Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Ι - Εισαγωγή
1 Πρέπει μια διάταξη προβλέπουσα ότι η Κοινότητα θα εφαρμόζει «τις γενικές ρυθμίσεις τις οποίες εφαρμόζει στο εξωτερικό της εμπόριο» στα γεωργικά προϋόντα να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι άλλα προϋόντα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων αυτών; Επικουρικώς, επεκτείνεται μια απαλλαγή από «δασμούς» στο μεταβλητό στοιχείο μιας επιβαρύνσεως που εισπράττεται κατά την εισαγωγή καραμελών; Αυτά είναι τα ερωτήματα που τίθενται με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως που έχει υποβάλει ένα ισπανικό δικαστήριο στο πλαίσιο διαφοράς σχετικά με πληρωμές που πρέπει να γίνουν σχετικά με την εισαγωγή, το 1989, καραμελών από τις Καναρίους Νήσους στην Ιβηρική Ισπανία. Πράγματι, μολονότι οι νήσοι αυτοί αποτελούν μέρος του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους από την 1η Ιουλίου 1991, τα υποβληθέντα ερωτήματα παρουσιάζουν κάτι περισσότερο από ιστορικό ενδιαφέρον, καθώς οι σχετικές διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και Πορτογαλίας εξακολουθούν ακόμα να ισχύουν όσον αφορά τη Θέουτα και τη Μελίλια (1)· είναι επίσης λογικό παρόμοια ερωτήματα αρχής να προκύπτουν από μεταβατικές ρυθμίσεις σε μεταγενέστερες συμφωνίες προσχωρήσεως.
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
2 Τον Ιούλιο 1989 η Tirma SA (στο εξής: Tirma) εισήγαγε στην Ισπανία ποσότητες caramelos (καραμέλες βουτύρου ή φοντάν) παρασκευής Καναρίων Νήσων· μολονότι η φύση των προϋόντων αυτής της ποσότητας δεν προσδιορίζεται λεπτομερώς στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, δεν αμφισβητείται ότι επρόκειτο για σακχαρώδεις καραμέλες μη περιέχουσες κακάο και εμπίπτουσες στη δασμολογική κλάση 17.04 του Κοινού Δασμολογίου. Η Tirma αμφισβήτησε την απόφαση των τελωνειακών αρχών του Cαdiz να εφαρμόσουν το μεταβλητό στοιχείο της επιβαρύνσεως που εισπράττεται κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα ζαχαρωτών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3033/80 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1980, περί καθορισμού του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται σε ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϋόντων (2) (στο εξής: κανονισμός περί εμπορικών ρυθμίσεων ή κανονισμός).
3 Η Tirma ηττήθηκε τόσο στο πλαίσιο της διοικητικής της ενστάσεως όσο και ενώπιον του Tribunal Econσmico Administrativo Regional de Andalucνa. Κατά την έφεση που ασκήθηκε ενώπιον της Sala de lo Contencioso-Administrativo της Σεβίλλης του Tribunal Superior de Justicia de Andalucνa, το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
«Καλύπτεται το μεταβλητό στοιχείο των δασμών επί των μεταποιημένων γεωργικών προϋόντων, που ρυθμίζεται από τους κοινοτικούς κανονισμούς (ΕΟΚ) 3033/80, 3034/80 και 3035/80, από το καθεστώς που έχει καθιερωθεί από το άρθρο 1, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, και τούτο μολονότι τα προϋόντα αυτά δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, ή εμπίπτει το εν λόγω στοιχείο στη δασμολογική ατέλεια του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της πράξεως αυτής προσχωρήσεως ή ακόμη, σε περίπτωση που δεν ισχύει ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο ενδεχόμενο, πρέπει να εφαρμόζεται η γενική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εμπόριο μεταποιημένων γεωργικών προϋόντων μεταξύ των Καναρίων Νήσων και του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους;»
4 Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο. Καθώς δεν διατυπώθηκε αίτημα για προφορική ανάπτυξη των επιχειρημάτων, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει χωρίς προηγούμενη προφορική διαδικασία.
ΙΙΙ - Οι ασκούσες επιρροή διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
5 Με τον κανονισμό περί εμπορικών ρυθμίσεων (3) κωδικοποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν ορισμένοι προγενέστεροι κανονισμοί σχετικά με εμπορικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονταν επί ορισμένων αγαθών προκυπτόντων από την επεξεργασία γεωργικών προϋόντων, όπως καθορίζονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού· σ' αυτά περιλαμβάνονται τα «σακχαρώδη παρασκευάσματα άνευ κακάου», εξαιρέσει των εκχυλισμάτων γλυκορρίζης. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Κατά την εισαγωγή του στην Κοινότητα, κάθε εμπόρευμα υπόκειται στην επιβάρυνση που προβλέπεται από αυτό το Κοινό Δασμολόγιο και που αποτελείται από:
α) δασμό κατ' αξίαν, που αποτελεί το σταθερό στοιχείο αυτής της επιβαρύνσεως· και
β) ένα μεταβλητό στοιχείο.
Το μεταβλητό στοιχείο καθορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 7 και προορίζεται να καλύψει, όσον αφορά τις ποσότητες των προϋόντων βάσεως, που θεωρούνται ότι χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή του εμπορεύματος, την επίπτωση της διαφοράς μεταξύ των τιμών αυτών των προϋόντων εντός της Κοινότητας, αφενός, και των τιμών κατά την εισαγωγή προελεύσεως τρίτων χωρών αφετέρου, όταν το συνολικό κόστος αυτών των ποσοτήτων προϋόντων βάσεως είναι υψηλότερο στην Κοινότητα.»
6 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, απαγορεύει «την είσπραξη οιουδήποτε δασμού ή φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος, πέρα από την επιβάρυνση που καθορίζεται στην παράγραφο 1», και τούτο με εξαίρεση τις περιστάσεις που προβλέπονται από το άρθρο 14, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού. Η raison d'κtre του μεταβλητού στοιχείου της φορολογικής επιβαρύνσεως προσδιορίζεται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού ως αποσκοπούσα «να αντισταθμίσει την ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ των τιμών των συγκεκριμένων γεωργικών προϋόντων εντός της Κοινότητας και στη διεθνή αγορά», ενώ ο λόγος υπάρξεως του σταθερού στοιχείου περιγράφεται ως προοριζόμενος «στην προστασία της βιομηχανίας μεταποιήσεως».
7 Αντίστοιχο μέτρο για τα βασικά σακχαρούχα προϋόντα αποτελεί ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (4) (στο εξής: κανονισμός περί σακχάρεως). Το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την επιβολή εισφοράς στις εισαγωγές σακχαρούχων προϋόντων και προβλέπει την επιβολή εισφοράς επί των καλυπτομένων σακχαρούχων προϋόντων, με εξαίρεση πολτούς τεύτλων, υπολείμματα ζαχαροκάλαμου και άλλα απορρίμματα ζαχαροποιας· ο λόγος για την επιβολή της εισφοράς αυτής διασαφηνίζεται στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου ως εξής:
«(...) η επιβολή μιας εισφοράς κατά την εισαγωγή από τρίτες χώρες (...) τείνει (...) να καλύψει (...) όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης τη διαφορά μεταξύ των τιμών που εφαρμόζονται στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της Κοινότητας».
8 Το άρθρο 25, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας προβλέπει ότι «Οι συνθήκες, καθώς και οι πράξεις των οργάνων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων εφαρμόζονται στις Καναρίους Νήσους (...) με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 και των άλλων διατάξεων της παρούσας πράξεως». Το άρθρο 25, παράγραφος 2, αναφέρεται, με τη σειρά του, στο πρωτόκολλο αριθ. 2 της Πράξεως (στο εξής: πρωτόκολλο αριθ. 2 ή πρωτόκολλο) ως προσδιορίζον «τις προϋποθέσεις με τις οποίες οι διατάξεις των Συνθηκών ΕΟΚ και ΕΚΑΞ για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων καθώς και οι πράξεις των οργάνων της Κοινότητας οι σχετικές με την τελωνειακή νομοθεσία και την εμπορική πολιτική θα εφαρμόζονται στις Καναρίους Νήσους (...)».
9 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 2 προβλέπει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Τα προϋόντα καταγωγής των Καναρίων Νήσων (...) καθώς και τα προϋόντα προελεύσεως τρίτων χωρών τα οποία εισάγονται στις Καναρίους Νήσους (...) δεν θεωρούνται κατά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ως εμπορεύματα τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ.»
Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, οι Κανάριοι Νήσοι δεν περιλαμβάνονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ενώ το άρθρο 1, παράγραφος 3, ορίζει ότι:
«Εκτός από αντίθετη διάταξη του παρόντος πρωτοκόλλου, οι πράξεις των οργάνων της Κοινότητας στον τομέα της τελωνειακής νομοθεσίας που αφορούν τις εξωτερικές συναλλαγές εφαρμόζονται με τις ίδιες προϋποθέσεις στις συναλλαγές μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας (...) και των Καναρίων Νήσων.»
10 Το άρθρο 1, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου αριθ. 2 διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Εκτός από αντίθετη διάταξη της Πράξεως για τους όρους της προσχωρήσεως, περιλαμβανομένου και του παρόντος πρωτοκόλλου, η Κοινότητα εφαρμόζει στις συναλλαγές της με τις Καναρίους Νήσους (...) οι οποίες αφορούν τα προϋόντα που υπάγονται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης ΕΟΚ το γενικό καθεστώς που εφαρμόζει στις εξωτερικές της συναλλαγές».
11 Το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου προβλέπει ορισμένες παρεκκλίσεις από τις διατάξεις του άρθρου 1 όσον αφορά «προϋόντα καταγωγής των Καναρίων Νήσων». Ειδικότερα, τέτοια προϋόντα «κατά τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας τυγχάνουν δασμολογικής ατέλειας»· η ατέλεια ισχύει από την ημερομηνία προσχωρήσεως της Ισπανίας στην Κοινότητα, και τούτο σχετικά με εισαγωγές «στο τμήμα της Ισπανίας που περιλαμβάνεται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας».
12 Ας μου επιτραπεί, για λόγους πληρότητας, να προσθέσω ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1911/91 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1991, για την εφαρμογή των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου στις Καναρίους Νήσους (5) εφαρμόζει την κοινή αγροτική πολιτική στις νήσους αυτές, υπό την επιφύλαξη ειδικών ρυθμίσεων περί προμηθείας, και περιλαμβάνει τις νήσους στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, υπό την επιφύλαξη ορισμένων μεταβατικών ρυθμίσεων, σε κάθε περίπτωση με ισχύ από την 1η Ιουλίου 1991.
IV - Τα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα
13 Το πρώτο ερώτημα που τίθεται με τη διάταξη περί παραπομπής αφορά τη νομική βάση για την εφαρμογή στις εν λόγω εισαγωγές του μεταβλητού στοιχείου της φορολογικής επιβαρύνσεως που έχει επιβληθεί με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού περί εμπορικών ρυθμίσεων. Εν προκειμένω, έγινε επίκληση, κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας, δύο διαφορετικών διατάξεων του πρωτοκόλλου, συγκεκριμένα της παράγραφου 3 και της παραγράφου 5 του άρθρου 1. Ενώπιον του υποβαλόντος το προδικαστικό ερώτημα δικαστηρίου, ο εκπρόσωπος του ισπανικού κράτους ισχυρίστηκε (6), στο πλαίσιο της ίδιας γραμμής με αυτήν που ακολούθησαν οι τελωνειακές αρχές και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι, καθώς ο σκοπός του μεταβλητού στοιχείου ήταν ο ίδιος με αυτόν της φορολογικής επιβαρύνσεως που είχε επιβληθεί στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, η εισαγωγή υπέκειτο στις γενικές ρυθμίσεις που η Κοινότητα εφάρμοζε στο πλαίσιο του εξωτερικού της εμπορίου, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου, και τούτο παρά το γεγονός ότι τα ίδια τα προϋόντα δεν ενέπιπταν στο πεδίο του παραρτήματος ΙΙ της Συνθήκης. Όμως, το αιτούν δικαστήριο προέβη στην εκτίμηση ότι το μεταβλητό στοιχείο της επιβαρύνσεως δεν αποτελεί όργανο κοινής γεωργικής πολιτικής και τούτο κατά το μέτρο που δεν προστατεύει την γεωργική παραγωγή ή προσφορά, αλλά αποτελεί μέσον εμπορικής πολιτικής με σκοπό την προστασία ορισμένων βιομηχανιών που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το εθνικό δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με το αν έπρεπε να ισχύσει η δασμολογική ατέλεια του άρθρου 2.
14 Παρ' όλ' αυτά, η γνώμη μου είναι, ασχέτως των σκοπών που επιδιώκονται με το άρθρο 5 του κανονισμού περί εμπορικών ρυθμίσεων, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου αριθ. 2 εφαρμόζεται μόνον επί των προϋόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης και δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την επιβολή του μεταβλητού στοιχείου της φορολογικής επιβαρύνσεως σε άλλα προϋόντα. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι ανάγκη να ληφθεί ως βάση η διάταξη αυτή, και τούτο κατά το μέτρο που το άρθρο 1, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου ρητώς προβλέπει την εφαρμογή στο εμπόριο μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και των Καναρίων Νήσων «των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας στον τομέα της τελωνειακής νομοθεσίας που αφορούν τις εξωτερικές συναλλαγές». Ο κανονισμός περί εμπορικών ρυθμίσεων, ο οποίος στηριζόταν αρχικώς στα άρθρα της Συνθήκης που διέπουν την σχετική με εξωτερικές συναλλαγές τελωνειακή νομοθεσία (άρθρα 28 και 113 ΕΟΚ) σαφώς αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια τέτοια πράξη.
15 Όμως, τούτο ουδόλως επιλύει το πρόβλημα της ερμηνείας του άρθρου 1, παράγραφοι 3 και 5, του πρωτοκόλλου. Μολονότι δεν έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο οι παρατηρήσεις της εφεσείουσας στην κύρια δίκη, από τις παρατηρήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως καθώς και από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Tirma ισχυρίστηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, κάνει διάκριση μεταξύ των προϋόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, τα οποία υπόκεινται στις γενικές ρυθμίσεις περί εξωτερικών συναλλαγών της Κοινότητας, και των άλλων προϋόντων τα οποία δεν υπόκεινται σ' αυτές. Σύμφωνα με την Tirma, κατά τον κρίσιμο χρόνο, η κοινοτική νομοθεσία εφαρμοζόταν γενικώς στις Καναρίους Νήσους βάσει του άρθρου 25, παράγραφος 1, της Πράξεως Προσχωρήσεως, και τούτο έστω και αν οι Νήσοι αυτές δεν αποτελούσαν μέρος του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους· μολονότι οι κοινοτικές τελωνειακές διατάξεις δεν ίσχυαν στις συναλλαγές μεταξύ των νήσων και τρίτων χωρών το εμπόριό τους με την υπόλοιπη Κοινότητα υπέκειτο στους κανόνες της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Καθώς τα μεταποιημένα γεωργικά προϋόντα δεν περιλαμβάνονταν σε καμία από τις εξαιρέσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας που προβλέπονται από τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 2, πρέπει να τυγχάνουν αυτής της ελεύθερης κυκλοφορίας· αν κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε, η διάκριση που γίνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 5, δεν θα είχε νόημα. Η υπόθεση αυτή ισοδυναμεί με το να λέγεται ότι, καθώς το άρθρο 1, παράγραφος 3, έχει ήδη καθιερώσει τη γενική αρχή αποκλεισμού από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το άρθρο 1, παράγραφος 5, θα ήταν περιττό αν δεν είχε την έννοια ότι αποκλείει προϋόντα άλλα εκτός αυτών του παραρτήματος ΙΙ από τις γενικές ρυθμίσεις που η Κοινότητα εφαρμόζει στο εξωτερικό της εμπόριο.
16 Η προτεινομένη ερμηνεία, με την οποία το άρθρο 1, παράγραφος 5, θεωρείται ως προαπαιτούμενο για την εφαρμογή της αρχής που έχει καθιερωθεί με το το άρθρο 1, παράγραφος 3, σχετικά με όλα τα προϋόντα που δεν απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της Συνθήκης, δεν νομίζω ότι είναι πειστική. Το άρθρο 25, παράγραφος 2, της Πράξεως Προσχωρήσεως ορίζει ότι «οι πράξεις των οργάνων (...) οι σχετικές με την τελωνειακή νομοθεσία και την εμπορική πολιτική (...) εφαρμόζονται στις Καναρίους Νήσους [σε συμφωνία με] το πρωτόκολλο αριθ. 2»· στο άρθρο 25, παράγραφος 1, το πρωτόκολλο περιγράφεται ρητώς ως εισάγον «παρεκκλίσεις». Το γεγονός ότι οι παρεκκλίσεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα να αποκλείεται η εφαρμογή των κοινοτικών αρχών περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πλην των περί του αντιθέτου εξαιρέσεων, προκύπτει σαφώς από τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 2, που πρόκειται να εξετασθούν κατωτέρω.
17 Η ερμηνεία που προτάθηκε από την εφεσείουσα στην κύρια δίκη εταιρία συνεπάγεται επίσης ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ναι μεν με το άρθρο 1, παράγραφος 3, καθιέρωσε μια γενική αρχή, πλην όμως την στέρησε οποιουδήποτε σχεδόν αποτελέσματος μόλις δύο παραγράφους πιο κάτω, καθιστώντας έτσι το άρθρο 1, παράγραφος 3, περιττό. Πρώτον, προκειμένου τα καταγόμενα από τις Καναρίους Νήσους προϋόντα να τυγχάνουν της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, πρέπει, σύμφωνα με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό, τα προϋόντα αυτά να εμπίπτουν στο πεδίο των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης, οι διατάξεις σχετικά με την τελωνειακή ένωση και την κατάργηση ποσοτικών περιορισμών (άρθρα 12 έως 17 και 30 έως 37, αντίστοιχα) εφαρμόζονται μόνο επί των «προϋόντων καταγωγής κρατών μελών καθώς και στα προϋόντα προελεύσεως τρίτων χωρών που ευρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών μελών»· το άρθρο 1, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 2, το οποίο, αντίθετα προς τις παραγράφους 3 και 5 του ίδιου άρθρου, δεν δέχεται καμία παρέκκλιση, ρητώς διασαφηνίζει ότι τα προϋόντα καταγωγής Καναρίων Νήσων «δεν θεωρούνται (...) ως εμπορεύματα τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης ΕΟΚ».
18 Δεύτερον, η θεσπισμένη με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου αρχή, σύμφωνα με την οποία η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία που αφορά τις εξωτερικές συναλλαγές εφαρμόζεται στις συναλλαγές μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και των Καναρίων Νήσων, είναι γενικής εφαρμογής· τούτο σημαίνει, ειδικότερα, ότι σε τέτοιες συναλλαγές εφαρμόζεται ο κανονισμός περί εμπορικών ρυθμίσεων. Όπως έχει υποστηρίξει η Ισπανική Κυβέρνηση, το άρθρο 1, παράγραφος 5, είναι μια πλέον ειδική διάταξη διέπουσα μόνον τα προϋόντα του παραρτήματος ΙΙ· η χρήση του όρου «γενικές ρυθμίσεις» φαίνεται να καλύπτει τόσο την τελωνειακή νομοθεσία όσο και άλλα μέτρα εφαρμοζόμενα επί τέτοιων προϋόντων. Επομένως, εξ αυτού έπεται, κατά τη γνώμη μου, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, δεν μπορεί να εξουδετερώσει τη γενική φύση του άρθρου 1, παράγραφος 3, και τούτο ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής ενδείξεως στο κείμενο του πρωτοκόλλου αριθ. 2. Τα επίμαχα στην παρούσα διαδικασία εισαγόμενα προϋόντα σαφώς δεν εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του το άρθρο 1, παράγραφοι 1 έως 3, του πρωτοκόλλου.
19 Επιπλέον, ο αποδιδόμενος στην Tirma ισχυρισμός ότι η φράση «εκτός από αντίθετη διάταξη της πράξης για τους όρους της προσχώρησης, περιλαμβανομένου και του παρόντος πρωτοκόλλου» που χαρακτηρίζει το άρθρο 1, παράγραφος 5, πρέπει να θεωρηθεί ως αναφερομένη στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου, δεν είναι, κατά την άποψή μου, βάσιμος. Θεωρώ πιθανότερο ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, αναφέρεται σ' αυτές τις διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως και του πρωτοκόλλου με τις οποίες ρητώς εφαρμόζονται στο εμπόριο των προϋόντων του παραρτήματος ΙΙ μεταξύ του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας και των Καναρίων Νήσων, ρυθμίσεις άλλες εκτός των γενικών ρυθμίσεων που η Κοινότητα εφαρμόζει στο εξωτερικό της εμπόριο. Π.χ., το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 25, παράγραφος 3, της Πράξεως Προσχωρήσεως υποχρεώνει το Συμβούλιο να εφαρμόζει «διατάξεις κοινωνικο-διαρθρωτικού χαρακτήρα (...) στον τομέα της γεωργίας στις Καναρίους Νήσους». Το άρθρο 155 της ίδιας Πράξεως προχωρεί περισσότερο, απαιτώντας όχι μόνο διαρθρωτικά μέτρα στον τομέα της αλιείας, αλλά και επιβάλλοντας στο Συμβούλιο «να λαμβάνει υπόψη το σύνολο ή μέρος των συμφερόντων» των Καναρίων Νήσων όταν λαμβάνει αποφάσεις επί διμερών ή πολυμερών αλιευτικών συμφωνιών με τρίτες χώρες. Τέτοιες διατάξεις δυσχερώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως «γενικές ρυθμίσεις» που η Κοινότητα εφαρμόζει στο εξωτερικό εμπόριο· το ίδιο ισχύει για τις ειδικές εμπορικές ρυθμίσεις μεταξύ της υπόλοιπης Κοινότητας και των νήσων σχετικά με τα προϋόντα αλιείας καθώς και τα περιλαμβανόμενα περιοριστικώς στους σχετικούς καταλόγους γεωργικά προϋόντα καταγωγής των νήσων, όπως έχει καθιερωθεί με τα άρθρα 3 και 4 του πρωτοκόλλου.
20 Το άλλο ερώτημα που τίθεται είναι αν το μεταβλητό στοιχείο της φορολογικής επιβαρύνσεως επί των σακχαρωδών παρασκευασμάτων που είναι καταγωγής Καναρίων Νήσων και εισάγονται στην Ισπανία μπορεί να θεωρηθεί ως «δασμός» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 2. Δεν έχω καμία δυσκολία να συμφωνήσω με την Ισπανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή ότι το μεταβλητό στοιχείο της φορολογικής επιβαρύνσεως επί των εισαγωγών δεν αποτελεί δασμό από τον οποίο τα προϋόντα καταγωγής Καναρίων Νήσων, όπως οι «caramelos» των οποίων η εισαγωγή έχει αποτελέσει και την αιτία της κινήσεως της παρούσας διαδικασίας, απαλλάσσονται δυνάμει του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 2.
21 Πρώτον, στο κοινοτικό δίκαιο υφίσταται από μακρού σαφής διάκριση μεταξύ κυρίως ειπείν «δασμών» και άλλων επιβαρύνσεων που καταβάλλονται κατά την εισαγωγή και εξαγωγή εμπορευμάτων, πράγμα που αντικατοπτρίζεται, π.χ., στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Μολονότι η διάκριση αυτή σπανίως έχει αποτελέσει αντικείμενο της νομολογίας του Δικαστηρίου (7), καθώς επιβολή τόσο της μιας όσο και της άλλης φορολογήσεως απαγορεύεται στο πλαίσιο του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, ο πρώτος έχει προσδιοριστεί στο άρθρο 2, στοιχείο ββ, της αποφάσεως του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 1970 για την αντικατάσταση των οικονομικών εισφορών των κρατών μελών από τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων (8) ως καλύπτων «δασμούς του Κοινού Δασμολογίου καθώς και άλλους δασμούς που έχουν θεσπιστεί (...) όσον αφορά το εμπόριο με χώρες μη μέλη». Το στοιχείο αα της ιδίας διατάξεως προσδιορίζει τις «γεωργικές εισφορές» ως «εισφορές, πριμ, συμπληρωματικά ή εξισωτικά ποσά, πρόσθετα ποσά ή στοιχεία καθώς και άλλους δασμούς που έχουν εισαχθεί (...) σχετικά με το εμπόριο με χώρες μη μέλη, στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής». Από τον σκοπό του μεταβλητού στοιχείου της φορολογικής επιβαρύνσεως επί των εισαγωγών που αποτελεί και αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, όπως έχει ανωτέρω περιγραφεί (9), σαφώς προκύπτει ότι τούτο αντιστοιχεί περισσότερο σε γεωργική εισφορά παρά σε δασμό, όπως έχει καθοριστεί με την απόφαση της 21ης Απριλίου 1970, στην οποία ρητώς αναφέρεται το άρθρο 371 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
22 Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γράμμα του κανονισμού περί εμπορικών ρυθμίσεων, σε ολόκληρο το κείμενο του οποίου γίνεται προσεκτική διάκριση μεταξύ «δασμών» και άλλων επιβαρύνσεων επί των εισαγωγών. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι όλα τα καλυπτόμενα υπ' αυτού εισαγόμενα αγαθά υπόκεινται σε «επιβάρυνση» περιλαμβάνουσα έναν «δασμό» (το σταθερό στοιχείο) και ένα «μεταβλητό στοιχείο» (της επιβαρύνσεως), ενώ το άρθρο 5, παράγραφος 2, απαγορεύει την είσπραξη «οποιουδήποτε δασμού ή φορολογικής επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος» (η υπογράμμιση δική μου) πέρα από την επιβάρυνση που καθορίζεται στην παράγραφο 1. Η διάκριση αυτή μεταξύ δασμών και λοιπών επιβαρύνσεων αντικατοπτρίζεται επίσης σε άλλα μέτρα σχετικά με την τελωνειακή νομοθεσία για το εξωτερικό εμπόριο, τόσο κατά τον κρίσιμο χρόνο (10) όσο και ύστερα από τη θέση σε ισχύ του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα της 12ης Οκτωβρίου 1992 (11). Φαίνεται επίσης η διάκριση αυτή γίνεται κατά τρόπο σαφή και σε άλλες διατάξεις του πρωτοκόλλου. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, τα προϋόντα καταγωγής του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας κατά την εισαγωγή τους στις Καναρίους Νήσους απαλλάσσονται από «δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος», ενώ, το άρθρο 7 διασαφηνίζει ότι τούτο εφαρμόζεται επί «δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς» οφειλομένων λόγω της εισαγωγής στις νήσους εμπορευμάτων από τρίτες χώρες. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προκύπτει ότι ο όρος «δασμοί» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνευθεί ως καλύπτων και «επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος» (12).
23 Δεύτερον, βάσιμοι λόγοι συνηγορούν υπέρ του ότι η διάκριση θα πρέπει να θεωρηθεί μάλλον ως ουσιώδης παρά ως απλό ζήτημα ορολογίας. Γενικώς, μπορεί να λεχθεί ότι οι δασμοί, εκτός εκείνων που είναι φορολογικής φύσεως, προστατεύουν τον παραγωγό που είναι εγκατεστημένος στο έδαφος της επιβάλλουσας τον δασμό οντότητας· πράγματι, το επίμαχο σταθερό στοιχείο της επιβαρύνσεως επί των εισαγωγών, ένας κατ' αξίαν δασμός, σαφώς ορίζεται ότι «προορίζεται στην προστασία της [κοινοτικής] βιομηχανίας μεταποιήσεως» (πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου) και εφαρμόζεται ασχέτως των τιμών της σακχάρεως στην παγκόσμια αγορά. Αντιθέτως, το μεταβλητό στοιχείο δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας εξισωτικός μηχανισμός για την αντιστάθμιση των υψηλότερων κοινοτικών τιμών των βασικών προϋόντων· με αυτόν επιδιώκεται να τεθεί η κοινοτική βιομηχανία μεταποιήσεως σε ίση μοίρα, όσον αφορά την αγορά σακχάρεως, πλην όμως δεν προστατεύεται η βιομηχανία, υπό οποιαδήποτε άλλη άποψη, από τον ανταγωνισμό εκ μέρους τρίτων χωρών. Ταυτόχρονα, το μεταβλητό στοιχείο προστατεύει επίσης τους κοινοτικούς παραγωγούς σακχάρεως, καθώς εξισώνει τις κοινοτικές τιμές σακχάρεως προς αυτές της παγκοσμίου αγοράς για βιομηχανικούς χρήστες.
24 Τέλος, το σαφές αποτέλεσμα της ερμηνείας του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 2, που προτείνεται τόσο από την εφεσείουσα στην κύρια δίκη όσο και από το αιτούν δικαστήριο, θα συνίστατο στο ότι οι βιομήχανοι σακχαρούχων παρασκευασμάτων στις Καναρίους Νήσους θα μπορούσαν να προμηθεύονται ζάχαρη στις χαμηλότερες τιμές της παγκόσμιας αγοράς και, επομένως, να εισάγουν το τελικό προϋόν στην Κοινότητα ελεύθερο όχι μόνο από το μεταβλητό στοιχείο αλλά και από οποιονδήποτε δασμό. Δεν νομίζω ότι σκοπός του άρθρου 2 ήταν να παράσχει στους παραγωγούς σακχαρούχων παρασκευασμάτων των Καναρίων Νήσων ένα τέτοιο απαράδεκτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε βάρος των κοινοτικών παραγωγών, ούτε να επιτρέψει στην παραγομένη σε τρίτες χώρες ζάχαρη, έστω και μεταποιημένη, μια τόσο εύκολη πρόσβαση στην κοινοτική αγορά.
25 Επιπλέον, κάτι τέτοιο θα σήμαινε, πράγματι, ότι οι παραγωγοί στις Καναρίους Νήσους θα απελάμβαναν κατά το 1989 ενός πλέον ευνοϋκού, στο πλαίσιο του πρωτοκόλλου αριθ. 2, καθεστώτος σε σχέση με την εισαγωγή σακχάρεως και την επανεξαγωγή της ως «caramelos» κατά το 1989 παρά, π.χ., κατά το 1992, όταν οι Νήσοι ενσωματώθηκαν στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1911/91 του Συμβουλίου (13), η εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής θα πρέπει να συνοδεύεται από ένα ειδικό καθεστώς εφοδιασμού όσον αφορά ορισμένα προϋόντα. Το καθεστώς σχετικά με τη ζάχαρη θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1601/92 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1992, για ειδικά μέτρα που αφορούν ορισμένα γεωργικά προϋόντα υπέρ των Καναρίων Νήσων (14). Όπως ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 1, προκειμένου να ληφθούν υπόψη «η ιδιάζουσα γεωγραφική θέση των Καναρίων Νήσων σε σχέση με τις πηγές ανεφοδιασμού προϋόντων» που είναι απαραίτητα για τη μεταποίηση και «να αποφευχθεί η διατάραξη των παραδοσιακών ρευμάτων των εμπορικών συναλλαγών», προβλέπεται ότι «κατά την απευθείας εισαγωγή στις Καναρίους Νήσους προϋόντων που αποτελούν αντικείμενο του ειδικού καθεστώτος εφοδιασμού, καταγωγής τρίτων χωρών, δεν επιβάλλεται καμία εισφορά ή/και τελωνειακός δασμός, εντός του ορίου των ποσοτήτων που ορίζεται στις προβλέψεις εφοδιασμού», συμπεριλαμβανομένης της σακχάρεως. Όμως, το ειδικό καθεστώς εφοδιασμού υπόκειται σε δύο περιορισμούς: πρώτον, μόνο μια ορισμένη ποσότητα συγκεκριμένου προϋόντος μπορεί να τυγχάνει κάθε έτος της απαλλαγής του άρθρου 3 (15), και, πράγμα ίσως περισσότερο σημαντικό όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η επανεξαγωγή υπό μεταποιημένη μορφή των προϋόντων που έχουν εισαχθεί βάσει αυτού του καθεστώτος απαγορεύεται, με εξαίρεση τα «παραδοσιακά ρεύματα εμπορικών συναλλαγών με την υπόλοιπη Κοινότητα». Ουδείς εκ των ανωτέρω περιορισμών θα μπορούσε να ισχύσει βάσει της ερμηνείας του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 2 που προτείνεται από την εφεσείουσα στην κύρια δίκη. Μια τέτοια διαφορά μεταχειρίσεως, ως αποτέλεσμα της ενσωματώσεως των Καναρίων Νήσων στο κοινοτικό τελωνειακό έδαφος, θα ήταν, κατά την άποψή μου, εντελώς ανώμαλη.
26 Μολονότι τούτο δεν έχει πλέον άμεση σχέση με την ανάλυσή μου όσον αφορά τα κύρια ερωτήματα, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το εθνικό δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι το αντικείμενο του μεταβλητού στοιχείου ήταν παρόμοιο προς αυτό της αντίστοιχης εισφοράς επί της εισαγωγής προϋόντων σακχάρεως βάσει του κανονισμού περί σακχάρεως και, για τον λόγο αυτό, όπως έχω ανωτέρω σημειώσει, διατύπωσε αμφιβολίες σχετικά με το αν το άρθρο 1, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου αριθ. 2 έπρεπε να τύχει εφαρμογής. Όμως, από το προοίμιο όλων των εν λόγω κανονισμών που έχει προπαρατεθεί στις ανωτέρω παραγράφους 6 και 7 προκύπτει σαφώς ότι οι επίμαχες φορολογικές επιβαρύνσεις είχαν, τόσο η μια όσο και η άλλη, ως στόχο την αντιστάθμιση της διαφοράς μεταξύ της υψηλότερης κοινοτικής τιμής για τη ζάχαρη και των τιμών που επικρατούν στις παγκόσμιες αγορές.
27 Εξ αυτού έπεται, κατά την άποψή μου, ότι το άρθρο 1, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου αριθ. 2 ουδεμία ασκεί επιρροή όσον αφορά την παρούσα διαδικασία· το άρθρο αυτό ούτε αποκλείει προϋόντα άλλα εκτός αυτών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ από την εφαρμογή των γενικών διατάξεων σχετικά με το εξωτερικό εμπόριο ούτε δικαιολογεί την εφαρμογή του κανονισμού περί εμπορικών ρυθμίσεων επί τέτοιων προϋόντων. Εξάλλου, είμαι της γνώμης ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου θα έπρεπε να ερμηνευθεί ως επιβάλλον την εφαρμογή του κανονισμού περί εμπορικών ρυθμίσεων όσον αφορά εισαγωγές του επιμάχου στην υπό κρίση υπόθεση τύπου. Το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 2 πρέπει να ερμηνευθεί ως παρέχον ατέλεια μόνο από την καταβολή των κυρίως ειπείν δασμών. Δεν πιστεύω ότι το μεταβλητό στοιχείο της φορολογικής επιβαρύνσεως επί των εισαγωγών που προβλέπεται από τον κανονισμό περί εμπορικών ρυθμίσεων αποτελεί δασμό.
V - Συμπέρασμα
28 Ενόψει των ανωτέρω αναπτύξεων, προτείνω να δοθεί στα υποβληθέντα από τη Sala de lo Contencioso-Administrativo της Σεβίλλης ερωτήματα η εξής απάντηση:
Το άρθρο 1, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, της 12ης Ιουνίου 1985, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται επί του μεταβλητού στοιχείου της φορολογικής επιβαρύνσεως επί των εισαγωγών των εμπορευμάτων που προκύπτουν από την επεξεργασία γεωργικών προϋόντων που έχει υποβληθεί, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3033/80 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1980, περί καθορισμού του καθεστώτος συναλλαγών που απαιτείται σε ορισμένα εμπορεύματα που προέρχονται από τη μεταποίηση γεωργικών προϋόντων. Αυτό το μεταβλητό στοιχείο δεν θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ως δασμός κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 2. Κατά τον κρίσιμο χρόνο των περιστατικών της υποθέσεως της κυρίας δίκης, οι αρχές του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν εφαρμόζονταν στο εμπόριο μεταξύ Καναρίων Νήσων και τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας όσον αφορά μεταποιημένα γεωργικά προϋόντα καλυπτόμενα από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3033/80 του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1980.
(1) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-45/94, Cαmara de Comercio, Industria y Navegaciσn de Ceuta (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(2) - ΕΕ ειδ. έκδ. 02/010, σ. 162.
(3) - Που έχει προπαρατεθεί στην ανωτέρω υποσημείωση 2· οι άλλοι δύο κανονισμοί που αναφέρονται στη διάταξη περί παραπομπής δεν έχουν άμεση σχέση με την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
(4) - EE 1981, L 177, σ. 4.
(5) - EE 1991, L 171, σ. 1.
(6) - Το γεγονός αυτός διασαφηνίστηκε, με αξιοθαύμαστη ευθύτητα, στις χρησιμότατες παρατηρήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως στην παρούσα διαδικασία.
(7) - Βλ., π.χ., τις παραγράφους 18 έως 21 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 21ης Νοεμβρίου 1991 στην υπόθεση C-163/90, Legros κ.λπ., επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992 (Συλλογή 1992, σ. Ι-4625, ειδικότερα σ. Ι-4646 και Ι-4647).
(8) - OJ 1970, L 94, σ. 19, η πρώτη απόφαση «περί ιδίων πόρων».
(9) - Βλ. την παράγραφο 6 των προτάσεων αυτών.
(10) - Βλ., π.χ., το το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2144/87 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1987, σχετικά με την τελωνειακή οφειλή, EE 1987, L 201, σ. 15.
(11) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, EE 1992, L 302, σ. 1· βλ., π.χ., το άρθρο 20, παράγραφος 3, στοιχείο γγ.
(12) - Τούτο δεν σημαίνει ότι ο όρος «δασμοί» ουδέποτε μπορεί να ερμηνευθεί ως περικλείων επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, ειδικότερα όταν η εν λόγω διάταξη περιέχει επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούν την ευρύτερη ερμηνεία· βλ. υπόθεση C-45/94, Cαmara de Comercio, Industria y Navegaciσn de Ceuta, που έχει προπαρατεθεί στην ανωτέρω υποσημείωση 1, σκέψεις 16 έως 18 της αποφάσεως.
(13) - Που έχει προπαρατεθεί στην ανωτέρω υποσημείωση 5.
(14) - EE 1992, L 173, σ. 13.
(15) - Για την περίοδο εμπορίας 1992/93 τούτο καθορίστηκε σε 3 000 τόνους βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1962/92 της Επιτροπής· EE 1992, L 197, σ. 45.
Full & Egal Universal Law Academy