Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
1 Τα ερωτήματα που έχει υποβάλει το cour du travail de Liθge (Βέλγιο) ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, στο εξής: κανονισμός) αφορούν δύο ζητήματα (1). Ζητείται, πρώτον, να εξακριβωθεί αν η ενδιαφερομένη εν προκειμένω ανήκει στην κατηγορία των μισθωτών που «ασκούν μισθωτή δραστηριότητα» ή στην κατηγορία των «δημοσίων υπαλλήλων», οι οποίες προβλέπονται αντίστοιχα στα στοιχεία αα και δδ της παραγράφου 2 του άρθρου 13· δεύτερον, ζητείται να διασαφηνιστούν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση, ώστε ο εργαζόμενος να μπορεί να θεωρηθεί «διαθέσιμος», προκειμένου να εφαρμοστούν οι διατάξεις περί καταβολής του επιδόματος ανεργίας που οφείλει να καταβάλει, σύμφωνα με τον κανονισμό, το αρμόδιο κράτος στους μισθωτούς, πλην των μεθοριακών εργαζομένων.
Ι - Πραγματικά περιστατικά
2 Η παρούσα υπόθεση ανέκυψε από τη διαφορά που εκδικάζει το cour du travail της Λιέγης μεταξύ της Heidemarie Naruschawicus, Βελγίδας υπηκόου διαμένουσας στη Γερμανία, και του βελγικού Office national de l'emploi (του φορέα που είναι αρμόδιος στο Βέλγιο για την καταβολή των επιδομάτων ανεργίας, στο εξής: ONEM).
3 Η Naruschawicus εργάστηκε ως μόνιμος στρατιωτικός από την 1η Ιουνίου 1981 μέχρι τις 20 Απριλίου 1991 στις βελγικές ένοπλες δυνάμεις που σταθμεύουν στη Γερμανία. Κατά την περίοδο αυτή είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου του βελγικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και είχε τον βαθμό του δεκανέα. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το Βελγικό Δημόσιο κατέβαλλε στον ONEM τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές καθ' όλο το διάστημα της εργασίας της. Η ενδιαφερομένη, μολονότι διέμενε στη Γερμανία, διατηρούσε την κατοικία της, υπό την έννοια της βελγικής νομοθεσίας, στο Blιgny.
4 Η σύμβαση εργασίας μεταξύ του Βελγικού Δημοσίου και της Naruschawicus λύθηκε τον Απρίλιο 1991. Κατά τη λύση της συμβάσεως - όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο - επιχειρήθηκε αναδρομικός χαρακτηρισμός της εργασιακής σχέσεως. Προκειμένου η Naruschawicus να λάβει το επίδομα ανεργίας που προβλέπει η βελγική νομοθεσία που ισχύει για όλους τους εργαζομένους, της χορηγήθηκε διά νόμου βεβαίωση από την οποία προκύπτει ότι είχε παράσχει «προσωρινές υπηρεσίες» στις βελγικές ένοπλες δυνάμεις στη Γερμανία (2).
5 Στη συνέχεια η Naruschawicus εξακολούθησε να διαμένει στη Γερμανία και υπέβαλε προσηκόντως στο περιφερειακό γραφείο του ONEM στη Λιέγη, που ήταν αρμόδιο λόγω της εκ του νόμου κατοικίας της, αίτηση χορηγήσεως των επιδομάτων ανεργίας. Η αίτησή της έγινε δεκτή και ο ONEM άρχισε να της καταβάλλει επίδομα ανεργίας από τις 22 Απριλίου 1991. Από την ανωτέρω ημερομηνία και μέχρι τις 30 Ιουνίου 1991, η ενδιαφερομένη υποβαλλόταν επιπλέον στον έλεγχο ανεργίας, μετέβαινε δε προς τούτο από το Arnsberg (Γερμανία), τον τόπο διαμονής της, στη Λιέγη. Την 1η Ιουλίου 1991 επαναπροσλήφθηκε από τις βελγικές ένοπλες δυνάμεις στη Γερμανία ως εργάτρια με μειωμένο ωράριο εργασίας.
6 Με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991 ο περιφερειακός επιθεωρητής ανεργίας του ONEM αποφάσισε τη διακοπή της καταβολής του επιδόματος ανεργίας στη Naruschawicus από τις 22 Απριλίου 1991. Ταυτόχρονα της ζητήθηκε να επιστρέψει τα επιδόματα που είχε λάβει μεταξύ της 22ας Απριλίου 1991 και της 30ής Ιουνίου 1991. Η απόφαση αυτή στηρίχθηκε στο γεγονός ότι, αφού η ενδιαφερομένη διέμενε στην αλλοδαπή, δεν συνέτρεχε πλέον η εξής προϋπόθεση που προέβλεπε η εθνική ρύθμιση για την καταβολή του επιδόματος ανεργίας: να είναι διαθέσιμος ο άνεργος εντός της βελγικής αγοράς εργασίας (3).
7 Το tribunal du travail της Λιέγης, στο οποίο προσέφυγε η Naruschawicus, ακύρωσε την απόφαση του περιφερειακού επιθεωρητή του ONEM, με το σκεπτικό ότι στην ενδιαφερομένη μπορούσε να αναγνωριστεί δικαίωμα επί του επιδόματος ανεργίας, κατά τη βελγική νομοθεσία, μολονότι η ενδιαφερόμενη διέμενε στη Γερμανία, αν εφαρμοζόταν το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού.
8 Κατά της αποφάσεως αυτής το ONEM άσκησε έφεση ενώπιον του cour du travail. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο - μολονότι θεωρεί ότι στην εθνική ρύθμιση δεν απαντά ρητή υποχρέωση διαμονής, αλλά επιβάλλεται στον άνεργο μόνο η γενική υποχρέωση «να τίθεται στη διάθεση» της αρμόδιας διοικητικής αρχής - έκρινε ότι η Naruschawicus δεν έχει, κατά το βελγικό δίκαιο, το δικαίωμα που επικαλείται, λόγω του ότι δεν πληρούσε την υποχρέωση διαμονής. Εν τούτοις, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει αν το δικαίωμα αυτό μπορούσε να της αναγνωριστεί κατ' εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας.
ΙΙ - Προδικαστικά ερωτήματα
9 Κατά την εξέταση ακριβώς του τελευταίου αυτού ζητήματος το cour du travail της Λιέγης έκρινε ότι όφειλε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει η εφαρμοστέα επί εργαζομένου νομοθεσία, ο οποίος είναι δημόσιος υπάλληλος κράτους μέλους, εν προκειμένω του Βελγίου (και συγκεκριμένα υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας), παρέχει τις υπηρεσίες του και διαμένει εντός άλλου κράτους μέλους, εν προκειμένω της Γερμανίας, και ο οποίος, όταν λύθηκε η εργασιακή σχέση του, θεωρήθηκε αναδρομικώς ότι είχε εργαστεί ως μισθωτός με σχέση εξαρτημένης εργασίας, προκειμένου να του χορηγηθεί δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας και να υπαχθεί στις ευνοϋκές ρυθμίσεις της νομοθεσίας περί της ασφαλίσεως κατά ασθενειών και αναπηρίας, να καθοριστεί βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα ή στοιχείο δδ, του κανονισμού 1408/71;
2) Πρέπει το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση, του προαναφερθέντος κανονισμού να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο μισθωτός εργαζόμενος, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος τελεί σε πλήρη ανεργία μπορεί να λαμβάνει τις παροχές ανεργίας που καταβάλλει το αρμόδιο κράτος, ανεξάρτητα από το αν πληροί την προϋπόθεση περί διαμονής, εφόσον εγγραφεί ως άνεργος στους καταλόγους των υπηρεσιών απασχολήσεως του αρμόδιου φορέα, έστω και αν, λόγω της αποστάσεως, είναι λιγότερο διαθέσιμος να ανταποκρίνεται στις προσφορές εργασίας που θα του γίνονται από τις εν λόγω υπηρεσίες και δεν είναι δυνατόν να υποβάλλεται σε έλεγχο από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ανωτέρω φορέα, προκειμένου να εξακριβώνεται αν πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των επιδομάτων;
3) Μπορεί ο Βέλγος εργαζόμενος, ο οποίος διαμένει επί δέκα και πλέον έτη στη Γερμανία, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος του Βελγικού Δημοσίου, εργοδότη ο οποίος τον επαναπροσέλαβε μετά από λίγους μήνες πλήρους ανεργίας, να εξομοιωθεί, εν όψει των ιδιαίτερων προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών του με το αρμόδιο κράτος, με τον εργαζόμενο που αφορά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ;»
ΙΙΙ - Κανονιστικό πλαίσιο
10 Τα στοιχεία των κανονισμών που είναι κρίσιμα για την επίλυση των ανωτέρω εκτεθέντων ζητημάτων είναι τα εξής.
Στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού εμπίπτουν:
«οι μισθωτοί ή μη μισθωτοί που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη (...)» (άρθρο 2, παράγραφος 1).
Ο κανονισμός ισχύει επίσης:
«για τους δημόσιους υπαλλήλους και για το εξομοιούμενο προς αυτούς, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη νομοθεσία, προσωπικό κατά το μέτρο που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία του κράτους μέλους επί της οποίας έχει εφαρμογή ο (...) κανονισμός» (άρθρο 2, παράγραφος 3).
Αντίθετα, όσον αφορά το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής της, η κοινοτική ρύθμιση δεν ισχύει «για τα ειδικά συστήματα δημοσίων υπαλλήλων ή των προς αυτούς εξομοιουμένων» (άρθρο 4, παράγραφος 4).
11 Το κριτήριο για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας αποτελεί καταρχήν η νομοθεσία του τόπου εργασίας.
Το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη και αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους» (4).
Όσον αφορά τους «δημόσιους υπαλλήλους» και το «εξομοιούμενο προς αυτούς» προσωπικό, ο κανονισμός ορίζει ειδικότερα ότι:
«υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί» (άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δδ).
12 Όσον αφορά την καταβολή των παροχών ανεργίας, το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση, ορίζει τα εξής:
«Ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, ο οποίος ευρίσκεται σε μερική ή προσωρινή ή πλήρη ανεργία και ο οποίος παραμένει στη διάθεση του εργοδότη του ή των υπηρεσιών απασχολήσεως, στο έδαφος του αρμοδίου κράτους, λαμβάνει παροχές σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού, σαν να κατοικούσε στο έδαφός του· οι παροχές αυτές καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα».
IV - Απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα
13 Από τις διατάξεις του κανονισμού που παρατέθηκαν ανωτέρω προκύπτει καταρχάς ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού στην προκειμένη υπόθεση. Η ενδιαφερομένη δεν εμπίπτει σε κανένα «ειδικό σύστημα» λόγω του οποίου να μπορεί να αποκλειστεί, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του κανονισμού στην υπό κρίση περίπτωση. Σύμφωνα με την ανωτέρω παρατεθείσα εθνική νομοθεσία (βλ. σημείο 4, υποσημ. 2), η ενδιαφερομένη «καλύπτεται», ως υπάλληλος του βελγικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, από την ασφαλιστική ρύθμιση περί επιδομάτων ανεργίας η οποία ισχύει, εντός της βελγικής έννομης τάξης, για όλους τους παρέχοντες εξαρτημένη εργασία εργαζομένους (5). Τούτο αρκεί για να γίνει δεκτό, σύμφωνα με τη λύση που δόθηκε στην υπόθεση Van Poucke (6), ότι η προκειμένη περίπτωση εμπίπτει από κάθε άποψη στο πεδίο εφαρμογής του προς ερμηνεία κανονισμού. Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο διευκρίνισε συγκεκριμένα ότι «οι μόνιμοι (...) στρατιωτικοί (...) εμπίπτουν στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (...) 1408/71 (...), εφόσον υπάγονται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, στο γενικό σύστημα ασφαλίσεως των μισθωτών εργαζομένων (...)» (σημείο 1 του διατακτικού).
1) Το πρώτο ερώτημα
14 Κατόπιν των ανωτέρω, ας εξετάσουμε την ουσία του προβλήματος εν προκειμένω. Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί δύο διαφορετικών ερμηνειών των διατάξεων του κανονισμού, οι οποίες θα μπορούσαν - κατά τη γνώμη του, είτε η μία είτε η άλλη - να εφαρμοστούν στην κύρια υπόθεση. Η πρώτη από τις προτεινόμενες πιθανές ερμηνευτικές λύσεις είναι η εξής: η εργασιακή σχέση της ενδιαφερομένης προς το Βελγικό Δημόσιο πρέπει να θεωρηθεί, λόγω του προαναφερθέντος νέου χαρακτηρισμού της, ως σχέση εξαρτημένης εργασίας· αν αυτό γίνει δεκτό, η υπόθεση εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, του κανονισμού και συνεπώς εφαρμόζεται, αν ληφθεί υπόψη το κριτήριο της νομοθεσίας του τόπου εργασίας, το οποίο προβλέπει η ανωτέρω διάταξη, η γερμανική νομοθεσία περί επιδομάτων ανεργίας. Αντίθετα, αν προτιμηθεί η δεύτερη λύση που εξετάζει το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη ότι, παρά τον νέο αυτό χαρακτηρισμό, η εργασιακή σχέση εξακολουθεί να αποτελεί δημοσιοϋπαλληλική σχέση. Στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε να γίνει δεκτό, κατ' εφαρμογή του στοιχείου δδ της παραγράφου 2 του άρθρου 13, ότι η ενδιαφερομένη εμπίπτει, όσον αφορά τα κρίσιμα εν προκειμένω ζητήματα, στη βελγική νομοθεσία, αφού η υπηρεσία που την απασχολούσε ήταν το Βελγικό Δημόσιο.
15 Η Naruschawicus ζητεί πάντως την αλλαγή της διατυπώσεως του προδικαστικού ερωτήματος. Κατά την ενδιαφερομένη, το ζήτημα δεν είναι αν η προκειμένη περίπτωση εμπίπτει σε μία από τις διατάξεις του άρθρου 13 τις οποίες παραθέτει το αιτούν δικαστήριο. Αντίθετα, οι δύο εναλλακτικές λύσεις που πρέπει να εξεταστούν συνάγονται αφενός από το άρθρο 13 και από το σύστημα που καθιερώνουν οι διατάξεις του και αφετέρου από το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση. Η δε ενδιαφερομένη υποστηρίζει ότι η προκειμένη περίπτωση διέπεται, άμεσα και αποκλειστικά, από την τελευταία αυτή διάταξη του κανονισμού, αφού η διάταξη αυτή περιέχει μια αυτοτελή και ειδική ρύθμιση για την καταβολή του επιδόματος ανεργίας στον άνεργο που δεν ήταν προηγουμένως μεθοριακός εργαζόμενος. Η ενδιαφερομένη υποστηρίζει συνεπώς ότι έχει την ευχέρεια - ως μισθωτή, υπό την έννοια του άρθρου 71 - να επιλέξει τον αρμόδιο για την καταβολή του επιδόματος ανεργίας φορέα, ευχέρεια που παρέχεται από τη διάταξη αυτή στον άνεργο που δεν ήταν προηγουμένως μεθοριακός εργαζόμενος.
16 Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να τονίσω ότι η εξέταση στην οποία πρέπει να προβεί το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί στην αναδιατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος που προτείνει η Naruschawicus. Συγκεκριμένα, η προτεινόμενη νέα διατύπωση προϋποθέτει ότι οι διατάξεις περί ανεργίας - δηλαδή οι διατάξεις του κεφαλαίου 6 - προορίζονται να έχουν εφαρμογή ανεξάρτητα από τις άλλες διατάξεις του κανονισμού και ότι επομένως δεν ισχύουν γι' αυτές τα γενικά κριτήρια που προβλέπει ο τίτλος ΙΙ, βάσει των οποίων προσδιορίζεται η εθνική νομοθεσία που έχει εφαρμογή στην κατηγορία των μισθωτών στην οποία ανήκει ο ενδιαφερόμενος. Τούτο όμως δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Σκοπός του άρθρου 71 δεν είναι η επίλυση του προβλήματος προσδιορισμού της εφαρμοστέας νομοθεσίας. Το πρόβλημα αυτό επιλύεται από τις διατάξεις του άρθρου 13, παράγραφος 2. Το άρθρο 71 στηρίζεται δηλαδή στην προϋπόθεση ότι η δυνατότητα εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας και η αρμοδιότητα του σχετικού ασφαλιστικού φορέα έχουν ήδη προσδιοριστεί βάσει αυτών των άλλων διατάξεων του κανονισμού και περιορίζεται να καθορίσει τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου το αρμόδιο κράτος να καταβάλει στον ενδιαφερόμενο το επίδομα ανεργίας. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται σαφέστατα από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Με την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Cochet, με την οποία επιλύθηκε διαφορά σχετικά με την αρμοδιότητα για την καταβολή επιδόματος ανεργίας σε μεθοριακό εργαζόμενο, έγιναν δεκτά τα εξής (τα οποία είναι σαφέστατα και πρέπει κατά τη γνώμη μου να ληφθούν υπόψη και στην παρούσα υπόθεση):
«Η έκφραση "αρμόδιο κράτος" πρέπει να προσδιοριστεί εννοιολογικώς σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του άρθρου 13 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, το οποίο ανήκει στον τίτλο ΙΙ, που αφορά τον "προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας" (7)».
17 Ας εξετάσουμε τώρα με μεγαλύτερη προσοχή πώς έχει τεθεί με τη διάταξη περί παραπομπής το πρώτο από τα ερωτήματα. Το αιτούν δικαστήριο εξετάζει, όσον αφορά τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας νομοθεσίας, τις παρατεθείσες ανωτέρω (βλ. σημείο 14) δύο ερμηνευτικές λύσεις. Κατά το αιτούν δικαστήριο, από τις λύσεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτή είτε η μία είτε η άλλη, ανάλογα με την αξία που θα προσδοθεί στον αναδρομικό χαρακτηρισμό της σχέσεως μεταξύ της Naruschawicus και του Βελγικού Δημοσίου, δηλαδή ανάλογα με το αν η ενδιαφερομένη θεωρηθεί ως μισθωτή παρέχουσα εξαρτημένη εργασία ή ως δημόσιος υπάλληλος. Κατά την άποψή μου όμως, για την επίλυση της παρούσας υποθέσεως δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ο νέος χαρακτηρισμός της εργασιακής σχέσεως και ο σκοπός για τον οποίο πραγματοποιήθηκε ο νέος αυτός χαρακτηρισμός στο πλαίσιο και βάσει της βελγικής έννομης τάξης. Αυτό που έχει σημασία για την εξέταση της υποθέσεως από το Δικαστήριο είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων ο κανονισμός θέλησε να κατατάξει σε συγκεκριμένες κατηγορίες όσους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του λόγω του ότι εργάζονται. Το αιτούν δικαστήριο όμως διατύπωσε το ερώτημα κατά τον τρόπο που εκτέθηκε ανωτέρω, επειδή στην ουσία θεωρεί ότι η κατηγορία του παρέχοντος εξαρτημένη εργασία εργαζομένου πρέπει, σύμφωνα με τον ορισμό που της δίδει το κοινοτικό δίκαιο, να ερμηνευθεί κατά κάποιον τρόπο απλώς και μόνο ονοματοκρατικά και ότι πρέπει, για τον λόγο ακριβώς αυτό, να διακρίνεται εννοιολογικά από κάθε άποψη από την κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων. Η άποψη αυτή δεν με πείθει. Όσον αφορά τα κρίσιμα εν προκειμένω ζητήματα, η διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών δεν έχει τη σημασία που της προσδίδεται με τη διάταξη περί παραπομπής. Υπέρ του συμπεράσματος αυτού συνηγορεί η νομολογία του Δικαστηρίου. Με την απόφαση επί της υποθέσεως Van Poucke, με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε ότι εντός του συστήματος της Συνθήκης οι δημόσιοι υπάλληλοι ανήκουν στην κατηγορία των παρεχόντων εξαρτημένη εργασία μισθωτών, αναγνωρίστηκε σαφώς η ύπαρξη σχέσεως γένους προς είδος μεταξύ των δύο κατηγοριών, δηλαδή ότι η κατηγορία των μισθωτών περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων (8).
18 Λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω διευκρινίσεως, θα μπορούσε το πολύ να γίνει δεκτό ότι η δεύτερη κατηγορία αποτελεί ειδική κατηγορία έναντι της πρώτης και ότι η ιδιαιτερότητά της συνίσταται στο ότι ο δημόσιος υπάλληλος παρέχει συνεχώς τις υπηρεσίες για τις οποίες αμείβεται προς το Δημόσιο ή προς άλλο δημόσιο οργανισμό και όχι προς εργοδότη ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, η ειδική κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων δεν προσδιορίζεται εννοιολογικά, εντός της ευρύτερης κατηγορίας των μισθωτών, ακόμη και όσον αφορά την προκειμένη υπόθεση, βάσει της αντικειμενικής και ουσιαστικής φύσεως της παρεχόμενης εργασίας, αλλά βάσει απλώς και μόνον του υποκειμενικού χαρακτηρισμού του εργοδότη.
19 Κατόπιν του ανωτέρω ορισμού της σχέσεως μεταξύ των δύο κατηγοριών, τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά της εργασιακής σχέσεως της Naruschawicus αποδεικνύουν ότι η σχέση αυτή καλύπτεται από την έννοια της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως. Το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε αξιολογικά στοιχεία που μας παρέχει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι ο εργοδότης της Naruschawicus ήταν το βελγικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και ότι είχε ενταχθεί στη δημόσια διοίκηση με τον βαθμό του δεκανέα· μεταξύ 1981 και 1991 η ενδιαφερομένη παρείχε συνεχώς τις υπηρεσίες της και λάμβανε το μισθό της ως αντιπαροχή· κατά την ίδια περίοδο, το Δημόσιο κατέβαλλε στον ONEM τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές.
20 Ανεξάρτητα από το αν η Naruschawicus χαρακτηριστεί ως δημόσιος υπάλληλος των βελγικών ενόπλων δυνάμεων, πράγμα που όντως ήταν πριν από τον αναδρομικό χαρακτηρισμό της σχέσεώς της προς το Δημόσιο, ή ως μισθωτή με σχέση εξαρτημένης εργασίας, η οποία παρέσχε «προσωρινές υπηρεσίες» στις βελγικές ένοπλες δυνάμεις, όπως θεωρήθηκε κατόπιν του νέου αυτού χαρακτηρισμού, η ουσία της εργασιακής σχέσεώς της προς το Βελγικό Δημόσιο δεν αλλάζει. Η σχέση αυτή έχει τα χαρακτηριστικά που εκτίθενται αντικειμενικά στη διάταξη περί παραπομπής και όχι άλλα. Η κατηγορία στην οποία πρέπει να ενταχθεί η ενδιαφερομένη, υπό την έννοια του κανονισμού, είναι οπωσδήποτε η κατηγορία των δημοσίων υπαλλήλων, δηλαδή των μισθωτών που παρέχουν συνεχώς την εργασία τους προς το Δημόσιο. Η λύση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη προς τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει δεχθεί, όσον αφορά την κυκλοφορία των εργαζομένων και την κοινωνική ασφάλιση, ότι τα ουσιαστικά στοιχεία της σχέσεως εργασίας είναι κατ' ανάγκη σημαντικότερα από τον τυπικό χαρακτηρισμό της (9). Στα ανωτέρω πρέπει να προστεθεί ένα ακόμη στοιχείο. Το Δικαστήριο, όταν διευκρίνισε ότι η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, υπό την έννοια του κανονισμού, πρέπει να προσδιορίζεται βάσει των κριτηρίων που συνάγονται από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο χαρακτηρισμός της εργασιακής σχέσεως αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως και συνεπώς δεν εναπόκειται στους ενδιαφερομένους. Κατά συνέπεια, η αλλαγή του χαρακτηρισμού βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, όπως συνέβη εν προκειμένω, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του τρόπου προσδιορισμού της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, ο οποίος στηρίζεται στον κοινοτικό κανονισμό. Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο, «τα κράτη μέλη δεν έχουν την ευχέρεια να καθορίζουν το μέτρο κατά το οποίο εφαρμόζεται η δική τους νομοθεσία ή η νομοθεσία ενός άλλου κράτους μέλους» (10).
21 Η ανωτέρω άποψη επιβεβαιώνεται επίσης από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση De Wit (11). Με την απόφαση εκείνη, η οποία αφορούσε την περίπτωση ενός Ολλανδού δημοσίου υπαλλήλου που είχε αναλάβει υπηρεσία στις σταθμευμένες στη Γερμανία ολλανδικές ένοπλες δυνάμεις, το Δικαστήριο, δεχόμενο την πρόταση του γενικού εισαγγελέα Jacobs, αναφέρθηκε ρητά στην ανάγκη προσηλώσεως προς τους σκοπούς που επιδιώκονται με το κανονιστικό κείμενο. Η εφαρμογή της ανωτέρω ερμηνευτικής αρχής οδήγησε το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη να δεχθεί τα εξής:
«όποιος εργάστηκε σε νομικό πρόσωπο του ολλανδικού δημοσίου δικαίου και υπό την ιδιότητά του αυτή, μολονότι κατοικούσε εκτός των Κάτω Ξωρών, υπαγόταν στην ολλανδική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως, συνδέεται με τις Κάτω Ξώρες το ίδιο στενά με εκείνον που κατοικούσε στις Κάτω Ξώρες» (σκέψη 21).
Η αναφορά του νομολογιακού αυτού προηγουμένου δεν επιβάλλεται μόνο για την προφανή συνάφειά του προς την υπό κρίση υπόθεση, αλλά και για το ενδιαφέρον που παρουσιάζει από την άποψη της εφαρμοστέας ερμηνευτικής μεθόδου. Η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο για την επίλυση του ανωτέρω ζητήματος συνηγορεί πράγματι υπέρ του να ενταχθεί η περίπτωση της μισθωτής εργαζομένης της προκειμένης υποθέσεως στην κατηγορία των «δημοσίων υπαλλήλων», η οποία πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να εξυπηρετεί όσο το δυνατόν καλύτερα τους σκοπούς του κανονισμού. Πάντως, από όσα έχουν εκτεθεί μέχρι τώρα συνάγονται οπωσδήποτε δύο συμπεράσματα, τα οποία είναι σημαντικά για τον προσδιορισμό της εθνικής νομοθεσίας που διέπει την προκειμένη υπόθεση και για τον προσδιορισμό της λύσεως που πρέπει να γίνει δεκτή στο αρμόδιο κράτος σχετικά με τη συγκεκριμένη καταβολή του εν λόγω επιδόματος.
22 Όσον αφορά το πρώτο σημείο, από τον αναπτυχθέντα μέχρι τώρα συλλογισμό προκύπτει ότι η υπόθεση εμπίπτει στο στοιχείο δδ της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του κανονισμού, κατά το οποίο οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι προς αυτούς εξομοιούμενοι υπόκεινται στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τους απασχολεί. Κατά συνέπεια, εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία είναι η βελγική.
23 Αφού έγινε δεκτό ότι η προκειμένη υπόθεση εμπίπτει στο στοιχείο δδ της παραγράφου 2 του άρθρου 13, το δεύτερο συμπέρασμα μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί ως εξής. Ο κανονισμός προβλέπει ότι ο διακινούμενος εργαζόμενος που καθίσταται άνεργος δικαιούται επίδομα ανεργίας. Το γεγονός ότι πρόκειται για δημόσιο υπάλληλο και όχι για άλλο μισθωτό είναι οπωσδήποτε σημαντικό, αλλά μόνο υπό την έννοια ότι αρμόδιο σε σχέση με τον ενδιαφερόμενο είναι το κράτος στο οποίο υπάγεται η υπηρεσία που τον απασχολούσε και όχι άλλο κράτος μέλος. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η υποχρέωση παροχής αρωγής στον άνεργο θεσπίζεται από τον κανονισμό γενικά, σε σχέση με το απαράγραπτο δικαίωμα αυτού που έχει χάσει την εργασία του και είναι συνεπώς υποχρεωμένος να αναζητήσει άλλη και βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, η οποία αναγνωρίζεται ότι πρέπει να τυγχάνει προστασίας, ανεξάρτητα από το ποιο είναι το αρμόδιο κράτος. Η βελγική νομοθεσία συνεπώς, η οποία διέπει εν προκειμένω την καταβολή του επιδόματος, πρέπει, κατά τη ρύθμιση του ζητήματος κατά διακριτική ευχέρεια, να μη θίγει τα κεκτημένα δικαιώματα του εργαζομένου, τα οποία αναγνωρίζει η κοινοτική έννομη τάξη. Το κατ' ανάγκη συναγόμενο συμπέρασμα είναι ότι ο αναδρομικός χαρακτηρισμός της εργασιακής σχέσεως - που είναι εξάλλου «πλασματικός», όπως δεν παραλείπει να τονίσει το ίδιο το αιτούν δικαστήριο - δεν μπορεί να στερήσει τον ενδιαφερόμενο από τα δικαιώματα αυτά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το δικαίωμα επί των παροχών που προβλέπεται στον κανονισμό για τους ανέργους. Θα πρέπει πάντως, ως εκ περισσού, να προστεθεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτά ο κανονισμός αυτός τη χορήγηση των παροχών αυτών. Έτσι φτάνουμε στο αντικείμενο του άλλου ερωτήματος που υπέβαλε το cour du travail και με το οποίο θα ασχοληθώ στη συνέχεια.
2) Το δεύτερο ερώτημα
24 Το αιτούν δικαστήριο ζητεί ακριβώς από το Δικαστήριο να αποφανθεί αν ο μισθωτός, πλην του μεθοριακού εργαζομένου, μπορεί, κατά το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού, να λαμβάνει τις παροχές ανεργίας από το αρμόδιο κράτος ανεξάρτητα από τη συνδρομή της προϋποθέσεως περί κατοικίας, εφόσον έχει εγγραφεί στους καταλόγους των υπηρεσιών απασχολήσεως.
25 Υπέρ της καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα συνηγορούν καταρχάς οι ακόλουθες παρατηρήσεις, τις οποίες διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας Slynn στην υπόθεση Aubin σχετικά με τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ: «το "τίθεται στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως" νομίζω ότι εξαρτάται από το αν ο εργαζόμενος έχει δηλώσει στις υπηρεσίες απασχολήσεως, αρκετά σαφώς και εγκαίρως, ότι είναι διαθέσιμος προς εργασία επί του εδάφους του κράτους μέλους όπου οι εν λόγω υπηρεσίες είναι εγκατεστημένες». Ο ίδιος γενικός εισαγγελέας πρόσθεσε σχετικά με την ανωτέρω υπόθεση ότι «ο κανονικός τρόπος για να καταδειχθεί ότι είναι διαθέσιμος προς εργασία είναι η εγγραφή» (12).
Εξάλλου, στην παρούσα υπόθεση το αιτούν δικαστήριο έχει παράσχει στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία εκτιμήσεως, ώστε συνάγεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση. Όπως αναφέρεται στη διάταξη περί παραπομπής, η ενδιαφερομένη εκπλήρωσε όχι μόνο την τυπική υποχρέωση εγγραφής, αλλά και την υποχρέωση να μεταβαίνει κατά τακτά χρονικά διαστήματα στο Βέλγιο, προκειμένου να εξακριβώνεται ότι εξακολουθεί να είναι στη διάθεση των αρμόδιων υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους στο οποίο υπαγόταν. Το δε γεγονός ότι ο άνεργος «ήταν στη διάθεση» του πρώην εργοδότη του κατά τρόπο ανταποκρινόμενο προς τις προϋποθέσεις του κανονισμού αποδεικνύεται εν προκειμένω - εμμέσως πλην σαφώς - από το γεγονός ακριβώς ότι η Naruschawicus προσελήφθη στη συνέχεια εκ νέου από την ίδια υπηρεσία του βελγικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
26 Για τον καθορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων διαπιστώνεται αν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση του ενδιαφερομένου να παραμένει στη διάθεση της αρμόδιας υπηρεσίας, υποχρέωση που προβλέπει η διάταξη του κανονισμού, πρέπει επιπλέον να ληφθεί υπόψη ένα άλλο γενικότερο στοιχείο - το οποίο επίσης συνηγορεί υπέρ της καταφατικής απαντήσεως στο υπό κρίση ερώτημα. Η προς ερμηνεία κοινοτική διάταξη προβλέπει εξαίρεση από τη γενική αρχή της εδαφικότητας των παροχών ανεργίας, καθόσον επιτρέπει στον εργαζόμενο να λαμβάνει το επίδομα, μολονότι κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος. Η εξαίρεση αυτή, σκοπός της οποίας είναι η διεύρυνση των δυνατοτήτων του ανέργου και η διευκόλυνσή του στην αναζήτηση νέας εργασίας, προβλέπεται αποκλειστικά και μόνο για τους εργαζόμενους εκείνους οι οποίοι κατά τον χρόνο της τελευταίας εργασίας τους κατοικούσαν σε άλλο κράτος μέλος και όχι στο αρμόδιο κράτος (13). Πιστεύω όμως ότι η διάταξη που παρεκκλίνει από το γενικό κριτήριο πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ώστε να προσδίδεται η προσήκουσα σημασία στον συγκεκριμένο σκοπό που τη διαπνέει. Κατά συνέπεια, η προϋπόθεση να παραμένει ο άνεργος διαθέσιμος δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να περιοριστεί ανεπίτρεπτα η σημασία της και να καταστεί κενή περιεχομένου η δυνατότητα του ανέργου να εξακολουθήσει να κατοικεί εκτός των ορίων του κράτους που είναι αρμόδιο για την καταβολή της παροχής, ευχέρεια που του παρέχει ρητά η εν λόγω διάταξη. Ο κοινοτικός νομοθέτης, όταν επέβαλε την προϋπόθεση να παραμένει ο άνεργος διαθέσιμος, δεν επιδίωκε βεβαίως την κατάργηση της αναγνωριζόμενης στον εργαζόμενο ελευθερίας επιλογής του τόπου κατοικίας. Το αντίθετο μάλιστα. Σε τελική ανάλυση, το σύστημα που θεσπίζεται από το κοινοτικό δίκαιο για την περίπτωση της ανεργίας αποτελεί και αυτό έκφραση της θεμελιώδους αυτής αρχής περί ελεύθερης κυκλοφορίας, όπως περιγράφηκε ανωτέρω. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, βάσει του κανονισμού, το να συνωθείται ο άνεργος στη στενωπό μιας εδαφικής δεσμεύσεως που θα συνίστατο στην υποχρέωση κατοικίας εντός του κράτους που είναι αρμόδιο για την καταβολή της ασφαλιστικής παροχής. Η ερμηνεία την οποία προτείνω για το άρθρο 71, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση, πιστεύω ότι ανταποκρίνεται κυρίως, περισσότερο απ' ό,τι προς το γράμμα της διατάξεως, προς τη λογική του συστήματος στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή. Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να προσθέσω ότι από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως προκύπτει σαφώς ότι ο άνεργος που παραμένει στη διάθεση των υπηρεσιών του αρμόδιου κράτους λαμβάνει τις παροχές σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του κράτους αυτού «σαν να κατοικούσε στο έδαφός του». Ο κανονισμός αναγνωρίζει ρητά ότι η προϋπόθεση να είναι ο άνεργος διαθέσιμος μπορεί κάλλιστα να πληρούται ακόμη και όταν ο ενδιαφερόμενος δεν κατοικεί στην ημεδαπή. Κατά συνέπεια, όπως ρητά προβλέπει η εν προκειμένω εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία, το γεγονός ότι ο άνεργος είναι διαθέσιμος ισοδυναμεί προς ύπαρξη κατοικίας.
Η ορθότητα του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξα προκύπτει εξάλλου και από την εφαρμογή των ερμηνευτικών αρχών που έχει καθιερώσει το Δικαστήριο στον υπό εξέταση τομέα. Το εθνικό δικαστήριο που καλείται να εξακριβώσει στη συγκεκριμένη περίπτωση αν ο εργαζόμενος που έχει καταστεί άνεργος έχει τεθεί στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός πρέπει οπωσδήποτε να καθοδηγείται από το κριτήριο που διασαφηνίστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Van Munster: η εθνική νομοθεσία πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ώστε να μην αποτρέπεται ο διακινούμενος εργαζόμενος «από την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας που έχει» (14). Η εφαρμογή της ανωτέρω ερμηνευτικής αρχής δεν θα επέτρεπε συνεπώς, ακόμη και αν τυχόν δεν λαμβανόταν υπόψη το όλο πλαίσιο των εφαρμοστέων κοινοτικών διατάξεων, να θεωρηθεί ότι η υποχρέωση του ανέργου να «παραμένει στη διάθεση» εμπεριέχει την υποχρέωσή του να κατοικεί εντός του αρμόδιου κράτους.
3) Το τρίτο ερώτημα
27 Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, θεωρώ, συμφωνώντας εξάλλου με τις παρατηρήσεις της Επιτροπής και της Naruschawicus, ότι η εξέτασή του είναι περιττή. Θεωρώ δηλαδή ότι η εξομοίωση της ενδιαφερομένης προς τους μισθωτούς, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, δεν στηρίζεται στους ειδικούς εκείνους προσωπικούς και επαγγελματικούς δεσμούς με το αρμόδιο κράτος που οδήγησαν το Δικαστήριο, στην υπόθεση Miethe (15), να προσδώσει ευρεία ερμηνεία στη διάταξη αυτή, ώστε να καλύπτεται η ειδική περίπτωση του «μη γνήσιου μεθοριακού εργαζομένου», αλλά περισσότερο στην προγενέστερη σχέση εργασίας της ενδιαφερομένης προς το βελγικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και συνεπώς στη δυνατότητα υπαγωγής της συγκεκριμένης περιπτώσεως στο άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δδ. Κατά τη γνώμη μου, συνεπώς, οι απαντήσεις που δόθηκαν στα προηγούμενα ερωτήματα πρέπει να θεωρηθούν ως εμπεριέχουσες την απάντηση στο τρίτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
Θεωρώ συνεπώς ότι μπορεί να δοθεί η εξής απάντηση στα ερωτήματα του cour du travail της Λιέγης:
«1) Ο προσδιορισμός της νομοθεσίας που έχει εφαρμογή στον δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους που παρέχει τις υπηρεσίες του και διαμένει επί του εδάφους άλλου κράτους μέλους και ο οποίος, κατά τον χρόνο λύσεως της εργασιακής σχέσεώς του, χαρακτηρίζεται αναδρομικώς ως μισθωτός παρέχων εξαρτημένη εργασία, προκειμένου να του χορηγηθεί δικαίωμα επί των επιδομάτων ανεργίας και να υπαχθεί στις ευνοϋκές διατάξεις περί ασφαλίσεως ασθενείας και αναπηρίας, διέπεται από το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, του κανονισμού 1408/71.
2) Ο μισθωτός εργαζόμενος που διαμένει σε άλλο κράτος και όχι στο αρμόδιο και εγγράφεται στους καταλόγους ανέργων της αρμόδιας για την καταβολή του επιδόματος ανεργίας υπηρεσίας και υποβάλλεται, εντός έστω των ορίων που οφείλονται στη γεωγραφική απόσταση, στον έλεγχο ανεργίας πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 71, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, πρώτη περίπτωση, για να θεωρηθεί ο άνεργος ότι είναι διαθέσιμος και να του χορηγηθούν οι παροχές ανεργίας.»
(1) - Το κείμενο του κανονισμού 1408/71 που έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση είναι το κείμενο που προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6). Το κείμενο αυτό ισχύει από την 1η Ιουλίου 1982 (βλ. άρθρο 3 του κανονισμού 2001/83).
(2) - Αυτός ο αναδρομικός χαρακτηρισμός, ο οποίος εκ πρώτης όψεως φαίνεται περίεργος, οφείλεται στη βελγική νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο νόμος της 28ης Ιουνίου 1960 (τα άρθρα 1 και 2) - δυνάμει του οποίου οι στρατιωτικοί υπάλληλοι που «επιστρέφουν» στον πολιτικό βίο υπάγονται αναδρομικώς στη γενική ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων - προβλέπει συγκεκριμένα ότι τους χορηγείται, όταν αποχωρούν από τον στρατό, πιστοποιητικό απολύσεως, στο οποίο αναφέρεται ότι έχουν παράσχει «προσωρινές υπηρεσίες» στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Έτσι, στην προκειμένη υπόθεση, στη βεβαίωση της Naruschawicus αναφερόταν ότι είχε παράσχει «προσωρινές υπηρεσίες» στον στρατό για το διάστημα από 21 Απριλίου 1981 μέχρι 20 Απριλίου 1991 (πρβλ. νόμο της 28ης Ιουνίου 1960, σχετικά με την κοινωνική ασφάλιση όσων έχουν παράσχει προσωρινές υπηρεσίες στις ένοπλες δυνάμεις, Moniteur belge, 1960, σ. 5413). Για την καλύτερη κατανόηση της προκειμένης υποθέσεως και ιδιαίτερα του μηχανισμού του αναδρομικού χαρακτηρισμού, παρατίθενται κατωτέρω τα κρίσιμα άρθρα:«Άρθρο 1: Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι στρατιωτικοί οι οποίοι, χωρίς να έχουν υποβάλει αίτηση, επιστρέφουν στον πολιτικό βίο για οποιονδήποτε λόγο (...).Άρθρο 2: Οι στρατιωτικοί που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου θεωρούνται ότι υπάγονταν αδιαλείπτως, καθ' όλη τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών τους στις ένοπλες δυνάμεις, στις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος της 28ης Δεκεμβρίου 1944, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων σχετικά με τα επιδόματα ανεργίας (...).Άρθρο 4, παράγραφος 3: Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας χορηγεί στους ενδιαφερομένους στρατιωτικούς την ημέρα που αποχωρούν από το στράτευμα πιστοποιητικό απολύσεως σε δύο αντίτυπα. Οι στρατιωτικοί (...) παραδίδουν το δεύτερο αντίτυπο σε έναν από τους φορείς που οφείλουν κατά τον νόμο να καταβάλλουν τις παροχές ανεργίας».
(3) - Τα νομοθετικά κείμενα στα οποία στηρίζεται η υποχρέωση διαμονής του ανέργου είναι τα εξής: το βασιλικό διάταγμα περί εργασίας και ανεργίας, της 20ής Δεκεμβρίου 1963, Moniteur belge, 1964, σ. 506, το οποίο ορίζει (στο άρθρο 153) ότι: «προκειμένου να χορηγούνται τα επιδόματα ανεργίας, ο άνεργος πρέπει να εμφανίζεται κατά τακτά διαστήματα στον έλεγχο ανέργων, ώστε να σφραγίζεται το δελτίο ελέγχου του», και η υπουργική απόφαση περί ανεργίας, της 4ης Ιουνίου 1964, Moniteur belge, 1964, σ. 6340, η οποία ορίζει (στο άρθρο 68) ότι: «Οι άνεργοι υποχρεούνται να υποβάλλονται στον έλεγχο των δημοτικών ή κοινοτικών αρχών του τόπου της συνήθους διαμονής τους».
(4) - Κατ' εφαρμογή της αρχής ότι εφαρμόζεται η νομοθεσία του τόπου εργασίας, αρμόδιος για την καταβολή της παροχής είναι ο «αρμόδιος φορέας», ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ιεε, ως εξής:«i) ο φορέας, στον οποίο ο ενδιαφερόμενος υπάγεται κατά το χρόνο της αιτήσεως παροχών, ήii) ο φορέας από τον οποίο ο ενδιαφερόμενος δικαιούται παροχές ή θα εδικαιούτο παροχές, αν ο ίδιος ή αν το ή τα μέλη της οικογενείας του κατοικούσαν στο έδαφος του κράτους μέλους, στο οποίο ευρίσκεται ο φορέας αυτός, ήiii) ο φορέας που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, ήiv) αν πρόκειται περί συστήματος σχετικού με τις υποχρεώσεις του εργοδότη για τις παροχές που προβλέπονται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, είτε ο εργοδότης είτε ο ασφαλιστής που τον υποκαθιστά είτε, ελλείψει αυτών, ο οργανισμός ή η αρχή που ορίζεται από την αρμόδια αρχή του ενδιαφερομένου κράτους μέλους».
(5) - Βλ. συναφώς, το παρατεθέν ήδη άρθρο 2 του βελγικού νόμου της 28ης Ιουνίου 1960, το οποίο είναι σαφέστατο στο σημείο αυτό (βλ. υποσημ. 2).
(6) - Απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-71/93 (Συλλογή 1994, σ. Ι-1101).
(7) - Απόφαση της 7ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 145/84 (Συλλογή 1985, σ. 801, σκέψη 11)· βλ., ως τελευταία σχετική απόφαση, και την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995 στην υπόθεση C-454/93, Van Gestel (Συλλογή 1995, σ. Ι-1707, και συγκεκριμένα σκέψεις 13 και 14).
(8) - Σημείο 2 του διατακτικού της παρατεθείσας ήδη στην υποσημείωση 6 αποφάσεως.
(9) - Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1974 στην υπόθεση 152/73, Sotgiu (Συλλογή τόμος 1974, σ. 87), απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1980 και απόφαση της 26ης Μαου 1982 στην υπόθεση 149/79, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 537, και Συλλογή 1982, σ. 1845)· βλ. επίσης, όσον αφορά την ίση μεταχείριση, την απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1994 στην υπόθεση C-7/93, Beune (Συλλογή 1994, σ. Ι-4471).
(10) - Αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 1982 στην υπόθεση 276/81, Kuijpers (Συλλογή 1982, σ. 3027), της 12ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 302/84, Ten Holder (Συλλογή 1986, σ. 1821), και της 10ης Ιουλίου 1986 στην υπόθεση 60/85, Luijten (Συλλογή 1986, σ. 2365).
(11) - Απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-282/91 (Συλλογή 1993, σ. Ι-1221).
(12) - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Slynn της 29ης Απριλίου 1982 στην υπόθεση 227/81, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 27 Μαου 1982 (Συλλογή 1982, σ. 1991, και συγκεκριμένα, σ. 2012· η υπογράμμιση δική μου).
(13) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 39/76, Mouthaan (Συλλογή τόμος 1976, σ. 705), και απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 1/85, Miethe (Συλλογή 1986, σ. 1837).
(14) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994 στην υπόθεση C-165/91 (Συλλογή 1994, σ. 4661).
(15) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13.
Full & Egal Universal Law Academy