ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 6ης Ιουνίου 1996 ( *1 )
1.
Στα πλαίσια της υπό κρίση υποθέσεως δεν γίνεται αντιληπτό ευθύς εξαρχής ποια ακριβώς είναι τα ζητήματα επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο κατόπιν της προδικαστικής παραπομπής εκ μέρους του Tribunale di Chiavari. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι, ας μου επιτραπεί να προτείνω, αν η εμπορία εισαγομένων από κράτος μέλος προϊόντων, τα οποία φέρουν νομίμως καταχωρισμένο σήμα στο εν λόγω κράτος, μπορεί να απαγορευθεί εγκύρως από δικαστήριο δευτέρου κράτους μέλους εντός του οποίου άλλο δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ της εκπτώσεως από το επί πανομοιότυπου σήματος δικαίωμα με το αιτιολογικό ότι είναι παραπλανητικό και απαγόρευσε στον δικαιούχο του να κάνει χρήση του σήματος. Ειδικότερα, απαιτείται να απαντηθεί το ερώτημα αν η εμπορία των εν λόγω προϊόντων μπορεί να απαγορευθεί απλώς και μόνον επειδή ενδέχεται να στρεβλώνει, κατά τρόπο αθέμιτο, τον ανταγωνισμό και τούτο εις βάρος εμπόρου, ο οποίος, λόγω της εκπτώσεως του δικαιώματος επί του σήματος, αδυνατεί να προμηθευτεί αγαθά, φέροντα το σήμα, από τον δικαιούχο τους στο δεύτερο κράτος μέλος.
2.
Πρόκειται για χαρτί τουαλέτας και χαρτομάντηλα μιας χρήσεως που φέρουν το σήμα «Coronelle» (και την παραλλαγή του «Cottonelle») που ο όμιλος Scott καταχώρισε σε ορισμένα κράτη μέλη. Σε τρεις χώρες (Γαλλία, Ισπανία και Ιταλία) ανταγωνιστές του ομίλου Scott προσέβαλαν το κύρος του σήματος με το αιτιολογικό ότι ενέχει τον κίνδυνο παραπλανήσεως των καταναλωτών υπό την έννοια ότι μπορούν να εκλάβουν το προϊόν ως κατασκευασμένο από βαμβάκι, υλικό το οποίο δεν περιέχουν στην πραγματικότητα. Μέχρι σήμερα τα γαλλικά και ισπανικά δικαστήρια αρνήθηκαν να ακυρώσουν το σήμα. Στην Ιταλία, όμως, το Corte d'appello di Milano (Εφετείο του Μιλάνου) ακύρωσε, με απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1993, αμφότερες τις ονομασίες, με το αιτιολογικό ότι είναι παραπλανητικές. Επίσης, αναγνώρισε ότι η εκ μέρους του ομίλου Scott χρήση του σήματος κατέληγε σε αθέμιτο ανταγωνισμό και επέβαλε την απαγόρευση χρήσεως του. Ο όμιλος Scott άσκησε ενώπιον του Corte di Cassazione αναίρεση, η οποία εξακολουθούσε να εκκρεμεί και όταν το Δικαστήριο επελήφθη, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, των υποβληθέντων σ' αυτό ερωτημάτων.
3.
Μετά την έκδοση της αποφάσεως του Corte d'appello di Milano, ο όμιλος Scott διέκοψε τη διανομή των προϊόντων με το σήμα «Cotonelle» στην Ιταλία.
4.
Η εταιρία F.Ui Graffione (στο εξής: Graffione) είναι εταιρία χονδρικού εμπορίου της Λιγυρίας. Μετά τον Οκτώβριο του 1993, η Graffione, σε συνέχεια της απαγορεύσεως που της επέβαλε το Corte d'appello di Milano, έκρινε ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να προμηθεύει τα φέροντα το σήμα «Cotonelle» προϊόντα στους πελάτες της. Κάποια στιγμή, όμως, εντός του 1994, περιήλθε εις γνώση της Graffione ότι προϊόντα φέροντα το σήμα «Cottonelle» επωλούντο σε υπεραγορά της Gattorna (στην επαρχία της Γένουας), ιδιοκτησίας της εταιρίας Fransa Discount di Lubiano Giorgio (στο εξής: Fransa). Εκτιμώντας ότι η πώληση των εν λόγω προϊόντων συνιστούσε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού και έβλαπτε την καλή φήμη της, δεδομένου ότι είχε ενημερώσει τους πελάτες της ότι τα προϊόντα «Cotonelle» δεν μπορούσαν πλέον να διατεθούν προς πώληση στην Ιταλία, η Graffione προσέφυγε στο Tribunale di Chiavari, ζητώντας να απαγορευθεί στη Fransa η πώληση των φερόντων το σήμα «Cottonelle» προϊόντων εντός της υπεραγοράς της.
5.
Αντικρούοντας, η Fransa διευκρίνισε ότι τα επίδικα προϊόντα κατασκευάζονταν στη Γαλλία όπου το σήμα «Cottonelle» δεν είχε κηρυχθεί άκυρο. Η Fransa υποστήριξε ότι η εις βάρος της επιβολή της απαγορεύσεως πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων στην Ιταλία θα συνιστούσε μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης. Η Fransa επικαλέστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση «Clinique» ( 1 ), η οποία αφορούσε τη φερομένη παραπλανητική φύση της ονομασίας ενός εισαγομένου από τη Γαλλία στη Γερμανία προϊόντος και με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η χρήση του ονόματος δεν μπορούσε να απαγορευθεί ως παραπλανητική. Η Fransa επικαλέστηκε και την πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (στο εξής: οδηγία περί σημάτων ή, απλώς, οδηγία) ( 2 ).
6.
Το αίτημα της Graffione απερρίφθη από το μονομελές Tribunale di Chiavari. Η Graffione άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως ενώπιον της ολομελείας του ιδίου δικαστηρίου, το οποίο, με διάταξη της 29ης Οκτωβρίου 1994, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1)
Ερωτάται αν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν περιοριστική εφαρμογή της κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους βάσει της οποίας δεν επιτρέπεται η κυκλοφορία στο εθνικό έδαφος προϊόντος προελεύσεως άλλου κράτους μέλους όπου το προϊόν αυτό κατασκευάστηκε νομίμως και φέρει νομίμως καταχωρισμένο σήμα.
2)
Ερωτάται αν η διάταξη του άρθρου 12, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι αφορά την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων σε θέματα εκπτώσεως του δικαιώματος επί του σήματος για τους λόγους που απαριθμεί συναφώς, σε σχέση με προϊόντα που διατίθενται εντός της Κοινότητας.
3)
Ερωτάται αν οι διατάξεις περί των οποίων γίνεται λόγος στο προηγούμενο υπό 2 ερώτημα πρέπει να ερμηνεύονται, όταν πρόκειται για περίπτωση όπως η υπό εξέταση και ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, υπό την έννοια ότι η εν λόγω αρχή δεν επιτρέπει περιοριστική εφαρμογή της κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους με την οποία επιδιώκεται η παρεμπόδιση της κυκλοφορίας στο εν λόγω κράτος μέλος προϊόντος που έχει κατασκευαστεί νομίμως και φέρει σήμα νομίμως καταχωρισμένο σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο από το οποίο προέρχεται.»
Τα τιθέμενα ζητήματα
7.
Όπως ήδη επισήμανα, μια πρώτη δυσχέρεια που ανακύπτει στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως έγκειται στον εντοπισμό των ζητημάτων επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο. Η Επιτροπή επισήμανε με τις γραπτές παρατηρήσεις της ότι το εθνικό δικαστήριο δεν προσδιόρισε με σαφήνεια τις διατάξεις του εθνικού δικαίου σε σχέση με τις οποίες ζητείται ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η υποβληθείσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έλαβε χώρα στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας επείγοντος και διευκρινίζει ότι το νομικό και πραγματικό πλαίσιο θα μπορούσε να έχει παρατεθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια στα πλαίσια της τακτικής διαδικασίας. Επί του σημείου αυτού, η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Telemarsicabruzzo κ.λπ. ( 3 ). Το Ηνωμένο Βασίλειο υπο~ γραμμίζει επίσης με τις παρατηρήσεις του τη δυσχέρεια εντοπισμού των τιθεμένων εν προκειμένω ζητημάτων. Οι πολύ σύντομες παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως δεν φωτίζουν το πρόβλημα.
8.
Η Επιτροπή παρατηρεί óu το εθνικό δικαστήριο επικεντρώνεται κυρίως στις ιταλικές διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και στις πρακτικές συνέπειες από την απόφαση του Corte d'appello di Milano στην εσωτερική έννομη τάξη της Ιταλίας. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, μολονότι η εν λόγω απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή έναντι του ομίλου Scott (δεδομένου ότι το Corte d'appello απέρριψε την αίτηση αναστολής εκτελέσεως εν αναμονή της αποφάσεως του Corte di Cassazione), εκδόθηκε σε μια όλως διαφορετική πραγματική αλληλουχία από εκείνη που ίσχυε όταν η δίκη εκκρεμούσε ενώπιον του Tribunale di Chiavari και δεν απέκτησε ακόμη έναντι των τρίτων ισχύ δεδικασμένου. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το Corte di Cassazione θα μπορούσε να επωφεληθεί της ευκαιρίας και να ζητήσει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας περί σημάτων και ότι δεν θα ήταν σκόπιμο στην παρούσα φάση της διαδικασίας να απαντηθούν ερωτήματα επί των σημάτων. Η Επιτροπή εκτιμά ότι το ζήτημα των σημάτων είναι άσχετο προς την εκκρεμή ενώπιον του Tribunale di Chiavari διαδικασία και παραπέμπει σε αποφάσεις με τις οποίες το Δικαστήριο αρνήθηκε να απαντήσει επί υποθετικών ερωτημάτων ή επί ερωτημάτων τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με το αντικείμενο της υποθέσεως στην κύρια δίκη ( 4 ). Εξάλλου, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το δεύτερο και τρίτο από τα υποβληθέντα oro Δικαστήριο από το Tribunale di Chiavari ερωτήματα πρέπει να κηρυχθούν απαράδεκτα.
9.
Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής στον βαθμό που, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, δεν ενδείκνυται η εξέταση της νομιμότητας των σημάτων «Co-tonelle» και «Cottonelle» (στο εξής αδιακρίτως αναφερόμενα ως «Cotonelle») από απόψεως κοινοτικού δικαίου. Μολονότι οι διάδικοι της κύριας δίκης υπέβαλαν παρατηρήσεις επί του ζητήματος αυτού, τούτο δεν τέθηκε από το εθνικό δικαστήριο, αλλ' ούτε προκύπτει από το περιεχόμενο της διατάξεως περί παραπομπής ότι τίθεται ευθέως στο πλαίσιο της εθνικής δίκης. Προφανώς, το Tribunale di Chiavari δεν ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του αν το σήμα είναι ικανό να παραπλανήσει ή να ερμηνεύσει την έννοια του ενέχοντος τον κίνδυνο να παραπλανήσει σήματος, όπως αυτή παρατίθεται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας περί σημάτων. Φαίνεται ότι τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου σχετικά με την οδηγία στοχεύουν στο να προσδιοριστεί ποιες είναι οι συνέπειες που απορρέουν από τη διαπίστωση ότι ένα σήμα χαρακτηρίζεται ως παραπλανητικό σ' ένα κράτος μέλος, σε σχέση με τα προϊόντα που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος όπου ισχύει η αντίθετη διαπίστωση. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι το κύρος του σήματος δεν διακυβεύεται μεταξύ των διαδίκων δεδομένου ότι αμφότεροι είναι προμηθευτές, σε διάφορα στάδια εμπορίας, προϊόντων που φέρουν το σήμα «Cotonelle». Εξάλλου, η διαφορά, η οποία άπτεται ευθέως του κύρους του σήματος «Cotonelle» εξακολουθεί να εκκρεμεί στην Ιταλία στο πλαίσιο άλλης δίκης με διάδικο τον δικαιούχο του σήματος, όπου τα ερωτήματα μπορούν να αποτελέσουν ευθέως αντικείμενο ελέγχου. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω περιστάσεις, νομίζω ότι δεν ενδείκνυται η εξέταση του ζητήματος αυτού στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Επομένως, δεν τίθεται ενώπιον μας το ενδιαφέρον ζήτημα αν η διαπίστωση ότι σήμα ενέχον τον κίνδυνο να παραπλανήσει στην Ιταλία πρέπει να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως ικανό να δικαιολογήσει απαγόρευση εισαγωγής από κράτος μέλος όπου το σήμα αυτό θεωρήθηκε ότι δεν είναι παραπλανητικό.
10.
Πάντως, παραμένει ανοικτό το ερώτημα, όπως πρόκειται να αναφέρω παρακάτω, για το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 30 της Συνθήκης και την οδηγία κατά τρόπο λυσιτελή για το αιτούν δικαστήριο. Μολονότι η διάταξη περί παραπομπής δεν αποτελεί, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, υπόδειγμα σαφήνειας, δεν θα ήταν σκόπιμο να κηρυχθεί απαράδεκτη παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία θα ήταν πρόδηλο ότι τα υποβληθέντα με τη διάταξη αυτή ερωτήματα είναι άσχετα με το αντικείμενο της κύριας δίκης ( 5 ) ή αν το νομικό και πραγματικό πλαίσιο δεν ήταν αρκούντως επεξηγηματικό ( 6 ). Αυτό όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Το νομικό και πραγματικό πλαίσιο είναι σχετικά απλό, όπως ήδη προανέφερα. Επιπλέον, τα πραγματικά περιστατικά δεν είναι ούτε υποθετικά ούτε ιδιαίτερα ασυνήθη. Οι αρμόδιες για την καταχώριση των σημάτων εθνικές αρχές και τα αρμόδια να αποφανθούν επί του κύρους ή της εκπτώσεως από των δικαιωμάτων επί των εν λόγω σημάτων εθνικά δικαστήρια μπορούν να καταλήξουν σε διαφορετικά συμπεράσματα όσον αφορά το κατά πόσον το συγκεκριμένο σήμα είναι ικανό να παραπλανήσει. Δεν είναι καθόλου απίθανο ένα συγκεκριμένο σήμα να μπορεί να παραπλανήσει τους καταναλωτές κράτους μέλους αλλ' όχι εκείνους ενός άλλου κράτους μέλους. Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας Gulmaim στην υπόθεση Clinique ( 7 ), το ζήτημα εξαρτάται ως έναν βαθμό από τις γλωσσολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες που μπορούν να ποικίλλουν από χώρα σε χώρα. Η συγκεκριμένη ονομασία στην υπό κρίση υπόθεση αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα που απηχεί τον γλωσσολογικό παράγοντα. Η ονομασία «Cotonelle» μπορεί ενδεχομένως να ωθήσει κάποιον, η μητρική γλώσσα του οποίου είναι η αγγλική, η γαλλική ή η ιταλική, στο να υποθέσει ότι το προϊόν κατασκευάστηκε από βαμβάκι. Πάντως, δυσχερώς μπορεί να συνεπαχθεί αυτό το αποτέλεσμα για κάποιον που ομιλεί μόνο τη γερμανική ή την ισπανική, δεδομένου ότι οι αντίστοιχες λέξεις για το βαμβάκι στις δύο αυτές γλώσσες είναι «Baumwolle» και «algodón».
11.
Όπως προανέφερα, το ερώτημα για το οποίο το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί μια απάντηση είναι προφανώς αν τα δικαστήρια κράτους μέλους όπου ένα σήμα κηρύχθηκε άκυρο με το αιτιολογικό ότι ενέχει τον κίνδυνο να παραπλανήσει μπορούν να απαγορεύσουν την εμπορία και εισαγωγή των προϊόντων που φέρουν το σήμα αυτό και προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, τα δικαστήρια του οποίου αποφάνθηκαν ότι το ίδιο σήμα δεν ενέχει τον κίνδυνο παραπλανήσεως. Ιδίως, αν μπορούν να το πράξουν για λόγους αθέμιτου ανταγωνισμού, ήτοι, επειδή ο έμπορος που δεν είναι σε θέση να προμηθευτεί τα φέροντα το επίδικο σήμα εμπορεύματα απευθείας από τον δικαιούχο του σήματος στο κράτος μέλος όπου έλαβε χώρα έκπτωση από του δικαιώματος επί του σήματος υφίσταται ζημία από πλευράς ανταγωνισμού σε σχέση με άλλον έμπορο που εισάγει τα προϊόντα αυτά από κράτος μέλος όπου το σήμα εξακολουθεί να παραμένει έγκυρο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
12.
Από τη διατύπωση του, το πρώτο από τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα είναι αρκετά αόριστο, υπό την έννοια ότι επιδιώκεται απλώς η απάντηση στο αν τα άρθρα 30 και 36 έχουν την έννοια ότι «απαγορεύουν περιοριστική εφαρμογή της κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους» χωρίς να την προσδιορίζουν. Πάντως, φαίνεται ότι, όπως πρότεινε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της, η κανονιστική ρύθμιση, της οποίας γίνεται αναφορά, είναι ο ιταλικός νόμος περί αθέμιτου ανταγωνισμού των άρθρων 2598 έως 2601 του Αστικού Κώδικα, και ιδίως το άρθρο 2598, παράγραφος 3, αυτού.
13.
Επιπλέον, όπως υπογράμμισε περαιτέρω η Επιτροπή και όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το πραγματικό πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως είναι η μεταξύ Graffione και Fransa διαφορά, στο πλαίσιο της οποίας η πρώτη ισχυρίζεται ότι η δεύτερη διαθέτει πλεονέκτημα εξ αθεμίτου ανταγωνισμού, εφόσον δεν δεσμεύεται από την απόφαση του Corte d'appello di Milano, η οποία είναι προφανώς δεσμευτική μόνο για τον δικαιούχο του σήματος. Όπως προκύπτει σαφώς, τόσο από τη διάταξη περί παραπομπής όσο και απότις παρατηρήσεις της Graffione, η τελευταία δεν επιδιώκει ευθέως τη διακοπή εμπορίας εκ μέρους της Fransa των προϊόντων «Cotonelle» για λόγους προστασίας του καταναλωτή υπό το πρόσχημα ότι το σήμα αυτό ενέχει τον κίνδυνο παραπλανήσεως (στην πραγματικότητα, η Graffione μπορεί να ήλπιζε ότι το Corte di cassazione δεν θα επικύρωνε στο σημείο αυτό την απόφαση του Corte d'appello di Milano). Επομένως, το βασικό ερώτημα έγκειται στο αν η εισαγωγή προϊόντων από κράτος μέλος Α όπου τα προϊόντα αυτά διατίθενται νομίμως στο εμπόριο μπορεί να απαγορευθεί με το αιτιολογικό ότι ο μεταξύ επιχειρήσεων ανταγωνισμός στρεβλώνεται αθεμίτως, δεδομένου ότι χονδρέμπορος σε κράτος μέλος Β αδυνατεί (για λόγους προστασίας του καταναλωτή) να αγοράσει απευθείας τα επίδικα προϊόντα από τον κατασκευαστή τους, ενώ έμπορος λιανικής πωλήσεως στο κράτος μέλος Β μπορεί να εισαγάγει από το κράτος μέλος Α τα ίδια προϊόντα υπό την ίδια επωνυμία.
14.
Έτσι διατυπωμένο, το ερώτημα απαιτεί αρνητική απάντηση. Τυχόν περιορισμός των εισαγωγών θα ήταν εντελώς αντίθετος προς τη Συνθήκη αν στηριζόταν αποκλειστικώς στο ότι οι περιστάσεις αυτές συνιστούν αθέμιτο ανταγωνισμό. Γεγονός είναι ότι η προστασία από τον αθέμιτο ανταγωνισμό υπήρξε ένας από τους λόγους που δέχθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση «Cassis de Dijon» ( 8 ) προκειμένου να δικαιολογήσει περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Πάντως, η απλή απάντηση που επιβάλλεται στην υπό κρίση υπόθεση είναι ότι δεν συντρέχει περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων αν αμφότερες είναι ελεύθερες να εισάγουν και πωλούν το επίδικο προϊόν. Αν η απόφαση του Corte d'appello di Milano είχε, όπως διευκρινίζει η Επιτροπή, ως συνέπεια — εν αναμονή της αποφάνσεως του Corte di Cassazione επί της αναιρέσεως της οποίας επελήφθη — απλώς και μόνο την απαγόρευση της χρήσεως ιταλικού σήματος από τον δικαιούχο του και όχι την εν γένει εμπορία, εκ μέρους άλλων επιχειρηματιών, προϊόντων εισαγομένων με το σήμα «Cotonelle», δυσχερώς γίνεται αντιληπτό πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η απαγόρευση της πωλήσεως εκ μέρους της Fransa προϊόντων εισαγομένων με το σήμα «Cotonelle» υπό τις ισχύουσες στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως περιστάσεις, δεδομένου ότι δεν υφίσταται προφανώς εμπόδιο για την εισαγωγή του προϊόντος αυτού και από την Graffione. Χωρίς να απαιτείται να υπεισέλθουμε στο ζήτημα της αναλογικότητας, γίνεται δυσχερώς κατανοητό πώς τυχόν περιορισμός επί των εισαγωγών μπορεί να δικαιολογηθεί εκ λόγων ευθύτητας των συναλλαγών απλώς και μόνον επειδή μια επιχείρηση επωφελείται των δυνατοτήτων που παρέχει η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ενώ μια άλλη επιχείρηση δεν το πράττει. Η κατάσταση δεν θα διέφερε έστω και αν η Graffione ήταν πράκτορας του ομίλου Scott και αν, συνακόλουθα, δεσμευόταν από την εκδοθείσα από το Corte d'appello di Milano απόφαση. Ακόμη και υπό τις περιστάσεις αυτές, η εν λόγω εταιρία δεν θα νομιμοποιούνταν να απαγορεύσει, αποκλειστικώς εξαιτίας της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού, σε τρίτον, μη δεσμευόμενο από την απόφαση του Corte d'appello, την εισαγωγή των προϊόντων από άλλο κράτος μέλος. Υπό την έννοια αυτή, η στρέβλωση του ανταγωνισμού αποτελεί αμιγώς οικονομικής φύσεως στοιχείο που δεν μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό των εισαγωγών, ούτε κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 ούτε προκειμένου να ικανοποιήσει επιτακτικές ανάγκες, όπως αυτές προσδιορίζονται στην απόφαση Cassis de Dijon ( 9 ).
15.
Πάντως, μπορεί να αποβεί χρήσιμη η εξέταση του ζητήματος αν η απάντηση 0α διέφερε σε περίπτωση εκδόσεως οριστικής αποφάσεως εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου με συνέπεια την απαγόρευση της εμπορίας στην Ιταλία υπό το σήμα «Coto-nelle» χαρτιού τουαλέτας ή χαρτομάντηλων που δεν παράγονται από βαμβάκι με το αιτιολογικό ότι η ονομασία αυτή ενέχει τον κίνδυνο παραπλανήσεως των καταναλωτών. Στην περίπτωση αυτή θα ετίθετο το ερώτημα αν η οικεία απαγόρευση ισχύει και για τα προϊόντα που εισάγονται από άλλο κράτος μέλος όπου το επίδικο σήμα δεν θεωρείται ως ικανό να παραπλανήσει. Η εφαρμογή της απαγορεύσεως επί των συγκεκριμένων προϊόντων θα συνιστούσε περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και θα αντέκειτο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, εκτός αν συνέτρεχε ένας από τους απαριθμούμενους στο άρθρο 36 της Συνθήκης λόγους ή αν τούτο ήταν αναγκαίο προς ικανοποίηση μιας των «επιτακτικών αναγκών» που δέχθηκε το Δικαστήριο με τη νομολογία του Cassis de Dijon ( 10 ). Μεταξύ των επιτακτικών αυτών αναγκών περιλαμβάνεται η προστασία του καταναλωτή. Έτσι, μπορεί να δικαιολογείται η εκτέλεση, σε σχέση με τα εισαγόμενα από άλλο κράτος μέλος προϊόντα, αποφάσεως ενός δικαστηρίου περί απαγορεύσεως της χρήσεως σήματος το οποίο κρίθηκε ως ενέχον τον κίνδυνο να παραπλανήσει, για λόγους αναγόμενους στην προστασία του καταναλωτή, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, είναι πολύ πιθανό κάποιο σήμα να ενέχει τον κίνδυνο παραπλανήσεως σε κράτος μέλος αλλ' όχι σε άλλο. Πάντως, μια τέτοια απαγόρευση πρέπει να συνάδει προς την αρχή της αναλογικότητας, υπό την έννοια óu είναι αδύνατη η επαρκής προστασία των καταναλωτών με άλλα μέσα — επί παραδείγματι, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, με επισήμανση διευκρινίζουσα ότι το επίδικο προϊόν δεν περιέχει όντως βαμβάκι. Ασφαλώς, η προαναφερθείσα άποψη είναι άσχετη προς οποιαδήποτε διαπίστωση, είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση, σχετικά με τη φερόμενη ως δυνάμενη να παραπλανήσει φύση της ονομασίας «Cotonelle».
16.
Πάντως, εν συμπεράσματι, η ένδικη αξίωση της Graffione κατά της Fransa προφανώς δεν στηρίζεται ευθέως επί στοιχείων που ανάγονται στην προστασία του καταναλωτή αλλά στο γεγονός κυρίως ότι θα συνέτρεχε αθέμιτη στρέβλωση του ανταγωνισμού εις βάρος της σε περίπτωση που επιτρεπόταν στη Fransa να πωλεί στην Ιταλία τα υπό το σήμα «Cotonelle» εισαγόμενα από τη Γαλλία προϊόντα, τη στιγμή κατά την οποία η Graffione δεν είναι σε θέση να εμπορεύεται προϊόντα υπό το σήμα «Cotonelle», τα οποία προμηθεύεται από τον δικαιούχο του ιταλικού σήματος. Για τους προαναφερθέντες λόγους, το επιχείρημα αυτό δεν δικαιολογεί απαγόρευση των εισαγωγών.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
17.
Αμφότερα τα ερωτήματα άπτονται της ερμηνείας της οδηγίας περί σημάτων. Στόχος της οδηγίας είναι η εναρμόνιση της νομοθεσίας περί σημάτων εντός των κρατών μελών κατά τρόπον ώστε να περιοριστούν οι «διαφορές οι οποίες δύνανται να παρεμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων και την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών και να νοθεύουν τους όρους ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς» ( 11 ). Πάντως, η οδηγία δεν πραγματοποιεί πλήρη εναρμόνιση της νομοθεσίας περί σημάτων, εφόσον το Συμβούλιο έκρινε ότι αρκούσε απλώς η προσέγγιση όσον αφορά «εκείνες τις εθνικές διατάξεις οι οποίες έχουν την πλέον άμεση επίδραση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» ( 12 ). Οι συντάκτες της οδηγίας δέχονται ρητώς ότι τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίσουν τα αποτελέσματα από την έκπτωση από του δικαιώματος επί των σημάτων ή της ακυρότητας τους ( 13 ), ενώ η οδηγία δεν αποκλείει την επί των σημάτων εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου των κρατών μελών, πλην του δικαίου των σημάτων, όπως είναι οι διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού, αστικής ευθύνης ή περί της προστασίας των καταναλωτών ( 14 ).
18.
Δύο από τις διατάξεις της οδηγίας αναφέρονται στο ζήτημα των σημάτων που ενέχουν τον κίνδυνο παραπλανήσεως. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', ορίζει óu τα σήματα που μπορούν να παραπλανήσουν το κοινό, ενδεικτικά, ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας δεν καταχωρίζονται ή, αν έχουν καταχωριστεί, μπορούν να κηρυχθούν άκυρα. Το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο β', ορίζει ότι ο δικαιούχος σήματος μπορεί να εκπέσει των δικαιωμάτων του αν, μετά την ημερομηνία καταχωρίσεως, το σήμα ενέχει τον κίνδυνο, λόγω της χρήσεως του εκ μέρους του δικαιούχου ή με τη συγκατάθεση του, για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί, να παραπλανήσει το κοινό ιδίως ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών. Τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε εφαρμογή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωση τους προς την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992 ( 15 ).
19.
Το αποφασιστικής σημασίας σημείο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η κατά το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας έκπτωση ή η εκ προοιμίου άρνηση καταχωρίσεως σήματος, σύμφωνα προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', της οδηγίας, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το σήμα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Η μόνη συνέπεια που απορρέει αυτομάτως από παρόμοια απόφαση έγκειται στο óu ο δικαιούχος του σήματος (ή ο αιτούμενος την καταχώριση σήματος) δεν έχει οποιοδήποτε αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως του εμπορικού αυτού σήματος. Η παρατιθέμενη στην πέμπτη αιτιολογική σκέ\1>η της οδηγίας διευκρίνιση ότι τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να καθορίζουν τα αποτελέσματα της εκπτώσεως από του δικαιώματος επί των σημάτων ή της ακυρότητας τους καθιστά σαφές ότι η οδηγία αφήνει στο εθνικό δίκαιο τη μέριμνα να καθορίσει αν, σε περίπτωση αρνήσεως παροχής προστασίας του σήματος λόγω του ότι ενέχει τον κίνδυνο παραπλανήσεως, η χρήση του πρέπει να απαγορεύεται εν γένει.
20.
Έπεται ότι, οσάκις εθνικό δικαστήριο αποφαίνεται υπέρ της εκπτώσεως από του δικαιώματος επί σήματος, η οδηγία δεν επιτάσσει στα άλλα εθνικά δικαστήρια να επιβάλουν την απαγόρευση χρήσεως του για λόγους προστασίας του καταναλωτή, αλλ' ούτε παρεμποδίζει την επιβολή της εν λόγω απαγορεύσεως.
Συμπέρασμα
21.
Εν κατακλείδι, φρονώ ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα υποβληθέντα από το Tribunale di Chiavari προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να είναι η ακόλουθη:
«Αν το αρμόδιο δικαστήριο κράτους μέλους αποφάσισε την έκπτωση από του δικαιώματος επί σήματος με το αιτιολογικό ότι το σήμα αυτό ενέχει τον κίνδυνο παραπλανήσεως των καταναλωτών ως προς τη φύση των προϊόντων και απαγόρευσε τη χρήση του σήματος, απόφαση άλλου δικαστηρίου του lôíou κράτους μέλους απαγορεύουσα, για λόγους προστασίας του καταναλωτή, την πώληση προϊόντων που φέρουν το ίδιο σήμα, εισάγονται δε από άλλο κράτος μέλος, όπου το επίδικο σήμα είναι έγκυρο, μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης και δεν αντίκειται προς το άρθρο 12, παράγραφος 2, στοιχείο β', της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988.
Πάντως, σε περίπτωση κατά την οποία η απαγγέλλουσα την έκπτωση από του δικαιώματος επί του σήματος δικαστική απόφαση δεν δεσμεύει παρά μόνο τον δικαιούχο του και δεν έχει ως αποτέλεσμα την απαγόρευση πωλήσεως εκ μέρους άλλων προσώπων των προϊόντων που φέρουν το σήμα αυτό και εισήχθησαν από άλλο κράτος μέλος, τυχόν απόφαση άλλου δικαστηρίου επιβάλλουσα την απαγόρευση της πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων, με το αιτιολογικό ότι συνιστούν αθέμιτο ανταγωνισμό, εις βάρος επιχειρήσεως που αδυνατεί, λόγω της απαγγελλούσης την έκπτωση από του δικαιώματος επί του σήματος δικαστικής αποφάσεως να προμηθευθεί τα προϊόντα ευθέως από τον δικαιούχο του σήματος αυτού αλλ' όχι προϊόντα προερχόμενα από άλλο κράτος μέλος και φέροντα το εν λόγω σήμα, ισοδυναμεί με μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου με ποσοτικό περιορισμό κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ευθύτητα των συναλλαγών.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλικυ,.
( 1 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1994 ατην υπόθεοη C-315/92, Verband Sozialer Wettbewerb (Συλλογή 1994, o. I-317).
( 2 ) EE L40, 0.1.
( 3 ) Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-320/90, C-321/90 και C-322/90 (Συλλογή 1993, σ. I-393, σκέψη 6).
( 4 ) Αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 126/80, Salonia (Συλλογή 1981, σ. 1563), και της 16ης Ιουλίου 1992 στην υπόθεση C-343/90, Lourenço Dias (Συλλογή 1992, σ. I-4673).
( 5 ) Βλ. προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4 απόφαση Salonia.
( 6 ) Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Tclcmarsicabruzzo κ.λπ.
( 7 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1.
( 8 ) Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979 οτην υπόθεση 120/78, Rcwc-Zcntral (Συλλογή τόμος 1979/1, ο. 321) ως προς την προστασία από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, βλ. Peter Oliver: Free Movement of Goods in the European Community, Λονδίνο, Swccl & Maxwell, 1996, τρίτη έκδοση, σ. 237 επ.
( 9 ) Βλ., Oliver, όπ.π. (υποσημείωση 8), σ. 190, καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην υπόθεση 182/84 (απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985, Miro, Συλλογή 1985, σ. 3731) βλ. επίσης την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 58/80, Dansk Supermarked (Συλλογή 1981, σ. 181, σκέψη 16).
( 10 ) Προαναφερθείσα στο σημείο.
( 11 ) Πρώτη αιτιολογική σκέψη.
( 12 ) Τρίτη αιτιολογική οκεψη.
( 13 ) Πέμπτη αιτιολογική οκέψη.
( 14 ) Έκτη αιτιολογική οκέψη.
( 15 ) Άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας, οε ουνδυαομό με το άρθρο 1 της απαφαοεως 92/10/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991 (ΕΕ 1992, L 6, ο. 35).
Full & Egal Universal Law Academy