Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Οι παρούσες υποθέσεις αποτελούν συνέχεια των υποθέσεων Faust και Wόnsche σχετικά με τα μέτρα διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή μανιταριών καλλιεργείας από τρίτες χώρες (1). Με τις τρεις αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 1991 (2), το Δικαστήριο έκρινε άκυρους τρεις κανονισμούς της Επιτροπής περί θεσπίσεως τέτοιων μέτρων διασφαλίσεως, ως προς το ύψος του συμπληρωματικού ποσού που καθόριζαν για τις εισαγωγές που υπερέβαιναν τις ορισθείσες σύμφωνα προς τους κανονισμούς αυτούς ποσότητες (3). Οι εν λόγω κανονισμοί αποτελούσαν μέρος σειράς μέτρων λαμβανομένων από το 1978 προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι διαταραχές της κοινοτικής αγοράς, οφειλόμενες στις χαμηλές τιμές εισαχθέντων μανιταριών, που είχαν διατεθεί στην αγορά σε μεγάλες ποσότητες. Οι κανονισμοί επέβαλλαν συμπληρωματικό ποσό 175 ECU ανά 100 kg και 160 ECU ανά 100 kg για εισαγωγές υπερβαίνουσες τις οριζόμενες από αυτούς ποσότητες (4). Έκαστος των κανονισμών ίσχυε για περίοδο τριών μηνών και, μαζί, κάλυπταν την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως 30 Σεπτεμβρίου 1981.
2 Οι εν λόγω κανονισμοί εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (5). Η διάταξη αυτή αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, το οποίο όριζε:
«Αν εντός της Κοινότητος η αγορά ενός ή περισσοτέρων [προβλεπομένων στο άρθρο 1] προϋόντων υφίσταται ή απειλείται να υποστεί, λόγω των εισαγωγών ή εξαγωγών, σοβαρές διαταραχές που δύνανται να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης, δύνανται να εφαρμοσθούν κατάλληλα μέτρα στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες, έως ότου εκλείψει η διαταραχή ή η απειλή διαταραχής.
Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, καθορίζει με ειδική πλειοψηφία τις λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσης παραγράφου και ορίζει τις περιπτώσεις και τα όρια, εντός των οποίων τα κράτη μέλη δύνανται να λάβουν συντηρητικά μέτρα.»
3 Η τελευταία πρόταση του άρθρου 14, παράγραφος 1, τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 521/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως στον τομέα των μεταποιημένων προϋόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά (6). Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, σχετικά με τα μέτρα που μπορούσαν να ληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 516/77, όριζε:
«Τα μέτρα (...) δεν είναι δυνατό να ληφθούν παρά κατά το μέτρο και για τη διάρκεια που κρίνονται απολύτως αναγκαία. Λαμβάνουν υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση των προϋόντων κατά τη διάρκεια της διακινήσεώς τους προς την Κοινότητα. Πρέπει να αφορούν μόνο τα προϋόντα που προέρχονται από τρίτες χώρες ή προορίζονται γι' αυτές. Δύνανται να περιοριστούν σε ορισμένες προελεύσεις, καταγωγές, προορισμούς, ποιότητες ή εμφανίσεις. Δύνανται να περιορισθούν στις εισαγωγές με προορισμό ορισμένες περιοχές της Κοινότητος ή στις εξαγωγές προελεύσεως τέτοιων περιοχών.»
4 Με τις αποφάσεις Faust και Wόnsche το Δικαστήριο υπενθύμισε την αρχή σύμφωνα με την οποία ο νόμιμος χαρακτήρας μέτρων που επιβάλλουν οικονομικές επιβαρύνσεις στους επιχειρηματίες εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι κατάλληλα και αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που νομίμως επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση, ενώ εξυπακούεται ότι, όταν προσφέρονται προς επιλογή περισσότερα κατάλληλα μέτρα, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, οι δε επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση προς τους επιδιωκομένους σκοπούς (7). Το Δικαστήριο τόνισε στη συνέχεια ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77 (8) είχαν εφαρμογή στους επίμαχους κανονισμούς. Διαπίστωσε ότι η απαίτηση συμπληρωματικού ποσού ήταν και ενδεδειγμένη και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού των επίδικων κανονισμών, ο οποίος συνίστατο στην προστασία της κοινοτικής αγοράς μανιταριών που απειλούνταν, λόγω εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών, από σοβαρές διαταραχές. Πάντως, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα καθορισθέντα ποσά υπερέβαιναν τα όρια που συνεπάγεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, της οποίας έκφραση αποτελεί το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77 (9). Απέρριψε ορισμένα επιχειρήματα που η Επιτροπή είχε προβάλει προκειμένου να στηρίξει το κύρος των επίδικων κανονισμών.
5 Η Επιτροπή είχε ισχυριστεί ότι τα μέτρα της ήταν λιγότερο περιοριστικά για τις συναλλαγές απ' όσο η πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών, την οποία θα μπορούσε να έχει επιλέξει, αλλά το Δικαστήριο τόνισε ότι σκοπός των κανονισμών δεν ήταν να απαγορευθούν οι πέραν ορισμένων ποσοτήτων εισαγωγές αλλά να παρασχεθεί, ακόμα και πέραν των καθορισθεισών ποσοτήτων, η δυνατότητα χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής έναντι καταβολής συμπληρωματικού ποσού (10).
6 Η Επιτροπή είχε επίσης ισχυριστεί ότι το συμπληρωματικό ποσό έπρεπε να είχε καθοριστεί σε υψηλό επίπεδο ώστε να είναι αποτρεπτικό. Το Δικαστήριο υποστήριξε, εντούτοις, εκ νέου ότι σκοπός δεν ήταν να αποκλειστούν οι πέραν των καθορισθεισών ποσοτήτων εισαγωγές, προσέθεσε δε ότι σκοπός των κανονισμών δεν ήταν ο κολασμός των άνευ πιστοποιητικού εισαγωγών, αλλά η προστασία της κοινοτικής αγοράς (11).
7 Η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι το ύψος του συμπληρωματικού ποσού ήταν δικαιολογημένο λόγω του ότι αντιστοιχούσε στην τιμή κόστους των κονσερβών μανιταριών πρώτης κατηγορίας, προελεύσεως Γαλλίας, που είχαν πωληθεί στη γερμανική αγορά (δεδομένου ότι η Γαλλία είναι η πρώτη παραγωγός χώρα της Κοινότητας και η Γερμανία ο κύριος αγοραστής). Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, ένα συμπληρωματικό ποσό, που θα ήταν απλώς ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής που ίσχυε στη χώρα εξαγωγής και αυτής που είχε οριστεί εντός της Κοινότητας, δεν θα επέτρεπε την επίτευξη των στόχων των επίμαχων κανονισμών. Το Δικαστήριο εντούτοις δήλωσε ότι το ύψος του συμπληρωματικού ποσού είχε ως αποτέλεσμα την αισθητή αύξηση του κόστους των κονσερβών μανιταριών που παράγονται, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην Κίνα, σε σχέση με το κόστος των κονσερβών μανιταριών που παράγονται εντός της κοινοτικής αγοράς (12).
8 Το Δικαστήριο επισήμανε επίσης την επίπτωση επί των εισαγωγών μανιταριών κατωτέρων κατηγοριών, που ήταν πολύ επαχθέστερη εκείνης επί των εισαγωγών μανιταριών πρώτης κατηγορίας, επειδή η εισφορά υπερέβαινε αισθητότατα το κόστος των κονσερβών μανιταριών κατωτέρων κατηγοριών που παράγονταν εντός της Κοινότητας:
«Κατά συνέπεια, ένα τέτοιου ύψους συμπληρωματικό ποσό το οποίο αποτέλεσε σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τους εισαγωγείς, είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον [επιδιωκόμενο] σκοπό (...)» (13).
9 Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κανονισμοί, οι οποίοι εφαρμόζονταν αδιακρίτως επί κονσερβών μανιταριών οποιασδήποτε προελεύσεως και κατηγορίας, είχαν, έτσι, ως αποτέλεσμα οι εισαγωγείς μανιταριών κατώτερης ποιότητας να υφίστανται βαρύτερο κολασμό απ' ό,τι οι εισαγωγείς μανιταριών πρώτης κατηγορίας, και τούτο ενώ το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77 επέτρεπε στην Επιτροπή να λαμβάνει υπόψη την προέλευση ή την ποιότητα των μανιταριών και να καθορίζει, ενδεχομένως, ενόψει των στοιχείων αυτών, διαφορετικά συμπληρωματικά ποσά (14).
10 Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τονίζοντας ότι η απόφασή του «προκύπτει απ' όλες τις προηγούμενες σκέψεις») αποφάνθηκε ότι οι κανονισμοί δεν ήσαν έγκυροι ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
11 Οι παρούσες υποθέσεις αφορούν τα επακόλουθα των ακύρων μέτρων που έλαβε η Επιτροπή. Το σύστημα κανονισμών της Επιτροπής, περί θεσπίσεως προσωρινών μέτρων διασφαλίσεως, αντικατέστησε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1796/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί μέτρων εφαρμοζομένων στις εισαγωγές κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών (15), με τον οποίο θεσπίστηκε σύστημα διαρκέστερης προστασίας, συνεπαγόμενο ετήσιες ποσοστώσεις εισαγωγής με την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού 160 ECU ανά 100 kg για τις εισαγωγές εκτός ποσοστώσεως. Το κύρος του κανονισμού αυτού αμφισβητήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως Hόpeden (C-295/94). Η υπόθεση Pietsch (C-296/94) αφορά το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2163/92 της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1992, για την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού που προβλέπεται από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3429/80, (ΕΟΚ) 796/81 και (ΕΟΚ) 1755/81, για τη θέσπιση των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών (16). Ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε κατόπιν των αποφάσεων του Δικαστηρίου και καθόρισε αναδρομικώς το συμπληρωματικό ποσό σε 105 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους, αντί του ακυρωθέντος ύψους των 175 και 160 ECU. Ακολούθως, θα εξετάσω τα ερωτήματα που ανέκυψαν στις παρούσες υποθέσεις.
Η υπόθεση Hόpeden
12 Η υπόθεση Hόpeden αφορά τρεις παρτίδες κονσερβών μανιταριών προελεύσεως Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας, οι οποίες εισήχθησαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στο Αμβούργο, τον Ιούλιο και τον Δεκέμβριο 1987. Ως προς την παρτίδα εμπορευμάτων που εισήχθη τον Ιούλιο, φαίνεται ότι ένας υπάλληλος της Hόpeden & Co. KG, προσφεύγουσας της κύριας δίκης, είχε υποπέσει σε σφάλμα υπολογισμού ως προς τον όγκο των εισαγωγών μανιταριών που μπορούσαν ακόμη να πραγματοποιηθούν εντός των ορίων των καθορισθεισών από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ποσοτήτων. Όσον αφορά τις δύο παρτίδες εμπορευμάτων που εισήχθησαν τον Δεκέμβριο, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, βασιζομένη στις συμβάσεις που είχε συνάψει με τους Κινέζους εξαγωγείς, ανέμενε ότι οι εισαγωγές μπορούσαν να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο αυτών των ποσοτήτων: πράγματι, οι κινεζικές αρχές εφαρμόζουν ένα σύστημα ποσοστώσεων εξαγωγής που θα πρέπει κανονικά να αντιστοιχεί με τις ποσοστώσεις εισαγωγής της Κοινότητας. Εντούτοις, αποδείχθηκε ότι οι διαθέσιμες ποσότητες είχαν εξαντληθεί. Το Hauptzollamt (κεντρικό τελωνείο) Hamburg-Jonas ζήτησε την πληρωμή του συμπληρωματικού ποσού που προβλέπεται από το άρθρο 1 του κανονισμού 1796/81 (17). Το απαιτούμενο συμπληρωματικό ποσό ανέρχεται συνολικώς σε 165 467,13 γερμανικά μάρκα (DM), πράγμα το οποίο αντιστοιχεί, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, στο 150 % της αξίας του εμπορεύματος και άνω του 1 300 % του κέρδους εκ της εισαγωγής. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης αμφισβήτησε ενώπιον του Finanzgericht Hamburg το κύρος του κανονισμού βάσει του οποίου επιβάλλεται η εισφορά αυτή.
13 Κατά την άποψη του Finanzgericht, οι αμφιβολίες της προσφεύγουσας ως προς το κύρος του κανονισμού μπορεί να είναι δικαιολογημένες. Για τον λόγο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι έγκυρο το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1796/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981;»
Ο κανονισμός
14 Ο κανονισμός 1796/81 (18) (στο εξής: κανονισμός) στηριζόταν στο άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 516/77 (19). Το άρθρο αυτό όριζε:
«Εκτός αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού ή παρεκκλίσεως που αποφασίζεται από το Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία, προτάσει της Επιτροπής, απαγορεύονται στις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες:
- η είσπραξη κάθε φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου προς δασμό αποτελέσματος·
- η επιβολή κάθε ποσοτικού περιορισμού ή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος.»
15 Σύμφωνα με το προοίμιο του κανονισμού, «η αγορά κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών χαρακτηρίζεται από τιμές προσφοράς των κυριοτέρων προμηθευτριών χωρών που ευρίσκονται σε επίπεδο σαφώς κατώτερο από την τιμή κόστους της κοινοτικής βιομηχανίας και από διαθέσιμες ποσότητες στις εν λόγω χώρες οι οποίες υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν διαταραχές στην κοινοτική αγορά». Έτσι, «η Επιτροπή υποχρεώθηκε από το 1978 να λάβει, επανειλημμένα, μέτρα διασφαλίσεως για τις εισαγωγές κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών». Στο προοίμιο προστίθεται ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι δυνατό να μεταβληθεί στο εγγύς μέλλον και ότι τα μέτρα διασφαλίσεως που έχουν ληφθεί δεν αποτελούν το προσφορότερο μέσο θεραπείας και ότι πρέπει να προβλεφθούν μέτρα διαχειρίσεως της αγοράς που να συνίστανται στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού για κάθε εισαγωγή που υπερβαίνει τις ποσότητες που αντιστοιχούν στα παραδοσιακά ρεύματα συναλλαγών.
16 Συνεπώς, το άρθρο 1 του κανονισμού ορίζει:
«Εκτός από την περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 4, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Κοινότητα κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών της διακρίσεως ex 20.02 A του Κοινού Δασμολογίου υπόκειται στην είσπραξη συμπληρωματικού ποσού για την ποσότητα που υπερβαίνει αυτή που καθορίζεται στο άρθρο 3.»
17 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, καθορίζει το συμπληρωματικό ποσό:
«Το συμπληρωματικό ποσό καθορίζεται σε 160 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους.»
18 Το άρθρο 3 καθορίζει την ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1:
«Η ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 καθορίζεται σε 34 750 τόνους. Κατανέμεται κατ' έτος μεταξύ των προμηθευτριών χωρών, λαμβάνοντας υπόψη τα παραδοσιακά ρεύματα συναλλαγών της Κοινότητας και, κατά τρόπο κατάλληλο, τις νέες προμηθεύτριες χώρες.»
19 Το άρθρο 4, το οποίο αφορά τις εισαγωγές που προέρχονται από τις χώρες του Μαγκρέμπ και τα κράτη της Αφρικής, της Καραϋβικής και του Ειρηνικού, δεν είναι λυσιτελές εν προκειμένω. Τα άρθρα 5 έως 7 αφορούν την εφαρμογή του κανονισμού.
Το ζήτημα του κύρους
20 Παρατηρείται ότι ο κανονισμός είναι σε μεγάλο βαθμό ανάλογος με τους κανονισμούς της Επιτροπής που το Δικαστήριο κήρυξε άκυρους. Ειδικότερα, το συμπληρωματικό ποσό καθορίζεται στο ίδιο ύψος των 160 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους με εκείνο που καθορίζεται στον κανονισμό 1755/81. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν, εντούτοις, ότι υφίστανται ουσιώδεις διαφορές που θα έπρεπε να ωθήσουν το Δικαστήριο στην επικύρωση του κύρους του κανονισμού. Εντούτοις, τα επιχειρήματα αυτά δεν με πείθουν.
21 Πρώτον, υποστηρίζεται ότι ο κανονισμός αποτελεί μέτρο διαχειρίσεως της αγοράς που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού 516/77 και όχι μέτρο διαφυλάξεως θεσπισθέν από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 2, του ιδίου αυτού κανονισμού. Επομένως, σύμφωνα με το Συμβούλιο και την Επιτροπή, ο ειδικός κανόνας της αναλογικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77 (20), δηλαδή η απαίτηση ότι «τα μέτρα (...) δεν είναι δυνατό να ληφθούν παρά κατά το μέτρο και για τη διάρκεια που κρίνονται απολύτως αναγκαία» (η υπογράμμιση είναι δική μου), δεν εφαρμόζεται. Πρέπει να υπομνησθεί ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται ρητώς στα μέτρα που θεσπίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 516/77. Δεν αφορά εκείνα που θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13 του εν λόγω κανονισμού. Ενώ το Συμβούλιο και η Επιτροπή δέχονται ότι η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, διέπει τον επίμαχο κανονισμό, θεωρούν ότι η αρχή αυτή είναι λιγότερο αυστηρή απ' ό,τι οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2.
22 Είναι ορθόν ότι το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεν εφαρμόζεται επί των μέτρων που θεσπίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 516/77, παρόλον ότι κατ' ουσίαν το μέτρο του Συμβουλίου προσομοιάζει βεβαίως πολύ προς τα προηγούμενα μέτρα που θέσπισε η Επιτροπή. Όπως εξετέθη, το προοίμιο του κανονισμού αναφέρεται ρητώς στα προηγούμενα μέτρα διαφυλάξεως που έλαβε η Επιτροπή. Αναφέρει ότι ο κίνδυνος διαταραχής της κοινοτικής αγοράς, που είχε δικαιολογήσει τα μέτρα της Επιτροπής, δεν είναι δυνατό να μεταβληθεί στο μέλλον και ότι πρέπει, επομένως, να προβλεφθούν «μέτρα διαχειρίσεως της αγοράς» μεγαλύτερης διάρκειας. Η περιγραφή αυτή, εντούτοις, φαίνεται να αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στον τύπο απ' ό,τι στην ουσία. Τα μέτρα διαχειρίσεως της αγοράς που προβλέπονται από τον κανονισμό καταλήγουν σε μεγάλο βαθμό σε ό,τι και τα μέτρα διαφυλάξεως που προηγουμένως είχαν θεσπιστεί από την Επιτροπή. Ο σκοπός ήταν ο ίδιος και η χρησιμοποιηθείσα μέθοδος ήταν η ίδια. Το Συμβούλιο απλώς αντικατέστησε το σύστημα προστασίας, που είχε τεθεί σε ισχύ με τους προσωρινούς κανονισμούς της Επιτροπής, με έναν γενικό κανονισμό προοριζόμενο να εφαρμόζεται επί διαρκέστερης βάσεως.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, και αν ακόμη υποτεθεί ότι εφαρμόζεται μάλλον η γενική αρχή της αναλογικότητας παρά τα αυστηρότερα κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77, θεωρώ ότι ο κανονισμός δεν είναι έγκυρος για τους ίδιους λόγους με εκείνους που ώθησαν το Δικαστήριο να κηρύξει τους κανονισμούς της Επιτροπής άκυρους.
24 Κατ' αρχάς, μου φαίνεται ότι το Δικαστήριο αναφέρθηκε μεν με τις αποφάσεις του στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77, όμως δεν βασίστηκε ειδικώς σ' αυτόν για να κηρύξει άκυρους τους κανονισμούς της Επιτροπής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβάρυνση των εισαγωγέων ήταν δυσανάλογη, κυρίως, επειδή ο σκοπός των κανονισμών δεν ήταν ο κολασμός των εισαγωγών που υπερέβαιναν τις καθορισθείσες ποσότητες. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο βασίστηκε στην αρχή σύμφωνα με την οποία ο νόμιμος χαρακτήρας μέτρων που επιβάλλουν οικονομικές επιβαρύνσεις στους επιχειρηματίες εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι κατάλληλα και αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που νομίμως επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση (21). Όπως εξέθεσα με τις προτάσεις μου στις προηγούμενες υποθέσεις, «ελλείψει κάποιας λίαν πειστικής δικαιολογήσεως, νομίζω ότι η απαίτηση από τον εισαγωγέα να καταβάλει επιβάρυνση ανερχόμενη στο πλήρες κόστος της εγχώριας παραγωγής είναι καταφανώς υπερβολική» (22). Όταν μια εισφορά είναι προδήλως υπερβολική, παραβιάζει τόσο τη γενική αρχή της αναλογικότητας όσο και τα ειδικά κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 2.
25 Δέχομαι ότι, προκειμένου να πραγματοποιηθεί ο σκοπός, ο οποίος συνίσταται στην αποθάρρυνση των εισαγωγών που υπερβαίνουν την ποσόστωση, το συμπληρωματικό ποσό μπορεί να καθορίζεται σε ύψος που υπερβαίνει τη διαφορά του κόστους μεταξύ του κοινοτικού και του εισαγομένου εμπορεύματος. Αυτό μπορεί να είναι αναγκαίο για να αποθαρρύνει τις υπερβολικές εισαγωγές. Το συμπληρωματικό ποσό δεν πρέπει, εντούτοις, να καθορίζεται σε αισθητά υψηλότερο επίπεδο από εκείνο που είναι αναγκαίο προς τον σκοπό αυτό. Διαφορετικά θα αποτελέσει κολασμό για τους εισαγωγείς οι οποίοι, όποια και αν είναι η αιτία, υπερβαίνουν την ποσόστωση εκ παραδρομής. Όπως προκύπτει από τις προηγούμενες υποθέσεις και από την παρούσα υπόθεση, οι εισαγωγείς μπορούν να σφάλλουν ως προς τις ποσότητες που είναι ακόμη διαθέσιμες, ή να εκτιμήσουν εσφαλμένα ότι μπορούν ακόμη να πραγματοποιηθούν εισαγωγές στο πλαίσιο των πιστοποιητικών εισαγωγής που αυτοί έχουν λάβει. Δεν αμφισβητείται ότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν ειδικές διατάξεις αφορώσες το είδος αυτό των εισαγωγών που πραγματοποιούνται από αβλεψία: αυτές θα υπόκεινται κατ' ανάγκην στην εισφορά του συμπληρωματικού ποσού. Πράγματι, αν το συμπληρωματικό ποσό καθορίζεται σε πολύ υψηλό επίπεδο, οι εισαγωγές αυτές θα είναι πιθανώς οι μόνες που θα υπαχθούν σ' αυτό. Αν το συμπληρωματικό ποσό καθορίζεται σε πολύ υψηλό επίπεδο, θα αποτελεί σε παρόμοιες περιπτώσεις κύρωση που δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή. Το συμπληρωματικό ποσό θα είναι συνεπώς το ίδιο σε όλες τις περιπτώσεις, είτε ο εισαγωγέας υπερβαίνει την ποσόστωση εκ παραδρομής, είτε αποφασίζει να την υπερβεί και να πληρώσει το συμπληρωματικό ποσό, είτε επιχειρεί να αποφύγει την πληρωμή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εισαγωγέας μπορεί βεβαίως να αντιμετωπίσει ποινικές κυρώσεις, αλλά το συμπληρωματικό ποσό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξομοιωθεί με κύρωση ούτε να καθοριστεί σε ύψος τέτοιο, ώστε να έχει αυτό το αποτέλεσμα.
26 Για τον λόγο αυτό, τα επιχειρήματα του Συμβουλίου και της Επιτροπής, σύμφωνα με τα οποία ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στον γεωργικό τομέα ευρεία εξουσία εκτιμήσεως (23), είναι εν προκειμένω άσχετα. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το σύστημα του κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί ως ένα σύνολο και ότι, κατά τον χρόνο της εκδόσεως του κανονισμού, ελήφθη η απόφαση να αυξηθούν οι ποσότητες που μπορούσαν να εισαχθούν απαλλαγμένες του συμπληρωματικού ποσού, αντί να μειωθεί το ίδιο το συμπληρωματικό ποσό. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε ότι οι ποσότητες αυτές ανήλθαν από περίπου 27 000 τόνους το 1981 σε περίπου 34 000 τόνους. Συνεπώς, ο κανονισμός στο σύνολό του είναι πιο προοδευτικός από τους κανονισμούς της Επιτροπής, ώστε η είσπραξη υψηλού συμπληρωματικού ποσού είναι δικαιολογημένη. Πάντως, οι καθορισθείσες από τους αντίστοιχους κανονισμούς ποσότητες δεν αμφισβητούντο ούτε στις προηγούμενες υποθέσεις ούτε εν προκειμένω. Συναφώς, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει πράγματι ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Το ζήτημα που τίθεται είναι εκείνο της επιβαρύνσεως που επιβάλλεται στους εισαγωγείς σε περίπτωση εισαγωγών που υπερβαίνουν τις καθορισθείσες ποσότητες.
27 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστήριξε ότι, ισχύοντος του κανονισμού, κανένας εισαγωγέας δεν ήταν διατεθειμένος να εξάγει εκουσίως μανιτάρια σε ποσότητες υπερβαίνουσες εκείνες που καθόρισε το Συμβούλιο, ο δε εκπρόσωπος της Επιτροπής δέχθηκε ότι τέτοιες εισαγωγές δεν είχαν πραγματοποιηθεί. Πάντως, προσπάθησε να εξηγήσει την κατάσταση, τονίζοντας ότι οι ποσότητες είχαν καθοριστεί σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο ώστε, σίγουρα, κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών εφαρμογής του καθεστώτος, δεν χρησιμοποιήθηκαν καν πλήρως. Υποστήριξε ότι αυτό επιβεβαίωνε ότι ο εν λόγω κανονισμός ήταν πιο προοδευτικός απ' ό,τι οι κανονισμοί της Επιτροπής, οι οποίοι κηρύχθηκαν άκυροι. Κατά τη γνώμη μου, αυτό αποδεικνύει, εντούτοις, επίσης ότι η απειλή διαταραχής της αγοράς δεν ήταν πολύ σοβαρή. Γιατί επομένως έπρεπε να επιβληθεί τόσο υψηλό συμπληρωματικό ποσό;
28 Δεν συμμερίζομαι ούτε το επιχείρημα του Συμβουλίου σύμφωνα με το οποίο ο κανονισμός, ως διαρκές μέτρο και όντας διαφορετικός από τα προηγούμενα ad hoc μέτρα που έλαβε η Επιτροπή, καθιστά δυνατό στους εισαγωγείς να προγραμματίζουν τις εμπορικές δραστηριότητές τους παρέχοντάς τους ένα ασφαλές πλαίσιο για τις εισαγωγές τους και δικαιολογεί, επομένως, την επιβολή κυρώσεων για τις εισαγωγές που υπερβαίνουν τις καθορισθείσες ποσότητες. Δεν διακρίνω τι είναι αυτό που επιτρέπει να συναχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ασφαλώς, ο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός ήταν δυσκολότερος όσο υφίσταντο προσωρινοί κανονισμοί (αν και οι καθοριζόμενες από τους κανονισμούς της Επιτροπής ποσότητες του 1981, οι οποίες κηρύχθηκαν άκυρες, ήταν προφανώς ανάλογες με εκείνες που καθορίστηκαν το 1980), αλλά μόνον το γεγονός ότι ο μακροπρόθεσμος προγραμματισμός είναι ευκολότερος δεν δικαιολογεί την εφαρμογή κυρώσεων.
29 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν επίσης ότι το Συμβούλιο μπορούσε να έχει θεσπίσει ένα πιο καταναγκαστικό μέτρο, απαγορεύοντας τις εισαγωγές πέραν των καθοριζομένων ποσοτήτων. Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των αποφάσεων Faust και Wόnsche, ενόψει των σκοπών των προσβαλλομένων κανονισμών, που ήταν ίδιοι με αυτόν του εν προκειμένω αμφισβητουμένου κανονισμού. Εξάλλου, δεν έχω πεισθεί ότι, σε σχέση με την επιβληθείσα στους εισαγωγείς επιβάρυνση, μια απαγόρευση θα ήταν πιο καταναγκαστική. Στην περίπτωση σαφούς απαγορεύσεως, οι πραγματοποιούμενες κατά παραβίαση της απαγορεύσεως αυτής εισαγωγές θα μπορούσαν ασφαλώς να προκαλέσουν την επιβολή κυρώσεων, αλλά παραμένει ανοικτό το ερώτημα αν οι εν λόγω κυρώσεις θα ήταν τόσο αυστηρές όσο και η είσπραξη συμπληρωματικού ποσού αντιπροσωπεύοντος το 150 % της αξίας του εμπορεύματος, σε περίπτωση υπερβάσεως εκ παραδρομής της ποσοστώσεως. Σε παρόμοια περίπτωση, οι υπερβολικές κυρώσεις θα ήταν εκ νέου αντίθετες προς την αρχή της αναλογικότητας. Μπορεί επίσης να σημειωθεί ότι η επιβολή συμπληρωματικού ποσού δεν αποκλείει ποινικές κυρώσεις οσάκις, για παράδειγμα, υπήρξε πρόθεση παράνομης αποφυγής της εισφοράς. Εν προκειμένω, φαίνεται ότι οι γερμανικές αρχές είχαν σκεφθεί τη σκοπιμότητα της ασκήσεως διώξεων, αλλ' ότι αυτές αποφάσισαν να μη ενεργήσουν κατ' αυτόν τον τρόπο για τον λόγο ότι ο εισαγωγέας δεν είχε ενεργήσει παρανόμως.
30 Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι το συμπληρωματικό ποσό έγινε δεκτό χωρίς καμία διαμαρτυρία εκ μέρους των τρίτων χωρών εξαγωγέων μανιταριών στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του γύρου της Ουρουγουάης. Όμως η απλή αυτή διαπίστωση, προφανώς, δεν σημαίνει ότι το μέτρο είναι ανάλογο. Εξάλλου, η επιβληθείσα στους κοινοτικούς εισαγωγείς επιβάρυνση για τις εισαγωγές που υπερέβαιναν τις καθορισθείσες ποσότητες, πιθανώς, δεν ενδιέφερε τις τρίτες χώρες. Στο μέτρο που το συμπληρωματικό ποσό καθορίζεται σε απαγορευτικό ύψος, οι τρίτες χώρες θα έχουν την τάση να εξομοιώνουν το σύστημα με ποσοτικό περιορισμό. Επομένως, θα τους είναι αδιάφορο αν οι εισαγωγείς υπέστησαν κυρώσεις· αυτό που έχει σημασία για τις τρίτες χώρες είναι οι ποσότητες που μπορούν να εξάγονται προς την Κοινότητα.
31 Η Επιτροπή αναφέρει εξάλλου ότι το συμπληρωματικό ποσό καθορίστηκε στο ύψος των 160 ECU ανά 100 kg και αντιστοιχεί με το κόστος παραγωγής των μανιταριών πρώτης διαλογής εντός της Κοινότητας, ώστε οι ενδεχόμενες υπερβαίνουσες τις καθοριζόμενες ποσότητες εισαγωγές να αφορούν μόνο μανιτάρια ανωτέρας ποιότητας. Ασφαλώς, είναι ορθόν ότι, αναλογικώς, η επίπτωση του συμπληρωματικού ποσού θα είναι λιγότερο σοβαρή για τις εισαγωγές μανιταριών πρώτης κατηγορίας. Πάντως, ανέρχεται ακόμη στο 100 % του κόστους παραγωγής των εν λόγω εισαγομένων μανιταριών, αν υποτεθεί ότι το κόστος αυτό είναι εξίσου υψηλό με το κόστος εντός της Κοινότητας· είναι δυνατή η σκέψη ότι το κόστος παραγωγής των εισαγομένων μανιταριών είναι κατώτερο, εφόσον διαφορετικά δεν θα υπήρχε κίνδυνος διαταραχής. Συνεπώς, το συμπληρωματικό ποσό θα υπερβαίνει ακόμη και το 100 %. Επιπλέον, πρέπει να πληρωθούν οι συνήθεις τελωνειακοί δασμοί. Φαίνεται, συνεπώς, ότι το συμπληρωματικό ποσό έχει επίσης αποθαρρυντικό αποτέλεσμα στις εισαγωγές μανιταριών ανωτέρας ποιότητας, που υπερβαίνουν τις καθοριζόμενες ποσότητες, και ότι αποτελεί ποινή για τους εισαγωγείς των εν λόγω μανιταριών.
32 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι είναι πολύ δύσκολο να διαφοροποιηθεί το συμπληρωματικό ποσό ανάλογα με την ποιότητα των εισαγομένων μανιταριών, όπως το Δικαστήριο ανέφερε στις αποφάσεις του. Ακόμη και αν αυτό συνέβαινε, δεν θα δικαιολογούσε, εντούτοις, τον προδήλως υπερβολικό χαρακτήρα του συμπληρωματικού ποσού.
33 Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1796/81 του Συμβουλίου δεν είναι έγκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
Η υπόθεση C-296/94, Bernhard Pietsch
34 Η υπόθεση Pietsch αφορά τις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας που πραγματοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο 1981. Οι σχετικές συναλλαγές, όπως εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής, είναι αρκετά περίπλοκες.
35 Φαίνεται ότι, τον Μάρτιο 1981, ο Bernhard Pietsch, προσφεύγων της κύριας δίκης, ζήτησε από το Zollamt (τελωνείο) Veddel τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία 8 665 χαρτοκιβωτίων που περιείχαν έκαστο 24 κονσέρβες μανιταριών. Δήλωσε την «Δημοκρατία της Κορέας» ως χώρα καταγωγής του εμπορεύματος και προσκόμισε πιστοποιητικό εισαγωγής που επέτρεπε την εισαγωγή μανιταριών προελεύσεως Κορέας. Το Zollamt Veddel καθόρισε τους δασμούς (συνολικώς 50 700,65 DM), αλλά δεν εισπράχθηκε κανένα συμπληρωματικό ποσό, δεδομένου ότι το πιστοποιητικό εισαγωγής δεν το απαιτούσε (το πιστοποιητικό δεν είχε τη μνεία «συμπληρωματικό ποσό προς είσπραξη - κανονισμός (ΕΟΚ) 3429/80» (24)).
36 Από τους ελέγχους που πραγματοποίησαν οι τελωνειακές αρχές προέκυψε ότι τα μανιτάρια ήταν πανομοιότυπα με το εμπόρευμα που είχε αποτελέσει αντικείμενο εισαγωγής πραγματοποιηθείσας από την επιχείρηση C. L. Eduard Blume, Hamburg (στο εξής: Blume). Η Blume είχε αγοράσει τα μανιτάρια στην Ταϋβάν από φορτωτές και τα είχε αποθηκεύσει ως εμπόρευμα καταγωγής Ταϋβάν στην ανοικτή αποθήκη αποταμιεύσεώς της. Κατά το Hauptzollamt (κεντρικό τελωνείο) Hamburg-Waltershof, καθού της κύριας δίκης, στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν δύο εικονικές συναλλαγές. Στις 24 Φεβρουαρίου 1981, η Blume πώλησε εικονικώς το εμπόρευμα σε βελγική επιχείρηση και, στις 26 Φεβρουαρίου 1981, επαναγόρασε εικονικώς το ίδιο εμπόρευμα από τον προσφεύγοντα της κύριας δίκης. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των τελωνειακών αρχών, η εξουσία διαθέσεως επί του εμπορεύματος ουδέποτε μεταβιβάστηκε με βεβαιωτικά παραδόσεως ή παρόμοια έγγραφα, τόσο κατά την «ενδιάμεση πώληση» όσο και κατά την «επαναγορά». Τον Μάρτιο 1981 η Blume πώλησε το εμπόρευμα στη γερμανική αγορά. Κατόπιν αυτού, το εμπόρευμα παρελήφθη ανά παρτίδες από την ανοικτή αποθήκη αποταμιεύσεως, εξήχθη στο λιμάνι του Αμβούργου και τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά από αίτηση του Pietsch ως εμπόρευμα καταγωγής Κορέας.
37 Βάσει των διαπιστώσεων αυτών, το καθού απαίτησε, με τροποποιητικό έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 1984, την καταβολή συμπληρωματικών δασμών ύψους 6 640,57 DM. Το ίδιο έγγραφο προέβλεπε, επιπλέον, την εκ των υστέρων καταβολή συμπληρωματικών ποσών ανερχομένων σε 365 530,06 DM, βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού 3429/80 (25), εφόσον, κατά την άποψη του καθού, οι τεθείσες σε ελεύθερη κυκλοφορία κονσέρβες μανιταριών ήσαν καταγωγής Ταϋβάν και, κατά τον εκτελωνισμό, ο προσφεύγων δεν είχε προσκομίσει πιστοποιητικό εισαγωγής για μανιτάρια αυτής της καταγωγής.
38 Ο προσφεύγων άσκησε ένσταση κατά του τροποποιητικού εγγράφου, ένσταση που απορρίφθηκε από το καθού ως αβάσιμη. Κατά της εν λόγω αποφάσεως επί της ενστάσεως άσκησε ο προσφεύγων στη συνέχεια, ενώπιον του Finanzgericht Hamburg, την προσφυγή που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης.
39 Με μεταγενέστερη τροποποιητική απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1993, το καθού μείωσε το εκ των υστέρων πληρωτέο συμπληρωματικό ποσό από 365 530,06 DM σε 219 213,47 DM. Ο κανονισμός 2163/92 (26), εκδοθείς κατόπιν των αποφάσεων που εξέδωσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο των υποθέσεων Faust και Wόnsche, αποτελούσε το νομικό έρεισμα της τροποποιήσεως αυτής.
40 Συνεπώς, ο προσφεύγων ζήτησε η τελευταία αυτή τροποποιητική απόφαση να αποτελέσει αντικείμενο της εκκρεμούσας ενώπιον του Finanzgericht δίκης, αντί εκείνης της 27ης Φεβρουαρίου 1984, κατά της οποίας είχε αρχικώς ασκηθεί η προσφυγή. Υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι ο κανονισμός, αν και το συμπληρωματικό ποσό μειώθηκε από 160 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους σε 105 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους, δεν είναι έγκυρος, επειδή το μειωμένο αυτό ποσό είναι ακόμη ακατάλληλο και υπερβολικό.
41 Το Finanzgericht Hamburg θεωρεί ότι, για τους σκοπούς της λύσεως της διαφοράς, είναι αναγκαίο να υποβληθεί στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Είναι έγκυρο το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2163/92 της Επιτροπής;»
Ο κανονισμός
42 Ο κανονισμός 2163/92 εκδόθηκε βάσει του κανονισμού 426/86 (27), ο οποίος κατήργησε τον κανονισμό 516/77 (28)· εκείνος αποτελούσε τη βάση του κανονισμού 3429/80, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος την εποχή των επίδικων γεγονότων, αλλά τον οποίο το Δικαστήριο κήρυξε άκυρο.
43 Σύμφωνα με το προοίμιο του κανονισμού 2163/92 (στο εξής: κανονισμός), οι τρεις κανονισμοί της Επιτροπής του 1980 και του 1981 κηρύχθηκαν ανίσχυροι:
«στο μέτρο που το επίπεδο του [συμπληρωματικού] ποσού καθορίστηκε, χωρίς καμία διάκριση, για τις κονσέρβες των μανιταριών όλων των καταγωγών, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους των εισαγόμενων κονσερβών μανιταριών, ιδίως των κατώτερων κατηγοριών, που πλήττουν περισσότερο τις εισαγωγές των μανιταριών χαμηλότερης ποιότητας».
44 Επιπλέον, το προοίμιο αναφέρει ότι οι εν λόγω κανονισμοί είχαν ως στόχο να αποθαρρύνουν τις εισαγωγές πέραν των αναφερομένων ποσοτήτων, και:
«ότι, για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, πρέπει να εφαρμοστούν τα μέτρα διασφαλίσεως στις εισαγωγές που προέρχονται από όλες τις τρίτες χώρες και για όλες τις κατηγορίες».
Πάντοτε σύμφωνα με το προοίμιο, πρέπει επομένως το ποσό να καθοριστεί σε επίπεδο επαρκώς υψηλό, και:
«το ποσό [αυτό πρέπει να] καθοριστεί σε ενιαίο ύψος για όλα τα σχετικά προϋόντα για να αποφευχθεί η ύπαρξη κινήτρου να δηλώνονται, κυρίως κατά την εισαγωγή, ιδίως κονσέρβες χαμηλής ποιότητας, δεδομένου ότι, σε περίπτωση διαφοροποιήσεως του ποσού ανάλογα με την ποιότητα του προϋόντος, λόγω της ανυπαρξίας επαρκών ορισμών για τις διάφορες κατηγορίες σε κοινοτικό επίπεδο, διακυβεύεται ο αποτελεσματικός έλεγχος των εν λόγω εμπορευμάτων».
45 Η τελευταία αιτιολογική σκέψη του προοιμίου έχει ως εξής:
«εκτιμώντας ότι δεν υπήρξε κριτική από το Δικαστήριο όσον αφορά την είσπραξη ενός ποσού που προσανατολίζεται γύρω στην τιμή κόστους των κονσερβών μανιταριών στην Κοινότητα· ότι, προκειμένου να αποφευχθεί το ύψος του συμπληρωματικού ποσού για τις χαμηλότερες κατηγορίες κονσερβών εισαγομένων μανιταριών από τρίτες χώρες να υπερβαίνει αισθητά το κόστος παραγωγής των ιδίων κονσερβών μανιταριών στην Κοινότητα, το ποσό ενδείκνυται να καθοριστεί στο ύψος της τιμής κόστους στην Κοινότητα των κονσερβών μανιταριών τρίτης [διαλογής]».
46 Το άρθρο 1 του κανονισμού ορίζει:
«Το συμπληρωματικό ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 1 των κανονισμών (ΕΟΚ) 3429/80, (ΕΟΚ) 796/81 και (ΕΟΚ) 1755/81 καθορίζεται σε 105 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους.»
47 Το άρθρο 2 ορίζει:
«Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
Εφαρμόζεται σε όλες τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 30ής Σεπτεμβρίου 1981 για τις οποίες δεν έχει κλείσει ακόμη ο φάκελος.»
Το ζήτημα του κύρους
48 Στη διάταξη περί παραπομπής, το Finanzgericht εκθέτει τους λόγους για τους οποίους έχει ορισμένες αμφιβολίες ως προς το κύρος του μειωθέντος συμπληρωματικού ποσού. Θεωρεί ότι το ποσό αυτό εμφανίζει επίσης τον χαρακτήρα κυρώσεως και υπερβαίνει σημαντικά το ύψος που είναι αναγκαίο για την αποτελεσματικότητα του μέτρου διασφαλίσεως. Αναφέρεται στις προτάσεις μου στις υποθέσεις Faust και Wόnsche, όπου ανέφερα το κόστος παραγωγής στη Γαλλία των κονσερβών μανιταριών τρίτης διαλογής το 1981 (1 DM ανά κονσέρβα 315 γραμμαρίων) και τον αντίστοιχο αριθμό για τα κινεζικά προϋόντα (0,81 DM). Το Finanzgericht υπολογίζει τα ποσά που πρέπει να προστεθούν στον τελευταίο αυτό αριθμό, οσάκις τα μανιτάρια εισάγονται στην Κοινότητα: 0,19 DM τελωνειακοί δασμοί και 0,90 DM συμπληρωματικό ποσό (βάσει των 105 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους), ήτοι συνολικώς 1,90 DM. Το κόστος των κινεζικών κονσερβών μανιταριών τρίτης διαλογής ήταν, επομένως, το 1981, εφαρμοζομένου του συμπληρωματικού ποσού των 105 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους, ανώτερο κατά 90 % του κόστους παραγωγής των γαλλικών κονσερβών μανιταριών. Κατά την άποψη του Finanzgericht, η επιβολή συμπληρωματικού ποσού αυτού του μεγέθους ισοδυναμεί χωρίς αμφιβολία με την επιβολή κυρώσεως στον επιχειρηματία που πραγματοποιεί εισαγωγή χωρίς πιστοποιητικό εισαγωγής.
49 Το Finanzgericht τονίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν διαφοροποίησε το συμπληρωματικό ποσό ανάλογα με τις διάφορες κατηγορίες κονσερβών μανιταριών, παρόλον ότι το Δικαστήριο, με τις προηγούμενες αποφάσεις, επέκρινε αυτή την προσέγγιση.
50 Τέλος, οι αμφιβολίες του Finanzgericht οφείλονται επίσης στο γεγονός ότι το προβλεπόμενο από τον κανονισμό συμπληρωματικό ποσό αντιστοιχεί με την τιμή κόστους των κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας τρίτης διαλογής, ενώ ο κανονισμός 3429/80, ο οποίος είχε εφαρμογή την εποχή εκείνη, εκδόθηκε για την προστασία των κονσερβών μανιταριών εν γένει.
51 Φαίνεται σκόπιμο να εξετασθούν οι τρεις αυτές αντιρρήσεις με την αντίθετη σειρά.
Οι τύποι μανιταριών
52 Όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ των κονσερβών μανιταριών και των κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας φαίνεται ότι υπάρχει κάποια ανακολουθία στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις των κανονισμών. Έτσι, ο κανονισμός 3429/80, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος κατά τον χρόνο της εισαγωγής, αναφέρεται, στην αγγλική απόδοσή του, στις κονσέρβες μανιταριών εν γένει. Το ίδιο συμβαίνει με το γερμανικό κείμενο, όπου πρόκειται για τις «Champignonkonserven». Το γαλλικό κείμενο, αντιθέτως, ομιλεί για «conserves de champignons de couche», η αγγλική μετάφραση του οποίου θα ήταν κανονικά «preserved cultivated mushrooms».
53 Το αγγλικό κείμενο του επίδικου κανονισμού αναφέρει στον τίτλο του τις «preserved cultivated mushrooms». Πάντως, η τελευταία αιτιολογική σκέψη του προοιμίου αναφέρει ότι το συμπληρωματικό ποσό υπολογίστηκε βάσει της τιμής κόστους εντός της Κοινότητας των «preserved mushrooms» τρίτης διαλογής, και δεν αναφέρεται στα «cultivated mushrooms». Το γαλλικό κείμενο είναι παρόμοιο: στον τίτλο, ομιλεί για «conserves de champignons de couche» ενώ η τελευταία αιτιολογική σκέψη αναφέρεται στις «conserves de champignons». Αντιθέτως, το γερμανικό κείμενο ομιλεί ενιαίως για «Zuchtpilzkonserven», δηλαδή για κονσέρβες μανιταριών καλλιεργείας.
54 Ο προσφεύγων της κύριας δίκης δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα στηριζόμενο στο γεγονός ότι η αναφερθείσα σύγχυση είχε βλαπτικές για τις εισαγωγές του συνέπειες, ή για οποιαδήποτε άλλη εισαγωγή. Η κάπως αυστηρή σύνταξη της Επιτροπής μπορεί μεν θεμιτώς να προκαλέσει κάποια ανησυχία, αλλά, εντούτοις, θεωρώ ότι, εν απουσία αιτιάσεων στηριζομένων σε ενδεχόμενες δυσμενείς συνέπειες, οι αναφερθείσες ανωτέρω ανακολουθίες δεν συνιστούν λόγο ακυρότητας.
Οι κατηγορίες μανιταριών
55 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν διακρίνει μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών μανιταριών δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού. Η Επιτροπή εξηγεί ότι μια τέτοια διαφοροποίηση δεν είναι δυνατή, επειδή οι εισαγωγείς θα παρεκινούντο να κατατάξουν τα εισαγόμενα προϋόντα σε κατώτερες κατηγορίες και ότι ελλείπει, τόσο στο κοινοτικό επίπεδο όσο και στις προμηθεύτριες τρίτες χώρες, ένα διοικητικό σύστημα που να επιτρέπει αντικειμενική κατάταξη των μανιταριών. Η Επιτροπή συμμορφώθηκε προς τις αποφάσεις Faust και Wόnsche στο μέτρο που έλαβε υπόψη την επίπτωση του μειωθέντος συμπληρωματικού ποσού στα μανιτάρια κατώτερης ποιότητας.
56 Δέχομαι το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο δεν υποχρεούται να καθορίζει διαφορετικούς συντελεστές εισφοράς για τις διάφορες κατηγορίες μανιταριών, σε περίπτωση που αυτό αποδεικνύεται ανέφικτο. Με τις προηγούμενες αποφάσεις, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1988, National Dried Fruit Trade Association (29), υπενθύμισε ότι μια «εισφορά δεν είναι παράνομη από το γεγονός και μόνο ότι προβλέπεται σταθερός συντελεστής». Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77 επέτρεπε στην Επιτροπή, χωρίς πάντως να την υποχρεώνει, να καθορίζει διάφορα συμπληρωματικά ποσά για τα μανιτάρια διαφορετικών ποιοτήτων.
Η αναλογικότητα
57 Ο προσφεύγων της κύριας δίκης θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν ερμήνευσε ορθά τις αποφάσεις Faust και Wόnsche. Κατά τη γνώμη του, το Δικαστήριο δεν κήρυξε τους κανονισμούς άκυρους μόνον λόγω της απουσίας διακρίσεως μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών μανιταριών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το συμπληρωματικό ποσό ήταν υπερβολικό και ανέφερε μόνον επικουρικώς την απουσία διακρίσεως. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το μειωθέν συμπληρωματικό ποσό είναι επίσης υπερβολικό και ότι ο κανονισμός δεν περιορίζεται στο να αποθαρρύνει τις εισαγωγές: κανένας εισαγωγέας δεν θα δεχόταν εκουσίως να πληρώσει ένα τέτοιο ποσό επιπλέον των άλλων εξόδων εισαγωγής. Ο προσφεύγων τονίζει ότι ο κανονισμός κολάζει τις «παράνομες» εισαγωγές κατά τρόπο που δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη οι αιτίες αυτής της παρανομίας ούτε η βαρύτητα του διαπραχθέντος από τον εισαγωγέα σφάλματος.
58 Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, η Επιτροπή, εκδίδοντας τον κανονισμό, όφειλε να τηρήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77 (30). Ισχυρίζεται ότι το συμπληρωματικό ποσό έπρεπε να καθοριστεί σε ύψος αντίστοιχο με τη διαφορά μεταξύ του κόστους παραγωγής εντός της Κοινότητας και της τιμής των εισαγομένων μανιταριών, συμπεριλαμβανομένων των δασμών. Μόνο τότε θα είχε αποφευχθεί η διαταραχή της κοινοτικής αγοράς, ενώ θα έμενε πεδίο για τις εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών.
59 Η Επιτροπή υποστηρίζει με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι ο κανονισμός είναι έγκυρος. Αναφέρει κατ' αρχάς τα στοιχεία υπολογισμού του μειωθέντος συμπληρωματικού ποσού: υπολόγισε το ποσό αυτό στηριζόμενη στη μέση τιμή μανιταριών καλλιεργείας τρίτης διαλογής στη γερμανική αγορά (προφανώς, αντιπροσωπευτική της αγοράς της Κοινότητας) κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 1981. Αναφέρει επίσης τις επιπτώσεις που η εφαρμογή του ποσού αυτού είχε στις εισαγωγές κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας τρίτης διαλογής προελεύσεως Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας. Οι αριθμοί στους οποίους καταλήγει προσομοιάζουν πολύ με εκείνους που αναφέρονται στη διάταξη περί παραπομπής (31).
60 Κατά την Επιτροπή, το μειωθέν συμπληρωματικό ποσό δεν είναι υπερβολικό και αποδεικνύεται σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας. Υποστηρίζει ότι, με τις αποφάσεις Faust και Wόnsche, το Δικαστήριο αποφάνθηκε μόνον ως προς το ζήτημα του υπερβολικού χαρακτήρα του αρχικώς καθορισθέντος συμπληρωματικού ποσού σε σχέση προς τις εισαγωγές μανιταριών κατώτερης ποιότητας. Ο κανονισμός μειώνει το ύψος του συμπληρωματικού ποσού από περίπου 150 % της αξίας του εμπορεύματος σε περίπου 90 % της εν λόγω αξίας. Δεν ήταν δυνατό να μειωθεί περισσότερο το ποσό χωρίς να διακυβευτεί η πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού, δηλαδή της αποθαρρύνσεως των εισαγωγών.
61 Η Ισπανική Κυβέρνηση προέβαλε ανάλογα επιχειρήματα.
62 Όσον αφορά την αναλογικότητα, το κρίσιμο σημείο είναι βεβαίως αν ένα συμπληρωματικό ποσό που ανέρχεται στο 90 % της αξίας του εμπορεύματος είναι υπερβολικό και εμφανίζει τον χαρακτήρα κυρώσεως, ή αν είναι κατάλληλο για να αποθαρρύνει τις εισαγωγές. Οι αποφάσεις δεν παρέχουν άμεση απάντηση στο ερώτημα αυτό. Αφενός, υφίστανται ενδείξεις ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν κατέδειξε γιατί συμπληρωματικό ποσό, το οποίο είναι απλώς ίσο με τη διαφορά μεταξύ της εφαρμοζομένης στη χώρα εξαγωγής τιμής και εκείνης που εφαρμόζεται στο εσωτερικό της Κοινότητας, ήταν ανεπαρκές. Στη σκέψη 25 της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση C-24/90, το Δικαστήριο αναφέρεται στην επιχειρηματολογία της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία αυτό το ύψος δεν ήταν επαρκές, και την απορρίπτει για τον λόγο ότι:
«το ύψος του συμπληρωματικού ποσού που καθορίστηκε με τον κανονισμό 3429/80 και αντιστοιχούσε στην τιμή κόστους των μανιταριών κοινοτικής παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα την αισθητή αύξηση του κόστους των κονσερβών μανιταριών που παράγονται, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην Κίνα, σε σχέση με το κόστος των κονσερβών μανιταριών που παράγονται εντός της κοινοτικής αγοράς».
63 Αν απομονωθεί, το διατυπωθέν στη σκέψη αυτή συμπέρασμα εφαρμόζεται επίσης στο μειωθέν συμπληρωματικό ποσό για το οποίο πρόκειται εν προκειμένω. Πράγματι, αυτό είχε επίσης ως συνέπεια ότι το κόστος των εισαγομένων προϋόντων υπερέβαινε αισθητά εκείνο των κοινοτικών προϋόντων.
64 Αφετέρου, το Δικαστήριο εξέτασε περαιτέρω την επίδραση επί των μανιταριών κατωτέρων κατηγοριών και τόνισε ότι ιδίως η επίδραση αυτή ήταν δυσανάλογη. Είναι αληθές ότι ο κανονισμός μείωσε την επίδραση αυτή.
65 Πάντως, από την απόφαση, εξεταζομένη στο σύνολό της, προκύπτει ότι, αντίθετα προς τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση, η επίδραση επί των μανιταριών κατωτέρων κατηγοριών δεν ήταν ο μόνος λόγος ακυρότητας. Αντιθέτως, εμφανίζεται στις αποφάσεις ως ένα συμπληρωματικό στοιχείο. Επιπλέον, όπως τόνισα πιο πάνω, στην παράγραφο 10, η απόφαση του Δικαστηρίου ρητώς αναφέρει ότι προκύπτει «από όλες τις προηγούμενες σκέψεις». Συνεπώς, δεν πιστεύω ότι το περιεχόμενο της αποφάσεως μεταφέρθηκε πιστώς στο προοίμιο του αμφισβητουμένου κανονισμού (32).
66 Επιπλέον, ακόμη και αν η επίδραση επί των μανιταριών κατωτέρων κατηγοριών ήταν το μόνο αποφασιστικό στοιχείο, δεν θεωρώ ότι ο αμφισβητούμενος κανονισμός μπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρος. Δεν αρκεί, όπως η Επιτροπή αναφέρει, ότι το συμπληρωματικό ποσό καθορίστηκε με αναφορά στο κόστος των μανιταριών κατώτερης ποιότητας, αν το ποσό αυτό καθεαυτό είναι ακόμη υπερβολικό. Μου φαίνεται ότι το ποσό των 105 ECU ανά 100 kg ήταν υπερβολικό, επειδή καθορίστηκε σε ύψος ίσο με το συνολικό ποσό της τιμής κόστους εντός της Κοινότητας των κονσερβών μανιταριών τρίτης διαλογής. Συναφώς, παραπέμπω στις γενικές σκέψεις που εκτέθηκαν πιο πάνω (33), ως προς τη νομιμότητα του συμπληρωματικού ποσού που αμφισβητείται στο πλαίσιο της υποθέσεως Hόpeden· οι σκέψεις αυτές μοιάζουν, σε μεγάλο βαθμό, να ισχύουν επίσης στην παρούσα υπόθεση. Οσάκις ο στόχος συνίσταται στο να αποφευχθεί η διαταραχή της αγοράς της Κοινότητας από φθηνότερες εισαγωγές, μου φαίνεται ότι το συμπληρωματικό ποσό που επιβάλλεται σε τέτοιες εισαγωγές πρέπει να έχει κάποια σχέση με τη διαφορά τιμής που υφίσταται ως προς τα κοινοτικά προϋόντα. Αυτό προδήλως δεν συμβαίνει οσάκις το συμπληρωματικό ποσό είναι ίσο με το συνολικό κόστος παραγωγής εντός της Κοινότητας. Ακόμη και σε περίπτωση συγκρίσεως με την εντός της Κοινότητας τιμή κόστους των 160 ECU για τα μανιτάρια πρώτης διαλογής, το συμπληρωματικό ποσό δεν ήταν λιγότερο από τα δύο τρίτα του ποσού αυτού, εξακολουθεί δε να είναι προδήλως υπερβολικό.
67 Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο οποιαδήποτε κατώτερη εισφορά θα είχε αποτρέψει την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου από τον κανονισμό σκοπού. Το επιχείρημα είναι οπωσδήποτε περίεργο, εφόσον οι εισαγωγές πραγματοποιήθηκαν κάποια έτη πριν από την έκδοση του κανονισμού και πουθενά δεν διευκρινίστηκε - είτε στο προοίμιο του κανονισμού είτε στις παρατηρήσεις της Επιτροπής - πώς ο κανονισμός θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις αυτές, να επιτύχει τον στόχο του. Πάντως, δεν προτίθεμαι να επικαλεσθώ τη σκέψη αυτή καθεαυτή ως λόγο για να θεωρήσω άκυρο τον κανονισμό. Κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή μπορούσε δικαίως να δεχθεί ότι, εφόσον οι προηγούμενοι κανονισμοί της είχαν κηρυχθεί άκυροι μόνον «ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού», ήταν θεμιτό γι' αυτήν να καθορίσει νέο ποσό, κατωτέρου ύψους, ακόμη και για τις εισαγωγές που είχαν πραγματοποιηθεί πολύ καιρό πριν. Δεν συμμερίζομαι ούτε τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος, όπως ήδη ανέφερα, σύμφωνα με τον οποίο το συμπληρωματικό ποσό έπρεπε να έχει καθοριστεί σε ύψος ίσο απλώς με τη διαφορά μεταξύ του κόστους παραγωγής εντός της Κοινότητας και της τιμής των εισαγομένων μανιταριών. Πάντως, θεωρώ, για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, ότι το καθοριζόμενο από τον προσβαλλόμενο κανονισμό ύψος ήταν υπερβολικό και αντίθετο προς την αρχή της αναλογικότητας.
Πρόταση
68 Συνεπώς, θεωρώ ότι στα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Finanzgericht Hamburg πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
«1) Στην υπόθεση Hόpeden (C-295/94):
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1796/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί μέτρων εφαρμοζομένων στις εισαγωγές κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών, δεν είναι έγκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
2) Στην υπόθεση Pietsch (C-296/94):
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2163/92 της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1992, για την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού που προβλέπεται από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3429/90, (ΕΟΚ) 796/81 και (ΕΟΚ) 1755/81, για τη θέσπιση των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών, δεν είναι έγκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.»
(1) - Αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 1991, C-24/90, Werner Faust (Συλλογή 1991, σ. Ι-4905), C-25/90, Wόnsche (Συλλογή 1991, σ. Ι-4939), και C-26/90, Wόnsche (Συλλογή 1991, σ. Ι-4961)· βλ., επίσης, την προηγηθείσα απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wόnsche (Συλλογή 1984, σ. 1995), καθώς και τη διάταξη της 5ης Μαρτίου 1986, 69/85, Wόnsche (Συλλογή 1986, σ. 947).
(2) - Υποθέσεις C-24/90, C-25/90 και C-26/90, προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 1.
(3) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 3429/80 της Επιτροπής, της 29ης Δεκεμβρίου 1980, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας (JO 1980, L 358, σ. 66)· κανονισμός (ΕΟΚ) 796/81 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας (ΕΕ L 82, σ. 8)· κανονισμός (ΕΟΚ) 1755/81 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας (ΕΕ L 175, σ. 23).
(4) - 175 ECU σύμφωνα προς τους κανονισμούς 3429/80 και 796/81, που προπαρατέθηκαν στην υποσημείωση 3, και 160 ECU σύμφωνα προς τον κανονισμό 1755/81, που προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 3.
(5) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1986, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (EE L 49, σ. 1).
(6) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 251. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε, με ισχύ από την 1η Ιουλίου 1995, με τον κανονισμό (ΕΚ) 3290/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα στον τομέα της γεωργίας που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των συμφωνιών οι οποίες έχουν συναφθεί στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του γύρου της Ουρουγουάης (EE L 349, σ. 105)· βλ. άρθρο 6 και παράρτημα XIV.
(7) - Βλ. την υπόθεση C-24/90, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 12 της αποφάσεως, η οποία παραπέμπει στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schrδder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21). Οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C-25/90 και C-26/90, προπαρατέθηκαν δε στην υποσημείωση 1, περιέχουν ανάλογη διατύπωση. Στην ανάπτυξη που ακολουθεί, θα αναφέρομαι μόνο στην απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως C-24/90.
(8) - Προπαρατέθηκε στην παράγραφο 3.
(9) - Απόφαση C-24/90, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψεις 19 επ.
(10) - Σκέψεις 20 και 21 της αποφάσεως.
(11) - Σκέψεις 22 και 23 της αποφάσεως.
(12) - Σκέψεις 24 και 25 της αποφάσεως.
(13) - Σκέψη 26 της αποφάσεως.
(14) - Σκέψεις 27 έως 29 της αποφάσεως.
(15) - EE L 183, σ. 1. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε, με ισχύ από 1ης Ιουλίου 1995, από τον κανονισμό 3290/94 του Συμβουλίου, που προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 6 (βλ. άρθρο 6 και παράρτημα XIV).
(16) - EE L 217, σ. 16.
(17) - Προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 15.
(18) - Βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 11.
(19) - Προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 5.
(20) - Προπαρατέθηκε στην παράγραφο 3.
(21) - Βλ. την σκέψη 12 της αποφάσεως στην υπόθεση C-24/90, που προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 1.
(22) - Παράγραφος 40 των προτάσεών μου στις υποθέσεις C-24/90, C-25/90 και C-26/90, που προπαρατέθηκαν στην υποσημείωση 1.
(23) - Βλ., μεταξύ των πολλών δυναμένων να αναφερθούν αποφάσεων, τις αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-306/93, SMW Winzersekt (Συλλογή 1994, σ. Ι-5555, σκέψη 21), και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-4973, σκέψεις 89 και 90).
(24) - Προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 3.
(25) - Προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 3.
(26) - Προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 16.
(27) - Προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 5.
(28) - Προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 5.
(29) - Υπόθεση 77/86 (Συλλογή 1988, σ. 757, σκέψη 29).
(30) - Προπαρατέθηκε στην παράγραφο 3.
(31) - Βλ., ανωτέρω, την παράγραφο 48.
(32) - Προπαρατέθηκε στην παράγραφο 43.
(33) - Βλ., ιδίως, τις ανωτέρω παραγράφους 24 έως 26.
Full & Egal Universal Law Academy