ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 14ης Δεκεμβρίου 1995 ( *1 )
1.
Το γαλλικό tribunal de commerce de Lyon υπέβαλε την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο αγωγής ( 1 ) που ασκήθηκε από την εταιρία Nissan France SA και μια ομάδα αντιπροσώπων αυτοκινήτων της εταιρίας αυτής — τις εταιρίες Serda SA, Lyon Vaisė Auto Sari, Garage Gambetta SA και Lyon Automobiles SA — κατά του Jean Luc Dupasquier του Garage Sport Auto ( 2 ), καθώς και των εταιριών Star Terre Sari και Aqueducs Automobiles Sari, τους οποίους κατηγορούν για αθέμιτο ανταγωνισμό.
2.
Οι ενάγουσες εταιρίες προσάπτουν, συγκεκριμένα, στις εναγόμενες εταιρίες ότι ασκούν εμπορική δραστηριότητα εισαγωγής και πωλήσεως καινουργών αυτοκινήτων εκτός του «επισήμου» δικτύου διανομής των οχημάτων αυτών, χωρίς να τηρούν τους κοινοτικούς κανόνες οι οποίοι, κατά τις ενάγουσες, διέπουν τη δραστηριότητα αυτή, καθώς και ότι προβαίνουν σε παράνομη και απατηλή διαφήμιση, ήτοι ένα σύνολο πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού που έβλαψαν τα συμφέροντα τους ως «αποκλειστικών εισαγωγέων» (όσον αφορά την εταιρία Nissan SA) ή ως αποκλειστικών αντιπροσώπων αυτοκινήτων μάρκας Nissan (όσον αφορά τις άλλες τέσσερις ενάγουσες εταιρίες).
3.
Οι επίμαχοι εν προκειμένω κοινοτικοί κανόνες είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρετήσεως των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων ( 3 ) (στο εξής: κανονισμός), και η ανακοίνωση 91/C 329/06 της Επιτροπής, της 4ης Δεκεμβρίου 1991 ( 4 ).
4.
Με την αγωγή που ασκήθηκε ενώπιον των γαλλικών δικαστηρίων ζητείται να απαγορευθεί στις εναγόμενες να συνεχίσουν (με τον ίδιο τρόπο) τη δραστηριότητα πωλήσεως καινουργών αυτοκινήτων Nissan και να κάνουν διαφήμιση για την πώληση αυτή. Με την αγωγή ζητείται επίσης να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν αποζημίωση για την προκληθείσα ζημία.
5.
Το tribunal de commerce de Lyon εκτιμά ότι η επίλυση της διαφοράς που εκδικάζει απαιτεί προηγούμενη απάντηση του Δικαστηρίου επί της ερμηνείας διαορόοων σημείων του κανονισμού. Κατά συνέπεια, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Μπορεί παράλληλος εισαγωγέας να ασκεί συγχρόνως τη δραστηριότητα εντολοδόχου και τη δραστηριότητα μεταπωλητή εισαγομένων αυτοκινήτων;
Ποια είναι τα κριτήρια διαφοροποιήσεως των καινουργών αυτοκινήτων από τα μεταχειρισμένα, υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου;
Μετά πόσα χιλιόμετρα και μετά πόσο χρόνο από τη θέση σε κυκλοφορία θεωρείται ότι το αυτοκίνητο είναι μεταχειρισμένο; Ή μήπως, σε κάθε περίπτωση, η απάντηση εναπόκειται στην εκτίμηση των εθνικών δικαστηρίων;»
Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
6.
Μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να περιέχουν σημαντικά στοιχεία για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα δεν έχουν αποδειχθεί όλα δεόντως, η συλλογιστική μας μπορεί ωστόσο να στηριχθεί στα ακόλουθα δεδομένα, που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από τη διάταξη περί παραπομπής:
α)
ουδεμία από τις εναγόμενες εταιρίες είναι αντιπρόσωπος κατασκευαστή αυτοκινήτων ούτε ανήκει σε ένα από τα «επίσημα» δίκτυα διανομής που έχουν συγκροτήσει οι κατασκευαστές βάσει του κανονισμού
β)
παρά ταύτα, οι εταιρίες αυτές ασκούν εμπορική δραστηριότητα αγοράς και πωλήσεως αυτοκινήτων, δηλαδή παρεμβαίνουν ως ανεξάρτητοι επιχειρηματίες στην πώληση αυτοκινήτων προερχομένων από παράλληλες εισαγωγές, συνεπώς δε αποκτηθέντων απ' ευθείας στο εξωτερικό.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
7.
Οι ενάγουσες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ότι οι συμβάσεις τους αντιπροσωπείας είναι σύμφωνες με τον κανονισμό. Κατά τις ενάγουσες, οι παράλληλες εισαγωγές επιτρέπονται από τον κανονισμό κατ' εξαίρεση, υπό ορισμένες αυστηρότατες προϋποθέσεις, τις οποίες δεν έχουν τηρήσει οι εναγόμενες εταιρίες. Οι εταιρίες αυτές μπορούν να ενεργούν ως μεσάζοντες έναντι των τελικών καταναλωτών, μόνον αν έχουν λάβει εκ των προτέρων γραπτή εντολή και χωρίς να έχουν το δικαίωμα να εμφανίζονται συγχρόνως ως μεταπωλητές.
8.
Με τις παρατηρήσεις τους, οι εναγόμενες εταιρίες ισχυρίζονται ότι η δραστηριότητα που ασκούν είναι νόμιμη και δεν αποτελεί πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού. Η δραστηριότητα του ανεξαρτήτου εμπόρου στον κλάδο των αυτοκινήτων είναι σύννομη, όπως και οι παράλληλες εισαγωγές των αυτοκινήτων αυτών. Ο κανονισμός δεν σκοπεί στην εναρμόνιση του τομέα της διανομής αυτοκινήτων, ο οποίος εξάλλου έχει κατακερματιστεί μεταξύ των δικτύων αντιπροσώπων, των απ' ευθείας πωλήσεων των κατασκευαστών και των ανεξαρτήτων εμπόρων.
9.
Κατά τις εναγόμενες, η κοινοτική ρύθμιση εξασφαλίζει τη δυνατότητα παράλληλων εισαγωγών, ως μέσο που ευνοεί τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Τέλος, η διάκριση μεταξύ καινουργών και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων είναι απλώς ένα πραγματικό ζήτημα το οποίο απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να επιλύσει.
10.
Κατά συνέπεια, οι εναγόμενες προτείνουν να δοθούν στα προδικαστικά ερωτήματα οι ακόλουθες απαντήσεις:
α)
Δεν υφίσταται στο κοινοτικό δίκαιο ορισμός του καινουργούς αυτοκινήτου, πράγμα που σημαίνει ότι η διάκριση μεταξύ καινουργούς και μεταχειρισμένου αυτοκινήτου είναι ένα καθαρώς πραγματικό ζήτημα. Κατά συνέπεια, στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να καθορίζουν, κατά περίπτωση, αν το αυτοκίνητο είναι καινουργές ή μεταχειρισμένο, λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο θέσεως για πρώτη φορά σε κυκλοφορία και την έλλειψη ελαττωμάτων οφειλομένων σε περιστατικά μεταγενέστερα της εξόδου του από το εργοστάσιο.
β)
Οι αρχές της ελευθερίας του εμπορίου και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως και η μέριμνα προστασίας των καταναλωτών, απαγορεύουν τα εμπόδια στις παράλληλες εισαγωγές και τη διευκόλυνση της στεγανοποιήσως των αγορών κανένα νομοθετικό κείμενο δεν υποχρεώνει τους ανεξάρτητους εμπόρους να προβαίνουν σε αυτές τις παράλληλες εισαγωγές αποκλειστικώς υπό την ιδιότητα των εντολοδόχων ούτε τους απαγορεύει να ασκούν τη δραστηριότητα του εισαγωγέα αυτοκινήτων.
11.
Με τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή φρονεί, αφενός, ότι ο κανονισμός δεν απαγορεύει στους κατασκευαστές αυτοκινήτων να τα πωλούν με άλλους τρόπους διαφορετικούς απ' ό,τι μέσω των δικτύων αποκλειστικής διανομής και, αφετέρου, ότι δεν απαγορεύει ούτε τις μονομερείς δραστηριότητες ή συμφωνίες που είναι διαφορετικές από εκείνες που καλύπτονται από τους εισάγοντες εξαίρεση κανονισμούς.
12.
Συνεπώς, η απάντηση της στο πρώτο ερώτημα συνίσταται στο ότι ο κανονισμός δεν απαγορεύει στους ανεξάρτητους εμπόρους να ασκούν παράλληλα τις δραστήριοτητες του εντεταλμένου μεσάζοντος και του μη εξουσιοδοτημένου μεταπωλητή, όταν αποδεικνύεται ότι η παράλληλη αυτή άσκηση δεν καταλήγει σε σύγχυση μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων.
13.
Όσο για το δεύτερο ερώτημα, εφόσον ο κανονισμός δεν εμποδίζει τις επιχειρήσεις να αποδύονται στη δραστηριότητα πωλήσεως καινουργών αυτοκινήτων εκτός των δικτύων διανομής και εφόσον ουδέποτε υποστηρίχτηκε ότι ο κανονισμός έχει εφαρμογή επί των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι ανώφελο να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο απάντηση επί της διακρίσεως μεταξύ μεταχειρισμένων και καινουργών αυτοκινήτων.
14.
Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί, πρώτον, ότι ο ίδιος ο κανονισμός δεν εμποδίζει έναν ανεξάρτητο μεταπωλητή να εισάγει και να πωλεί καινουργή αυτοκίνητα εκτός του επισήμου δικτύου διανομής, ακόμη και χωρίς να έχει την ιδιότητα του εντολοδόχου υπό την έννοια του άρθρου 3, σημείο 11. Όσο για την ενδεχόμενη σώρευση των δραστηριοτήτων του εντολοδόχου και του ανεξαρτήτου εμπόρου, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται και αυτή ότι πρόκειται περί ζητήματος που δεν απαιτεί την ερμηνεία κανενός κανόνα κοινοτικού δικαίου: συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει τη νομιμότητα της σωρεύσεως αυτής βάσει των νομοθετικών κριτηρίων της δικής του έννομης τάξεως.
15.
Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, ελλείψει διατάξεως του κοινοτικού δικαίου περιέχουσας ορισμό των εννοιών «καινουργές αυτοκίνητο» και «μεταχειρισμένο αυτοκίνητο», στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να καθορίζουν τις αντίστοιχες έννοιες βάσει των δικών τους εσωτερικών κανόνων.
16.
Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση φρονεί, με τις παρατηρήσεις της, ότι ο κανονισμός δεν απαγορεύει την πώληση καινουργών αυτοκινήτων σε ανεξαρτήτους εμπόρους. Ενόψει του συμπεράσματος αυτού, η Ελληνική Κυβέρνηση θεωρεί αρκετό να δοθεί η ανωτέρω απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα και περιττό να εξεταστεί το δεύτερο.
Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο για τη διανομή αυτοκινήτων
17.
Ο κανονισμός ορίζει μια κατηγορία συμφωνιών για τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του κανονισμού 19/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1965 ( 5 ), οπότε η απαγόρευση τους — η οποία διαφορετικά θα ήταν αναπόφευκτη — αποκλείεται. Πρόκειται για συμφωνίες ορισμένου ή αορίστου χρόνου με τις οποίες μια επιχείρηση που προμηθεύει τα προϊόντα αναθέτει σε μια άλλη επιχείρηση το έργο της διανομής και της εξυπηρέτησης έτσι, το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη (ο κατασκευαστής ή, γενικώς, ο προμηθευτής) αναθέτει στο άλλο (τον διανομέα ή τον αντιπρόσωπο) την εντός ορισμένης γεωγραφικής περιοχής διανομή και την κατά και μετά την πώληση εξυπηρέτηση σε σχέση με ορισμένα προϊόντα του τομέα των αυτοκινήτων. Με τις συμφωνίες αυτές, ο προμηθευτής αναλαμβάνει έναντι του διανομέα την υποχρέωση να μην παραδίδει, εντός της οριζομενης στη συμφωνία γεωγραφικής περιοχής, τα καλυπτόμενα από τη σύμβαση προϊόντα προς μεταπώληση παρά μόνον στον διανομέα ή, ελλείψει αυτού, σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων που είναι μέλη του δικτύου διανομής.
18.
Οι συμφωνίες αυτές θα έπρεπε καταρχήν να είναι άκυρες, δεδομένου ότι εν γένει ο σκοπός ή τα αποτελέσματά τους συνίστανται στην παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό της κοινής αγοράς και επειδή μπορούν να θίξουν γενικώς το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, από την απαγόρευση που απορρέει ευθέως από το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ μπορεί να υπάρξει εξαίρεση, βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, οσάκις προβλέπεται ρητώς ότι η απαγόρευση αυτή δεν έχει εφαρμογή στις εν λόγω συμφωνίες, πράγμα το οποίο είναι δυνατόν μόνον υπό ορισμένες περιοριστικώς προβλεπόμενες προϋποθέσεις και μέσω ενός ειδικού κανόνα, όπως ο κανονισμός.
19.
Όσον αφορά την παρούσα διαφορά, τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν ανακύπτουν ακριβώς από το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού. Συγκεκριμένα, μολονότι ουδεμία αμφιβολία γεννάται ως προς το κύρος του συστήματος διανομής αυτού καθ' εαυτό [μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1995, ημερομηνία κατά την οποία ο κανονισμός έπαυσε να έχει εφαρμογή και αντικαταστάθηκε από τον νέο κανονισμό (ΕΚ) 1475/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995 ( 6 )], το αιτούν δικαστήριο έχει αντιθέτως αμφιβολίες σχετικά με την έκταση ισχύος του, όσον αφορά άλλους επιχειρηματίες που εμπλέκονται στην εμπορία των αυτοκινήτων.
20.
Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 3, σημείο 11, του κανονισμού επιτρέπεται το είδος αυτό των συμφωνιών να περιέχει ρήτρες επιβάλλουσες στον διανομέα ή στον αντιπρόσωπο την ανάληψη της υποχρεώσεως:
«(...) να μην πωλεί τα αυτοκίνητα οχήματα της σειράς των προϊόντων που αναφέρεται στη συμφωνία ή τα αντίστοιχα προϊόντα σε τελικούς καταναλωτές οι οποίοι χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες ενός ενδιάμεσου [μεσάζοντος], παρά μόνον αν έχει ήδη ανατεθεί γραπτώς στον τελευταίο να αγοράσει και, σε συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδεχθεί την παραλαβή ορισμένου αυτοκινήτου οχήματος.»
21.
Με άλλα λόγια, ο διανομέας μπορεί να αρνηθεί να πωλήσει αυτοκίνητα σε μη εξουσιοδοτημένους μεσάζοντες, εκτός αν — δυνατότητα που συνιστά εξαίρεση από την αρχή της περιοριζόμενης εντός του δικτύου διανομής — στους εν λόγω μεσάζοντες έχει δοθεί από τους τελικούς χρήστες έγγραφη εντολή να τα αγοράσουν στο όνομά τους και για λογαριασμό τους.
22.
Περαιτέρω, το σημείο 10 του ίδιου αυτού άρθρου 3 του κανονισμού επιτρέπει να συμπεριλαμβάνονται σ' αυτό το είδος συμφωνιών ρήτρες με τις οποίες ο αντιπρόσωπος ή ο διανομέας δέχεται «να προμηθεύει τα προϊόντα της συμφωνίας και τα αντίστοιχα προϊόντα σε μεταπωλητή μόνον όταν (...) ο μεταπωλητής είναι επιχείρηση του δικτύου διανομής (...)».
23.
Οι δυσχέρειες που προκύπτουν από την ερμηνεία των εννοιών «ενδιάμεσος ή μεσάζων» και «μεταπωλητής» οδήγησαν την Επιτροπή να δημοσιεύσει δύο ανακοινώσεις, μια στις 12 Δεκεμβρίου 1984 ( 7 ) και μια άλλη στις 4 Δεκεμβρίου 1991, προαναφερθείσα, προκείμενου να διευκρινίσει ορισμένες πτυχές του εν λόγω κανονισμού.
24.
Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση του 1991 στόχο είχε να «διευκρινιστούν οι δυνατότητες παρέμβασης των μεσαζόντων που εξετάζονται στον εν λόγω κανονισμό», διατυπώνοντας τον ορισμό ότι μεσάζων είναι ο παρέχων υπηρεσίες που ενεργεί για λογαριασμό ενός αγοραστή, τελικού χρήστη, χωρίς να αναλαμβάνει τους κινδύνους που σχετίζονται συνήθως με την κυριότητα και ο οποίος έχει λάβει εκ των προτέρων έγγραφη εντολή από πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι επαρκώς προσδιορισμένη.
25.
Κατά την Επιτροπή, ο εντολοδόχος έχει βεβαίως το δικαίωμα να οργανώνει ελεύθερα τις δραστηριότητές του, αλλά το γεγονός ότι προσφεύγει σε ένα δίκτυο επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν κοινό σήμα ή άλλα κοινά διακριτικά σημεία δεν πρέπει να δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση ενός εξουσιοδοτημένου συστήματος διανομής. Το έργο του εντολοδόχου πρέπει να επιτελείται με πλήρη διαφάνεια όσον αφορά τις προσφερόμενες υπηρεσίες και την αμοιβή τους. Η διαφήμιση του δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να συγχέουν οι δυνητικοί πελάτες τον μεσάζοντα με μεταπωλητή ανήκοντα ή επιχείρηση ανήκουσα στο δίκτυο διανομής του ή των κατασκευαστών των εν λόγω αυτοκινήτων. Τέλος, όσον αφορά τον εφοδιασμό του, ο εντολοδόχος δεν μπορεί να συνάπτει με τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους προνομιακές σχέσεις που να αντιβαίνουν προς τις συμβατικές υποχρεώσεις που αυτοί έχουν αναλάβει σύμφωνα με τον κανονισμό.
26.
Η ανακοίνωση αναφέρει ότι, στην περίπτωση που οι δραστηριότητες των μεσαζόντων δεν ακολουθούν αυτές τις κατευθύνσεις και τα κριτήρια, πρέπει να τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ότι ο μεσάζων «υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 3, σημείο 11, του κανονισμού (ΕΟΚ) 123/85 ή ότι δημιουργεί σύγχυση στο κοινό, δίδοντας την εντύπωση ότι είναι μεταπωλητής».
Η κατάσταση των ανεξάρτητων επιχειρηματιών που δρουν εκτός των δικτύων διανομής αυτοκινήτων
27.
Οι έμποροι που δρουν στον τομέα των αυτοκινήτων εκτός των δικτύων διανομής μπορούν να έχουν μία από τις ακόλουθες δύο ιδιότητες: να είναι είτε μη εξουσιοδοτημένοι μεταπωλητές αυτοκινήτων δρώντες εκτός του ανωτέρω «επισήμου» δικτύου είτε απλοί μεσάζοντες εντεταλμένοι από τους τελικούς αγοραστές.
28.
Πράγματι, μια επιχείρηση που ασχολείται κατά σύνηθες επάγγελμα με την εμπορία καινουργών αυτοκινήτων μπορεί να αποτελεί «εντεταλμένο μεσάζοντα ή ενδιάμεσο», κατά την έννοια του κανονισμού, ο δε νομικός αυτός χαρακτηρισμός δεν αναιρείται αυτόματα από ορισμένους παράγοντες, όπως η ύπαρξη σημαντικού αποθέματος αυτοκινήτων, το πλήθος των πραγματοποιηθεισών πράξεων, η είσπραξη προμηθειών, η χορήγηση πιστώσεως στους πελάτες για την αγορά του αυτοκινήτου, η διαφήμιση των υπηρεσιών της, ή από άλλους παρεμφερείς παράγοντες.
29.
Συναφώς, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στο σκεπτικό της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 22 Απριλίου 1993 ( 8 ), όπου επρόκειτο για μια προσφυγή ακυρώσεως που είχε ασκηθεί από τις εταιρίες Automobiles Peugeot και Peugeot SA κατά της αποφάσεως της 4ης Δεκεμβρίου 1991, με την οποία η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει ότι αντέβαινε προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης μια εγκύκλιος της εταιρίας Automobiles Peugeot SA προς τους αντιπροσώπους της, με την οποία τους καλούσε να αναστείλουν τις παραδόσεις αυτοκινήτων σε μια επιχείρηση που ενεργούσε ως μεσάζων για λογαριασμό τελικών αγοραστών.
30.
Με την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, C-322/93 Ρ, Peugeot κατά Επιτροπής ( 9 ), το Δικαστήριο απέρριψε την αναίρεση που είχε ασκηθεί στην υπόθεση εκείνη κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επισημαίνοντας ότι:
«(...) η ύπαρξη γραπτής εντολής είναι η μόνη προϋπόθεση που, σύμφωνα με το γράμμα του άρθρου 3, αριθμός 11, του κανονισμού 123/85, επιτρέπει να χαρακτηριστεί κάποιος ως ενδιάμεσος.
(...) Όσον αφορά το επιχείρημα περί παραγνωρίσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως Binon [της 3ης Ιουλίου 1985, 243/83, Συλλογή 1985, σ. 2015], πρέπει να σημειωθεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η νομολογία αυτή, η οποία αφορά την εφαρμογή του άρθρου 85 της Συνθήκης επί των σχέσεων μεταξύ επιχειρήσεως και εμπορικού αντιπροσώπου, δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση του εντολοδόχου ο οποίος ενεργεί για λογαριασμό ενός τελικού καταναλωτή και ότι το πλήθος των εντολών τις οποίες λαμβάνει ένας κατ' επάγγελμα ενδιάμεσος δεν αποτελούσε αφεαυτού κρίσιμο στοιχείο, ικανό να μεταβάλει τη φύση της μεσολαβήσεως του ενδιαμέσου».
31.
Ένας έμπορος μπορεί επίσης να ασκεί κατά σύνηθες επάγγελμα δραστηριότητα όχι μεσάζοντος αλλά ανεξάρτητου μεταπωλητή, εφόσον αποκτά καταρχάς την κυριότητα των πραγμάτων την οποία μεταβιβάζει κατόπιν και εφόσον αναλαμβάνει τους κινδύνους που χαρακτηρίζουν όχι τον εντολοδόχο αλλά τον μεταπωλητή, καθώς και τις συναφείς υποχρεώσεις εγγυήσεως: η περίπτωση αυτή δεν θα ενέπιπτε στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, δεδομένου ότι αυτός δεν προβλέπει καταρχήν την ύπαρξη επιχειρηματιών ασχολουμένων πατά σύνηθες επάγγελμα, εκτός των «επισήμων» δικτύων διανομής, με την εμπορία καινουργών αυτοκινήτων.
32.
Ωστόσο, το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει ότι τέτοιες δραστηριότητες μπορεί να είναι νόμιμες. Η αντίθετη άποψη θα παραγνώριζε την έννοια και τον σκοπό του κανονισμού, ο οποίος δεν αποβλέπει στην εναρμόνιση ή ρύθμιση μέσω υποχρεωτικών κανόνων του τομέα της διανομής των αυτοκινήτων, αλλά αποσκοπεί απλώς στο να καθορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες συμφωνίες που έρχονται σε αντίθεση με τον ανταγωνισμό, και οι οποίες κατ' αρχήν είναι παράνομες, μπορούν να θεωρηθούν κατ' εξαίρεση ( 10 ) επιτρεπτές.
33.
Με άλλα λόγια, ο κανονισμός περιορίζεται — μέσω της νομικής τεχνικής της εξαιρέσεως κατά κατηγορίες, η οποία, εν προκειμένω, είναι μάλλον εξαίρεση κατά κλάδους οικονομικής δραστηριότητας — στην απάλειψη της ακυρότητας ορισμένων συμφωνιών διανομής μεταξύ κατασκευαστών και διανομέων αυτοκινήτων, οι οποίες, αυτές καθ' εαυτές, θα ήσαν άκυρες ως αντίθετες προς τον ελεύθερο ανταγωνισμό, δεν έχει όμως ως σκοπό να επιβάλει υποχρεωτικούς κανόνες συμπεριφοράς σε όλους τους επιχειρηματίες του σχετικού τομέα.
34.
Τούτο ακριβώς εξέφρασε το Δικαστήριο, στην απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, 10/86, VAG France ( 11 ), με τις ακόλουθες σκέψεις:
«12.
(...) ο κανονισμός 123/85, ως κανονισμός εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης, περιορίζεται στο να παράσχει στους επιχειρηματίες του τομέα των αυτοκινήτων οχημάτων ορισμένες δυνατότητες που να τους επιτρέπουν, παρά την ύπαρξη ορισμένων μορφών ρητρών αποκλειστικότητας και μη ανταγωνισμού στις συμφωνίες τους διανομής και εξυπηρετήσεως των πελατών πριν και μετά την πώληση, οι εν λόγω συμφωνίες να μην εμπίπτουν στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Εν πάση περιπτώσει, οι διατάξεις του κανονισμού 123/85 δεν επιβάλλουν στους επιχειρηματίες τη χρησιμοποίηση αυτών των δυνατοτήτων. Ούτε και έχουν ως αποτέλεσμα την τροποποίηση του περιεχομένου αυτής της συμφωνίας ή την ακυρότητά της σε περίπτωση που δεν πληρούνται όλοι οι όροι του κανονισμού (...)
16.
(...) ο κανονισμός 123/85 (...) δεν θεσπίζει υποχρεωτικές διατάξεις που να θίγουν άμεσα το κύρος ή το περιεχόμενο συμβατικών ρητρών ή να υποχρεώνουν τους αντισυμβαλλόμενους να προσαρμόζουν το περιεχόμενο της συμβάσεως τους, αλλά περιορίζεται στη θέσπιση όρων οι οποίοι, εφόσον πληρούνται, έχουν ως αποτέλεσμα ορισμένες συμβατικές ρήτρες να διαφεύγουν την απαγόρευση και, συνεπώς, την αυτοδίκαιη ακύρωση, που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης ΕΟΚ (...)».
35.
Με βάση τις σκέψεις αυτές, είναι σαφές ότι ουδεμία αντίρρηση μπορεί να διατυπωθεί, από την άποψη του κανονισμού, για τις δραστηριότητες επιχειρήσεως που ευρίσκεται εκτός του «επίσημου» δικτύου διανομής και ασχολείται, για λογαριασμό της, με την αγορά και την πώληση αυτοκινήτων, τόσο καινουργών όσο και μεταχειρισμένων.
36.
Κατόπιν του συμπεράσματος αυτού δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να «ορίσει» — και αυτό ακριβώς υποστήριξαν ορισμένοι από τους υποβαλόντες παρατηρήσεις στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας — τις έννοιες του καινουργούς και του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, όπως του ζητεί το εθνικό δικαστήριο. Πράγματι, από την άποψη του κανονισμού, η δραστηριότητα του ανεξαρτήτου εμπόρου δεν διαφέρει όσον αφορά τις δύο κατηγορίες αυτοκινήτων, η δε ιδιότητα του καινουργούς ή μεταχειρισμένου αυτοκινήτου δεν επηρεάζει τις δυνατότητες εμπορίας του από τους ανεξαρτήτους επιχειρηματίες του δικτύου.
Επί των παραλλήλων εισαγωγών που πραγματοποιούν εντολοδόχοι και μεταπωλητές
37.
Ούτε το αιτούν δικαστήριο ούτε οι ενάγουσες εταιρίες φαίνεται να έχουν αμφιβολίες ως προς τον κατ' αρχήν νόμιμο χαρακτήρα των εισαγωγών που πραγματοποιούν από άλλα κράτη μέλη οι ανεξάρτητοι έμποροι. Με άλλα λόγια, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση η εγκυρότητα των ίδιων των παράλληλων εισαγωγών, αλλά μόνον η δυνατότητα του παράλληλου εισαγωγέα να είναι συγχρόνως εντολοδόχος και μεταπωλητής αυτοκινήτων.
38.
Η συλλογιστική που αναπτύχθηκε όσον αφορά την κατάσταση των ανεξαρτήτων επιχειρηματιών χρησιμεύει ως βάση για να δοθεί απάντηση σε αυτό το δεύτερο ερώτημα. Πράγματι, ο ανεξάρτητος έμπορος, μη συνδεόμενος με κανένα δίκτυο, δεν δεσμεύεται από τις συμβατικές υποχρεώσεις τρίτων, με αποτέλεσμα να του είναι ξένες οι σχέσεις ή συμβάσεις μεταξύ των κατασκευαστικών εταιριών και των αντιπροσώπων τους. Κατά συνέπεια, μπορεί να αγοράζει και να πωλεί όλα τα είδη αυτοκινήτων (καινουργή ή μεταχειρισμένα, αγορασμένα εντός της χώρας ή εισαχθέντα), χωρίς άλλους περιορισμούς, εκτός αυτών που εν γένει επιβάλλονται από τη δική του έννομη τάξη, και χωρίς η ελεύθερη αγορά να τον εμποδίζει, κατ' αρχήν, να ασκεί συγχρόνως τη δραστηριότητα του εντεταλμένου από τους τελικούς καταναλωτές ή αγοραστές μεσάζοντος.
39.
Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι η δραστηριότητα του εντεταλμένου μεσάζοντος έχει στον κανονισμό σαφώς καθορισμένη σημασία. Για τον λόγο αυτόν και για να παρασχεθεί στο αιτούν δικαστήριο όσο το δυνατόν λυσιτελέστερη απάντηση, πρέπει να εξεταστεί μέχρι ποιο σημείο μπορεί ο ανεξάρτητος έμπορος να ασκεί παράλληλα αφενός τη δραστηριότητα του μεταπωλητή και αφετέρου τη δραστηριότητα του μεσάζοντος, αν ληφθεί υπόψη η στάση των κατασκευαστών ή των αντιπροσώπων, οι οποίοι αρνούνται να του αναγνωρίσουν την τελευταία αυτή ιδιότητα.
40.
Τούτο απαιτεί, πρώτον, να εξεταστεί το γενικό πλαίσιο της δυνατότητας να αντιταχθούν σε τρίτους οι συμβάσεις αντιπροσωπείας και, δεύτερον, να προσδιοριστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο μεσάζων πρέπει να ασκεί τη δραστηριότητά του και υπό τις οποίες, κατά συνέπεια, δεν επιτρέπεται να παραγκωνίζεται από τις επιχειρήσεις που ανήκουν στα δίκτυα διανομής.
41.
Βάσει του γενικού σκοπού του κανονισμού, παρατήρησα ήδη ότι οι συμφωνίες διανομής που συνάπτονται μεταξύ κατασκευαστών αυτοκινήτων και αντιπροσώπων ή «επισήμων» διανομέων ουδόλως επηρεάζουν την άσκηση μιας δραστηριότητας όπως η προκειμένη και δεν μπορούν να προβληθούν κατ' αυτής. Η ελεύθερη άσκηση της εν λόγω εμπορικής δραστηριότητας δεν μπορεί να απαγορευθεί βάσει του κανονισμού, δεδομένου ότι ο κανονισμός δεν επιβάλλει κανέναν υποχρεωτικό κανόνα ως προς τα μέσα ανταγωνισμού των επιχειρήσεων τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τις συμφωνίες, αλλά περιορίζεται απλώς στην απάλειψη της ακυρότητας ορισμένων αντίθετων προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορών όσων συνάπτουν τέτοιες συμφωνίες.
42.
Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι συμβάσεις διανομής μεταξύ κατασκευαστών και αντιπροσώπων αυτοκινήτων δεν παράγουν κανένα αποτέλεσμα έναντι των τρίτων: παράγουν τέτοια αποτελέσματα υπό μια πολύ ειδική έννοια, όπως είναι επί παραδείγματι η δυνατότητα να γίνει επίκληση των συμβάσεων αυτών για να στηριχθεί η άρνηση παραδόσεως αυτοκινήτων, συστατικών μερών τους ή ανταλλακτικών τους σε επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο εξουσιοδοτημένο δίκτυο διανομής. Πρόκειται στην περίπτωση αυτή για νόμιμη άρνηση, στον βαθμό που ο κανονισμός επιτρέπει παρέκκλιση υπέρ της πρακτικής αυτής, η οποία, αυτή καθ' εαυτή, είναι αντίθετη προς τους κανόνες που διέπουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό.
43.
Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι είναι έγκυρη η άρνηση εφοδιασμού επιχειρήσεων που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής, και μάλιστα όχι μόνον όσον αφορά τα προϊόντα αλλά και τις υπηρεσίες, όπως είναι η εγγύηση. Η απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1994, C-376/92, Cartier ( 12 ), τονίζει ότι:
«32.
(...) Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η συμβατική δέσμευση περί περιορισμού της εγγυήσεως στους εμπόρους του δικτύου και περί αποκλεισμού των εμπορευμάτων που διατίθενται από τρίτους καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα και επιφέρει τις ίδιες συνέπειες με τις συμβατικές ρήτρες που επιφυλάσσουν την πώληση στα μέλη του δικτύου. Όπως οι συμβατικές αυτές ρήτρες, ο περιορισμός της εγγυήσεως αποτελεί ένα μέσον του κατασκευαστή για να εμποδίζει τους μη μετέχοντες στο δίκτυο να εμπορεύονται τα καλυπτόμενα από το σύστημα προϊόντα.
33.
Εφόσον είναι νόμιμες οι συμβατικές ρήτρες βάσει των οποίων ο κατασκευαστής υποχρεούται να μην πωλεί παρά μόνον μέσω των εξουσιοδοτημένων διανομέων και με τις οποίες αυτοί δεσμεύονται, με τη σειρά τους, να μεταπωλούν μόνο σε άλλους εξουσιοδοτημένους εμπόρους ή σε καταναλωτές, δεν υπάρχει λόγος να τυγχάνει αυστηρότερης μεταχείρισης το καθεστώς κατά το οποίο περιορίζεται συμβατικώς η εγγύηση στα πωλούμενα μέσω των εξουσιοδοτημένων διανομέων προϊόντα (...)»
44.
Επομένως, το νόμιμο μιας τέτοιας αρνήσεως αποτελεί ένα πρώτο αποτέλεσμα έναντι των τρίτων, και μάλιστα σημαντικό, των συμβάσεων που συνάπτονται μεταξύ κατασκευαστών και εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων στον τομέα του αυτοκινήτου, στον βαθμό που οι δύο αυτές κατηγορίες έχουν το δικαίωμα, δυνάμει του κανονισμού, να προβάλλουν τις συμφωνίες εν είδει αμυντικών μηχανισμών του δικτύου τους διανομής.
45.
Ως άμεση συνέπεια των ανωτέρω — η άλλη όψη, κατά κάποιο τρόπο, του ίδιου νομικού φαινομένου — τα αποτελέσματα έναντι των τρίτων περιλαμβάνουν και τη δυνατότητα επικλήσεως των συμβάσεων αυτών για να στηριχθεί ένας έγκυρος λόγος αντικρούσεως των κατηγοριών που διατυπώνουν τρίτοι, όταν αυτοί επιχειρούν να προσάψουν στα συμβαλλόμενα μέρη ότι μετέρχονται πρακτική αντίθετη προς τον ανταγωνισμό. Αυτό αποτελεί το «αμυντικό» σκέλος των αποτελεσμάτων των συμβάσεων, στο μέτρο που αυτές μπορούν να αντιτάσσονται στις επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής και οι οποίες θα αξίωναν να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στα προϊόντα του δικτύου αυτού ως μεταπωλητές.
46.
Η συνέπεια αυτή διαλαμβάνεται ρητώς στην απόφαση που εκδόθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1980 επί της υποθέσεως L'Oreal ( 13 ), όπου το Δικαστήριο εξέτασε ακριβώς τη δυνατότητα να αντιταχθούν έναντι των τρίτων οι εξαιρέσεις που είχαν χορηγηθεί από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Το Δικαστήριο τόνισε, πράγματι, ότι:
«(...) οι αποφάσεις εξαιρέσεως δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ θεμελιώνουν δικαιώματα με την έννοια ότι τα μέρη μιας συμπράξεως που εκτιμήθηκε κατά τον τρόπο αυτό μπορούν να επικαλεστούν την απόφαση έναντι των τρίτων που επικαλούνται την ακυρότητα των συμπράξεων βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 2 (...)»
47.
Εν συνόψει, οι συμφωνίες διανομής που συνάπτονται βάσει του κανονισμού νομιμοποιούν, έναντι των τρίτων, την άρνηση των συμβαλλομένων επιχειρήσεων να προμηθεύουν σε άλλες επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής προϊόντα ή υπηρεσίες που καλύπτονται από τις συμφωνίες αυτές δικαιολογούν επίσης την εκ μέρους των συμβαλλομένων επιχειρήσεων αντίκρουση των αξιώσεων ή απαιτήσεων των τρίτων που επικαλούνται την ακυρότητα των συμφωνιών αυτών βάσει της γενικής αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού. Οι εν λόγω συμφωνίες δεν μπορούν όμως να συνιστούν επαρκή λόγο για να απαγορευθεί σε τρίτους, που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής, η ανεξάρτητη δραστηριότητα εμπορίας καινουργών αυτοκινήτων εκτός του εν λόγω δικτύου.
48.
Ο κανονισμός θεωρεί ως έγκυρες τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουν οι διανομείς να μη πωλούν τα αυτοκίνητά τους σε τελικούς καταναλωτές που προσφεύγουν στις υπηρεσίες μεσαζόντων, εκτός εάν αυτοί οι τελικοί καταναλωτές έχουν δώσει στους μεσάζοντες εντολή προς τούτο (άρθρο 3, σημείο 11). Σ' αυτή την τελευταία περίπτωση, δηλαδή αν ο μεσάζων εμφανίσει γραπτή εντολή δοθείσα από τον τελικό αγοραστή, ο διανομέας δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να του πωλήσει το αυτοκίνητο. Και τίποτε στον κανονισμό δεν εμποδίζει να σωρεύεται η εμπορική δραστηριότητα του μεσάζοντος (η οποία, σε τελική ανάλυση, θέτει τον πελάτη σε επαφή με τον διανομέα μέσω της συμβάσεως μεσιτείας) με την επίσης εμπορική δραστηριότητα της μεταπωλήσεως αυτοκινήτων.
49.
Για να σωρεύεται νομίμως αυτή η δραστηριότητα ανεξάρτητου επιχειρηματία και η δραστηριότητα του εντεταλμένου από έναν τελικό αγοραστή μεσάζοντος, η μοναδική προϋπόθεση που απαιτείται είναι η περί ης πρόκειται επιχείρηση να μην περιάγει σε σύγχυση τους δυνητικούς πελάτες της, είτε με το να δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι μετέχει σε επίσημο δίκτυο διανομής είτε με το να τους αποκρύπτει τις διαφορές μεταξύ της διπλής ιδιότητάς της ως ανεξαρτήτου μεταπωλητή και ως εντεταλμένου μεσάζοντος. Όπως είναι λογικό, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να σταθμίσουν αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, πράγματι δημιουργήθηκε αυτή η ηθελημένη σύγχυση.
Πρόταση
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το tribunal de commerce de Lyon:
«1)
Ο κανονισμός (EOK) 123/85 της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών διανομής και εξυπηρετήσεως των πελατών πριν και μετά την πώληση αυτοκινήτων οχημάτων, δεν απαγορεύει στις επιχειρήσεις που δεν ανήκουν στο δίκτυο διανομής, ακόμη και αν δεν έχουν την ιδιότητα “μεσάζοντος εντεταλμένου” από τελικούς χρήστες, η να ασκούν ελευθέρως εμπορία καινουργών ή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων εκτός του εν λόγω δικτύου.
2)
Ο προαναφερθείς κανονισμός δεν εμποδίζει εξάλλου τις επιχειρήσεις αυτές να σωρεύουν τη δραστηριότητά τους ως ανεξαρτήτων πωλητών αυτοκινήτων με αυτή των εντεταλμένων από τους τελικούς καταναλωτές μεσαζόντων, αρκεί αμφότερες οι δραστηριότητες να ασκούνται κατά τρόπο ώστε να μην περιάγονται σε σύγχυση οι δυνητικοί πελάτες τους. Και στις δύο περιπτώσεις οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να έχουν ως αντικείμενο είτε αγορασμένα εντός της ημεδαπής αυτοκίνητα είτε αυτοκίνητα προελεύσεως άλλων κρατών μελών.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 1 ) Αρχικώς υφίσταντο τρεις αγωγές, οι οποίες είχαν ασκηθεί κατά εκάστης εναγομένης επιχειρήσεως, αλλά το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε, όταν υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα, να προχωρήσει στη συνεκδίκασή τους.
( 2 ) Ενώπιον του tribunal de commerce dc Lyon παρέστη ως εταιρία περιορισμένης ευθύνης, χωρίς να προβάλουν αντιρρήσεις οι ενάγουσες.
( 3 ) ΕΕ 1985, L 15, σ, 16.
( 4 ) ΕΕ C 329, σ. 20.
( 5 ) ΕΕ ειδ. έχο. 08/001, σ. 59.
( 6 ) ΕΕ L 145, σ. 25.
( 7 ) ΕΕ C 17, σ. 4.
( 8 ) Τ-9/92, Peugeot κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993. σ. 1II-493).
( 9 ) Συλλογή 1994, σ. I-2727.
( 10 ) Σε σχέση με την ανάγκη να μην ερμηνεύονται ευρέως οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό, βλ. τις αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1995, C-266/93, Volkswagen, Συλλογή 1995, σ. Ι-3477, και C-70/93, Bayerische Motorenwerke, Συλλογή 1995, α Ι-3439.
( 11 ) Συλλογή 1986, α 4071, σκέψεις 12 και 16.
( 12 ) Συλλογή 1994, σ. Ι-15, οκέψεις 32 και 33.
( 13 ) Υπόθεση 31/80, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ.471, σχέψη 23.
Full & Egal Universal Law Academy