ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΊ) ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
FENNELLY
της 29ης Φεβρουαρίου 1996 ( *1 )
Εισαγωγή
1.
Αντικείμενο της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αποτελεί ένα εθνικό σύστημα χορηγήσεως εγκρίσεως για την πώληση βιοκτόνων προϊόντων, δικαιολογούμενο από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: Συνθήκη). Η ολλανδική αλυσίδα καταστημάτων λιανικής πωλήσεως ΗΕΜΑ, κατά την πώληση, σε υπεραγορά στο Βέλγιο, φυκοκτόνου προϊόντος προοριζομένου για τον καθορισμό πλακών, επιχείρησε να μη συμμορφωθεί προς την υποχρέωση προηγούμενης λήψεως εγκρίσεως, την οποία θεσπίζει ένα βελγικό βασιλικό διάταγμα, επικαλούμενη την κατ' αυτήν ισοδύναμη άδεια που έχει ήδη λάβει στις Κάτω Χώρες. Στο πλαίσιο της ποινικής δίωξης που επακολούθησε κατά της Brandsma, διευθύντριας του καταστήματος, το βελγικό πρωτοδικείο υπέβαλε δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης. Η απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στην υπόθεση Frans-Nederlandse Maatschappij voor Biologische Producten ( 1 ) (στο εξής: Biologische Producten) θα μπορούσε να βοηθήσει στο να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά.
Πραγματικό και νομικό πλαίσιο
2.
Η Jacqueline Brandsma είναι διευθύντρια υπεραγοράς στο Turnhout, η οποία ανήκει στην ολλανδική αλυσίδα ΗΕΜΑ. Η ΗΕΜΑ έχει περίπου 200 καταστήματα στις Κάτω Χώρες αλλά, κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, είχε στο Βέλγιο μόνο δύο καταστήματα. Στην πράξη, τα περισσότερα προϊόντα που πωλεί η αλυσίδα ΗΕΜΑ στο Βέλγιο τα προμηθεύεται από Ολλανδούς προμηθευτές, οι οποίοι της τα πωλούν υπό ευνοϊκούς όρους αναλόγως του όγκου πωλήσεων.
3.
Κατόπιν της επισκέψεως, στις 12 Μαρτίου 1993, ενός επιθεωρητή φαρμακευτικών προϊόντων στην υπεραγορά αυτή, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά της Brandsma ενώπιον του Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout για την παράνομη, άνευ εγκρίσεως, πώληση φυκοκτόνου προϊόντος, του ΗΕΜΑ Tegelreiniger (καθαριστικού πλακών), κατά παράβαση του άρθρου 8 του βασιλικού διατάγματος της 5ης Ιουνίου 1975, περί της κατοχής, πωλήσεως και χρήσεως παρασιτοκτόνων και φυτοπροστατευτικών προϊόντων (στο εξής: βασιλικό διάταγμα). Το προϊόν αυτό, του οποίου το ενεργό συστατικό είναι το χλωρίδιο του διδεκυλοδιμεθυλαμμωνίου σε περιεκτικότητα 6 γραμμαρίων ανά λίτρο (gr/l), προλαμβάνει την έκφυση φυκών σε τοίχους και πλάκες.
4.
Το προϊόν εισήχθη από τις Κάτω Χώρες, όπου διατίθεται στην αγορά κατόπιν εγκρίσεως από τις ολλανδικές αρχές, αλλά χωρίς αντίστοιχη έγκριση στο Βέλγιο. Πράγματι, η ΗΕΜΑ ουδέποτε υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση της εγκρίσεως αυτής. Ο δικηγόρος της Brandsma, επικουρούμενος από έναν νομικό σύμβουλο της ΗΕΜΑ κατά την προφορική διαδικασία, απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου διευκρίνισε ότι η απόφαση αυτή οφειλόταν εν μέρει στο κόστος και εν μέρει στην άποψη της ΗΕΜΑ ότι αρκούσε η έγκριση που είχε λάβει από τις ολλανδικές αρχές. Εντούτοις, ο δικηγόρος της Brandsma δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή στοιχεία όσον αφορά τα έξοδα που ήταν πράγματι πιθανόν να συνεπάγεται η αίτηση αυτή. Αυτή η έλλειψη στοιχείων γενικώς, όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή της Βελγικής διαδικασίας χορηγήσεως εγκρίσεως, οφείλεται, κατά πάσα πιθανότητα, στην απόφαση της ΗΕΜΑ να αγνοήσει τη διαδικασία αυτή, στηριζόμενη στην έγκριση που είχε λάβει από τις ολλανδικές αρχές. Η συσκευασία του προϊόντος φέρει τον αριθμό της χορηγηθείσας από τις ολλανδικές αρχές εγκρίσεως.
5.
Το άρθρο 8 του βασιλικού διατάγματος προβλέπει υποχρεωτική διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι αποτελεί αδίκημα η εμπορία, κτήση, προσφορά, έκθεση ή διάθεση προς πώληση, αποθήκευση, παρασκευή, μεταφορά, διάθεση εξ επαχθούς ή άλλης αιτίας, εισαγωγή ή χρήση παρασιτοκτόνων προϊόντων για μη γεωργική χρήση, τα οποία δεν έχουν προηγουμένως εγκριθεί από τον αρμόδιο για τη δημόσια υγεία υπουργό.
6.
Το άρθρο 10 του βασιλικού διατάγματος προβλέπει ότι ο υπουργός καθορίζει ένα πάγιο τέλος αιτήσεως και ορίζει ποιες επιστημονικές δοκιμές πρέπει να πραγματοποιηθούν με έξοδα του αιτούντος. Το άρθρο 12 ορίζει ότι οι αιτήσεις για τη χορήγηση εγκρίσεως πρέπει να υποβάλλονται σε τυποποιημένο έντυπο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του βασιλικού διατάγματος. Το άρθρο 13 ορίζει ότι ο υπουργός μπορεί να απαιτεί την πραγματοποίηση ορισμένων επιστημονικών δοκιμών πριν από τη χορήγηση της εγκρίσεως και μπορεί να καθορίζει τις προδιαγραφές τις οποίες πρέπει να πληροί το προϊόν. Το άρθρο 14 ορίζει ότι ο υπουργός, κατόπιν γνώμης της Erkenningscomité (επιτροπή εγκρίσεων) ή του Hoge Gezondheidsraad (ανώτατο συμβούλιο δημόσιας υγείας), μπορεί να καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα εγκεκριμένο προϊόν μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο και να χρησιμοποιείται. Το άρθρο 16 του βασιλικού διατάγματος προβλέπει διαδικασία προσφυγής κατά της αρνήσεως χορηγήσεως εγκρίσεως.
7.
Ο δικηγόρος της Brandsma ισχυρίστηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι η βελγική διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως είναι πανομοιότυπη με αυτήν κατά την οποία εγκρίθηκε η πώληση του ΗΕΜΑ Tegelreiniger στις Κάτω Χώρες, όπως αυτή καθορίζεται σε νόμο των Κάτω Χωρών του 1962 ( 2 ). Εντούτοις, δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το óu στο Βέλγιο και στην Ολλανδία έχουν καθοριστεί ή έχουν εφαρμοστεί στην πράξη πανομοιότυπες ή παρόμοιες ουσιαστικές προδιαγραφές ασφαλείας όσον αφορά τα φυκοκτόνα. Ούτε έχουν παρασχεθεί στο Δικαστήριο στοιχεία όσον αφορά τις προδιαγραφές που έχει καθορίσει το βελγικό Υπουργείο Υγείας βάσει του άρθρου 13 του βασιλικού διατάγματος. Όπως έχω ήδη επισημάνει, η ΗΕΜΑ προτίμησε να μην επιχειρήσει να ακολουθήσει τη διαδικασία αυτή.
8.
H Brandsma, αμυνόμενη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω διάταξη αντέβαινε στον υπέρτερο κανόνα του άρθρου 30 της Συνθήκης ο οποίος απαγορεύει, μεταξύ των κρατών μελών, τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών καθώς και κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος. Η Brandsma ισχυρίστηκε ότι το προϊόν διετίθετο νομίμως στο εμπόριο σας Κάτω Χώρες και ήταν σύμφωνο με όλες τις εφαρμοστέες κοινοτικές οδηγίες.
9.
Με διάταξη της 20ής Οκτωβρίου 1994, το πέμπτο τμήμα του Rechtbank van eerste aangleg (Πρωτοδικείο) te Turnhout ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης, τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1)
Πρέπει μια εθνική νομοθετική διάταξη κράτους μέλους, με την οποία απαγορεύεται η διάθεση στο εμπόριο, η κτήση, η προσφορά, η παρουσίαση ή η διάθεση προς πώληση, η κατοχή, η παρασκευή, η μεταφορά, η πώληση, η μεταβίβαση εξ επαχθούς ή χαριστικής αιτίας, η εισαγωγή ή χρήση παρασιτοκτόνων μη γεωργικής χρήσεως που δεν έχουν εγκριθεί προηγουμένως από τον υπουργό, στις αρμοδιότητες του οποίου περιλαμβάνεται η δημόσια υγεία, να θεωρηθεί óτι συνιστά ποσοτικό περιορισμό ή μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν συνεπεία του εθνικού αυτού μέτρου ένα παρασιτοκτόνο μη γεωργικής Χρήσεως, το οποίο διατίθεται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, εισαγόμενο στο πρώτο κατά τα άνω κράτος μέλος, δεν επιτρέπεται να πωλείται, εφόσον δεν έχει προηγουμένως εγκριθεί στο κράτος αυτό από τον υπουργό στις αρμοδιότητες του οποίου περιλαμβάνεται η δημόσια υγεία;
2)
Στην περίπτωση κατά την οποία στο πρώτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση και το μέτρο αυτό αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, μπορεί το πρώτο κατά τα άνω κράτος μέλος να επικαλεστεί εγκύρως υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και την προβλεπομένη σ' αυτό προστασία της δημοσίας υγείας προκειμένου να διατηρήσει το μέτρο αυτό και να μην εφαρμόσει την απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ;»
Παρατηρήσεις
10.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Brandsma, κατηγορουμένη της κύριας δίκης, η Επιτροπή, η Αυστριακή, η Ολλανδική, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Η Brandsma, η Επιτροπή και η Σουηδική Κυβέρνηση εκπροσωπήθηκαν επίσης κατά την προφορική διαδικασία της 1ης Φεβρουαρίου 1996.
11.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, όσοι υπέβαλαν προφορικές παρατηρήσεις συμφωνούν, πράγμα που δεν εκπλήσσει, ότι το άρθρο 8 του βασιλικού διατάγματος συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, βάσει των κριτηρίων που εκτίθενται στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, Dassonville ( 3 ), και στην απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, Rewe-Zentral (Cassis de Dijon) ( 4 ).
12.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η Brandsma ισχυρίστηκε ότι το προϊόν HEMA Tegelreiniger έχει εγκριθεί στις Κάτω Χώρες και είναι σύμφωνο από όλες τις απόψεις προς τις εφαρμοστέες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Συναφώς, η Brandsma παρέθεσε ορισμένες οδηγίες που αφορούν την ταξινόμηση, την επισήμανση και την εμπορία επικινδύνων παρασκευασμάτων ( 5 ) και την εμπορία και χρήση ορισμένων επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων ( 6 ). Η Brandsma ισχυρίστηκε ότι αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 36 διότι υπάρχει πλήρης εναρμόνιση των προϋποθέσεων εμπορίας σε κοινοτικό επίπεδο η Brandsma ισχυρίστηκε επίσης (προφανώς επικουρικώς) ότι, εφόσον η δημόσια υγεία στο Βέλγιο προστατεύεται επαρκώς από την ολλανδική διαδικασία δοκιμής και εγκρίσεως, θα αποτελούσε δυσανάλογη απαίτηση το να υποβληθεί το προϊόν σε παρεμφερή διαδικασία στο Βέλγιο, πράγμα το οποίο, μεταξύ άλλων, θα απαιτούσε διαφορετική συσκευασία φέρουσα τον αριθμό της εγκρίσεως. Κατά την Brandsma, η Βελγική Κυβέρνηση φέρει το βάρος της αποδείξεως περί του αντιθέτου.
13.
Η Επιτροπή, η Αυστριακή, η Ολλανδική, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζονται 6η στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Υποστηρίζουν ότι δεν υφίστανται ακόμη εναρμονισμένοι κοινοτικοί κανόνες για την έγκριση φυκοκτόνων προϊόντων όπως το ΗΕΜΑ Tegelreiniger, τα οποία εμπίπτουν στη γενική κατηγορία των βιοκτόνων ( 7 ). Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οι κυβερνήσεις των κρατών μελών δικαιούνται, εφόσον τέτοιου είδους κανόνες δεν έχουν θεσπιστεί ακόμη, να απαιτούν την έγκριση από τις εθνικές αρχές προ της θέσεως των προϊόντων αυτών σε εμπορία στο έδαφός τους, χάριν της προστασίας της δημόσιας υγείας ή του περιβάλλοντος. Αναλύουν τις οδηγίες που παραθέτει η Brandsma και διατείνονται ότι εναρμονισμένοι κανόνες επί ζητημάτων όπως η συσκευασία και η επισήμανση δεν αρκούν για να διασφαλίσουν την προστασία αυτή. Κατά την προφορική διαδικασία, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επισήμανε ότι οι οδηγίες αυτές, οι οποίες εναρμονίζουν τους κανόνες επισημάνσεως και συσκευασίας, δεν ασκούν επίδραση στο ζήτημα της εγκρίσεως για τη διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά. Η Επιτροπή επισήμανε περαιτέρω ότι η οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων ( 8 ), δεν καλύπτει προϊόντα όπως το επίμαχο στην παρούσα υπόθεση. Ορισμένα από τα κράτη μέλη ισχυρίζονται επίσης ότι η αμοιβαία αναγνώριση εθνικών εγκρίσεων θα έτεινε να ευνοεί το χαμηλότερο επίπεδο προστασίας στην Κοινότητα, δεδομένου ότι οι παραγωγοί θα ζητούσαν ενδεχομένως έγκριση εντός του κράτους μέλους που θέτει τις λιγότερο αυστηρές προδιαγραφές. Ειδικότερα, επικαλέστηκαν την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Biologische Producten ( 9 ), με την οποία υπογραμμίστηκε ότι εναπόκειται, σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίζει το επίπεδο προστασίας των συμφερόντων αυτών το οποίο απαιτείται στο έδαφος του, μολονότι πρέπει να αποφεύγει την επανάληψη και να λαμβάνει υπόψη τα διαθέσιμα αποτελέσματα δοκιμών εντός άλλων κρατών μελών τα οποία πληρούν τις δικές του προδιαγραφές.
Ανάλυση
14.
Όσον αφορά το πρώτο ερώτημα, νομίζω ότι είναι σαφές ότι η προϋπόθεση εγκρίσεως που θέτει το άρθρο 8 του βασιλικού διατάγματος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο διατύπωσε ένα γενικό κριτήριο με την απόφαση Dassonville ( 10 ), ότι δηλαδή «κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να εμποδίσει, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικούς περιορισμούς». Το Δικαστήριο, σε ένα από τα πολλά πρόσφατα παραδείγματα, συνόψισε το κριτήριο αυτό όπως έχει διατυπωθεί στη μεταγενέστερη νομολογία ως εξής:
«Σύμφωνα με την απόφαση “Cassis de Dijon” (απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral, Συλλογή τόμος 1979/1, σ. 321), συνιστούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που απαγορεύονται από το άρθρο 30 τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που απορρέουν, ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, από την εφαρμογή σε εμπορεύματα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη, όπου νομίμως παράγονται και διατίθενται στο εμπόριο, κανόνων σχετικά με τις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα αυτά (όπως αυτές που αφορούν την ονομασία τους, τη μορφή τους, τις διαστάσεις τους, το βάρος τους, τη σύνθεση τους, την παρουσίαση τους, τη σήμανση τους, τη συσκευασία τους).» ( 11 )
15.
Ο κατάλογος των μέτρων αυτών εντός παρενθέσεως δίδει απλώς παραδείγματα του φάσματος των ρυθμίσεων στις οποίες υπόκειται η εμπορία προϊόντων και οι οποίες εμπίπτουν όλες εντός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης. Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Biologische Producten εξυπακούεται ότι η κατά το εθνικό δίκαιο προϋπόθεση εγκρίσεως από τις υγειονομικές αρχές του κράτους μέλους, πριν από τη διάθεση στο εμπόριο, πληροί τα κριτήρια για να προστεθεί στον κατάλογο αυτόν ( 12 ). Η προϋπόθεση αυτή μπορεί να εμποδίζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο υποβάλλοντας τους παραγωγούς που επιθυμούν να εμπορεύονται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη σε πολλαπλές διαδικασίες εγκρίσεως, οι οποίες μπορεί, ακόμη και όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση, να αυξάνουν τα έξοδα και να προκαλούν καθυστέρηση στη διάθεση του προϊόντος στην κοινοτική αγορά. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο ερώτημα καταφατική απάντηση, αποφαινόμενο ότι η κατά τη βελγική νομοθεσία προϋπόθεση εγκρίσεως αποτελεί μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό στις εισαγωγές απαγορευόμενο από το άρθρο 30.
16.
Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάσω το δεύτερο ερώτημα, δηλαδή εάν το Βασίλειο του Βελγίου μπορεί να επικαλεστεί εξαίρεση από την απαγόρευση αυτή, συγκεκριμένα την προστασία της δημόσιας υγείας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ( 13 ). Κατ' αρχάς, είναι αναγκαίο να εξεταστεί εάν υφίστανται εναρμονισμένοι κοινοτικοί κανόνες όσον αφορά την έγκριση των ενδεχομένως επιβλαβών βιοκτόνων προϊόντων όπως το επίμαχο στην παρούσα υπόθεση φυκοκτόνο. EívaL σαφές ότι τέτοιοι κανόνες δεν υφίστανται. Η Brandsma αναφέρθηκε με τις παρατηρήσεις της σε τρία κοινοτικά νομοθετήματα. Το ένα (η οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 14 )) απλώς θεσπίζει περιορισμούς στην εμπορία και χρήση ορισμένων συγκεκριμένων χημικών ουσιών (σας οποίες δεν περιλαμβάνεται το χλωρίδιο του διδεκυλοδιμεθυλαμμωνίου). Οι άλλες δύο (οδηγίες του Συμβουλίου 67/548/ΕΟΚ και 78/631/ΕΟΚ ( 15 )) αφορούν τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται στην αγορά τα επικίνδυνα προϊόντα — ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση — και όχι το προκαταρκτικό ζήτημα εάν η εμπορία των προϊόντων αυτών είναι κατ' αρχήν αποδεκτή ( 16 ). Το ίδιο συμβαίνει με ένα άλλο κοινοτικό μέτρο το οποίο αναφέρει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στις παρατηρήσεις της, δηλαδή την οδηγία 88/379/ΕΟΚ του Συμβουλίου ( 17 ). Είναι επίσης προφανές ότι ένα προϊόν το ενεργό συστατικό του οποίου είναι το χλωρίδιο του διδεκυλοδιμεθυλαμμωνίου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των μέτρων αυτών ( 18 ).
17.
Ακόμη και αν το προϊόν ΗΕΜΑ Tegelreiniger ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής οιουδήποτε απ' αυτά τα κοινοτικά μέτρα, το γεγονός ότι έφερε τη δέουσα προειδοποιητική ένδειξη «ερεθιστικό» και το αντίστοιχο σύμβολο, τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα, αποδεικνύει απλώς και μόνον ότι το προϊόν είναι μη διαβρωτικό παρασκεύασμα το οποίο, ερχόμενο σε άμεση, παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη επαφή με το δέρμα ή τις βλεννογόνους μεμβράνες, μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή ( 19 )· τούτο δεν συνδέεται με άλλες ιδιότητες που μπορεί να αφορούν τη δημόσια υγεία και δεν αποδεικνύει ότι συμβιβάζεται με την προστασία της δημόσιας υγείας η εμπορία του προϊόντος στο Βέλγιο, με το ενεργό συστατικό του (χλωρίδιο του διδεκυλοδιμεθυλαμμωνίου), στην παρούσα περιεκτικότητα του (6 gr/l), για τον αναγραφόμενο σκοπό (τον καθαρισμό τοίχων και πλακών), προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τις αναγραφόμενες στη συσκευασία οδηγίες και υπό το φάσμα των προϋποθέσεων χρήσεως που μπορεί να προβλεφθούν.
18.
Είναι επίσης σαφές ότι το εν λόγω προϊόν δεν διέπεται από τους εναρμονισμένους κανόνες περί εγκρίσεως που περιλαμβάνονται στην οδηγία 91/414/ΕΟΚ σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων, δεδομένου ότι κείται εκτός του πεδίου εφαρμογής και της οδηγίας αυτής ( 20 ). Εν πάση περιπτώσει, η οδηγία αυτή θεσπίζει διαδικασία για τη χορήγηση εθνικής εγκρίσεως, η οποία δεν ζητήθηκε στην παρούσα περίπτωση, και η οποία πρέπει να χορηγείται για προϊόν που έχει ήδη εγκριθεί σε άλλο κράτος μέλος, μόνον εφόσον όλα τα ενεργά συστατικά του προϊόντος απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας. Το επίμαχο εν προκειμένω προϊόν δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή ( 21 ). Παρόμοια ρύθμιση έχει προταθεί, όσον αφορά προϊόντα όπως το επίμαχο, με το σχέδιο οδηγίας για τη διάθεση βιοκτόνων προϊόντων στην αγορά ( 22 ), αλλά δεν έχει ακόμη θεσπισθεί.
19.
Ελλείψει μιας τέτοιας εναρμονισμένης ρυθμίσεως περί εγκρίσεως, προοριζομένης να συμβιβάζει τα γενικά συμφέροντα της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών και της προστασίας της δημόσιας υγείας, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να θεσπίζουν μέτρα προστασίας της δημοσίας υγείας, περιλαμβανομένου ενός συστήματος εγκρίσεως από τις εθνικές αρχές των ενδεχομένως επιβλαβών προϊόντων. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο με την απόφαση Biologische Producten, υπό τις συνθήκες αυτές, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν σε ποια έκταση προτίθενται να εξασφαλίζουν την προστασία της δημόσιας υγείας, ιδίως δε πόσο αυστηροί πρέπει να είναι οι διενεργούμενοι έλεγχοι ( 23 ).Όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο με την απόφαση Heijn, σε υπόθεση που αφορούσε κατάλοιπα στα τρόφιμα, οι κανονιστικές ρυθμίσεις που θεσπίζουν τα διάφορα κράτη μέλη όσον αφορά ορισμένο προϊόν μπορούν νομίμως να ποικίλλουν από τη μία χώρα στην άλλη αναλόγως των κλιματολογικών συνθηκών, της καταστάσεως της υγείας του πληθυσμού και της συνήθους διατροφής του ( 24 ). Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών πρότεινε ορισμένους άλλους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όσον αφορά τα ßιοκτόνα προϊόντα όπως το επίμαχο: τον τρόπο παρασκευής και χρήσεως του προϊόντος, το αν το ενεργό συστατικό υπάρχει στο περιβάλλον, τον βαθμό βιομηχανοποιήσεως του κράτους μέλους, την πυκνότητα του πληθυσμού του. Πιστεύω ότι όλοι αυτοί οι παράγοντες μπορούν ενδεχομένως να έχουν ως αποτέλεσμα νόμιμες διαφοροποιήσεις στις προδιαγραφές εγκρίσεως που θεσπίζουν τα διάφορα κράτη μέλη ελλείψει εναρμονισμένης ρυθμίσεως. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ως προς τους παράγοντες αυτούς, δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη ως προς την ενδεχόμενη επίπτωση τους σε οποιαδήποτε σύγκριση μεταξύ του βελγικού και του ολλανδικού συστήματος.
20.
Για τους συγκεκριμένους σκοπούς της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, αρκεί ενδεχομένως να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα απάντηση βάσει της προηγουμένης παραγράφου. Πρώτον, η δίκη αυτή αφορά την ποινική δίωξη της Brandsma για παράβαση εθνικού νόμου σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία δεν πρόκειται για αστική δίκη στην οποία η ΗΕΜΑ ζητεί να λάβει έγκριση του προϊόντος της. Δεύτερον, αυτό που της προσάπτεται είναι η πώληση του προϊόντος χωρίς έγκριση, ενώ δεν είχε υποβληθεί αίτηση εγκρίσεως, ούτε έγινε καμία σοβαρή προσπάθεια να αποδειχθούν τα ιδιαίτερα επαχθή, άδικα ή συνεπαγόμενα σημαντικές δαπάνες χαρακτηριστικά του βελγικού νόμου ή της εφαρμογής του ( 25 ). Πράγματι, ο εκπρόσωπος της Brandsma ο οποίος, όπως έχω ήδη επισημάνει, επεκουρείτο κατά την προφορική διαδικασία από νομικό σύμβουλο της ΗΕΜΑ, δεν ήταν σε θέση να παράσχει κανένα ουσιώδες στοιχείο ως προς τα ζητήματα αυτά. Θα ήθελα να προσθέσω ότι το γεγονός ότι οι διαδικασίες εγκρίσεως στην Ολλανδία και το Βέλγιο είναι παρεμφερείς δεν αποδεικνύει ότι το βελγικό σύστημα, στην παρούσα περίπτωση, αποτελεί μια άχρηστη και επαχθή διατύπωση. Είναι απολύτως δυνατό να έχουν εφαρμογή διαφορετικές προδιαγραφές ή παρεμφερείς προδιαγραφές, εφαρμοζόμενες υπό διαφορετικές περιβαλλοντικές ή άλλες συνθήκες, να μπορούν να καταλήγουν σε διαφορετικά αποτελέσματα.
21.
Ως εκ τούτου, εφόσον γίνει δεκτό κατ' αρχήν ότι το Βέλγιο δικαιούται να διατηρεί σε ισχύ σύστημα εγκρίσεως προϊόντων βασιζόμενο σε λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να βοηθήσει το εθνικό δικαστήριο το να ενημερωθεί για τις υποχρεώσεις των βελγικών αρχών να αποφανθούν δικαίως επί μιας εντελώς υποθετικής αιτήσεως. Από την άλλη πλευρά, μια μη εμπεριστατωμένη απάντηση στο ερώτημα που αφορά το άρθρο 36 της Συνθήκης θα μπορούσε να προκαλέσει εσφαλμένες εντυπώσεις. Σε τελική ανάλυση, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εφαρμόσει τις απαντήσεις που δίδει το Δικαστήριο και στο εθνικό δικαστήριο και μόνο εναπόκειται να εκτιμήσει το αν αυτές ασκούν επίδραση στο συγκεκριμένο ζήτημα επί του οποίου πρέπει να αποφανθεί. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω τους σημαντικότερους περιορισμούς της εξουσίας των κρατών μελών που μπορούν να εντοπισθούν στο άρθρο 36 και οι οποίοι έχουν διαμορφωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
22.
Η πολιτική των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των παρεκκλίσεων του άρθρου 36 εξακολουθεί να υπόκειται στις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Το άρθρο 36 ορίζει ότι οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων μπορεί να δικαιολογούνται ( 26 ) από λόγους, μεταξύ άλλων, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών ( 27 ) και συνεχίζει: «[ο]ι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών». Τούτο σημαίνει ότι οι περιορισμοί στην εμπορία προϊόντων «πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι πράγματι αναγκαίο για τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας» ( 28 ).
23.
Αυτή η προϋπόθεση του αναγκαίου αφορά τόσο τις προδιαγραφές που θέτουν τα κράτη μέλη όσο και τις διαδικασίες εγκρίσεως που χρησιμοποιούν για να διασφαλίσουν την τήρηση των προδιαγραφών αυτών. Τούτο σημαίνει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν πάντοτε, στον μέγιστο βαθμό που συμβιβάζεται με τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας, «να συμβάλλουν στη χαλάρωση των ελέγχων του ενδοκοινοτικού εμπορίου» ( 29 ). Όσον αφορά τις προδιαγραφές καθαυτές, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέγουν τις δικές τους προδιαγραφές «κατά το μέτρο που υπάρχουν αβεβαιότητες στη σημερινή κατάσταση της επιστημονικής έρευνας, (...) λαμβάνοντας όμως υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας» ( 30 ). Έτσι, στο πλαίσιο των προσθέτων ουσιών σε τρόφιμα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι «η χρησιμοποίηση συγκεκριμένης πρόσθετης ουσίας, επιτρεπόμενης σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να επιτρέπεται στην περίπτωση εισαγόμενου προϊόντος από το εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των αποτελεσμάτων της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και ειδικά των εργασιών της Κοινοτικής Επιστημονικής Επιτροπής Ανθρώπινης Διατροφής και της Επιτροπής του Codex Alimentarais του Food and Agriculture Organizaion (FAO) των Ηνωμένων Εθνών και της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας και, αφετέρου, των συνηθειών διατροφής στο κράτος μέλος εισαγωγής, η πρόσθετη αυτή ουσία δεν παρουσιάζει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ανταποκρίνεται σε μια πραγματική ανάγκη, τεχνολογικής ιδίως φύσεως» ( 31 ).
24.
Όσον αφορά τη διαδικασία εγκρίσεως, το Δικαστήριο, με την απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, έχει αποφανθεί ότι «η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει επίσης να μπορούν οι επιχειρηματίες να ζητούν, με διαδικασία που να τους είναι ευχερώς προσιτή και η οποία να μπορεί να τερματίζεται εντός ευλόγου χρόνου, να επιτρέπεται (...) η χρησιμοποίηση συγκεκριμένων πρόσθετων ουσιών» ( 32 ) και προσέθεσε ότι «οι επιχειρηματίες πρέπει να μπορούν να προσβάλουν την αδικαιολόγητη άρνηση χορηγήσεως αδείας στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής» ( 33 ). Υπό τις συνθήκες αυτές, στις αρμόδιες εθνικές αρχές εναπόκειται να αποδεικνύουν, υπό το πρίσμα των εθνικών συνηθειών διατροφής και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα πορίσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας, ότι η απαγόρευση δικαιολογείται από λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας ( 34 ).
25.
Περαιτέρω, κατά τη διαδικασία εγκρίσεως από τις εθνικές αρχές προϊόντος που έχει ήδη εγκριθεί σε άλλο κράτος μέλος, τα κράτη μέλη «δεν πρέπει, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, να απαιτούν τεχνικές ή χημικές αναλύσεις ή εργαστηριακές εξετάσεις όταν οι ίδιες αναλύσεις και εξετάσεις έχουν ήδη γίνει σε άλλο κράτος μέλος, τα δε αποτελέσματά τους ευρίσκονται στη διάθεση των αρχών αυτών ή δύνανται κατόπιν αιτήσεως τους να τους παρασχεθούν. Για τους ίδιους λόγους πρέπει το κράτος μέλος, στο οποίο τηρείται διαδικασία εγκρίσεως κυκλοφορίας, να μεριμνά ώστε να μην προκαλούνται περιττά έξοδα ελέγχου, όταν τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργήθησαν στο κράτος προελεύσεως πληρούν τις προϋποθέσεις προστασίας της υγείας που υφίστανται στο κράτος εισαγωγής.» ( 35 ).
Πρόταση
26.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout τις ακόλουθες απαντήσεις:
1)
Η εθνική νομοθεσία κράτους μέλους που απαγορεύει την παρασκευή, εμπορία ή με κάθε τρόπο χρήση των παρασιτοκτόνων μη γεωργικής χρήσεως που δεν έχουν εγκριθεί προηγουμένως από τον υπουργό υγείας πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
2)
Παρά ταύτα, το κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί την εξαίρεση από την απαγόρευση του άρθρου 30 την οποία προβλέπει το άρθρο 36 της Συνθήκης για να δικαιολογήσει τη νομοθεσία αυτή για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, εφόσον ο περιορισμός αυτός είναι αναγκαίος υπό το φως της παρούσας επιστημονικής γνώσεως, δεν περιορίζει πέραν του αναγκαίου την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών, δεν επιβάλλει χωρίς λόγο την επανάληψη δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος και των οποίων τα αποτελέσματα είναι διαθέσιμα, και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων σε ατομικές περιπτώσεις αρνήσεως χορηγήσεως εγκρίσεως.
( *1 ) Γλώσαα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Υποθεοί) 272/80, Συλλογή 1981. α. 3277.
( 2 ) Δεν είναι σαφές εάν πρόκειται για τον Bestrijdingsmiddelenwet (νόμο περί των φυτοπροοτατευτικών προϊόντων) του 1962, τον οποίο αφορούσαν η υπόθεση Biologische Producten, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1, η υπόθεση Hcijn επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1984, 94/83, (Συλλογή 1984, σ. 3263), και η υπόθεση Nijman επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1989, 125/88 (Συλλογή 1989, σ. 3533).
( 3 ) Υπόθεση 8/74, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5.
( 4 ) Υπόθεση 120/78, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321, οκέψη 8.
( 5 ) Οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικίνδυνων ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 34) οδηγία 78/631/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την ταξινόμηση, τη συσκευασία και την επισήμανση των επικινδύνων παρασκευασμάτων (γεωργικών φαρμάκων) (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/007, σ. 142).
( 6 ) Οδηγία 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178).
( 7 ) Η Επιτροπή υπέβαλε στις 27 Ιουλίου 1993 πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διάθεση βιοκτόνων προϊόντων στην αγορά (ΕΕ 1993, C 239, σ. 3), όπως τροποποιήθηκε σης 24 Ιουλίου 1994 (ΕΕ 1995, C 261, ο. 5). Ο ορισμός των βωκτόνων προϊόντων δίδεται στο άρθρο 2 του σχεδίου οδηγίας.
( 8 ) ΕΕ 1991, L 230, σ. 1.
( 9 ) Υπόθεση 272/80, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1.
( 10 ) Υπόθεση 8/74, ποοπαοατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 5.
( 11 ) Απόφαση της 15ης Σεπτεμβηίου 1994, C-293/93, lloulwippcr (Συλλογιί 1994, α. I-4249, σκέψη 11).
( 12 ) Υπόθεση 27Ζ/80, προπαοατεθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψεις 10, 11 και 16.
( 13 ) Δύο κυβερνήσεις κρατών μελών, της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ανέφεραν επίσης τη δυνατότητα παρεκκλίσεως για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος. Στο ερώτημα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο δεν γίνεται μνεία των λόγων αυτών, αλλά μπορούν ίσως αυτοί να υπαχθούν στους λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι η βλάβη στο περιβάλλον που μπορεί να προκληθεί από την αλόγιστη χρήση βιοκτόνων προϊόντων, υπό τη μορφή της ρυπάνσεως των υδάτων και του εδάφους και της εισχωρήσεως τοξινών στην τροφική αλυσίδα, είναι ικανή να αποτελεί κίνδυνο για την υγεία.
( 14 ) Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6.
( 15 ) Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 5.
( 16 ) Αυτή η λογική διάκριση αντικατοπτρίζεται στο βασιλικό διάταγμα: το κεφάλαιο Π αφορά την έγκριση, το δε κεφάλαιο III την επισήμανση και τη συσκευασία.
( 17 ) Οδηγία της 7ης Ιουνίου 1988 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την ταξινόμηση, τη συσκευασία και την επισήμανση των επικινδύνων παρασκευασμάτων (ΕΕ 1988, L 187, σ. 14).
( 18 ) Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής επισήμανε κατά τη συνεδρίαση ότι αυτό το ενεργό συστατικό δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των επικινδύνων ουσιών του παραρτήματος Ι της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 5, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής, και των οδηγιών 78/631/ΕΟΚ, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 5 (βλ. το άρθρο 1, παράγραφος 3, αυτής), και 88/379/ΕΟΚ, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 17 (βλ. το άρθρο 2 αυτής).
( 19 ) Άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο η', της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 5.
( 20 ) Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 8. δίδει, τον ορισμό των φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Είναι αμφισβητήσιμο εάν τα φυκακτόνα μπορούν να θεωρηθούν παρασκευάσματα προοριζόμενα για την καταστροφή των ανεπιθύμητων φυτών, υπό την έννοια του όρθρου 2, παράγραφος 1. περίπτωση 1.4 της οδηγίας, δεδομένου ότι οι απόψεις των βοτανολόγων ως προς το αν τα φϋκη (ή τουλάχιστον ορισμένα φύκη) θα πρέπει να ταξινομηθούν ατα φυτά διίστανται. Η ταξινόμηση αυτή είναι οπωσδήποτε δυνατή εάν ενδιαφέρει απλώς η διάκριση του φυτικού από το ζωικό βασίλειο. Σύμφωνα με μια πιο σύνθετη κατάταξη, κατά την οποία οι έμβιοι οργανισμοί διαιρούνται σε πέντε βασίλεια (κατά σειρά εξελίξεως της κυτταρικής οργανώσεως, μονήρη, πρώτιστα, μύκητες, μετάφυτα, μετάζωα), τα πολυκύτταρα φύκη θεωρούνται ως φυτά από ορισμένους συγγραφείς (π.χ. Wcicr, Τ. Elliot, Botany: An Introduction to Plant Biology, έκτη έκδοση, εκδόσεις John Wiley and Sons, 1982, o. 8 έως 10), αλλά περιορίζονται στο βασίλειο των πρωτίστων από άλλους (π.χ., Raven: Biology and Plants, τέταρτη έκδοοη, εκδόσεις Worth Publishers, 1986, α. 160 έως 162, ο οποίος κατατάσσει τα φύκη στα φωτοσυνθετικά πρώτιστα). Εντούτοις, μπορεί να διαλυθεί κάθε αμφιβολία περί του αν το 1ΙΕΜΛ Tcgclreinigcr εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, εάν ληφθεί υπόψη ότι η οδηγία έχει ως σκοπό να διέπει τα προΐ'όντα που προορίζονται για γεωργική (και όχι για οικιακή) χρήση, όπως προκύπτει από τα εναλλακτικά κριτήρια του άρθρου 2, σημείο 1, και της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης αιτιολογικής σκέψεως του προοιμίου της οδηγίας.
( 21 ) Λρθρο 10 της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ, προπαρατεθείαας στην υποσημείωση 8.
( 22 ) Ιίλ. υποσημείωση 7. Η πρώτη και η δεύτερη αιτιολογική σκέψη καθιστούν σαφές ότι η πρόταση αφορά μη γεωργικά παρασιτοκτόνα. Το παράρτημα Ι του σχεδίου οδηγίας περιέχει επίσης κατάλογο ενεργών συστατικών, εγκριθέντα σε κοινοτικό επίπεδο για να περιληφθούν ατα βιοκτόνα προϊόντα. Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για την έγκριαη των προϊόντων αυτών για τις αντίστοιχες αγορές τους (άρθρο 3, παράγραφος 1). Προβλέπεται η αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων των κρατών μελών όσον αφορά προϊόντα τα ενεργά συστατικά των οποίων περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι (άρθρο 3, παράγραφος 3, άρθρο 4, παράγραφος 1), ενώ η παρέκκλιση από την υποχρέωση αυτή επιτρέπεται εφόσον οτινθήκες περιβάλλοντος διαφορετικές από αυτές του κράτους μέλους της πρώτης εγκρίσεως συνεπάγονται ότι το προϊόν θα είναι είτε αναποτελεσματικό είτε επικίνδυνο (άρθρο 3, παράγραφος 4).
( 23 ) Υπόθεση 272/80, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 12.
( 24 ) Υπόθεση 94/83, προπαρατεθείοα στην υποσημείωση 2, σκέψη 16.
( 25 ) Επί παραδείγματι, δεν αποδείχθηκε ότι το γεγονός ότι τα προϊόντα που εξάγονται στο Βέλγιο πρέπει να φέρουν αριθμό εγκρίσεως από τις βελγικές αρχές θα αυξάνε αναπόφευκτα τα έξοδα συσκευασίας, δεδομένου ότι η κοινή και για τις δύο χώρες συσκευασία θα μπορούσε κατά πάσα πιθανότητα να φέρει τους αριθμούς εγκρίσεων και από τις δύο χώρες με αναγραφή σχετικής μνείας.
( 26 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 27 ) Φαίνεται ότι η προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων αποτελεί την κύρια δικαιολόγηση του βελγικού συστήματος εγκρίσεως, ενόψει του ρόλου του υπουργού που είναι αρμόδιος για τη δημόσια υγεία και της υποχρεώσεώς του να συμβουλεύεται το Hoge Gezondheidsraad.
( 28 ) Απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987. 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, ο. 1227, σκέψη 44) (βλ. επίσης την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz (Συλλογή 1983, σ.2445), την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1985, 247/84, Molle (Συλλογή 1985, σ. 3887), και την απόφαση της 6ης Μαίου 1986, 304/84. Muller κ.λπ. (Συλλογή 1986, ο. 1511).
( 29 ) Απόφαση 272/80, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 14.
( 30 ) Υπόθεση 174/82, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 16.
( 31 ) Υπόθεση 178/84, προπαρατεθείσα οτην υποσημείωση 28, σκέψη 44 (η υπογράμμιση δική μου).
( 32 ) Υπόθεση 178/84, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 45. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί παράφραση της παραγράφου 26 της αποφάσεως Muller κ.λπ., προπαρατεθείσας οτην υποσημείωση 28, αλλά προσθέτει μια συγκεκριμένη αναφορά οτην αρχή της αναλογικότητας.
( 33 ) Υπόθεση 178/84, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 46.
( 34 ) Βλ. της σκέψη 26 της αποφάσεως Muller κ.λπ., προπαρατεθείσας στην υποσημείωση 28.
( 35 ) Υπόθεση 272/80, προπασετεθείσα οτην υποσημε(ωση 1, σκέψεις 14 και 15.
Full & Egal Universal Law Academy