Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Με διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 1994, το Kriminal- og Skifteretten i Frederikshavn (Δανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) αΕχει το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1382/87 της Επιτροπής, της 20ής Μαου 1987, που θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά την επιθεώρηση των αλιευτικών σκαφών, την έννοια ότι τον επισείοντα ή το σύμβολο επιθεωρήσεως που περιγράφεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού πρέπει να φέρει η λέμβος προσεγγίσεως (φουσκωτή λέμβος) ή αρκεί να τον φέρει το σκάφος που μεταφέρει τη λέμβο αυτή, εν προκειμένω το Nordjylland;
Σε περίπτωση που οι λέμβοι αυτές δεν οφείλουν να φέρουν τον επισείοντα ή το σύμβολο, δεν ζητείται απάντηση σε περαιτέρω προδικαστικά ερωτήματα.
Σε αντίθετη περίπτωση:
2) ηΕχει η ενδεχόμενη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 2 έννομες συνέπειες ως προς το αν ο κυβερνήτης ενός σκάφους υποχρεούται, κατά το άρθρο 3, να συμμορφωθεί με τις εντολές της αρμόδιας για την επιθεώρηση αρχής και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιες είναι αυτές οι συνέπειες;»
2 Τα περιστατικά της κύριας δίκης μπορούν να περιγραφούν συνοπτικά ως εξής. Ο Finn Ohrt, κυβερνήτης του αλιευτικού σκάφους Actinia, έπλεε στα ύδατα του βόρειου Κατεγάτη, όταν πλησίασε η φουσκωτή λέμβος προσεγγίσεως του σκάφους Nordjylland, με σκοπό την πραγματοποίηση επιθεωρήσεως στο πλαίσιο του ελέγχου των αλιευτικών σκαφών. Ο Finn Ohrt συνέχισε την πορεία του, αγνοώντας τα επανειλημμένα ραδιοτηλεφωνικά και φωτεινά σήματα με τα οποία καλούνταν να σταματήσει αμέσως την πορεία του.
Κατόπιν του επεισοδίου αυτού, ασκήθηκε δίωξη κατά του Finn Ohrt για παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 3, της αποφάσεως του Υπουργού Αλιείας υπ' αριθ. 975, της 10ης Δεκεμβρίου 1992, με το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1382/87 της Επιτροπής, της 20ής Μαου 1987 (στο εξής: κανονισμός), ο οποίος θεσπίζει λεπτομερείς κανόνες όσον αφορά την επιθεώρηση των αλιευτικών σκαφών (1). Η τελευταία αυτή διάταξη ορίζει συγκεκριμένα ότι «ο εκπρόσωπος της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει από τον κυβερνήτη του σκάφους που πρόκειται να επιθεωρηθεί να σταματήσει, να κάνει ελιγμούς ή να προβεί σε άλλες ενέργειες, ώστε να διευκολύνει την επιβίβαση».
Στη διάταξη περί παραπομπής αναφέρεται ότι η φουσκωτή λέμβος που προσέγγισε το Actinia δεν έφερε το αναγνωριστικό σήμα που προβλέπεται στο άρθρο 2 του κανονισμού, κατά το οποίο «κάθε σκάφος που πραγματοποιεί επιθεώρηση φέρει, έτσι ώστε να διακρίνεται εμφανώς, επισείοντα ή σύμβολο, όπως ορίζεται στο παράρτημα Ι». Τέτοια σημαία είχε υψωθεί μόνο στο κύριο σκάφος, στο Nordjylland. Το σκάφος όμως αυτό βρισκόταν εκτός του οπτικού πεδίου του Actinia, σε απόσταση πολλών ναυτικών μιλίων. Για τον λόγο αυτό το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν η υποχρέωση υψώσεως τέτοιας σημαίας υφίσταται και για τη λέμβο με την οποία πραγματοποιείται η επιθεώρηση ή μόνο για το κύριο σκάφος και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η μη ανάρτηση του αναγνωριστικού σήματος έχει συνέπειες επί της υποχρεώσεως υπακοής σε μια διαταγή διακοπής της πορείας ή σε άλλη διαταγή που απευθύνεται ενδεχομένως στα αλιευτικά σκάφη κατά το άρθρο 3 του κανονισμού.
3 Για το πρώτο ερώτημα - δηλαδή αν η σημαία αναγνωρίσεως πρέπει να υψώνεται και στη λέμβο προσεγγίσεως - η Επιτροπή προτείνει αρνητική απάντηση.
Η λύση αυτή αιτιολογείται κυρίως με το επιχείρημα ότι η λέμβος δεν αποτελεί αυτοτελές πλεούμενο, αλλά παράρτημα του κύριου πλοίου, το οποίο συνεπώς αποτελεί το μόνο «σκάφος επιθεωρήσεως», που υπέχει την υποχρέωση υψώσεως της σημαίας αναγνωρίσεως κατά το άρθρο 2 του κανονισμού.
Κατά τη γνώμη μου, το ανωτέρω επιχείρημα δεν πρέπει να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ο κύριος σκοπός της υπό εξέταση κοινοτικής διατάξεως είναι να υπάρχει η δυνατότητα άμεσης αναγνωρίσεως των σκαφών που χρησιμοποιούνται για την επιτήρηση των αλιευτικών σκαφών. Το συμβατικό αναγνωριστικό στοιχείο πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο ώστε να «διακρίνεται εμφανώς»: είναι συνεπώς προφανές ότι ο σκοπός της διατάξεως συνίσταται στην καθιέρωση ενός ενιαίου κριτηρίου για την «εξωτερίκευση» των αναγνωριστικών στοιχείων των πλεούμενων που προορίζονται για την επιθεώρηση των αλιευτικών σκαφών.
νΟσον αφορά δε τη λέμβο προσεγγίσεως, δεν είναι ορθό ότι πρέπει να θεωρηθεί, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως μη αυτοτελής έναντι του κύριου σκάφους, πράγμα που θα σήμαινε ότι η υποχρέωση υψώσεως της σημαίας προβλέπεται, όπως ανέφερα ανωτέρω, σε σχέση μόνο με το σκάφος αυτό. Αν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των δύο πλεούμενων, πρόκειται για σχέση εξυπηρετήσεως, υπό την έννοια ότι η λέμβος χρησιμεύει για τις δραστηριότητες του σκάφους που τη μεταφέρει. Συγκεκριμένα, η λέμβος προσεγγίσεως, αφότου καταβιβαστεί στη θάλασσα και αρχίσει να αυλακώνει τα νερά, εξυπηρετεί αυτοτελώς τον λειτουργικό σκοπό του κύριου σκάφους, δηλαδή εν προκειμένω την επιθεώρηση. Αυτό όμως δεν αποκλείει, αλλ' αντίθετα προϋποθέτει, ότι ισχύουν και για τη λέμβο τα κριτήρια αναγνωρίσεως που προβλέπει γενικά ο κοινοτικός κανονισμός για όλα τα πλεούμενα που χρησιμοποιούνται για τις επιθεωρήσεις. Δεν χρειάζεται άλλωστε να προστεθεί ότι οι περιορισμένες διαστάσεις της λέμβου δεν εμποδίζουν σε καμία περίπτωση τον χαρακτηρισμό της ως «σκάφους επιθεωρήσεως». Πράγματι, στο ναυτικό δίκαιο χαρακτηρίζεται παγίως ως σκάφος οποιοδήποτε πλεούμενο, ανεξάρτητα από τις διαστάσεις του (2).
Αν, όπως πιστεύω, η λέμβος προσεγγίσεως καλύπτεται από την έννοια του σκάφους επιθεωρήσεως, τότε η λέμβος αυτή έχει κατ' ανάγκη την ίδια υποχρέωση αναρτήσεως του συμβατικού σημείου αναγνωρίσεως όπως και το πλοίο προελεύσεως. Εξάλλου, αν δεν είχε την υποχρέωση αυτή, θα ματαιωνόταν η επίτευξη του σαφούς σκοπού του άρθρου 2. Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί σε στενή συνάφεια με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ίδιου κανονισμού, κατά την οποία η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει από τον κυβερνήτη του αλιευτικού σκάφους να σταματήσει, να κάνει ελιγμούς ή να προβεί σε άλλες ενέργειες, ώστε να διευκολύνει την επιβίβαση. Οι διαταγές της αρμόδιας αρχής και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις συμπεριφοράς του κυβερνήτη του αλιευτικού σκάφους προβλέπονται αναμφίβολα σε συνάρτηση με την ειδική ρύθμιση περί αναγνωριστικών συμβόλων, η οποία ισχύει για όλες τις πραγματοποιούμενες επιθεωρήσεις. Για την επιθεώρηση πρέπει συνεπώς, ανεξάρτητα από το μέσο με το οποίο πραγματοποιείται, να χρησιμοποιούνται τα προβλεπόμενα σύμβολα. Από την άποψη της εφαρμοστέας κοινοτικής διατάξεως δεν έχει καμιά σημασία αν πρόκειται για λέμβο ή για το κύριο σκάφος.
4 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά στη συνέχεια το Δικαστήριο - πρόκειται για το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα - αν η μη ανάρτηση του αναγνωριστικού συμβόλου μπορεί να έχει συνέπειες επί της υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς τη διαταγή να σταματήσει το πλοίο ή προς άλλη διαταγή για την πραγματοποίηση ελιγμών ή άλλων ενεργειών, που να συναρτώνται προς την επιθεώρηση των αλιευτικών σκαφών. Ειδικότερα, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν ο κυβερνήτης ενός αλιευτικού σκάφους μπορεί, για να δικαιολογήσει τη μη συμμόρφωσή του προς τις διαταγές που του απευθύνθηκαν βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού, να ισχυριστεί ότι η επιθεωρούσα αρχή δεν είχε χρησιμοποιήσει, για την αναγνώρισή της, τα προβλεπόμενα αναγνωριστικά σύμβολα.
Η Επιτροπή και η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκαν ότι η παράλειψη αναρτήσεως του αναγνωριστικού σήματος δεν αρκεί για να απαλλάξει τον υπεύθυνο του αλιευτικού σκάφους από την υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις διαταγές της επιθεωρούσας αρχής. Αυτό που έχει σημασία, κατά την ανωτέρω άποψη, είναι να εξακριβώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν ο υπεύθυνος του πλοίου έχει γνώση της ιδιότητας αυτού που δίδει τη διαταγή. Για την εξακρίβωση αυτή η παράλειψη αναρτήσεως της σημαίας αναγνωρίσεως δεν έχει καθαυτή αποφασιστική σημασία. Πρόκειται για ένα μόνο από τα στοιχεία εκτιμήσεως που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο προκειμένου να εξακριβώσει αν υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση η γνώση αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο Finn Ohrt είχε πλήρη επίγνωση του ότι η λέμβος προσεγγίσεως προερχόταν από σκάφος επιθεωρήσεως. Κατά συνέπεια, ο Finn Ohrt παρέβη εσκεμμένα την υποχρέωση που του επέβαλλε το άρθρο 3 και επομένως δεν μπορεί να επικαλείται ως δικαιολογητικό λόγο την εκ μέρους του επιθεωρούντος πλοίου παράλειψη της τηρήσεως των κανόνων του άρθρου 2 περί αναγνωριστικών συμβόλων. Η Επιτροπή ισχυρίζεται στη συνέχεια, ως εκ περισσού, ότι ο Finn Ohrt δεν τήρησε ούτε την υποχρέωση να συντονισθεί στον δίαυλο συχνοτήτων 16 VΗF, οπότε το Nordjylland δεν είχε τη δυνατότητα να του δώσει οδηγίες με το ραδιοτηλέφωνο. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά αφ' εαυτής, κατά την Επιτροπή και τη Δανική Κυβέρνηση, παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας κατά την επιθεώρηση, υποχρεώσεως που επιβάλλεται γενικά με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες (3).
5 Πώς πρέπει να σχολιαστούν τα ανωτέρω επιχειρήματα; Πρώτον, το γεγονός ότι ο Finn Ohrt γνώριζε ή δεν γνώριζε την ιδιότητα της λέμβου προσεγγίσεως αποτελεί απλώς και μόνο πραγματικό στοιχείο, το οποίο είναι μεν ενδεχομένως κρίσιμο για την εκδίκαση της υποθέσεως επί της ουσίας από το εθνικό δικαστήριο, αλλά δεν έχει καμία σημασία, κατά τη γνώμη μου, για την ερμηνευτική απόφαση του Δικαστηρίου.
υΟσον αφορά εξάλλου τον ισχυρισμό περί υπάρξεως υποχρεώσεως συντονισμού στον δίαυλο συχνοτήτων 16 VHF, θα ήθελα να τονίσω ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η κοινοτική ρύθμιση επιβάλλει τέτοια υποχρέωση στον κυβερνήτη του αλιευτικού σκάφους (4). Ούτε μπορεί να υποστηριχθεί ότι η υποχρέωση αυτή αποτελεί παρακολούθημα της υποχρεώσεως συνεργασίας με τις επιθεωρούσες αρχές, η οποία προβλέπεται ειδικά από το άρθρο 2 του κανονισμού 2241/87. Το ερμηνευτικό ζήτημα που υποβάλλει το δανικό δικαστήριο αφορά μόνο τις διατάξεις του κανονισμού 1382/87. Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η υποχρέωση συνεργασίας με τις επιθεωρούσες αρχές υφίσταται εντός των ορίων της υποχρεώσεως του κυβερνήτη του σκάφους να συμμορφώνεται προς τις διαταγές που του απευθύνει η επιθεωρούσα αρχή: είναι πάντως σαφές ότι η υποχρέωση αυτή γεννάται, σύμφωνα με τον κοινοτικό κανονισμό, μόνο εφόσον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να διακρίνει - ή, εν πάση περιπτώσει, γνωρίζει - ότι πρόκειται για την επιθεωρούσα αρχή.
Πέρα από τις ανωτέρω διευκρινίσεις, η άποψη της Επιτροπής και της Δανικής Κυβερνήσεως - έστω και αν, όπως θα εκθέσω κατωτέρω, θα μπορούσα να συμφωνήσω επί της ουσίας - δεν είναι εντούτοις πλήρως αιτιολογημένη. Η άποψη αυτή στηρίζεται ουσιαστικά στο αξίωμα ότι ο υπεύθυνος ενός αλιευτικού πλοίου έχει την υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις εν λόγω διαταγές σε κάθε περίπτωση στην οποία γνωρίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο, μολονότι δεν έχει αναρτηθεί το αναγνωριστικό σήμα της επιθεωρήσεως, την ιδιότητα αυτού που του απευθύνει τις διαταγές. Αν τούτο ευσταθεί, απομένει πάντως να διευκρινιστεί ένα ουσιώδες σημείο, προκειμένου η απάντηση στο υπό κρίση ερώτημα να είναι ορθά θεμελιωμένη. Πρέπει γενικά να εξακριβωθεί αν, κατά τον κανονισμό, πρέπει να θεωρηθεί ότι αποκλείεται να είναι γνωστός ο προορισμός ενός πλοίου ή άλλου πλεούμενου που προορίζεται για επιθεώρηση, επειδή η αρμόδια αρχή παραλείπει να αναρτήσει το προβλεπόμενο αναγνωριστικό σήμα, ή αν αντίθετα ο προορισμός αυτός μπορεί να περιέρχεται σε γνώση των ενδιαφερομένων και με άλλα μέσα. Για να μη λησμονούμε την προκειμένη υπόθεση, μόνο αν γίνει δεκτή η τελευταία αυτή άποψη θα μπορούσε να επιτραπεί στις δανικές αρχές να αποδείξουν ότι ο Finn Ohrt γνώριζε οπωσδήποτε την ιδιότητά τους, μολονότι δεν υπήρχε το προβλεπόμενο σήμα αναγνωρίσεως.
6 Η απάντηση στο προκείμενο ερώτημα μπορεί να συναχθεί μόνο από μια σε βάθος ερμηνεία του άρθρου 2. υΟπως αναφέρθηκε ήδη, σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να δίδεται η δυνατότητα σε όλους να γνωρίζουν την ιδιότητα του σκάφους. Εφόσον η ιδιότητα αυτή γνωστοποιείται με την προβλεπόμενη ανάρτηση της σημαίας, κανείς δεν μπορεί να προσποιηθεί ότι την αγνοεί: στην περίπτωση αυτή ο κοινοτικός νομοθέτης θεωρεί ότι υφίσταται νομική υποχρέωση γνώσεως της εν λόγω ιδιότητας. Με άλλα λόγια, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 2 του κανονισμού, το αλιευτικό σκάφος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποφύγει την τήρηση των υποχρεώσεων που συνεπάγεται η διεξαγωγή της επιθεωρήσεως.
Ποιες όμως είναι οι έννομες συνέπειες του ότι η επιθεωρούσα αρχή παρέλειψε να δώσει προηγουμένως τη δυνατότητα αναγνωρίσεως σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον κανονισμό; Εν προκειμένω μπορούν να προταθούν αφηρημένα οι εξής δύο εναλλακτικές ερμηνευτικές δυνατότητες.
α) Κατά την πρώτη άποψη, η ανάρτηση της σημαίας αναγνωρίσεως αποτελεί επαρκές αλλ' όχι αναγκαίο μέσο αποδείξεως της ιδιότητας της επιθεωρούσας αρχής. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί συνεπώς να αποκτήσει γνώση της ιδιότητας αυτής με άλλο τρόπο. Η παράλειψη αναρτήσεως της σημαίας θα μπορούσε να θεωρηθεί, το πολύ, ότι ισοδυναμεί με τεκμήριο περί μη γνώσεως της ανωτέρω ιδιότητας. Το τεκμήριο αυτό όμως μπορεί να ανατραπεί, εφόσον οι αρμόδιες αρχές αποδείξουν ότι ο ενδιαφερόμενος γνώριζε την ιδιότητά τους (μαχητό τεκμήριο).
β) Αντίθετα, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι ο κανόνας του άρθρου 2 του κανονισμού αποτελεί το αναγκαίο και επαρκές μέσο - δηλαδή το μόνο επιτρεπόμενο από τον νόμο μέσο - για την αναγνώριση των σκαφών επιθεωρήσεως. Αν αυτό ίσχυε, η παράλειψη τηρήσεως του κανόνα αυτού θα εμπόδιζε τις αρμόδιες αρχές να ισχυριστούν ότι ο ενδιαφερόμενος γνώριζε την ιδιότητά τους. Θα υπήρχε δηλαδή τεκμήριο περί μη γνώσεως της ιδιότητας αυτής, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα ανταποδείξεως (αμάχητο τεκμήριο).
7 Νομίζω ότι από τις ανωτέρω δύο απόψεις η εκτιθέμενη υπό το στοιχείο αα ανταποκρίνεται περισσότερο στον σκοπό του άρθρου 2 του κανονισμού. Η διάταξη αυτή περιορίζεται στη θέσπιση ενός ενιαίου κανόνα για τα σύμβολα αναγνωρίσεως των σκαφών επιθεωρήσεως. Εφόσον τηρείται ο κανόνας αυτός, δημιουργείται, όπως αναφέρθηκε ήδη, απόλυτο τεκμήριο γνώσεως της ιδιότητας της επιθεωρούσας αρχής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ιδιότητα αυτή λογίζεται από τον νόμο ως γνωστή, εφόσον καθίσταται διακριτή σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι, όταν η λέμβος προσεγγίσεως δεν φέρει την προβλεπόμενη από τον κανονισμό σημαία και η ιδιότητά της δεν καθίσταται συνεπώς εκ πρώτης όψεως διακριτή, η λέμβος αυτή παύει, από άποψη κοινοτικού δικαίου, να εξυπηρετεί λειτουργικά την επιθεώρηση για την οποία προορίζεται και χάνει οριστικά την ιδιότητα της επιθεωρούσας αρχής, η οποία πρέπει να προταχθεί έναντι του προς επιθεώρηση αλιευτικού σκάφους. Σε τελική ανάλυση, αυτό που έχει σημασία είναι να έχει ο υπεύθυνος του αλιευτικού πλοίου οπωσδήποτε γνώση της ιδιότητας αυτών που προβαίνουν στην επιθεώρηση. Αν έχει αναρτηθεί η προβλεπόμενη σημαία, δημιουργείται τεκμήριο, όπως ανέφερα ήδη, περί υπάρξεως της γνώσεως αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, η γνώση αυτή θα πρέπει να αποδειχθεί από την αρμόδια αρχή. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα. Ο υπό κρίση κοινοτικός κανονσμός δεν επιβάλλει στους υπευθύνους των πλοίων καμία υποχρέωση να γνωρίζουν την ιδιότητα των σκαφών επιθεωρήσεως, εφόσον τα σκάφη αυτά δεν έχουν αναρτήσει την προβλεπόμενη σημαία· για τον λόγο ακριβώς αυτόν οι επιθεωρούσες αρχές πρέπει να αποδεικνύουν ότι ο ενδιαφερόμενος γνώριζε πράγματι τον λειτουργικό προορισμό της λέμβου προσεγγίσεως, εκτός βέβαια αν η γνώση αυτή τεκμαίρεται λόγω της αναρτήσεως της προβλεπομένης σημαίας. Η γνώση αυτή αποτελεί τον μόνο λόγο για τον οποίο δικαιολογείται η επιβολή των υποχρεώσεων συμπεριφοράς και ελιγμών του αλιευτικού σκάφους, σύμφωνα με τις οδηγίες που δίδονται, προς τον σκοπό της επιθεωρήσεως, από τις αρμόδιες αρχές, με τις οποίες υποχρεούται να συνεργάζεται ο υπεύθυνος του αλιευτικού σκάφους. Το τελικό συμπέρασμα: οι υπό εξέταση κοινοτικές διατάξεις έχουν την έννοια ότι όλα τα σκάφη που χρησιμοποιούνται για τις επιθεωρήσεις πρέπει να έχουν αναρτήσει το προβλεπόμενο σύμβολο, αλλ' ότι εντούτοις δεν επιτρέπεται στους υπευθύνους των αλιευτικών σκαφών να μη συμμορφώνονται προς τις διαταγές που τους δίδονται από τις ευρισκόμενες επί των σκαφών επιθεωρήσεως αρχές, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο ενδιαφερόμενος γνώριζε οπωσδήποτε την ιδιότητά τους.
8 Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα του Kriminal- οg Skifteretten i Frederikshavn:
«Η λέμβος προσεγγίσεως, εφόσον χρησιμοποιείται για επιθεώρηση, καλύπτεται από την έννοια του "σκάφους επιθεωρήσεως", όπως η έννοια αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1382/87 της Επιτροπής, της 20ής Μαου 1987, και συνεπώς υποχρεούται να αναρτά το συμβατικό σήμα αναγνωρίσεως που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.
Ο υπεύθυνος του αλιευτικού πλοίου δεν υποχρεούται να συμμορφωθεί με τη διαταγή να σταματήσει τον πλου ή άλλη διαταγή που του δίδεται βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού από σκάφος επιθεωρήσεως, εφόσον δεν γνωρίζει την ιδιότητα του δίδοντος τη διαταγή. Υφίσταται γνώση της ιδιότητας αυτής, αν η επιθεωρούσα αρχή έχει αναρτήσει το προβλεπόμενο στο άρθρο 2 σύμβολο αναγνωρίσεως. Αν δεν το έχει πράξει, ισχύει το μαχητό τεκμήριο ότι η ιδιότητα αυτή δεν ήταν γνωστή, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές αποδείξουν ότι ο ενδιαφερόμενος, μολονότι δεν είχε αναρτηθεί το σύμβολο της επιθεωρήσεως, είχε οπωσδήποτε γνώση της ιδιότητας αυτής.»
(1) - ΕΕ L 132 της 21ης Μαου 1987, σ. 11. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η εθνική διάταξη στην οποία έχει ενσωματωθεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού είναι το άρθρο 137 της προαναφερθείσας αποφάσεως του Υπουργού Αλιείας της Δανίας και όχι το άρθρο 6, παράγραφος 3, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στη διάταξη περί παραπομπής. Πρόκειται πάντως για ανακρίβεια που δεν ασκεί καμιά επιρροή εν προκειμένω.
(2) - Ηδη οι αρχαίοι συνήθιζαν να λέγουν ότι «navigii appellatione etiam rates continentur» (D. 43, 12, 1, 14)· πιστοί στην αρχή αυτή του ιουστινιάνιου δικαίου, οι συγγραφείς του 16ου αιώνα (Stracca), του 17ου (Stypmannus) και του 18ου (Casaregis) εξέθεταν ότι «sub vocabulo navis omnia navigiorum genera comprehenduntur». O Valin, «Nouveau commentaire sur l'Ordonnance de la marine», I, La Rochelle, 1776, σ. 601, ανέφερε ότι «sous ces noms de navires ou autres bβtiments de mer sont comprises mκme les chalοupes (...)».
(3) - ΕΕ L 207 της 29ης Ιουλίου 1987, σ. 1.
(4) - Ούτε άλλωστε μπορεί να υποστηριχθεί ότι η υποχρέωση αυτή απορρέει από τις διατάξεις περί ελέγχων τις οποίες μπορούν να θεσπίζουν οι εθνικές αρχές βάσει του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87, όπως υποστήριξε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της. Συγκεκριμένα, είναι προφανές ότι η υποχρέωση αυτή δεν έχει καμία σχέση με τα προβλεπόμενα από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αφορά, αντίθετα, τις διάφορες περιπτώσεις στις οποίες το κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει την κατοχή άδειας ως προϋπόθεση για την άσκηση αλιείας ή να επιβάλλει στα αλιευτικά σκάφη την υποχρέωση να τηρούν τα έγγραφα που αφορούν τις επιθεωρήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε άλλα κράτη μέλη.
Full & Egal Universal Law Academy