες που εγκαθιδρύουν τη δημοκρατία, βελτιώνουν την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και προωθούν υγιή διαχείριση» ( 29 ). Τέλος, με το ψήφισμα του Συμβουλίου και των κρατών μελών της 28ης Νοεμβρίου 1991 για τα δικαιώματα του ανθρώπου, τη δημοκρατία και την ανάπτυξη αναγνωρίστηκε ο παγκόσμιος χαρακτήρας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και το καθήκον όλων των κρατών μελών για την προώθηση τους, ενώ επιβεβαιώθηκε ότι η ισόρροπη και διαρκής ανάπτυξη στηρίζεται στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου ( 30 ) ( 31 ). Οι δείκτες αυτοί επιβεβαιώθηκαν οριστικά με τον προαναφερθέντα κανονισμό 443/92. Συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 2 του κανονισμού αναγνωρίζει ρητώς ότι «οι κοινοτικές πολιτικές της αναπτύξεως και της συνεργασίας σκοπεύουν στην προώθηση του ανθρώπινου παράγοντα» (πρώτο εδάφιο) και ότι «η πραγμάτωση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, καθώς και των δημοκρατικών αρχών, είναι προϋποθέσεις για την πραγματική και διαρκή οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη» (δεύτερο εδάφιο).
28.
Τούτου δοθέντος, η αποκαλούμενη δημοκρατική ρήτρα, όπως είναι διατυπωμένη στο άρθρο 1 της συμφωνίας, μπορεί να αποτελέσει τμήμα συμφωνίας συναπτόμενης δυνάμει του άρθρου 130 Ω. Η ενσωμάτωση μιας τέτοιας ρήτρας — η οποία κατέστη πλέον συνήθης πρακτική της κοινοτικής δράσεως, αφότου καθιερώθηκαν οι συμφωνίες της τρίτης γενεάς ( 32 ) — αποσκοπεί συγκεκριμένα στην προσαρμογή της πολιτικής της συνεργασίας στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, σύμφωνα με όσα υποδεικνύει η Συνθήκη. Ενέχει τη λειτουργική αυτή αξία και αποσκοπεί στο να παράσχει στην Κοινότητα τη δυνατότητα να ασκεί το δικαίωμα της λύσεως της συμφωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 60 της Συμβάσεως της Βιέννης, οσάκις το τρίτο κράτος δεν σέβεται τα δικαιώματα του ανθρώπου ( 33 ). Αυτή, άλλωστε, είναι η σημασία της αναφοράς της συμφωνίας στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι οποιαδήποτε άλλη. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στοχεύει απερίφραστα στην επιδίωξη των στόχων, της πολιτικής της συνεργασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου ΠΟΥ.
29.
Η τελευταία αυτή διάταξη της Συνθήκης παρέχει με τον τρόπο αυτό ασφαλή νομική βάση στο άρθρο 1 της συμφωνίας. Θα έλεγα και κάτι ακόμη. Οι κοινοτικές παρεμβάσεις επί του θέματος στο σύνολο τους τονίζουν τη σημασία που αποδίδεται στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου στα πλαίσια της πολιτικής βοήθειας της αναπτύξεως των τρίτων χωρών. Λαμβανόμενη μάλιστα δεόντως υπόψη, η δημοκρατική ρήτρα πρέπει να θεωρείται ως αναγκαία για τους σκοπούς της θεμιτής ασκήσεως της πολιτικής της συνεργασίας για την ανάπτυξη. Στην παραγματικότητα, ας μου επιτραπεί να προσθέσω, η έλλειψη μιας τέτοιας ρήτρας θα αποδυνάμωνε τον θεμιτό χαρακτήρα της κοινοτικής δράσεως, εφόσον δεν θα διασφαλιζόταν πλέον ο σεβασμός των σαφών διατάξεων του άρθρου 130 Υ. Επομένως, δεν μπορώ να συμμεριστώ τις ενστάσεις που προέβαλε στο θέμα αυτό η προσφεύγουσα.
Ενέργεια, Τουρισμός και Πολιτισμός
Το άρθρο 7 είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν τη σημασία του ενεργειακού τομέα για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη και αναλαμβάνουν να εντείνουν τη συνεργασία όσον αφορά ειδικότερα την παραγωγή, εξοικονόμηση και ορθολογική χρήση της ενέργειας. Αυτή η βελτιωμένη μορφή συνεργασίας περιλαμβάνει τον ενεργειακό προγραμματισμό, τις μη συμβατικές μορφές ενέργειας, όπως η ηλιακή, και την εξέταση των επιπτώσεων της στο περιβάλλον.»
Το άρθρο 13 είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της συνεργασίας μέσω ειδικών μέτρων όπως:
α)
η ανταλλαγή πληροφοριών και η διενέργεια μελετών
β)
προγράμματα καταρτίσεως
γ)
η προώθηση των επενδύσεων και των κοινών επιχειρήσεων.»
Το άρθρο 15 είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη συνεργάζονται στους τομείς της πληροφορήσεως και του πολιτισμού, με σκοπό την αμοιβαία κατανόηση και την ενίσχυση των πολιτιστικών δεσμών. Αυτή η συνεργασία μπορεί να περιλαμβάνει:
α)
την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με θέματα πολιτιστικού ενδιαφέροντος
β)
προπαρασκευαστικές μελέτες και τεχνική βοήθεια για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς·
γ)
συνεργασία στον τομέα των μέσων ενημερώσεως και οπτικοακουστικών πληροφοριών
δ)
την οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων και ανταλλαγών.·»
Θέσεις των διαδίκων
30.
Όσον αφορά τους τρεις αυτούς τομείς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η κοινοτική αρμοδιότητα δεν διαθέτει συγκεκριμένες νομικές βάσεις και ότι, κατά συνέπεια, η σύναψη της συμφωνίας απαιτούσε κατ' ανάγκη την προσφυγή στο άρθρο 235. Συγκεκριμένα, η ενέργεια και ο τουρισμός αποτελούν εν γένει αντικείμενο αποκλειστικώς του άρθρου 3, στοιχείο τ', της Συνθήκης, ενώ η αρμοδιότητα που το άρθρο 128, παράγραφος 2, απονέμει στην Κοινότητα σε πολιτιστικά θέματα έγκειται απλώς στον συντονισμό των δράσεων ( 34 ).
Επίσης, οι ρήτρες της συμφωνίας προϋποθέτουν την έκδοση περαιτέρω μέτρων, όπως επί παραδείγματι σε θέματα εναλλακτικών μορφών ενέργειας, για τις οποίες, πέραν της προσφυγής στο άρθρο 235, δεν υφίσταται άλλος νομιμοποιητικός της κοινοτικής παρεμβάσεως τίτλος.
31.
Σύμφωνα με το καθού και την Επιτροπή, οι διατάξεις αυτές της συμφωνίας έχουν, αντίθετα, παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τη συνεργασία για την ανάπτυξη, η οποία συνιστά τον βασικό πυρήνα της πράξεως, ενώ, εξάλλου, δεν έχουν κανονιστικό περιεχόμενο.
Εκτίμηση
32.
Ενώπιον της υποστηριζόμενης από την Πορτογαλική Δημοκρατία απόψεως, οφείλω να ερευνήσω αν τα επίδικα θέματα μπορούν να συνδεθούν με τους στόχους της συνεργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 130 Υ, και αν οι διατάξεις της συμφωνίας μπορούν, ενόψει του περιεχομένου τους, να ενταχθούν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής των προβλεπομένων με το άρθρο 130 Ω συμφωνιών.
33.
Η απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος είναι κατ' εμέ καταφατική. Τα τρία επίδικα θέματα έχουν κεφαλαιώδη σημασία για την ανάπτυξη και εμπίπτουν ασφαλώς εντός των ορίων του οικείου τομέα, ο ορισμός του οποίου διαμορφώθηκε σταδιακά με τις συνεχείς συμφωνίες συνεργασίας και αποκρυσταλλώθηκε με το άρθρο 130 Υ της Συνθήκης. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστικό ότι οι τομείς αυτοί της οικονομίας αποτέλεσαν αντικείμενο παλαιοτέρων παρεμβάσεων της Κοινότητας και υπό την έννοια αυτή αποτελούν τμήμα του κοινοτικού επί του θέματος κεκτημένου ( 35 ).
34.
Ως προς την ενέργεια, χωρίς να απαιτείται να επεκταθώ περισσότερο επί του θέματος, και μόνο το περιλαμβανόμενο στο οικείο άρθρο της συμφωνίας στοιχείο ότι ο εν λόγω τομέας είναι σημαντικός «για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη» είναι ασφαλώς αποφασιστικής σημασίας. Εξάλλου, το άρθρο 8 του κανονισμού 443/92 προέβλεπε ήδη ότι η οικονομική συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες «περιλαμβάνει όλους τους οικονομικούς, τεχνικούς και επιστημονικούς τομείς, ιδίως την ενέργεια» (σημείο 1) ( 36 ). Μεταξύ των διαφόρων πηγών ενέργειας, ευνοούνται, όπως διευκρινίζει το άρθρο 7 της συμφωνίας, οι εναλλακτικές ενέργειες. Η λύση αυτή τελεί σε πλήρη αρμονία με τον επιβαλλόμενο σεβασμό του περιβάλλοντος, ο οποίος, όπως είχα ήδη την ευκαιρία να παρατηρήσω, συνδέεται προς την έννοια της βιώσιμης αναπτύξεως και προς την «βιομηχανική οικολογία» για την οποία γίνεται λόγος στο ίδιο άρθρο του κανονισμού που μόλις προανέφερα.
Στην ίδια ακολουθία σκέψεων κινείται και το θέμα του τουρισμού. Και στην περίπτωση αυτή, ευρισκόμεθα ενώπιον μιας οικονομικής δραστηριότητας, η οποία ενέχει για τις αναπτυσσόμενες χώρες σημαντική σημασία και η οποία ως τοιαύτη, ενόψει του ότι συμβάλλει στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη τους και στην καταπολέμηση της ένδειας, πρέπει να εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 130 Υ, τελώντας σε κατάσταση αγαστής συνοχής με την ερμηνεία της εννοίας της αναπτύξεως που προτείνουν οι συμφωνίες της τρίτης γενεάς.
Τέλος, υπάρχει και το θέμα του πολιτισμού. Εν προκειμένω, είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς τι προβλέπει η Συνθήκη με τις διατάξεις του τίτλου IX. Το άρθρο 128, παράγραφος 4, συνδέει την πολιτιστική πολιτική με τις λοιπές πολιτικές που ασκεί η Κοινότητα: «η Κοινότητα λαμβάνει υπόψη της τις πολιτιστικές πτυχές όταν αναλαμβάνει δράση δυνάμει άλλων διατάξεων της παρούσας Συνθήκης». Η παράγραφος 3 του ιδίου άρθρου αποτελεί προφανώς προέκταση, στο διεθνές επίπεδο, της κοινοτικής δράσεως στον εν λόγω τομέα, προβλέποντας ότι «η Κοινότητα και τα κράτη μέλη ευνοούν τη συνεργασία με τις τρίτες χώρες (...) στον πολιτιστικό τομέα».
Επομένως, ο πολιτισμός συνιστά «εγκάρσιο» στόχο της Κοινότητας που επιδρά στις άλλες τομεακές πολιτικές και που σημαδεύει, ακόμη και σε θέματα συνεργασίας για την ανάπτυξη, τη διεθνή δράση της.
35.
Υπό την έποψη αυτή, είναι εύγλωττες τόσο η δήλωση του Συμβουλίου για τη συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής και Ασίας (που προανέφερα ήδη στην υποσημείωση 31, σημείο 2), συμφωνά με την οποία «η κοινοτική συνεργασία καταβάλλεται προσπάθεια να ενισχύσει την πολιτιστική διάσταση στις σχέσεις μεταξύ των δύο περιοχών» (η υπογράμμιση δική μου), όσο και η διάταξη του άρθρου 5, έκτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 443/92, σύμφωνα με την οποία «η πολιτιστική διάσταση της αναπτύξεως πρέπει να αποτελεί μόνιμο στόχο για όλες τις δραστηριότητες και όλα τα προγράμματα με τα οποία συνδέεται η Κοινότητα», αλλά και η πρακτική της Κοινότητας, η οποία χαρακτηρίζεται από το ότι αριθμός συμφωνιών συναπτομένων με τις αναπτυσσόμενες χώρες περιλαμβάνει το θέμα αυτό ( 37 ).
36.
Επομένως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα θέματα αυτά εμπίπτουν, ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους, στην έννοια της συνεργασίας για την ανάπτυξη. Πάντως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο των διατάξεων της συμφωνίας. Αν δημιουργούσαν εις βάρος των κρατών μελών λεπτομερείς ειδικές υποχρεώσεις, τότε η αρμοδιότητα της Κοινότητας θα μπορούσε να αμφισβητηθεί λόγω των ενδεχομένων, από την άσκηση της, επιπτώσεων στην εσωτερική αγορά, οπότε δεν θα επρόκειτο για μέτρα, το έρεισμα των οποίων θα μπορούσε να αναζητηθεί στο άρθρο 130 Ω.
37.
Πάντως, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Οι διατάξεις της συμφωνίας που προανέφερα χαρακτηρίζονται στο σύνολο τους από την έλλειψη κανονιστικού περιεχομένου. Στον τομέα της ενέργειας, τα συμβαλλόμενα μέρη «αναλαμβάνουν τη δέσμευση να εντείνουν την συνεργασία», στον τομέα του τουρισμού, «συμφωνούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη της συνεργασίας», ενώ στον πολιτιστικό τομέα, «συνεργάζονται στο (...) με σκοπό την αμοιβαία κατανόηση και την ενίσχυση των πολιτιστικών δεσμών».
Αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για δηλώσεις αρχής και όχι για διατάξεις που περιλαμβάνουν ακριβείς υποχρεώσεις δεσμεύουσες τα συμβαλλόμενα μέρη. Αφετέρου, δεν μπορώ να συμμεριστώ την άποψη της προσφεύγουσας ότι η συμφωνία προβλέπει τη θέσπιση μέτρων που απαιτούν την προσφυγή στο άρθρο 235. Οι προβλεπόμενες δράσεις (ανταλλαγή πληροφοριών, κατάρτιση μελετών, δραστηριότητες προωθήσεως και καταρτίσεως), έστω και αν έχουν γενικό περιεχόμενο, συνδέονται ευθέως και προφανώς με την ανάπτυξη στους τομείς αυτούς και μπορούν, ενόψει του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους, να στηρίζονται στη νομική βάση που επελέγη για τη σύναψη χης συμφωνίας ( 38 ). Φρονώ, λοιπόν, ότι οφείλω να συνταχθώ με την άποψη του καθου.
Πνευματική ιδιοκτησία
38.
Το άρθρο 10 της συμφωνίας είναι διατυπωμένο ως εξής:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν, στο βαθμό που το επιτρέπουν οι αντίστοιχες νομοθεσίες, ρυθμίσεις και πολιτικές, κατάλληλη και αποτελεσματική προστασία στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας καθώς και στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, στα εμπορικά σήματα ή στα σήματα υπηρεσιών, στα συγγραφικά και συγγενικά δικαιώματα, στις γεωγραφικές ενδείξεις (περιλαμβανομένων των ονομασιών καταγωγής), στα βιομηχανικά σχέδια και σας τοπογραφίες ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, ενισχύοντας αυτήν την προστασία, όπου είναι επιθυμητό. Αναλαμβάνουν επίσης, όπου είναι δυνατό, να διευκολύνουν την πρόσβασηστις βάσεις δεδομένων των οργανισμών πνευματικής ιδιοκτησίας.»
Θέσεις των διαδίκων
39.
Η Πορτογαλική Δημοκρατία εκτιμά ότι η Κοινότητα δεν είναι εξουσιοδοτημένη, βάσει των άρθρων 113 και 130 Ω, να αναλαμβάνει παρόμοιες δεσμεύσεις. Προς στήριξη της απόψεως της, επικαλείται τις αποφάσεις που εξέδωσε επί του θέματος το Δικαστήριο, το οποίο επιβεβαίωσε ότι, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων εναρμονίσεως, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίζουν, τηρώντας τις διεθνείς συμβάσεις, τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής ιδιοκτησίας ( 39 ). Η ratio της νομολογίας αυτής έγκειται στο να παρεμποδίζει την Κοινότητα να κάνει χρήση των διεθνών συμφωνιών ως πλάγιο τρόπο για την ιδιοποίηση πεδίων εντός των οποίων, αντίθετα, οφείλει να δρα τηρώντας τις διαδικαστικές λεπτομέρειες και τους κανόνες περί ψηφοφορίας που θέτουν τα άρθρα 100 και 100 Α, όσον αφορά τα μέτρα εναρμονίσεως της εσωτερικής αγοράς, ή το άρθρο 235, όσον αφορά τη δημιουργία νέων τίτλων ισχύος υπέρτερης των εθνικών ( 40 ). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνει και η γνωμοδότηση 1/94, με την οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη από κοινού αρμοδιότητας των κρατών μελών και της Κοινότητας σε σχέση με τη συμφωνία TRIPs ( 41 ).
40.
Το Συμβούλιο, με το οποίο συντάσσεται και η Επιτροπή, εκτιμά ότι οι ρήτρες της συμφωνίας είναι περιορισμένης εκτάσεως και συνεπάγονται σημαντικές υποχρεώσεις για τη Δημοκρατία της Ινδίας. Επί της βάσεως αυτής, αναφερόμενο στα όσα συνήγαγε το Δικαστήριο με τη γνωμοδότηση 1/94, το Συμβούλιο συμπεραίνει ότι η Κοινότητα νομιμοποιούνταν να συνάψει τη συμφωνία, χωρίς τη συνδρομή των κρατών μελών, στηριζόμενο στο άρθρο 113.
Εκτίμηση
41.
Με τη σειρά μου, εκτιμώ επίσης ότι η εξέταση του ζητήματος πρέπει να χωρήσει βάσει των όσων αποφάσισε το Δικαστήριο με τη γνωμοδότηση 1/94. Γεγονός είναι ότι η γνωμοδότηση αυτή επιβεβαιώνει ότι η Κοινότητα δεν διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι υφίσταται κατ' ανάγκη συντρέχουσα αρμοδιότητα των κρατών μελών, γεγονός που συνεπάγεται ότι, στο πλαίσιο των εξωτερικών σχέσεων, το θέμα ρυθμίζεται μόνο μέσω μικτής συμφωνίας.
42.
Πρέπει, πάντως, να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό επ' ευκαιρία μιας συμφωνίας η οποία έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής, πολύ λεπτομερές περιεχόμενο και αποσκοπεί στην «ενίσχυση και εναρμόνιση της προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας σε παγκόσμια κλίμακα», σε χρόνο κατά τον οποίο δεν υφίσταντο μέτρα κοινοτικής εναρμονίσεως ( 42 ). Αυτό συνέβαινε και εν προκειμένω υπό την έννοια ότι δεν υφίσταντο μέτρα εναρμονίσεως. Επομένως, η Κοιότητα δεν είχε ασκήσει την αρμοδιότητα που θα της επέτρεπε να ρυθμίσει το θέμα στο εσωτερικό πεδίο, οπότε γίνεται αντιληπτό το γιατί το Δικαστήριο κατέληξε να μην αναγνωρίσει στην Κοινότητα, υπό τις περιστάσεις εκείνες, την αποκλειστική εξουσία συνάψεως των διεθνών συμφωνιών ( 43 ).
43.
Πάντως, εκτιμώντας τη νομιμότητα των ρητρών σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας που περιλαμβάνουν οι συναπτόμενες από την Κοινότητα βάσει του άρθρου 113 συμφωνίες, το Δικαστήριο αποκλίνει εν μέρει από την προεξαγγελθείσα αρχή. Πράγματι, αναγνωρίστηκε πλήρης αρμοδιότητα της Κοινότητας επί του θέματος σε περίπτωση που η συναφθείσα βάσει του άρθρου 113 διεθνής συμφωνία περιλαμβάνει «διατάξεις παρακολουθηματικού χαρακτήρα που θεσπίζουν διαδικασίες απλής διαβουλεύσεως ή ρήτρες με τις οποίες καλείται το άλλο μέρος να ανυψώσει το επίπεδο προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας» ( 44 ).
44.
Ας εξετάσουμε την περίπτωση της υπό κρίση διαφοράς υπό το φως της στάσεως του Δικαστηρίου. Όπως είναι διατυπωμένη, η επίδικη ρήτρα της συμφωνίας δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς τις διατάξεις που περιέχει η συμφωνία TRIPs. Λαμβάνοντας υπόψη τη διαμορφωθείσα με τη νομολογία του Δικαστηρίου έννοια της κοινής εμπορικής πολιτικής, θεωρώ ότι η εν λόγω ρήτρα μπορεί κάλλιστα να ενταχθεί στο πλαίσιο του άρθρου 113, όπως υποστηρίζουν η Επιτροπή και το Συμβούλιο ( 45 ). Οι κανόνες του άρθρου 10 μπορούν, πράγματι, λόγω του περιεχομένου τους, να θεωρηθούν ως «παρακολουθηματικοΰ χαρακτήρα διατάξεις», όπως ακριβώς εννοεί την κατηγορία αυτή το Δικαστήριο ( 46 ). Ακριβέστερα, οι ακόλουθες σκέψεις συνηγορούν υπέρ της απόψεως αυτής.
45.
Πρώτον, η διάταξη της υπό κρίση συμφωνίας δεν έχει ούτε τους στόχους ούτε τα αποτελέσματα ενός κανόνα εναρμονίσεως. Το περιεχόμενο της είναι απολύτως σαφές. Περιορίζεται στην απλή αναφορά ότι η κατάλληλη και αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας πρόκειται να διασφαλιστεί σύμφωνα με τη νομοθεσία, την κανονιστική ρύθμιση και τις πολιτικές που ακολουθούν τα συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως, δεν ευρισκόμεθα ενώπιον μιας διεθνούς δραστηριότητας της Κοινότητας ικανής να έχει επιπτώσεις στη διαδικασία εναρμονίσεως της κανονιστικής ρυθμίσεως της εσωτερικής αγοράς. Αν τα πράγματα έχουν έτσι, δεν συντρέχουν εν προκειμένω τα στοιχεία επί των οποίων το Δικαστήριο θεμελίωσε την απόφαση του περί της συμφωνίας TRIPs ( 47 ).
46.
Δεύτερον, η απορρέουσα από τη συμφωνία υποχρέωση ισοδυναμεί εν τέλει, κατά την άποψη μου, με απλό κίνητρο για την εφαρμογή της κανονιστικής ρυθμίσεως, ήτοι, για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα που μετήλθε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση, με μια «πρόσκληση» του ενός προς το έτερο από τα συμβαλλόμενα μέρη να ανυψώσει το επίπεδο προστασίας. Υπό την έποψη αυτή, η επιβαλλόμενη υποχρέωση πρέπει να εξομοιωθεί με υφολογικής φύσεως ρήτρα, το περιεχόμενο της οποίας θα μπορούσε να ειπωθεί ότι έχει εξόχως πολιτικό χαρακτήρα και της οποίας η από απόψεως δικαίου λειτουργία περιορίζεται αποκλειστικώς στο να επιτρέψει τη λύση ή την αναστολή της συμφωνίας, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος αθετεί την αναληφθείσα υποχρέωση να διασφαλίσει στην πράξη την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Αδιάφορο είναι εν προκειμένω το αν η ίδια η Κοινότητα αναλαμβάνει τη δέσμευση, κατ' απόκλιση των όσων προέβλεπαν άλλες συμφωνίες συνεργασίας, να τηρεί τη νομοθεσία της, την κανονιστική ρύθμιση της και την πολιτική της επί του θέματος ( 48 ). Δεδομένου ότι δεν πρόκειται για τομέα εμπίπτοντα στην αποκλειστική παρέμβαση της Κοινότητας, η απονομή σ' αυτήν των συναφών αρμοδιοτήτων διέπεται από τους ισχύοντες επί του θέματος κανόνες της κοινοτικής έννομης τάξεως. Με άλλους λόγους, η αναληφθείσα υποχρέωση πρέπει και θα εξακολουθεί να αφορά αποκλειστικώς τους τομείς εκείνους του συγκεκριμένου θέματος εντός των οποίων η Κοινότητα άσκησε τις αρμοδιότητες της δυνάμει των άρθρων 100, 100 Α και 235 ( 49 ).
47.
Πέραν τούτου, η συλλογιστική που ανέπτυξε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση του ως προς τον σύνδεσμο μεταξύ της πνευματικής ιδιοκτησίας και του εμπορίου των προϊόντων ενέχει ιδιαίτερη σημασία για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Πράγματι, τα δικαιώματα αποκλειστικότητας συνιστούν ομολογουμένως èva κίνητρο, αναγνωριζόμενα ως μέσον επιτεύξεως της οικονομικής και κοινωνικής αυτής αναπτύξεως, γενικού στόχου του άρθρου 130 Υ. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η κανονιστική ρύθμιση της πνευματικής ιδιοκτησίας χαρακτηρίζει τις έννομες τάξεις των πλέον ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών. Επομένως, η επίδικη ρήτρα συμβάλλει στην επίτευξη του στόχου της συμφωνίας που προβλέπεται ρητά με τη Συνθήκη, ήτοι «στην αρμονική και προοδευτική ένταξη των αναπτυσσόμενων χωρών στη διεθνή οικονομία.»
48.
Εν συμπεράσματι, το άρθρο 10 της Συμφωνίας εντάσσεται — λόγω των στόχων που επιδιώκει και της διατυπώσεως του, καθώς και του γεγονότος ότι επιβάλλει υποχρεώσεις που έχουν απλώς παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τον κύριο στόχο της κανονιστικής ρυθμίσεως που περιλαμβάνει η διεθνής αυτή πράξη — στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής. Άρα, νομιμοποιείται να έχει ως νομική βάση το άρθρο 113. Το αίτημα της προσφεύγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Καταπολέμηση των ναρκωτικών
Το άρθρο 19 είναι διατυπωμένο ως εξής:
«1.
Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβεβαιώνουν τη βούληση τους, σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητες, να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα της οικείας πολιτικής και μέτρων, να ελέγχουν την προσφορά και διακίνηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών και να μεριμνούν για την πρόληψη και μείωση της χρήσεως ναρκωτικών, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές εργασίες σε διεθνή πλαίσια.
2.
Η συνεργασία περιλαμβάνει:
α)
την κατάρτιση, εκπαίδευση, θεραπευτική αγωγή και αποτοξίνωση των τοξικομανών, καθώς και σχέδια για την επανένταξη των τοξικομανών στο εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον·
β)
μέτρα για την ενθάρρυνση εναλλακτικών οικονομικών λύσεων
γ)
τεχνική, οικονομική και διοικητική βοήθεια για τον έλεγχο του εμπορίου προδρόμων ουσιών, την πρόληψη, τη θεραπευτική αγωγή και τον περιορισμό της χρήσεως ναρκωτικών
δ)
ανταλλαγή όλων των σχετικών πληροφοριών, όσον αφορά επίσης το “ξέπλυμα του χρήματος”.»
Θέσεις των διαδίκων
49.
Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η επίδικη διάταξη συνεπάγεται αμοιβαίες δεσμεύσεις σε θέματα καταπολεμήσεως των ναρκωτικών. Πάντως, στη Συνθήκη δεν απαντούν κανόνες παρέχοντες εξουσιοδότηση για δράση στον τομέα αυτό ούτε κοινοτικές παρεμβάσεις στην εσωτερική αγορά, ώστε να δικαιολογείται η πρόβλεψη με τη συμφωνία παρομοίων διατάξεων. Εν πάση περιπτώσει, αφής στιγμής αφορούν τη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων (οι οποίοι ρυθμίζονται από το άρθρο Κ.1, σημεία 4 και 9, της Συνθήκης), οι επίδικες ρήτρες έπρεπε να θεσπιστούν σύμφωνα με τη διαδικασία της μικτής συμφωνίας.
50.
Εξάλλου, το Συμβούλιο διατείνεται ότι οι διάφορες κοινοτικές πράξεις, η νομική βάση των οποίων δεν αμφισβητείται ( 50 ), ρυθμίζουν ορισμένες πτυχές του θέματος εντός της εσωτερικής αγοράς, γεγονός που επιτρέπει στην Κοινότητα να ασχολείται, κατ' εφαρμογήν της αρχής της παραλληλίας, με το ίδιο θέμα και στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων. Η άποψη της Επιτροπής διαφέρει: οι κανόνες για την καταπολέμηση των ναρκωτικών που περιλαμβάνει η συμφωνία θα έπρεπε να συνδέονται ευθέως με την επιδίωξη των στόχων των κοινωνικής και οικονομικής αναπτύξεως και να έχουν νομικό έρεισμα το άρθρο 130 Ω.
Εκτίμηση
51.
Η καταπολέμηση των ναρκωτικών αναγνωρίστηκε ρητώς στην κοινοτική έννομη τάξη μόλις με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Πάντως, η κανονιστική ρύθμιση του θέματος εμπίπτει, ανάλογα με την περίπτωση, στη σφαίρα αρμοδιότητας της Κοινότητας ή σε τομείς, οι οποίοι, σύμφωνα με το σύστημα του Μάαστριχτ, επιφυλάσσονται αποκλειστικά στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, καθώς και στη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων.
Ειδικότερα, το άρθρο Κ.1, το οποίο διέπει, σε επίπεδο Ενώσεως, τη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, περιλαμβάνει μεταξύ των τομέων τους οποίους τα κράτη μέλη «θεωρούν» ως «θέματα κοινού ενδιαφέροντος» την καταπολέμηση της τοξικομανίας (σημείο 4), είτε γενικώς είτε στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (σημείο 7), την τελωνειακή συνεργασία (σημείο 8) και την αστυνομική συνεργασία (σημείο 9).
Αντίθετα, ο συναφής κανόνας σε κοινοτικό επίπεδο είναι εκείνος του άρθρου 129, ο οποίος ανάγει σε «συνταγματικής φύσεως», υπό ορισμένη έννοια, την αξία της υγείας στην κοινοτική έννομη τάξη. Το εν λόγω άρθρο ορίζει (παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο) ότι «η δράση της Κοινότητας αφορά την πρόληψη των ασθενειών, και ιδίως των μεγάλων πληγών της ανθρωπότητας, συμπεριλαμβανομένης της τοξικομανίας» (η υπογράμμιση δική μου) και προσθέτει (παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο) ότι «οι απαιτήσεις στον τομέα της προστασίας της υγείας αποτελούν συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας».
52.
Δεν εκφεύγει της προσοχής μου ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 129 κοινοτική δράση συνίσταται απλώς, όπως άλλωστε υπενθυμίζει η προσφεύγουσα, στον συντονισμό των πολιτικών των κρατών μελών. Πάντως, εκτιμώ ότι η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 129, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, αναφορά έχει σημαντική σημασία για την ανάλυση στην οποία προβαίνω. Οι εν λόγω διατάξεις — υπογραμμίζοντας τη σημασία που ενέχει η προστασία της υγείας (και επομένως και η καταπολέμηση της τοξικομανίας) στο πλαίσιο της κοινοτικής δράσεως — επιβεβαιώνουν, κατά την άποψη μου, τον «εγκάρσιο» χαρακτήρα της πολιτικής αυτής και σε σχέση προς τη δράση που αναλαμβάνεται σε θέματα συνεργασίας για την ανάπτυξη.
53.
Με δεδομένο το τεκμήριο αυτό που είναι γενικής φύσεως, έρχομαι να εξετάσω την ουσία του ζητήματος. Εκτιμώ ότι, λόγω των σκοπών της, η καταπολέμηση των ναρκωτικών πρέπει να ενταχθεί στην πολιτική της αναπτύξεως. Η κατά καιρούς αντιμετώπιση της εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων επιβεβαιώνει ότι αυτή είναι η στάση η οποία πρέπει να προτιμηθεί: πρώτον, οι προσανατολισμοί για τη συνεργασία, όπως αυτοί καθορίστηκαν από την Επιτροπή ( 51 ) και εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο (στα πλαίσιο της Συνόδου των Υπουργών της συνεργασίας για την ανάπτυξη) με δύο δηλώσεις του 1990 και 1991, με τις οποίες η καταπολέμηση των ναρκωτικών κατατάσσονταν μεταξύ των κυρίων επτά τομέων παρεμβάσεως για την ενίσχυση της αναπτύξεως.
Με τις εν λόγω δηλώσεις, διευκρινιζόταν ειδικότερα:
«Η συνεργασία της Κοινότητας (...) για την ενθάρρυνση της καταπολεμήσεως των ναρκωτικών θα εντατικοποιηθεί με βάση διάλογο ο οποίος εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της οικονομικής αναπτύξεως των χωρών παραγωγής και της συνεργασίας τους με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η συνεργασία αυτή θα αφορά οράσεις που άπτονται και της ανθρωπιστικής βοήθειας και της βοήθειας για την ανάπτυξη.» ( 52 )
Στη συνέχεια, ο προσανατολισμός αυτός επιβεβαιώθηκε και με τον προαναφερθέντα κανονισμό 443/92. Όσον αφορά την κοινοτική παρέμβαση σε θέματα συνεργασίας για την ανάπτυξη, ο κανονισμός αυτός αναφέρεται ειδικότερα στα ακόλουθα:
«Ιδιαίτερη προσοχή αποδίδεται στις δράσεις για την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Η συνεργασία της Κοινότητας (...) για την ενθάρρυνση της καταπολεμήσεως των ναρκωτικών εντατικοποιείται βάσει διαλόγου εντασσομένου στο γενικότερο πλαίσιο της οικονομικής αναπτύξεως των χωρών παραγωγής και της συνεργασίας τους με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.» ( 53 )
Συμφωνά με τις ενδείξεις αυτές, η καταπολέμηση των ναρκωτικών αποτελεί του λοιπού αναπόσπαστο τμήμα των συμφωνιών συνεργασίας της αποκαλούμενης «τρίτης γενεάς», οι οποίες περιλαμβάνουν ρήτρες, όπως η επίδικη, με ανάλογο περιεχόμενο ( 54 ).
54.
Επομένως, η δραστηριότητα της συνεργασίας για την ανάπτυξη συνδέεται ευθέως με την καταπολέμηση των ναρκωτικών ( 55 ). Αυτή είναι η επιλογή των κοινοτικών οργάνων. Οι λόγοι είναι προφανείς. Ο αντίκτυπος που έχει μια οικονομία στηριζόμενη στην παραγωγή ναρκωτικών — ή αποκομίζουσα σημαντικά οφέλη απ' αυτήν — επί των δομών μιας αναπτυσσόμενης κοινωνίας δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι τέτοιας φύσεως ώστε να θίγεται η αρμονική ένταξη της χώρας στην παγκόσμια οικονομία. Η περιθωριοποίηση, η εξώθηση στην εγκληματικότητα και η αποδιάρθρωση των κοινωνικών δομών, συνέπειες της χρήσης ναρκωτικών και της συναφούς βιομηχανίας, έρχονται σε αντίθεση προς την ίδια την έννοια της διαρκούς κοινωνικής αναπτύξεως και παρεμποδίζουν την ικανοποίηση των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται η υλοποίηση των στόχων της κοινοτικής πολιτικής.
55.
Πιστεύω ότι, λόγω των στόχων της, η συναφής διάταξη της συμφωνίας μπορεί να θεωρηθεί ότι αντανακλά με θεμιτό τρόπο τους στόχους του άρθρου 130 Υ. Το αν το περιεχόμενο της δικαιολογεί την προσφυγή στο άρθρο 130 Ω ή απαιτεί άλλη νομική βάση συνιστά χωριστό πρόβλημα.
56.
Ποια λύση επιβάλλεται; Προέχει να διευκρινιστεί ότι η κατά την παράγραφο 1 της εν λόγω διατάξεως υποχρέωση συνιστά απλώς δήλωση προθέσεων. Τα συμβαλλόμενα μέρη περιορίζονται να επαναλάβουν τη «βούληση» τους να δράσουν αποτελεσματικά, κατά την άσκηση των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, θεσπίζοντας «πολιτικές» και «μέτρα», τόσο σε επίπεδο διακινήσεως των ναρκωτικών όσο και με την πρόληψη και μείωση της χρήσεως τους και — για να μιλήσω τη γλώσσα των οικονομολόγων — τόσον από απόψεως προσφοράς όσο και από απόψεως ζητήσεως του προϊόντος.
57.
Τούτου δοθέντος, είναι προφανές ότι η Κοινότητα δεν θα αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα αν προσέγγιζε το ζήτημα θεσπίζοντας μέτρα εναρμονίσεως. Κανένα μέτρο της μορφής αυτής δεν προβλέφθηκε αλλ' οΰτε η ίδια η συμφωνία κάνει λόγο συναφώς.
58.
Έρχομαι, λοιπόν, να εξετάσω λεπτομερώς τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 μέτρα συνεργασίας. Όσον αφορά την έκταση της κατά το σημείο α' υποχρεώσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτή εμπίπτει απόλυτα στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 130 Ω. Οι προβλεπόμενες με αυτό δράσεις συνεργασίας — εκτός του ότι ανάγονται στον «εγκάρσιο» χαρακτήρα που ενέχει η αξία της υγείας στην κοινοτική έννομη τάξη, όπως ήδη υπογράμμισα — διαπλέκονται ευθέως με τους στόχους της συνεργασίας, εφόσον στοχεύουν ρητώς στην επανένταξη των τοξικομανών «στο εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον».
59.
Παρόμοιες σκέψεις ισχύουν για τα μέτρα ενθαρρύνσεως εναλλακτικών οικονομικών λύσεων, όπως αυτά προβλέπονται στο σημείο β'. Πράγματι, η μετατροπή των ζωνών όπου καλλιεργούνταν όπιο αποτέλεσε αντικείμενο μιας από τις «ιστορικές» παρεμβάσεις της Κοινότητας επί του θέματος. Από το 1987, τέθηκε σε εφαρμογή ειδικό πρόγραμμα συνεργασίας Βορρά-Νότου για τη χρηματοδότηση της σχετικής διαδικασίας ( 56 ). Αν ληφθεί υπόψη ο υφιστάμενος δεσμός μεταξύ της δράσεως αυτής και του αγροτικού κόσμου, ο οποίος, σύμφωνα με τους προσανατολισμούς της Επιτροπής, συνιστά προνομιούχο τομέα παρεμβάσεως της Κοινότητας στο πλαίσιο της δράσεως της συνεργασίας, τα οικεία μέτρα αποδεικνύονται ότι έχουν αδιαμφισβήτητα παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τους επιδιωκομένους στόχους ( 57 ).
60.
Οι απαριθμούμενες στο σημείο γ' παρεμβάσεις αφορούν δύο διαφορετικές πτυχές της καταπολεμήσεως των ναρκωτικών: τον έλεγχο του εμπορίου των προδρόμων ουσιών, αφενός, και την πρόληψη, θεραπευτική αγωγή και μείωση της χρήσεως των ναρκωτικών, αφετέρου. Όσον αφορά το δεύτερο στοιχείο, ας μου επιτραπεί να επαναλάβω τις παρατηρήσεις που διατύπωσα επ' ευκαιρία των σημείων α' και β'. Οι δράσεις αυτές, συνδεόμενες ευθέως με τους κοινωνικοοικονομικούς στόχους της πολιτικής της συνεργασίας για την ανάπτυξη, οι αφορώσες την προστασία της υγείας πτυχές των οποίων είναι χρήσιμο επίσης να υπογραμμιστούν, έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την κοινοτική δράση στον τομέα αυτό.
61.
Αντίθετα, η εκτίμηση των απαριθμουμένων στο σημείο γ' πρώτων μέτρων απαιτεί περισσότερο εμπεριστατωμένη ανάλυση. Η Κοινότητα παρενέβη επί του θέματος, θεσπίζοντας τον κανονισμό 3677/90, ο οποίος όρισε «τα ληπτέα μέτρα προς επιτήρηση του εμπορίου μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών των ουσιών που χρησιμοποιούνται συχνά για την παράνομη παρασκευή ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, με σκοπό την παρεμπόδιση της παράνομης χρήσεως τους». Η πράξη αυτή, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 113, εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της δεσμεύσεως που ανέλαβε η Κοινότητα να δρα, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της, στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που ανελήφθησαν σε παγκόσμιο επίπεδο για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, η πλέον σημαντική στιγμή των οποίων υπήρξε η σύναψη της συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών κατά την παράνομης διακινήσεως ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών, η οποία υπογράφηκε στη Βιέννη στις 19 Δεκεμβρίου 1988 από την Κοινότητα και τα κράτη μέλη. Όπως αναφέρεται στον κανονισμό, σύμφωνα με το πνεύμα που διέπει τη σύμβαση αυτή, η Κοινότητα συμβάλλει στις προσπάθειες που καταβάλλουν οι χώρες παραγωγής για την καταπολέμηση της διακινήσεως των ναρκωτικών (έβδομη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού).
Επί της ιδίας βάσεως, η Κοινότητα μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεσπίζει μέτρα στον επίδικο τομέα μέσω συμφωνιών συνεργασίας με τις τρίτες χώρες. Ο έλεγχος του εμπορίου των ψυχοτρόπων ουσιών εντάσσεται στην πραγματικότητα στο ευρύτερο αυτό σχέδιο της σφαιρικής συνεργασίας σε θέματα καταπολεμήσεως των ναρκωτικών και μπορεί, υπό την έννοια αυτή, να επηρεάζει τις δραστηριότητες που αποσκοπούν στην επίτευξη των κατά το άρθρο 130 Υ στόχων. Η παρεχόμενη προς επίτευξη των στόχων αυτών αρωγή συνιστά προφανώς όργανο για την αποτελεσματική καταπολέμηση των ναρκωτικών. Ενόψει του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους σε σχέση με τους στόχους της συνεργασίας, τα επίδικα μέτρα μπορούν να θεωρηθούν κάλλιστα ότι έχουν ως νομικό έρεισμα το άρθρο 130 Ω.
62.
Για την εκτίμηση των προβλεπομένων στο σημείο δ' μέτρων, πρέπει να ληφθούν υπόψη το τελευταίο από τα αναπτυχθέντα επιχειρήματα και το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου δρα η Κοινότητα επί του θέματος.
63.
Για να μπορεί να εφαρμόζει την κατάλληλη πολιτική καταπολεμήσεως των ναρκωτικών, η Κοινότητα πρέπει να είναι σε θέση να διαθέτει στοιχεία και το Ευρωπαϊκό Κέντρο παρακολουθήσεως των ναρκωτικών και της τοξικομανίας ιδρύθηκε για τον σκοπό αυτό ( 58 ). Ο ανατεθειμένος στο Κέντρο αυτό στόχος συνίσταται στο να «παρέχει στην Κοινότητα και στα κράτη μέλη της (...) αντικειμενικές, αξιόπιστες και συγκρίσιμες σε ευρωπαϊκό επίπεδο πληροφορίες για το φαινόμενο των ναρκωτικών και της τοξικομανίας, καθώς και τις συνέπειες τους» (άρθρο 1, παράγραφος 2). Οι σχετικές πληροφορίες δεν αφορούν «συγκεκριμένες και κατονομαζόμενες περιπτώσεις» (άρθρο 1, παράγραφος 5). Το Κέντρο συλλέγει, βελτιώνει και διανέμει στοιχεία γενικής φύσεως σχετικά με το συγκεκριμένο φαινόμενο (άρθρο 2) ( 59 ). Μεταξύ των απαριθμουμένων στο παράρτημα του προαναφερθέντος κανονισμού τομέων προτεραιότητας περιλαμβάνονται (υπό Α, σημείο 5) οι «επιπτώσεις του φαινομένου των ναρκωτικών για τις χώρες παραγωγής, καταναλώσεως και διαμετακομίσεως, στο πλαίσιο των τομέων που καλύπτονται από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της νομιμοποιήσεως εσόδων από παράνομες δραστηριότητες» ( 60 ). Αναγνωρίζεται έτσι, στα πλαίσια της εσωτερικής αγοράς, η αρμοδιότητα της Κοινότητας να συλλέγει πληροφορίες σε θέματα ναρκωτικών. Το επιχείρημα της Πορτογαλίας ότι η δραστηριότητα αυτή εκφεύγει του κοινοτικού πλαισίου είναι, κατά συνέπεια, απορριπτέο.
64.
Απομένει το ζήτημα της νομικής βάσεως που πρέπει να αποτελεί το νομικό έρεισμα της δράσεως αυτής στο εξωτερικό πεδίο. Στην πραγματικότητα, ο κανονισμός όχι μόνον έχει το άρθρο 235 της Συνθήκης ως νομική βάση, αλλ' ορίζει επιπλέον ότι «το Κέντρο παρακολουθήσεως είναι ανοικτό στις τρίτες χώρες οι οποίες συμμερίζονται το ενδιαφέρον της Κοινότητας και των κρατών μελών της για τους στόχους και τα επιτεύγματα του, δυνάμει συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ αυτών και της Κοινότητας βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης» (άρθρο 13).
65.
Παρ' όλη τη διπλή αυτή αναφορά στο άρθρο 235, μπορεί να θεωρηθεί ότι η επίδικη ρήτρα της συμφωνίας ερείδεται στον κανόνα του άρθρου 130 Ω, εφόσον πρόκειται σαφώς για στόχο παρακολουθηματικού χαρακτήρα σε σχέση με τον κύριο στόχο της συμφωνίας. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν διάφορες σκέψεις.
Η πρώτη, στην οποία ήδη αναφέρθηκα και υπενθυμίζω και πάλι λόγω της σημασίας της για την ερμηνεία της συμφωνίας στο σύνολο της, είναι ότι ανάλογες διατάξεις απαντούσαν ήδη στις συμφωνίες συνεργασίας της «τρίτης γενεάς» ( 61 ).
66.
Πάντως, η προκαταρκτική αυτή παρατήρηση πρέπει να επεξηγηθεί. Το επίδικο μέτρο πρέπει να εννοηθεί ως συνδεόμενο προς τους γενικούς προσανατολισμούς της Κοινότητας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών στο πλαίσιο της συνεργασίας για την ανάπτυξη. Σύμφωνα με τις κοινοτικές πράξεις που προεξέτασα, το πρόβλημα των ναρκωτικών εμπίπτει de plano στη θεματική αυτή. Η ανταλλαγή πληροφοριών αποτελεί, συνεπώς, ένα πρώτο μέσο αναλύσεως με σκοπό τη θέσπιση μέτρων παρεμβάσεως που είναι αναγκαία για την καταπολέμηση του φαινομένου. Τούτο συνάγεται επίσης από την έβδομη αιτιολογική σκέψη καθώς και από το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο οι συλλεγόμενες πληροφορίες συνδέονται λειτουργικά με τις παρεμβάσεις της Κοινότητας που στοχεύουν στην υιοθέτηση δράσεων σε θέματα ναρκωτικών. Επομένως, το προβλεπόμενο στο σημείο δ' μέτρο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τον στόχο της επιδιωκόμενης με τις συμφωνίες συνεργασίας καταπολεμήσεως των ναρκωτικών: στον βαθμό ακριβώς που προβλέπει και επιτρέπει τη λήψη περαιτέρω καταλλήλων μέτρων παρεμβάσεως στον συγκεκριμένο τομέα.
67.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγω επιβάλλεται a fortiori αν ληφθούν υπόψη τα όσα διευκρίνισε ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ως προς τη φΰση των πληροφοριών αυτών. Συγκεκριμένα, έχουν γενικό χαρακτήρα, ήτοι είναι ανάλογες με τις πληροφορίες, όπως είχα την ευκαιοία να υπογραμμίσω, που λαμβάνει η Κοινότητα από το Κέντρο παρακολουθήσεως και που χρησιμοποιεί — κατά τον αποτελεσματικότερο κατ' αυτήν τρόπο — οσάκις, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αναλαμβάνει δράση εμπίπτουσα εν δυνάμει στον τομέα της καταπολεμήσεως των ναρκωτικών υπό την ιδία έννοια. Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19, παράγραφος 1, της συμφωνίας μέτρα εμπίπτουν, κατά συνέπεια, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας και δεν υπερβαίνουν τα όρια τους. Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά δραστηριότητες αστυνομικής συνεργασίας, οι οποίες εμπίπτουν στη συνεργασία στους τομείς της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων.
68.
Η θέση που προτείνω ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθρου 13 του κανονισμού 302/93, σύμφωνα με την οποία οι τρίτες χώρες συμμετέχουν στη δραστηριότητα του Κέντρου παρακολουθήσεως δυνάμει συμφωνιών συναπτομένων βάσει του άρθρου 235. Το Κέντρο συλλέγει πληροφορίες σχετικά με το φαινόμενο των ναρκωτικών στο σύνολο τον. Τα τρίτα συμμετέχοντα κράτη συμβάλλουν στη συλλογή των πληροφοριών στο σύνολο τους, ενώ επωφελούνται του συνόλου των πληροφοριών αυτών. Η επίδικη ρήτρα έχει άλλο περιεχόμενο. Οι ανταλλασσόμενες με τη Δημοκρατία της Ινδίας πληροφορίες είναι «στο σΰνολό τους» (και αποκλειστικά) οι «συναφείς», ήτοι οι ευθέως συνδεόμενες με τη σχέση συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ινδίας. Πέραν του υποκειμενικού αυτού περιορισμού σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών, υφίσταται και άλλος περιορισμός, αντικειμενικής θα μπορούσε να θεωρηθεί φύσεως. Οι πληροφορίες που αποτελούν αντικείμενο της ανταλλαγής είναι συναφείς, υπό την έννοια του σημείου δ', εφόσον και στον βαθμό που συμβάλλουν στα προβλεπόμενα στα σημεία α', β' και γ' μέτρα, καθώς και στην επιδίωξη του γενικού στόχου, όπως αυτός καθορίζεται στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου. Υπό την έννοια αυτή, η ανταλλαγή πληροφοριών έχει εν μέρει λειτουργικό προορισμό, ήτοι συνιστά εκ προοιμίου μέτρο καταπολεμήσεως των ναρκωτικών αποκλειστικώς στο πλαίσιο των μέτρων που ενδέχεται να ληφθούν σε θέματα συνεργασίας για την ανάπτυξη.
Η συμμετοχή των τρίτων κρατών εν προκειμένω έχει διαφορετική σημασία από εκείνη της συμμετοχής στο Κέντρο παρακολουθήσεως για την οποία η προσφυγή στο άρθρο 235 είναι υποχρεωτική. Τούτο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Κοινότητα νομιμοποιούνταν να λάβει ως νομικό έρεισμα μιας συμφωνίας που περιλαμβάνει ρήτρα σχετικά με την καταπολέμηση των ναρκωτικών, όπως η προπεριγραφείσα, το άρθρο 130 Ω.
Συμπέρασμα
Ενόψει των σκέψεων που προηγήθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή
—
να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσοα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Απόφαση της 18ης Ιουλίου 1994 (ΕΕ 1994, L 223, ο. 23).
( 2 ) Τον Μάρτιο του 1993η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση αποφάσεως, στηριζόμενη στα άρθρα 113 και 235 της Συνθήκης. Η θετική γνώμη του Κοινοβουλίου δόθηκε στις 22 Απριλίου 1994. Για μια εμπεριστατωμένη παράθεση των αποτελούντων αντικείμενο της συμφωνίας θεμάτων, παραπέμπω στα σημεία 7 και 8 της εκθέσεως ακροατηρίου.
( 3 ) Πρόκειται, ως γνωστόν, για τις διατάξεις του τίτλου XVII (άρθρα 130 Υ έως 130 Ω).
( 4 ) Απόφαση της 17ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-155/91, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. I-939).
( 5 ) Απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, ο. 1493).
( 6 ) Οι ακόλουθες αποφύσεις του Δικαστηρίου αποτελούν καμπή στην πορεία της συναφούς νομολογίας: απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973 στην υπόθεση 8/73, Masscy-Ferguson (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 645), γνωμοδότηση 1/75 της 11ης Νοεμβρίου 1975 (Συλλογή τόμος 1975, σ. 409), απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 41/76, Donckcrwolcke και Schon (Συλλογή τόμος 1976, σ. 719), και γνωμοδότηση 1/78 της 4ης Οκτωβρίου 1979 (Συλλογή τόμος 1979/11, σ. 401). Πράγματι, με την ανωτέρω νομολογία διευκρινίστηκε η δυναμική αντίληψη της κοινής εμπορικής πολιτικής που αποτελεί προϋπόθεση για την ενσωμάτωση σ' αυτή στοιχείων συνδεομένων αμεσότερα με την πολιτική της συνεργασίας για την ανάπτυξη.
( 7 ) Προαναφερθείσα απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987 στην υπόθεση 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
( 8 ) Η ρητή αναφορά στην πολιτική συνεργασίας για την ανάπτυξη με την ενσωμάτωση της στη Συνθήκη προτάθηκε για πρώτη φορά από την Ολλανδική Κυβέρνηση στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Υποστηρίχθηκε ότι οι παρεμβάσεις της Κοινότητας στον τομέα αυτό ήσαν αρκετές για να δικαιολογήσουν την εγκαθίδρυση, τόσο από απόψεως νομικών όσο και χρηματοδοτικών μέσων, μιας αυτοτελούς πολιτικής, διακρινόμενης από την εμπορική πολιτική. Μολονότι η πρόταση αυτή δεν έγινε δεκτή τότε, το ζήτημα επανήλθε στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Ρώμης, τον Οκτώβριο του 1990, με τα συμπεράσματα του οποίου υπογραμμιζόταν η ανάγκη να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτική της αναπτύξεως, στο πλαίσιο της διεθνούς οράσεως της Κοινότητας. Ο προβληματισμός ωρίμασε κατά την αναθεώρηση της Συνθήκης, όταν, πάντοτε με την ώθηση της ολλανδικής αντιπροσωπείας, αποφασίστηκε να αναγνωριστεί επισήμως η συναφής δραστηριότητα της Κοινότητας. Για μια περισσότερο εμπεριστατωμένη ιστορική αναδρομή, βλ. J. Cloos, G. Reinesch, D. Vignes και J. Weyland, Le Traité de Maastricht, Βρυξέλλες, 1994, a. 346.
( 9 ) Πα μια ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία οι νέες διατάξεις εντάσσονται στην αντίληψη της εξελικτικής πολιτικής της συνεργασίας για την ανάπτυξη, βλ. J. Raux, «Politique de coopération au développement et politique commerciale commune» στο συλλογικό έργο The European Community's Commercial Policy after 1992: The legal dimension (επιμέλεια: M. Marcsccau), Dordrecht, 1992, o. 157: «La politique de développement est progressivement devenue une politique globale. D'abord conçue comme une politique d'aide, puis largement inspirée par une amélioration des échanges commerciaux, en particulier des exportations en direction de la Communauté (“trade no aid”), la politique communautaire du développement a ensuite privilégié une coopération en vue d'un développement autonome, auto-centrć, en particulier en ce qui concerne le développement rural, pour, enfin, se rallier à un développement global, à la mesure des ambitions multiples de la Communauté et de son objectif d'un développement harmonieux. Une telle conception du développement implique un engagement total de la Communauté et une grande cohérence entre les objectifs particuliers de développement qu'elle poursuit. Il ne peut plus être question de développer les échanges commerciaux sans prendre en compte les autres volets de la coopération, et, par voie de conséquence, les objectifs de développement ne sont plus réductibles au commerce. Ils laissent transparaître au contraire une finalité politique dominante et témoignent de la volonté de la Communauté de prendre le relais de ses États membres pour s'engager dans toute l'étendue de ses compétences» (σ. 181). Για τους «πολιτικούς» λόγους που υπαγόρευσαν την ενσωμάτωση των εν λόγω διατάξεων στη Συνθήκη, βλ. C. Flacsch-Mougin, «Le traité dc Maastricht et les compétences externes de la Communauté européenne», COE, 1993, αριθ. 3-4, σ. 351-396 J. Lcbullcngcr, «La rénovation de la politique communautaire du développement», RTDE, 1994, αριθ. 4, σ. 631 (ο τελευταίος μάλιστα εκφράζεται απερίφραστα): «La reconnaissance solennelle par le Traité sur l'Union européenne d'une politique qui a plus de trente ans d'âge est sans conteste porteuse d'un message politique en direction des “Suds”. La Communauté a voulu signifier aux PVD qu'elle n'entendait pas relâcher son action en leur faveur, à un moment où les préoccupations sont surtout tournées ver l'Est» (a. 642).
( 10 ) Για μία λεπτομερή περιγραφή των τομέων που καλϋπτει η παρέμβαση της Επιτροπής στις αποκαλούμενες χώρες AAA (στις οποίες ανήκει και η Δημοκρατία της Ινδίας) και των στόχων της παρεμβάσεως αυτής, βλ. την ανακοίνωση με τίτλο «Προσανατολισμοί για τη συνεργασία με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες της Λατινικής Αμερικής και Ασίας» [έγγραφο COM(90)176 τελικό της 11ης Ιουνίου 1990].
( 11 ) Υπό την έννοια αυτή ο όρος «βιώσιμη» εκλαμβάνεται σε συνδυασμό με την «εγκάρσια» διάταξη του άρθρου 130 Ρ, παράγραφος 2, σύμφωνα με την οποία «οι ανάγκες στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό και την εφαρμογή των άλλων πολιτικών της Κοινότητας».
( 12 ) Βλ. συναφώς, S. Cisnal dc Ugane, C. Fernández Liesa και C.Moreira González, Tratado de la Unión Europea, Μαδρίτη, 1993, σ. 83.
( 13 ) Επί της συμπληρωματικότητας της κοινοτικής πολιτικής και εκείνης των κρατών μελών, η θεωρία είναι απολύτως σιίμφωνη. Βλ. C Flacsch-Mougīn, op. CiL, σ. 364 R. Lanc, «New Community Competences under lhe Maastricht Treaty», CMLR. 1993, o. 976, και J. Roldan Barbero, «La cooperación al desarrollo». Gaceta Juridica de la CE y de la competencia, D-18, 1992, o. 133: «Otro aspecto interesante y colindante cs la incidencia, tratándose de competencia compartida, del principio de subsidiaridad. En mi opinión, el principio prevalente en este ámbito es la complcmcnlaricdad» (o. 166).
( 14 ) Βλ. συναφώς τη διαφορά σε σχέση με το σύστημα που στηρίζεται σε «ανά περίπτωση» συντονισμό, όπως προβλέπει το άρθρο 130, παράγραφος 2, της Συνθήκης στον τομέα της βιομηχανίας: «Τα κράτη μέλη συνεννοούνται μεταξύ τους και με την Επιτροπή και, εφόσον χρειάζεται, συντονίζουν τις δράσεις τους. Η Επιτροπή μπορεί να αναλαμβάνει κάθε χρήσιμη πρωτοβουλία για την προώθηση του συντονισμού αυτού.» Η σημασία της στηριζομένης στον συντονισμό επιλογής επισημαίνεται από τους S. Cisnal dc Ugane, C. Fernández Liesa, και C. Marcirò Gon/álc/, op. ciL, o. 83: «Si la política de cooperación al desarrollo, tal y como ha sido formulada en cl TCE, no es ni puede llegar a ser una polílica común, la obligación de coordinación que establece en el articulo 130 X es la garanlía comunitaria mas precisa de superación y conciliación de otros intereses estadales para configurar un verdadero interés por el desarrollo.»
( 15 ) Υπό την έννοια αυτή. βλ. C. Mougin-Flacsch, op. ciL, o. 360:
η κοινοτική πολιτική πρέπει να συντονίζεται με εκείνες των κρατών μελών προκειμένου να επιτυγχάνεται «η μεγιστοποίηση του αντίκτυπου της βοηθείας για την ανάπτυξη της “Ευρώπης” στο οϋνολό της».
( 16 ) Συναφώς, δράττομαι της ευκαιρίας να σχολιάσω εν συντομία τη θέση της Επιτροπής σχετικά με τη νομική βάση της συμφωνίας. Πράγματι, τόσο με τις παρατηρήσεις της όοο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υποστήριξε την ανάγκη θεμελιώσεως της διεθνούς αυτής πράξεως στον κανόνα του άρθρου 130 Χ και όχι του άρθρου 130 Ω. Όπως, όμως, ερμηνεύω τις διατάξεις του τίτλου ΧVΙΙ στο σύνολο τους, εκτιμώ ότι το θέμα πρέπει, αντίθετα, να διέπεται από το άρθρο 130 Ω, πρώτο εδάφιο. Η διατύπωση του είναι ρητή συναφώς: «Ο τρόπος της συνεργασίας της Κοινότητας μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συμφωνιών μεταξύ της Κοινότητας και των ενδιαφερόμενων τρίτων μερών. Η διαπραγμάτευση και η σύναψη των συμφωνιών αυτών γίνονται σύμφωνα με το άρθρο 228» (η υπογράμμιση δική μου). Αντίθετα, ο κανόνας του άρθρου 130 Χ αναφέρεται γενικότερα σε «μέτρα», τα οποία μπορούν να λάβουν, όπως διευκρινίζεται, «τη. μορφή πολυετών προγραμμάτων». Κατά την άποψη μου, ο συσχετισμός των δύο διατάξεων είναι επαρκώς ακριβής. Η πρώτη διάταξη στοχεύει στον προσδιορισμό των γενικών ορίων μεταξύ των οποίων πρέπει να κείται η συνεργασία (θα μπορούσε να ειπωθεί το πλαίσιο αναφοράς) και κατά συνέπεια και οι πραγματικές συμφωνίες συνεργασίας. Αντίθετα, η δεύτερη διάταξη καθορίζει τις διαδικαστικής φύσεως λεπτομέρειες που οφείλει να τηρεί η Κοινότητα οσάκις εφαρμόζει στην πράξη ό,τι προβλέπει το συναφές πλαίσιο. Έχοντας προσδιορίσει με τον τρόπο αυτό τη σχέση μεταξύ των δύο διατάξεων, θεωρώ ότι ορθώς το Συμβούλιο επέλεξε το άρθρο 130 Ω ω; νομική βάση της συμφωνίας.
( 17 ) Υπόθεση 22/70. Συλλογή τόμος 1969-1971. σ. 729.
( 18 ) Αντίθετα, ορισμένοι συγγραφείς υπογράμμισαν το γεγονός ότι, αν η Επιτροπή είναι εξουσιοδοτημένη να προωθεί τον συντονιομό μεταξύ των διαφόρων πολιτικών, τούτο μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο αποτέλεσμα από το προτεινόμενο από την προσφεύγουσα, ήτοι στην «κοινοτικοποίηση» της πολιτικής συνεργασίας για την ανάπτυξη. Βλ. S. Cisnął dc Ugane, C. Fernande/. Liesa και C. Morciro Gonzalez, op. ciL, σ. 83: «La obligación dc coordinación de las acciones estadales y comunitarias — que a menudo coinciden en sentido material y espacial — puede limitar en buena medida la autonomia de las políticas de cooperación al desarrollo de los Estados miembros» βλ. επίσης, υπό την αυτή έννοια, J. Roldan Barbero, op. cit., σ. 131: «En términos generales, la eficacia de la cooperación al desarrollo aconseja, desde luego, la centralización mas que la multiplicación de iniciativas» (o. 167).
( 19 ) Βλ., όλως προσφάτως, τη γνωμοδότηση 2/94 της 28ης Μαρτίου 1996 (Συλλογή 1996, σ. I-1759, σημείο 29).
( 20 ) Το άρθρο 130 Ω, δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι «το προηγούμενο εδάφιο δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να διαπραγματεύονται στα πλαίσια διεθνών οργανισμών και να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες». Το άρθρο 25 της συμφωνίας διατυπώνεται με τους ακόλουθους όρους: «Με την επιφύλαξη των συναφών διατάξεων των Συνθηκών για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η παρούσα συμφωνία και κάθε δράση που αναλαμβάνεται βάσει αυτής ουδόλως θίγουν την εξουσία των κρατών μελών της Κοινότητας να αναλαμβάνουν διμερείς δραστηριότητες με την Ινδία στον τομέα της οικονομικής συνεργασίας ή να συνάπτουν, εφόσον χρειάζεται, νέες συμφωνίες οικονομικής συνεργασίας με την Ινδία». Βλ. επίσης άρθρο 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού (ΕΟΚ) 443/92 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, περί χρηματοδοτικής και τεχνικής βοήθειας, καθώς και οικονομικής συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας (ΕΕ 1992, L 52, σ. 1): «Η συνεργασία αυτή, συμπληρωματική της βοήθειας των κρατών μελών, περιλαμβάνει τη χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια για την ανάπτυξη, καθώς και την οικονομική συνεργασία.»
( 21 ) Υπό την έννοια αυτή, J. Raux, op. CiL, σύμφωνα με τον οποίο, ενόψει του περίπλοκου της εννοίας της αναπτύξεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά με τις διάφορες παρεμβάσεις του Δικαστηρίου, «on comprend (...) que le Conseil des Communautés européennes ail jugć “necessaire” dc recourir à la fois aux anieles 113 cl 235 pour conclure les accords de coopération commerciale et économique avec les pays en voie de développement Les dispositions du traité CEE (article 113) ne pouvaient tenir compte de la richesse des accords envisagés, alors qu'elles avaient pu suffire à fonder la conclusion des “accords de la premiere génération”: accords de commerce ou accords de coopération commerciale. A l'avenir, le Conseil devrait se fonder sur tes dispositions conjuguées des anieles 130 Y et 228 en vue de conclure des accords de coopération inspirés des mêmes objectifs» (a. 183, η υπογράμμιση δική μου).
( 22 ) Συναφώς, εκτιμώ ότι δεν μπορώ να ταχθώ με την επιχειρηματολογεί που ανέπτυξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο αντιπρόσωπος της Πορτογαλίας, κατά τον οποίο η προσφυγή στο άρθρο 113 καθίσταται εν προκειμένω περιττή, δεδομένου ότι. η συμφωνία συνεργασίας πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικώς στους κανόνες του τίτλου XVII. Αφενός, η παρατήρηση αυτή στηρίζεται σε ερμηνεία της εννοίας της κοινής εμπορικής πολιτικής που, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, στον βαθμό που είναι αδικαιολόγητα περιοριστική (βλ. συναφώς τις προμνησθείσες στην υποσημείωση 5 αποφάσεις). Αφετέρου, διάφορες διατάξεις της συμφωνίας, η νομιμότητα των οποίων δεν αμφισβητείται άλλωστε, άπτονται πτυχών που συνδέονται στενά με την κοινή εμπορική πολιτική. Αναφέρομαι, επί παραδείγματι, στα άρθρα 2 (ρήτρα του μάλλον ευνοουμένου κράτους) και 3 (ανταλλαγές και εμπορική συνεργασία). Επομένως, είναι προφανές ότι. την συμφωνία διαπνέουν δύο «ιδέες», ήτοι εκείνη του εμπορίου και ετέρα της αναπτύξεως, τις οποίες ο ερμηνευτής μπορεί και οφείλει να διακρίνει από εννοιολογικής απόψεως.
( 23 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ο. Lenz στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 5, σ. 1512.
( 24 ) Η ανάγκη αναγωγής των συμφωνιών της τρίτης γενεάς σε κριτήριο καθορισμού του περιεχομένου που πρέπει να αποδοθεί στο άρθρο 130 Υ επιβεβαιώνεται από τη χρήση του άρθρου 235 ως νομικής βάσεως των εν λόγω συμφωνιών. Πράγματι, αν το άρθρο αυτό συνιστά «εναλλακτική» νομική βάση, έπεται ότι οι παρεμβάσεις στα πλαίσια των προγενεστέρων συμφωνιών πρέπει να θεωρηθούν, ως εκ του λόγου αυτού, ως ειδικές δράσεις σκοπούσες στην εκπλήρωση των ανατεθειμένων στην Κοινότητα καθηκόντων προς επίτευξη των στόχων σε θέματα συνεργασίας για την ανάπτυξη. Νομίζω ότι κατά λογική ακολουθία έπεται ότι οι τομείς που αποτελούν αντικείμενο των προβλεπομένων με τις εν λόγω συμφωνίες παρεμβάσεων ενσωματώνονται στο πεδίο εφαρμογής της νέας νομικής βάσεως. Η ενδεχόμενη ένσταση που στηρίζεται στο επιχείρημα ότι δεν ασκεί επιρροή η πρακτική της Κοινότητας όσον αφορά τον καθορισμό της νομικής βάσεως (βλ. απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 855, σκέψη 29) στερείται επίσης λυσιτέλειας λόγω των ιδιομορφιών της ιστορικής πορείας της συνεργασίας για την ανάπτυξη. Όπως διευκρίνισα ήδη, επικαλούμενος τη θεωρία προς στήριξη της απόψεως μου, η ειδική νομική βάση του άρθρου 130 52 είναι ικανή να ορίσει το σημείο αφετηρίας της κοινοτικής δραστηριότητας σε θέματα αναπτύξεως και, κατά την άποψη μου, η οικεία δραστηριότητα πρέπει να θεμελιώνεται σ' αυτή. Επομένως, επί της βάσεως αυτής και μόνο εκτιμώ ότι η ύπαρξη αναλόγων ρητρών σε προγενέστερες συμφωνίες αποτελούν σημαντικό δείκτη καταδεικνύοντα τη νομιμότητα των ρητρών της συμφωνίας σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους και το περιεχόμενο τους.
( 25 ) Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 γνωμοδότηση 2/94, σημείο 33.
( 26 ) Εξάλλου, προς επίρρωση της σημασίας του συγκεκριμένου θέματος για την κοινοτική έννομη τάξη, η προαναφερθείσα γνωμοδότηση 2/94 (σημείο 32) αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 130 Υ.
( 27 ) J. Cloos, op. ciL, o. 349: «La formulalion retenue semble à première vue Elie une simple constatation de fait. Mais il est clair que, dans l'esprit des auteurs du traiuS, une certaine conditionnalite est sous-cnlcndue ici.»
( 28 ) Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο επί των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της δημοκρατίας και της πολιτικής της συνεργασίας για την ανάπτυξη, Δελτίο των Ευρωπαΰαύν Κοινοτήτων, αριθ. 3/1991, σημείο 1.3.41, ο. 69.
( 29 ) Βλ. τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισαβόνας στο Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αριθ. 6/1992, σημείο 1.26, σ. 17 (η υπογράμμιση δική μου). Βλ., πάντως, ένα λιγότερο προωθημένο προηγούμενο, ήτοι τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Λουξεμβούργου της 28ης και 29ης Ιουνίου 1991, όπου επιβεβαιώνεται η πεποίθηση του Συμβουλίου ότι «πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω ορισμένες πτυχές που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα πλαίσια των σχέσεων (με τις αναπτυσσόμενες χώρες), όπως είναι η διεύρυνση της δημοκρατίας, ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου και η εξυγίανση της οικονομίας». Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αριθ. 6/1991 σημείο 1.30, σ. 14.
( 30 ) Σκοπός ταυ εν λόγω ψηφίσματος ήταν η διατύπωση των κατευθυντηρίων γραμμών για τον προσανατολισμό της δράσεως της Κοινότητας και των κρατών μελών της, με ρητή μνεία (σημείο 5) του αποφασιστικής σημασίας χαρακτήρα των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της υπό το πρίσμα αυτό δυνατότητας θεσπίσεως αντιποίνων έναντι των κρατών που επωφελούνται της χρηματοδοτικής στηρίξεως της Κοινότητας σε περίπτωση σοβαρών και επίμονων παραβιάσεων των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Το ψήφισμα φθάνει μάλιστα μέχρι του σημείου (σημείο 7) να εξετάσει τις διάφορες μορφές των προς εφαρμογή κυρώσεων με τον συγκεκριμένο σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των θιγομένων πληθυσμών, ακόμη και σε περίπτωση αναστολής των απευθείας σχέσεων με την τοπική κυβέρνηση. Το κείμενο του ψηφίσματος παρατίθεται στη Συλλογή κειμένων που ενέκρινε το Συμβούλιο κατά τη Σϋνοόό του των Υπουργών της συνεργασίας για την ανάπτυξη, Βρυξέλλες, 1992, σ. 91.
( 31 ) Βλ. επίσης τους προσανατολισμούς του Συμβουλίου της 18ης και 19ης Δεκεμβρίου 1990 και της 4ης Φεβρουαρίου 1991 για τη συνεργασία με ης αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ασ[ας (σ. 116, σημείο 2): «Η συνεργασία σκοπεί σε μια ανθρωποκεντρική ανάπτυξη, η οποία απαιτεί, συνακόλουθα, τον σεβασμό και την προώθηση των δικαιωμάτων αυτών στο σύνολο τους. Οι οράσεις συνεργασίας εντάσσονται στη θετική αυτή προοπτική, στα πλαίσια της οποίας ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης παράγων για την πραγματική ανάπτυξη και όπου η ίδια η συνεργασία νοείται ως η συμβολή στην προώθηση των εν λόγω δικαιωμάτων» (η υπογράμμιση δική μου). Βλ. επίσης τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου σημείου 2: «Σε περιπτώσεις παραβιάσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και μη τηρήσεως των δημοκρατικών αρχών, η Κοινότητα μπορεί να τροποποιήσει την εφαρμογή της συνεργασίας, περιορίζοντας τη συνεργασία αποκλειστικά και μόνο στις δράσεις εκείνες των οποίων επωφελούνται ευθέως οι ομάδες του πληθυσμού που τελούν σε κατάσταση ανάγκης» (το κείμενο του ψηφίσματος παρατίθεται στην Συλλογή κειμένων που ενέκρινε το Συμβούλιο κατά τη Συνοδό του των Υπουργών της συνεργασίας για την ανάπτυξη, Βρυξέλλες, 1992, ο. 115. Για μια παραστατική περιγραφή της ιστορικοπολιτικής διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας αναπτύχθηκε ο προβληματισμός αυτός ως προς τον συσχετισμό μεταξύ συνεργασίας και δικαιωμάτων του ανθρώπου, βλ. C. Goybct, «Aide au développement, democratic et droits de l'homme: premier bilan», RMC, 1993, o. 785.
( 32 ) Μπορώ να υποστηρίξω, χωρίς τον φόβο να διαψευσθώ, ότι η δημοκρατική ρήτρα κατέστη συνήθης πρακτική των διεθνών συμφωνιών που συνάπτει η Κοινότητα. Πράγματι, όχι μόνον είναι παρούσα σε όλες τις συμφωνίες συνδέσεως με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και σε όλες τις συμφωνίες συνεργασίας με τις χώρες AAA, αλλά εντάχθηκε και στις συναφθείσες δυνάμει του άρθρου 130 Ω συμφωνίες. Βλ., προς την κατεύθυνση αυτή, την απόφαση 94/822/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής (ΕΕ 1994, L 341, σ. 61), το άρθρο 1 της οποίας ορίζει: «Οι σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και της Νότιας Αφρικής (...) βασίζονται στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των δημοκρατικών αρχών [που διαπνέουν την εσωτερική] πολιτική, καθώς και τη διεθνή πολιτική, των συμβαλλομένων μερών και αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της παρούσας συμφωνίας» (η υπογράμμιση δική μου) βλ. επίσης την απόφαση 95/129/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Μαρτίου 1995, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Σρί Λάνκα για της εταιρικές σχέσεις και την ανάπτυξη (ΕΕ 1995, L 85, σ. 32), το άρθρο 1 της οποίας ορίζει: «Οι δεσμοί της συνεργασίας μεταξύ της Κοινότητας και της Σρι Λάνκα και η παρούσα συμφωνία στο σύνολο της βασίζονται στον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των δημοκρατικών αρχών που διαπνέουν την εσωτερική και εξωτερική πολιτική της Κοινότητας και της Σρι Λάνκα και αποτελούν σημαντικό στοιχείο της συμφωνίας» (η υπογράμμιση δική μου). Αμφότερες οι πράξεις είχαν ως νομική βάση τα άρθρα 113, 130 Ω και 228.
( 33 ) Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 60 της Συμβάσεως της Βιέννης, προκειμένου ένα συμβαλλόμενο μέρος να μπορέσει να επικαλεστεί νομίμως τη λύση ή την αναστολή μιας διεθνούς συνθήκης, ενόλω ή εν μέρει, πρέπει κατ' ουσίαν να συντρέχει «παραβίαση». Κατά το άρθρο 60, παράγραφος 3, στοιχείο β', της ιδίας συμβάσεως, η οικεία παραβίαση μπορεί να συνίσταται στην «παραβίαση μιας διατάξεως που είναι ουσιώδης για την επίτευξη του αντικειμένου και του σκοπού της Συνθήκης». Επί του θέματος, βλ. R. Pisillo Mazzeschi, Risoluzione e sospensione dei Trattati per inadempimento, Μιλάνο, 1984, σ. 93. Βλ. άρθρο 2, τρίτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 443/92: «Σε περιπτώσεις ουσιωδών και κατ' εξακολούθηση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών, η Κοινότητα μπορεί ενδεχομένως να τροποποιήσει ή και να αναστείλει την εφαρμογή της συνεργασίας με τα αντίστοιχα κράτη, περιορίζοντας τη συνεργασία μόνο στις δράσεις που ωφελούν άμεσα πληθυσμιακές ομάδες που ευρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης (...).»
( 34 ) Το άρθρο 128, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, το οποίο αφορά τον πολιτισμό, διατυπώνεται ως εξής: «Η δράση της Κοινότητας αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό είναι αναγκαίο, υποστηρίζει και συμπληρώνει τη δράση τους (...).»
( 35 ) Προς την κατεύθυνση αυτή, βλ. ιδίως την απόφαση 92/509/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας πλαισίου συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Παραγουάης (ΕΕ 1992, L 313, σ. 71, άρθρα 13 και 17 της συμφωνίας), και την απόφαση 91/627/EOK του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1991, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας πλαισίου συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και των Ηνωμένων Πολιτειών του Μεξικού (ΕΕ 1991, L 340, ο. 1, άρθρα 30, 32 και 35 της συμφωνίας).
( 36 ) Βλ. τον προαναφερθέντα στην υποσημείωση 20 κανονισμό 443/92 (η υπογράμμιση δική μου).
( 37 ) Προσανατολισμοί του Συμβουλίου της 18ης και 19ης Δεκεμβρίου 1990 και της 4ης Φεβρουαρίου 1991 για τη συνεργασία με τις αναπτυσσόμενες χώρες της Λατινικής Αμερικής και Ασίας, Συλλογή κειμένων που ενέκρινε το Συμβούλιο κατά τη Συνοδό του των Υπουργών της συνεργασίας για την ανάπτυξη, Βρυξέλλες, 1992, σ. 115. Στη συνέχεια, οι προσανατολισμοί αυτοί υλοποιήθηκαν με σειρά συμφωνιών που συνήψε η Κοινότητα με τις χώρες ΛΑΑ. Βλ., πέραν των όσων προανέφερα, την απόφαση 91/158/EOK του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1991, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας πλαισίου συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Χιλής (ΕΕ 1991, L 79, σ. 1, άρθρο 13 της συμφωνίας), και την απόφαση 92/205/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1992, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίαςπλαισίου συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ανατολικής Δημοκρατίας της Ουρουγουάης (ΕΕ 1992, L 94, σ. 1, άρθρο 16 της συμφωνίας).
( 38 ) Όσον αφορά τον «παρακολουθηματικό χαρακτήρα» των παρεμφερών με την υπό εξέταση ρητρών, βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6 γνωμοδότηση 1/78, σημείο 56. Αλλ' ούτε νομίζω ότι μπορώ να συμμεριστώ τις ενστάσεις που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με τη δραστηριότητα της επαγγελματικής καταρτίσεως. Εκείνο για το οποίο είμαι πεπεισμένος είναι η ανάγκη επινοήσεως μέτρων με γνώμονα τον στόχο της συμφωνίας και όχι, όπως φαίνεται να πράττει η προσφεύγουσα (και όχι αποκλειστικό στο σημείο μόνον αυτό), κατά τρόπο απόλυτο, φρονώ δηλαδή ότι δεν ευρισκόμεθα ενώπιον συμφωνίας που αφορά κυρίως τον τομέα της επαγγελματικής καταρτίσεως, αλλ' ενώπιον μέτρων που έχυυν προφανώς παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τους στόχους της συνεργασίας για την ανάπτυξη, οι οποίοι, επωφελούμαι της ευκαιρίας να το υπογραμμίσω, νομίζω ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ón δεν ενέχουν στοιχεία καταρτίσεως. Αλλωστε, υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν διάφορες κοινοτικές πράξεις. 'Ετσι, ο προαναφερθείς κανονισμός 443/92 προβλέπει (άρθρα 5 και 7) διάφορες παρεμβάσεις σε θέματα καταρτίσεως, ενώ οι προαναφερθέντες (υποσημείωση 37) προσανατολισμοί του Συμβουλίου περιλαμβάνουν την κατάρτιση «στα κατ' εξοχήν ευνοοϋντα τις αναπτυσσόμενες (υιό την Κοινότητα οράσεις συνεργασίας ττεόία εφαρμογής» (σ. 119, σημείο 2, η υπογράμμιση δική μου).
( 39 ) Αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1993 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-92/92 και C-326792, Phil Collins κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-5145, σκέψη 19), και της 24ης Ιανουαρίου 1989 στην υπόθεση 341/87, EMI-Elcclrola (Συλλογή 1989, ο. 79, σκέψη 11).
( 40 ) Όπως ορίζει και ο κανονισμός (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1).
( 41 ) Γνωμοδότηση της 15ης Νοεμβρίου 1994 (Συλλογή 1994, ο. I-5267).
( 42 ) Προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/94, σημείο 58.
( 43 ) Ibidem, σημείο 60.
( 44 ) Ibidem, σημείο 68, και, όσον αφορά τις παραπομπές σε προηγούμενη νομολογία, σημείο 67.
( 45 ) Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
( 46 ) Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6 γνωμοδότηση 1/78, σημείο 56.
( 47 ) Βλ. την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/94, σημείο 60.
( 48 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση 93/407/EOK του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1993, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Σλοβενίας (ΕΕ 1993, L 189, σ. 1, άρθρο 27 της συμφωνίας).
( 49 ) Η περιλαμβανόμενη στη δεύτερη περίοδο της επίδικης διατάξεως δέσμευση, η οποία συνίσταται στο να διευκολύνεται η «πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων των οργανισμών πνευματικής ιδιοκτησίας» είχε επίσης παρακολουθηματικό χαρακτήρα. Πράγματι, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση έχει προφανώς παρακολουθηματική διάσταση σε σχέση με το περιεχόμενο της συμφωνίας σε θέματα εμπορικής πολιτικής και είναι εξομοιωσιμη, από πολλές απόψεις, με τις «διατάξεις παρακολουθηματικοΰ χαρακτήρα που θεσπίζουν διαδικασίες απλής διαβουλεύσεως», η ενσωμάτωση των οποίων στις συμφωνίες εμπορικής πολιτικής που συνάπτει η Κοινότητα κρίθηκε, όπως προανέφερα, ως νόμιμη από το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 1/94 (σημείο 68, καθώς και τα παρατιθέμενα στο σημείο 67 παραδείγματα).
( 50 ) Οι πράξεις που απαριθμούνται είναι οι ακόλουθες: κανονισμός (EOK) 302/93 του Συμβουλίου, της 8ης Φεβρουαρίου 1993, για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Κέντρου παρακολουθήσεως των ναρκωτικών και της τοξικομανίας (ΕΕ 1993, L 36, σ. 1), κανονισμός (ΕΟΚ) 3677/90 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1990, για τη θέσπιση μέτρων προλήψεως της διοχετεύσεως ορισμένων ουσιών στην παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών (ΕΕ 1990, L 357, σ. 1), και οδηγία 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, για την πρόληψη από τη χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος προς νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ΕΕ 1991, L 166, σ. 77). Οι επιλεγείσες νομικές βάοεις ήσαν τα άρθρα 235,113 και 100 Λ.
( 51 ) Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Προσανατολισμοί για τη συνεργασία με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες της Λατινικής Αμερικής και Ασίας, COM(90) 176 τελικό, της 11ης Ιουνίου 1990, σημείο 5.2.2.1.
( 52 ) «Προσανατολισμοί του Συμβουλίου της 18ης/19ης Δεκεμβρίου 1990 και της 4ης Φεβρουαρίου 1991 για τη συνεργασία με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες της Λατινικής Αμερικής και Ασίας», Συλλογή κειμένων που ενέκρινε το Συμβούλιο κατά τη Σύνοοό του των Υπουργών της συνεργασίας για την ανάπτυξη, Βρυξέλλες, 1992, σ. 121 (η υπογράμμιση δική μου).
( 53 ) Αρθρο 5, τέταρτο εδάφιο, του προαναφερθέντος στην υποσημείωση 20 κανονισμού 443/92. Προκειμένου να υπογραμμισθεί η σημασία που αποδίδεται επί του θέματος, είναι ενδιαφέρον να υπομνήσω επίσης τη διάταξη του άρθρου 6, όπου διευκρινίζεται ότι: «Η χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια καλύπτει τις σχετικά πλέον προηγμένες ΑΧΛΑΑ, ιδίως στους ειδικούς τομείς και περιπτώσεις που αναφέρονται κατωτέρω: (...) καταπολέμηση των ναρκωτικών.»
( 54 ) Βλ., ιδίως: άρθρο 11 της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 37 συμφωνίας που συνήφθη με τη Δημοκρατία της Χιλής (η οποία φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Συνεργασία σε θέματα κοινωνικής αναπτύξεως»), άρθρο 29 της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 35 συμφωνίας πσυ συνήφθη με τις Ηνωμένες Πολιτείες του Μεξικού και, τέλος, την απόφαση 95/445/ΕΚ του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1995, σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας πλαισίου συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Βραζιλίας (ΕΕ 1995, L 262, σ. 53, άρθρο 22 της συμφωνίας).
( 55 ) Προς την κατεύθυνση αυτή: G. Esticvenart, «The European Community and the Global Drugs Phenomenon» στο συλλογικό έργο Policies and Strategies to Combat Drugs in Europe (επιμέλεισ G. Esticvenart), Dordrecht, 1995, o. 50, σύμφωνα με τον οποίο «the Commission (should) start thinking now about how to “ensure consistency” between the Common Foreign and Security Policy (second pillar) development cooperation and cooperation with third countries (first pillar), and cooperation in the fields of justice and home affairs (third pillar)» (o. 89, η υπογράμμιση δική μου). Βλ., όλως προσφάτως, τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Μαδρίτης (Δεκέμβιος 1995), όπου διευκρινίζεται ότι η συνεργασία για την ανάπτυξη «πρέπει να εντατικοποιηθεί στον τομέα της καταπολεμήσεως της διακινήσεως των ναρκωτικών» (βλ. Δελτίο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αριθ. 12/1995. σημεία 1.89 έως 1.96.
( 56 ) Βλ., την προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής «Προσανατολισμοί για τη συνεργασία με tų Αναπτυσσόμενες Χώρες της Λατινικής Αμερικής και Ασίας», σημείο 5.2.Ζ1.
( 57 ) Επί των ζητημάτων αυτών και, γενικότερα, για μια πλήρη ανάλυση της κοινοτικής δράσεως σε θέματα καταπολεμήσεως των ναρκωτικών, βλ. G. Esticvcnart, op. cit., σ. 55.
( 58 ) Το Κέντρο ιδρύθηκε με τον προαναφερθέντα στην υποσημείωση 50 κανονισμό 302/93.
( 59 ) Σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των συλλεγομένων στοιχείων, βλ. και τις διατάξεις του άρθρου 6.
( 60 ) Οι άλλοι τομείς που αφορούν κατά προτεραιότητα οι συλλεγόμενες πληροφορίες είναι οι ακόλουθου 1) ζήτηση και μείωση της ζητήσεως ναρκωτικών 2) εθνικές και κοινοτικές στρατηγικές και πολιτικές 3) διεθνής συνεργασία και γεωπολιτική της προσφοράς 4) έλεγχος του εμπορίου των ναρκωτικών, των ψυχοτρόπων ουσιών και των προδρόμων προϊόντων, όπως προβλέπεται από τις διεθνείς συμβάσεις.
( 61 ) Βλ., ιδίως, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 35 απόφαση 91/627 (άρθρο 29 της συμφωνίας).
Full & Egal Universal Law Academy