ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
NIAL FENNELLY
της 16ης Νοεμβρίου 1995 ( *1 )
Εισαγωγή
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά τη γαλλική νομοθεσία περί της νηολογήσεως και της επανδρώσεως των αλιευτικών σκαφών, σκαφών αναψυχής και εμπορικών πλοίων. Θίγει ενδιαφέροντα ζητήματα σχετικά, μεταξύ άλλων, με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου όσον αφορά τις παραβάσεις μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την εφαρμογή της απαγορεύσεως διακρίσεων λόγω ιθαγενείας εντός του πεδίου εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο, συμφώνως προς το άρθρο 169 της Συνθήκης περί Ευρωπαϊκής Κοινότητας (στο εξής: Συνθήκη):
i)
να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ νόμους και άλλα μέτρα τα οποία ορίζουν αφενός ότι επιτρέπεται να νηολογούνται και να φέρουν τη γαλλική σημαία μόνο τα πλοία που ανήκουν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό σε Γάλλους υπηκόους ή σε νομικά πρόσωπα που έχουν συγκεκριμένους δεσμούς με τη Γαλλία και αφετέρου ότι το πλήρωμα πρέπει να αποτελείται, κατά ένα συγκεκριμένο ποσοστό, από Γάλλους πολίτες, παρέβη τα άρθρα 6 (περί απαγορεύσεως των διακρίσεων), 48 (περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων), 52, 58 και 221 (περί ελευθερίας εγκαταστάσεως και συμμετοχής σε εταιρίες) της Συνθήκης και τις νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν λεπτομερέστερες ρυθμίσεις για την ελεύθερη κυκλοφορία ( 1 ).
ii)
να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Απριλίου 1974 στην υπόθεση 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 2 ) (με την οποία έχει ήδη αναγνωρισθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη σχετικά με τις προϋποθέσεις ναυτολογήσεως), παρέβη το άρθρο 171 της Συνθήκης και
iii)
να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Γαλλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί τη θέση της Επιτροπής, αλλά τονίζει ότι γίνονται ενέργειες προκειμένου να ρυθμιστεί νομοθετικά το ζήτημα. Δεν διεξήχθη προφορική διαδικασία.
Ιστορικό της διαφοράς και νομοθετικό πλαίσιο
3.
Η γαλλική νομοθεσία εξαρτά το δικαίωμα των θαλασσοπλοούντων πλοίων να πλέουν υπό γαλλική σημαία από τη νηολόγηση (francisation, εγγραφή στα γαλλικά νηολόγια) ( 3 ). Για τη νηολόγηση το σκάφος πρέπει:
i)
να ανήκει (τουλάχιστον κατά το μεγαλύτερο ποσοστό) σε Γάλλους υπηκόους, οι οποίοι, εάν διαμένουν στη Γαλλία λιγότερο από έξι μήνες ετησίως, πρέπει να ορίσουν Γάλλο αντίκλητο για όλες τις διοικητικές και δικαστικές υποθέσεις σχετικά με το σκάφος
ii)
να ανήκει εξ ολοκλήρου σε εταιρία με έδρα τη Γαλλία ή σε εταιρία η οποία, ενώ έχει την έδρα της σε άλλο κράτος όπου, σύμφωνα με σύμβαση που έχει συναφθεί με τη Γαλλία, οι γαλλικές εταιρίες έχουν την άδεια να ασκούν τις δραστηριότητες τους, ορίζει Γάλλο αντίκλητο για όλες τις διοικητικές και δικαστικές υποθέσεις σχετικά με το σκάφος (σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ασχέτως προς τον τόπο της έδρας της εταιρίας, ορισμένοι διαχειριστές και διευθύνοντες σύμβουλοι ή η πλειοψηφία τους ή η πλειοψηφία των μετόχων, αναλόγως της μορφής της εταιρίας, πρέπει να είναι Γάλλοι υπήκοοι)
iii)
να ανήκει εξ ολοκλήρου σε ομάδα φυσικών και νομικών προσώπων που πληρούν τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων 1 και2
iv)
να προορίζεται να περιέλθει σε πρόσωπα των κατηγοριών 1 έως 3 μετά την άσκηση δικαιώματος προαιρέσεως για την αγορά του σκάφους κατόπιν συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως
ν)
στην περίπτωση σκάφους υπό ξένη σημαία, να έχει περιέλθει καθ' ολοκληρίαν υπό γαλλική κυριότητα, μετά από ναυάγιο σε γαλλική ακτή και επισκευές ανερχόμενες στο τετραπλάσιο τουλάχιστον του τιμήματος της πωλήσεως.
Νηολόγηση μπορεί επίσης να επιτραπεί κατόπιν συμφωνίας του Υπουργού Ναυτιλίας και του Υπουργού επί του Προϋπολογισμού:
α)
όταν το σκάφος ανήκει σε φυσικά και νομικά πρόσωπα των ανωτέρω κατηγοριών ii έως iv μόνον κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, ενώ απαιτείται να τους ανήκει εξ ολοκλήρου, υπό την προϋπόθεση ότι η διαχείριση του σκάφους ανατίθεται σε αυτούς ή σε άλλα πρόσωπα τα οποία πληρούν τις καθορισμένες προϋποθέσεις
β)
το σκάφος έχει χρονοναυλωθεί, χωρίς εξοπλισμό, από γαλλική επιχείρηση η οποία το ελέγχει, το εξοπλίζει και το διαχειρίζεται, εφόσον αυτή η αλλαγή σημαίας επιτρέπεται υπό τις περιστάσεις αυτές από το κράτος τη σημαία του οποίου έφερε αρχικώς ( 4 ).
4.
Ορισμένες γαλλικές νομοθετικές διατάξεις απαιτούν να έχουν τα πληρώματα των θαλασσοπλοούντων σκαφών τη γαλλική ιθαγένεια, σε αναλογίες που καθορίζονται με υπουργική απόφαση ( 5 ). Το άρθρο 4 του διατάγματος της 7ης Αυγούστου 1967 προβλέπει ότι (πλην ορισμένων παρεκκλίσεων που επιτρέπονται από το άρθρο 3 του νόμου του 1926) τα πληρώματα των γαλλικών σκαφών πρέπει να έχουν τη γαλλική ιθαγένεια ( 6 ). Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι η εθνική αυτή ρύθμιση αντιβαίνει προς το άρθρο 48 της Συνθήκης και το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου ( 7 ) (βλ. υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 8 )). Μια υπουργική εγκύκλιος που εκδόθηκε μετά την απόφαση αυτή προβλέπει ότι οι διατάξεις του διατάγματος αυτού δεν εφαρμόζονται σε πρόσωπα έχοντα την ιθαγένεια άλλων κρατών μελών της Κοινότητας ( 9 ).
Διαδικασία
5.
Η Επιτροπή κίνησε την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία συμφώνως προς το άρθρο 169 της Συνθήκης, απευθύνοντας στη Γαλλική Κυβέρνηση τέσσερα έγγραφα οχλήσεως, και συγκεκριμένα στις 21 Αυγούστου 1989 (περί της νηολογήσεως των σκαφών αναψυχής), στις 16 Μαΐου 1990 (περί της νηολογήσεως εκ μέρους νομικών προσώπων), στις 21 Μαΐου 1990 (περί της νηολογήσεως των αλιευτικών σκαφών και περί των προϋποθέσεων ναυτολογήσεως οι οποίες επικρίθηκαν στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 10 )) και στις 24 Απριλίου 1992 (περί της νηολογήσεως των εμπορικών σκαφών). Στα δύο πρώτα έγγραφα δεν δόθηκε απάντηση. Στο έγγραφο της 21ης Μαΐου 1990 η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε στις 30 Ιουλίου του ιδίου έτους, ζητώντας παράταση της προθεσμίας προς απάντηση με έγγραφο της 17ης Ιανουαρίου 1991, ανέφερε ότι εμμένει στην αρχή ότι πρέπει να υπάρχει πραγματικός οικονομικός σύνδεσμος μεταξύ του πλοίου και του κράτους τη σημαία του οποίου φέρει, πρόσθεσε όμως ότι είχε προγραμματιστεί αντικατάσταση των υπαρχουσών διατάξεων περί πλοιοκτησίας με προϋποθέσεις στηριζόμενες στην ιθαγένεια κοινοτικού κράτους μέλους. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως της 24ης Απριλίου 1992 στις 7 Ιουλίου 1992, αναφερόμενη σε σχέδιο νόμου το οποίο θα επέφερε την προσαρμογή του γαλλικού δικαίου προς το κοινοτικό δίκαιο στον τομέα αυτό, καθώς και στον τομέα της απασχολήσεως όσων έχουν την ιθαγένεια άλλων κρατών μελών σε πλοία που φέρουν τη γαλλική σημαία.
6.
Μη έχοντας λάβει καμία άλλη ανακοίνωση από τη Γαλλική Κυβέρνηση, ιδιαίτερα όσον αφορά τις αλλαγές στο γαλλικό νομικό καθεστώς, η Επιτροπή εξέδωσε στις 11 Οκτωβρίου 1993 ενιαία αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με τα τέσσερα έγγραφα οχλήσεως και όρισε προθεσμία δύο μηνών προς συμμόρφωση. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε με σύντομο σημείωμα της 24ης Δεκεμβρίου 1993, αναφέροντας ότι δεν κατέστη δυνατόν να συζητηθούν στη Γαλλική Βουλή οι σχεδιαζόμενες νομοθετικές μεταρρυθμίσεις. Στις 22 Ιουλίου 1994 η Γαλλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Επιτροπή αντίγραφο του σχεδίου νόμου το οποίο η Επιτροπή θεωρεί ότι θα μπορούσε, εάν ψηφιστεί, να άρει όλες τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου που επικρίνει η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση (ο σχεδιαζόμενος νόμος επιφυλάσσει τις θέσεις του πλοιάρχου και υποπλοιάρχου σε Γάλλους υπηκόους, η Επιτροπή όμως δέχεται ότι η εξαίρεση αυτή δικαιολογείται σύμφωνα με το άρθρο 48 της Συνθήκης, επειδή τα καθήκοντα των αξιωματικών αυτών περιλαμβάνουν πραγματική άσκηση δημόσιας εξουσίας). Η Επιτροπή όμως δεν έλαβε καμία περαιτέρω ανακοίνωση σχετικά με τις προταθείσες νομοθετικές αλλαγές και κίνησε την παρούσα διαδικασία συμφώνως προς το άρθρο 169 της Συνθήκης στις 22 Νοεμβρίου 1994. Η Γαλλική Κυβέρνηση κατέθεσε το υπόμνημα αντικρούσεως στις 15 Μαρτίου 1995. Με τη συναίνεση των διαδίκων το Δικαστήριο αποφάσισε, συμφώνως προς το άρθρο 44α του Κανονισμού Διαδικασίας, να μην προβεί στη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.
7.
Στο δεύτερο μέρος της προσφυγής της Επιτροπής, το οποίο αναφέρθηκε περιληπτικά στην παράγραφο 2 ανωτέρω, γίνεται επίκληση του άρθρου 171 της Συνθήκης και γίνεται ρητώς λόγος για τη μη συμμόρφωση της Γαλλικής Δημοκρατίας προς την απόφαση του Δικαστηρίου που επέκρινε τη γαλλική νομοθεσία σχετικά με τις προϋποθέσεις ναυτολογήσεως βάσει της ιθαγενείας, οι οποίες εκτέθηκαν στην παράγραφο 4 ανωτέρω. Το πρώτο μέρος της προσφυγής αφορά εν μέρει την ίδια γαλλική νομοθεσία, κάνει όμως λόγο για παράβαση διαφορετικής διατάξεως του κοινοτικού δικαίου (άρθρο 52 της Συνθήκης). Η έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (η οποία ενίοτε θα αναφέρεται στο εξής με την κοινή της ονομασία: Συνθήκη του Μάαστριχτ) με υποχρεώνει να εξετάσω αν η επελθούσα τροποποίηση του άρθρου 171 της Συνθήκης είχε επιπτώσεις επί των πτυχών αυτών της παρούσης προσφυγής.
Το ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης είναι κρίσιμο
8.
Το άρθρο 169 της Συνθήκης εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να ζητεί από το Δικαστήριο να αποφαίνεται ότι κράτος μέλος έχει παραβιάσει διάταξη του κοινοτικού δικαίου (συμπεριλαμβανομένης της Συνθήκης). Η υποχρέωση των κρατών μελών να συμμορφώνονται προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου αναφερόταν και αναφέρεται ακόμα στο άρθρο 171 της Συνθήκης. Πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση την 1η Νοεμβρίου 1993, ίσχυε και για το άρθρο αυτό ό,τι ακριβώς και για όλες τις άλλες διατάξεις της Συνθήκης που επιβάλλουν υποχρεώσεις στα κράτη μέλη. Καμιά ειδική διαδικασία δεν προβλεπόταν για τον εξαναγκασμό των κρατών μελών σε εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής και η Επιτροπή ασκούσε προσφυγή βάσει του άρθρου 169 όπως ακριβώς και για όλες τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου ( 11 ). Το άρθρο 171 τώρα περιλαμβάνει μια ξεχωριστή διαδικασία στην παράγραφο 2 για τις προσφυγές λόγω παραλείψεως προς συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου.
9.
Το άρθρο 171 της Συνθήκης, όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ορίζει πλέον τα εξής:
«1.
Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωση του εκ της παρούσας Συνθήκης, το κράτος αυτό οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
2.
Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έλαβε τα προαναφερόμενα μέτρα, συντάσσει, αφού παράσχει σ' αυτό το κράτος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, αιτιολογημένη γνώμη, διευκρινίζοντας τα σημεία στα οποία το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου.
Εάν το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία που όρισε η Επιτροπή, τότε η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα το ύψος του κατ' αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που οφείλει να καταβάλει το κράτος μέλος και το οποίο η Επιτροπή κρίνει κατάλληλο για την περίσταση.
Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του, μπορεί να του επιβάλει την καταβολή κατ' αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής.
Η διαδικασία αυτή δεν θίγει το άρθρο 170.»
10.
Η δεύτερη παράγραφος που προστέθηκε στο άρθρο 171 της Συνθήκης αντιγράφει από πολλές απόψεις τη διαδικασία του άρθρου 169: προβλέπει κοινοποίηση προς υποβολή παρατηρήσεων και αιτιολογημένη γνώμη που καθορίζει προθεσμία για τη συμμόρφωση του κράτους μέλους πριν από τη φάση της ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό στοιχείο της νέας αυτής διατάξεως είναι οι ρόλοι που προβλέπει για την Επιτροπή η οποία προτείνει και για το Δικαστήριο το οποίο επιβάλλει οικονομικής φύσεως κύρωση στο κράτος μέλος ( 12 ). Σκοπός της είναι σαφώς να προτρέπονται τα κράτη σε συμμόρφωση με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. 'Ενα δύστροπο κράτος μέλος θα έχει πολλές ευκαιρίες να τηρήσει τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου, πρώτον μέσω της διαδικασίας του άρθρου 169, προ της εκδόσεως αποφάσεως, και κατόπιν μέσω του άρθρου 171, παράγραφος 2, μετά την έκδοση της αποφάσεως.
11.
Το ερώτημα το οποίο πρέπει, κατά την άποψη μου, να τεθεί είναι εάν η Επιτροπή έπρεπε να έχει χρησιμοποιήσει τη νέα αυτή διαδικασία του άρθρου 171 της Συνθήκης και όχι, όπως έπραξε, την παραδοσιακή διαδικασία του άρθρου 169. Αφενός, η απόφαση του Δικαστηρίου, η εκτέλεση της οποίας είναι το επίμαχο εν προκειμένω ζήτημα και η οποία εκδόθηκε στις 4 Απριλίου 1974, είναι προγενέστερη της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προγενέστερα είναι και το έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής και η αιτιολογημένη της γνώμη (21 Μαΐου 1990 και 11 Οκτωβρίου 1993 αντιστοίχως). Αφετέρου, η ταχθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμία προς συμμόρφωση έληξε στις 11 Δεκεμβρίου 1993 και το Δικαστήριο επελήφθη της προσφυγής στις 22 Δεκεμβρίου 1994, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης.
12.
Εφόσον δεν έχει τεθεί το ζήτημα αν η Επιτροπή εξακολουθεί να μπορεί να κάνει χρήση του άρθρου 169 της Συνθήκης, σε περίπτωση κατά την οποία μπορεί να υποστηριχθεί ότι εφαρμόζεται το άρθρο 171, παράγραφος 2, πρέπει να εξετάσω εάν θα το αναλύσω κατά την ανάπτυξη των προτάσεων μου προς το Δικαστήριο ( 13 ). Εάν έχει επηρεαστεί η αρμοδιότητα της Επιτροπής κατόπιν της τροποποιήσεως του άρθρου 171, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου έχει επηρεαστεί εξίσου. Το Δικαστήριο δεν αποκτά αρμοδιότητα απλώς και μόνον χάρη στη συμφωνία των μερών ( 14 ). Το Δικαστήριο μπορεί να εξετάζει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως, όπως καθίσταται σαφές από το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας-περαιτέρω, προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι τα ζητήματα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου είναι ζητήματα δημοσίας τάξεως και πρέπει να εξετάζονται ( 15 ). Το Δικαστήριο απορρίπτει επίσης αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες τις προσφυγές στις οποίες δεν έχει τηρηθεί η προσήκουσα διαδικασία (συχνά προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή δεσμευτικών προθεσμιών ή άλλων προϋποθέσεων επί υποθέσεως η οποία έχει αχθεί προσηκόντως ενώπιον του ( 16 )). Συνεπώς το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει το θέμα του απαραδέκτου όταν γίνεται χρήση άλλης διαδικασίας από την υποχρεωτικά προβλεπόμενη από τις Συνθήκες για τέτοια υπόθεση και, κατά μείζονα λόγο, όταν μπορεί να προκύψουν για τους διαδίκους σημαντικά διαφορετικές συνέπειες από τη χρήση αυτής ή της άλλης διαδικασίας ( 17 ).
13.
Πρέπει συνεπώς να θέσω το ερώτημα εάν η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης είναι υποχρεωτική επί υποθέσεων στις οποίες επιδιώκεται να εφαρμοστεί το άρθρο 171, παράγραφος 1, ή εάν η Επιτροπή μπορεί να συνεχίσει, κάνοντας χρήση της διακριτικής της ευχέρειας ή σε υποθέσεις που εμπίπτουν στο μεταβατικό στάδιο, να κινεί στις υποθέσεις αυτές τη διαδικασία του άρθρου 169. Πιστεύω ότι η χρήση της νέας διαδικασίας του άρθρου 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης είναι υποχρεωτική στις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται, επειδή τώρα προβλέπεται συγκεκριμένη διαδικασία, η οποία, σύμφωνα με τις συνήθεις ερμηνευτικές αρχές, παρεκκλίνει από κάθε διάταξη γενικότερης εφαρμογής κατά το μέτρο που είναι ασυμβίβαστες ( 18 ). Το ασυμβίβαστο αυτό προκύπτει από τον επιτακτικό χαρακτήρα της διατυπώσεως της πρώτης περιόδου του άρθρου 171, παράγραφος 2. Η διατύπωση αυτή (που εμφανίζεται επίσης στη δεύτερη περίοδο) προϋποθέτει, κατά τη γνώμη μου, ότι έχουν γίνει ορισμένα διαβήματα πριν η Επιτροπή ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 171, παράγραφος 2: η Επιτροπή πρέπει να παράσχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του πρέπει να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη και μεταγενέστερα, εάν κάνει χρήση της διακριτικής της ευχέρειας να προσφύγει στο Δικαστήριο, η Επιτροπή πρέπει να προσδιορίσει το ύψος του κατ' αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που κρίνει ενδεδειγμένο, ανάλογα με τις περιστάσεις. Όπως θα δούμε, η δυνατότητα επιβολής τέτοιων κυρώσεων μπορεί να επηρεάσει τα δύο πρώτα στάδια.
14.
Η άποψη αυτή δεν αντιφάσκει προς την παρεμφερή επιτακτική διατύπωση του άρθρου 169. Το άρθρο 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης αφορά συγκεκριμένα την παράλειψη κράτους μέλους να λάβει μέτρα για να συμμορφωθεί προς απόφαση του Δικαστηρίου και απαιτεί από την Επιτροπή να ακολουθεί τη διαδικασία του όταν στρέφεται κατά τέτοιας παραλείψεως. Όπως αναφέρεται στην τέταρτη περίοδο του άρθρου 171, παράγραφος 2, η νέα αυτή διαδικασία «δεν θίγει το άρθρο 170», διάταξη γενικής εφαρμογής, ενώ δεν γίνεται καμία ανάλογη μνεία του άρθρου 169. Κατά συνέπεια, ενώ το άρθρο 171, παράγραφος 2, προβλέπει ρητώς ότι εξακολουθεί να υφίσταται η δυνατότητα των κρατών μελών να ασκούν προσφυγή κατά κράτους μέλους συμφώνως προς γενική διάταξη, χωρίς την επιβολή χρηματικών κυρώσεων, υπονοείται ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει τέτοια ευχέρεια βάσει του άρθρου 169. Έπεται ότι η διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 171, παράγραφος 2, πρέπει πλέον να χρησιμοποιείται σε κάθε υπόθεση στην οποία η Επιτροπή ζητεί την εφαρμογή του άρθρου 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης ( 19 ). Παρ' όλα αυτά, η γενική αυτή αρχή επιδέχεται, κατά την άποψη μου, μια εξαίρεση, όσον αφορά τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο μεταβατικό στάδιο, όπως η παρούσα, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω.
15.
Κατά τη γνώμη μου, από τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της νέας διαδικασίας του άρθρου 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης απορρέει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να ασκήσει νέα προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 169 κατά του οικείου κράτους μέλους, στηριζόμενη στις διατάξεις του ουσιαστικού κοινοτικού δικαίου οι οποίες αποτελούσαν ήδη το αντικείμενο προγενέστερης αποφάσεως. Εν απουσία μεταβολής των πραγματικών περιστατικών, η υπάρχουσα απόφαση του Δικαστηρίου αναγνωρίζει την παράβαση αυτή και θα ήταν περιττό να ζητηθεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί εκ νέου επ' αυτού. Το Δικαστήριο αρνείται να αναγνωρίσει αυτό ακριβώς που έχει ήδη αναγνωρίσει με προγενέστερη απόφαση η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου ( 20 ). Η άσκηση νέας προσφυγής βάσει του άρθρου 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης δικαιολογείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την απόφαση του Δικαστηρίου, παρέβη εκ νέου τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
16.
Παρ' όλα αυτά, η Επιτροπή και το Δικαστήριο ενδιαφέρονται πρωτίστως για τη διασφάλιση της τηρήσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλει η Συνθήκη και όχι για το ίδιο το περιεχόμενο της συνιστώσας την παράβαση εθνικής διατάξεως, πρακτικής ή παραλείψεως. Συνεπώς, πιστεύω ότι, ακόμη και όταν κράτος μέλος έχει καταστεί αποδέκτης αποφάσεως του Δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώθηκε ότι έχει παραβεί μια συγκεκριμένη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη, η Επιτροπή εξακολουθεί να μπορεί να επικαλείται άλλες υποχρεώσεις εκ της Συνθήκης, όταν ασκεί προσφυγή βάσει του άρθρου 169 όσον αφορά την ίδια εθνική διάταξη, πρακτική ή παράλειψη. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν ενεργεί καθ' υπέρβαση εξουσίας, όταν υποβάλλει στην κρίση του Δικαστηρίου το μέρος αυτό του πρώτου τμήματος της προσφυγής της, το οποίο αφορά τις προϋποθέσεις ναυτολογήσεως της γαλλικής νομοθεσίας που χαρακτηρίστηκαν παράνομες με την απόφαση του 1974, αφού επικαλείται το ασυμβίβαστο των προϋποθέσεων αυτών προς άλλες διατάξεις της Συνθήκης ( 21 ).
17.
Πρέπει τώρα να θέσω το ερώτημα εάν η διαδικασία του άρθρου 171, παράγραφος 2, τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις μη εκτελέσεως αποφάσεων του Δικαστηρίου οι οποίες έχουν εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν η απάντηση είναι αρνητική, η υποχρεωτική εφαρμογή της διαδικασίας αυτής (για την εκτέλεση μόνον εκείνων των αποφάσεων που εκδόθηκαν μετά την 1η Νοεμβρίου 1993) είναι αλυσιτελής υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως. Συντάσσομαι με την άποψη που υιοθέτησε ένας τουλάχιστον σχολιαστής, ότι δηλαδή η δυνατότητα επιβολής χρηματικών κυρώσεων σύμφωνα με τη νέα διαδικασία δεν εφαρμόζεται στις υποθέσεις αυτές, βάσει των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της μη αναδρομικότητας των νόμων ( 22 ). Πρόκειται για γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες εφαρμόζονται ιδιαιτέρως επί της μη αναδρομικής επιβολής ποινικών κυρώσεων ( 23 ), αλλά απαγορεύουν επίσης (εκτός δικαιολογημένων εξαιρέσεων) την αναδρομική ισχύ μέτρων αστικής φύσεως ( 24 ). Με την επιφύλαξη επ' αυτού του σημαντικού σημείου, πιστεύω πάντως ότι η διαδικασία εφαρμόζεται στις προσφυγές λόγω μη συμμορφώσεως προς αποφάσεις δυνάμενες να κληθούν αποφάσεις προ-Μάαστριχτ, αρκεί η προσήκουσα διαδικασία προ της ασκήσεως της προσφυγής να έχει τηρηθεί σε σχέση με κάθε χρονική περίοδο μετά-Μάαστριχτ την οποία αφορά η μη συμμόρφωση ( 25 ).
18.
Η υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 171, παράγραφος 1, δεν μεταβλήθηκε, ούτως ώστε δεν τίθεται θέμα νέας πρωτογενούς υποχρεώσεως των κρατών μελών. Πάντως τους επιβάλλεται μια νέα δυνητική υποχρέωση, ήτοι να καταβάλουν κατ' αποκοπήν ποσό ή χρηματική ποινή στην περίπτωση κατά την οποία παραλείψουν να εκπληρώσουν την πρωτογενή αυτή υποχρέωση. Κατά την άποψη μου, είναι αρκετά σαφές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει χρηματική ποινή σε σχέση με προγενέστερη της 1ης Νοεμβρίου 1993 χρονική περίοδο μη συμμορφώσεως προς απόφαση. Κάθε κύρωση που επιβάλλεται σε κράτος μέλος συμφώνως προς το άρθρο 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης για συνεχιζόμενη παράβαση του άρθρου 171, παράγραφος 1, πρέπει να αφορά μόνο τον μετά την 1η Νοεμβρίου 1993 χρόνο. Είμαι βέβαιος ότι η Επιτροπή θα λαμβάνει υπόψη της τις αρχές αυτές, όταν θα προσδιορίζει στο Δικαστήριο το ύψος του κατ' αποκοπήν ποσού ή της χρηματικής ποινής που θεωρεί ότι πρέπει να καταβάλει, ανάλογα με τις περιστάσεις, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Εντούτοις, είμαι πεπεισμένος ότι η εξουσία της Επιτροπής να προσφεύγει κατά των κρατών μελών για κάθε μετά-Μάαστριχτ περίοδο μη συμμορφώσεως προς οποτεδήποτε εκδοθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου απορρέει, μετά την 1η Νοεμβρίου 1993, από το άρθρο 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης και όχι από το άρθρο 169, ανεξαρτήτως του αν το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει χρηματική ποινή για προγενέστερες περιόδους μη συμμορφώσεως.
19.
Ενόψει ακριβώς των προεκτεθέντων, πρέπει τώρα να εξετάσω εάν η άλλως υποχρεωτική εφαρμογή του άρθρου 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης σε υποθέσεις όπως η παρούσα αποκλείεται από τα ιδιαίτερα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν συνοπτικά στην παράγραφο 11.
20.
Κατ' αρχάς θα κάνω μια προεισαγωγική παρατήρηση σχετικά με το γεγονός ότι το κείμενο του άρθρου 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης είναι, από μία άποψη, σαφώς πιο επιτακτικό από ό,τι το άρθρο 169, καθόσον απαιτεί από την Επιτροπή να διευκρινίσει στην αιτιολογημένη της γνώμη τα σημεία στα οποία το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έχει συμμορφωθεί προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Εντούτοις, μολονότι το άρθρο 169 δεν αναφέρει κατά πόσον η Επιτροπή πρέπει να προσδιορίσει την παράλειψη του κράτους μέλους να εκπληρώσει υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη, στην πράξη το άρθρο αυτό έχει ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτείται η Επιτροπή να προβεί σε συστηματική έκθεση των λόγων που την οδήγησαν στην πεποίθηση αυτή ( 26 ). Οι προϋποθέσεις και των δύο άρθρων είναι συνεπώς ταυτόσημες ως προς αυτό και, κατά την άποψη μου, η Επιτροπή έχει συμμορφωθεί προς αυτές στην παρούσα υπόθεση.
21.
Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει με σαφήνεια ότι οι παράμετροι της προσφυγής του άρθρου 169 καθορίζονται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία ( 27 ). Όπως το Δικαστήριο έκρινε προσφάτως στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας, «το νομότυπο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας συνιστά ουσιώδη εγγύηση που παρέχει η Συνθήκη όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους, αλλά και για να εξασφαλιστεί ότι η διαδικασία που θα κινηθεί ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά» ( 28 ). Η αρχή ότι το αντικείμενο μιας διαφοράς πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής φάσεοως ισχύει τόσο για το χρονικό όσο και για το ουσιαστικό πεδίο της υποθέσεως, αν και με διαφορετικό τρόπο.
22.
Η διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής κατά το άρθρο 169 αποτελεί μια τομή στη διαδικασία αυτή. Πριν από τη διατύπωση της γνώμης ενδέχεται να έχουν υποβληθεί καταγγελίες κατά κράτους μέλους από έναν ιδιώτη ή από άλλο κράτος μέλος ή να έχουν διεξαχθεί αυτοτελείς έρευνες της Επιτροπής. Ό, τι και αν έχει προηγηθεί, η Επιτροπή κάνει το πρώτο βήμα, καλώντας το εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε εδώ τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες το κράτος μέλος είτε δίδει παραχρήμα μια πειστική και οριστική απάντηση είτε συμμορφούται αμέσως.
Θα θεωρήσουμε ως δεδομένη τη μη συμμόρφωση. Το επόμενο στάδιο για την Επιτροπή είναι να λάβει θέση με την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης. Διατυπώνει τις αιτιάσεις της, ζητεί άρση της παραβάσεως και τάσσει προθεσμία. Η αντίδραση του κράτους μέλους συνίσταται συχνά σε αδράνεια. Μπορεί να αμφισβητήσει ευθέως τους ισχυρισμούς της Επιτροπής ή να επιδοθεί σε μια από τις ποικίλες μορφές χρονοτριβής, οι οποίες απαντούν συχνά στη νομολογία.
23.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί — παρ' όλο που δεν είναι υποχρεωμένη — να ασκήσει προσφυγή επικαλούμενη τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κατά το άρθρο 169. Εντούτοις, το κράτος μέλος μπορεί να προβεί σε μια ενέργεια την οποία θεωρώ αποφασιστική για την ερμηνεία του άρθρου 169. Μπορεί να επιλέξει να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός της προθεσμίας που του έχει τάξει η Επιτροπή. Η εξουσία της Επιτροπής να «προσφύγει στο Δικαστήριο» προκύπτει μόνον όταν το κράτος μέλος παραλείπει να συμμορφωθεί εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας, η οποία λειτουργεί σαν περίοδος χάριτος για το κράτος μέλος, το οποίο έχει έτσι τη δυνατότητα να στερήσει από την Επιτροπή την εξουσία της και από το Δικαστήριο την αρμοδιότητα του. Κατά συνέπεια, η αιτιολογημένη γνώμη, κατά την ημέρα της εκδόσεως της, προσδιορίζει αφενός την παράβαση του κοινοτικού δικαίου η οποία πρέπει να αρθεί και αφετέρου τη σχετική προθεσμία και συνεπώς καθορίζει το αντικείμενο οποιασδήποτε μεταγενέστερης προσφυγής βάσει του άρθρου 169. Εάν το κράτος μέλος συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του μετά την εκπνοή της προθεσμίας, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει την αρμοδιότητα να εκδικάσει την προσφυγή της Επιτροπής, όσον αφορά τις παραβάσεις των υποχρεώσεων του πριν από την ημερομηνία εκδόσεως της αιτιολογημένης γνώμης. Το γεγονός αυτό περιορίζει τη δυνατότητα άρσεως της παραβάσεως εντός της τασσομένης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και λειτουργεί ως στοιχείο εξισορροπήσεως μεταξύ της δυνατότητας που παρέχεται στο καθού κράτος με την προθεσμία αυτή και του συμφέροντος προς συνέχιση της προσφυγής, ακόμη και μετά την εκπρόθεσμη συμμόρφωση, προκειμένου να καθοριστεί η ευθύνη που ενδέχεται να βαρύνει ένα κράτος μέλος έναντι άλλων κρατών μελών, της Κοινότητας ή ιδιωτών συνεπεία της παραβάσεως του ( 29 ).
24.
Ομολογώ ότι η διατύπωση των αποφάσεων και προτάσεων των γενικών εισαγγελέων μπορεί μερικές φορές να είναι διφορούμενη όσον αφορά το ακριβές χρονικό σημείο της συγκεκριμενοποιήσεως του αντικειμένου της διαφοράς κατά το άρθρο 169. Παραδείγματος χάριν, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη παραβάσεως «πρέπει να εκτιμάται κατά την ημερομηνία λήξεως της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας» ( 30 ). Ο γενικός εισαγγελέας Reischl παρατήρησε, χρησιμοποιώντας παρόμοια διατύπωση, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας, ότι «το αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι δυνατόν να διευρυνθεί μετά το πέρας της προκαταρκτικής αυτής διαδικασίας» ( 31 ). Αυτό έρχεται ενδεχομένως σε αντίθεση με την κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι ένα νομοσχέδιο δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο της δίκης, διότι διαβιβάστηκε στην Επιτροπή «μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης της» ( 32 ). Υπάρχει κάποια αντιφατικότητα, εκτός αν το τέλος ή η περάτωση της προκαταρκτικής διαδικασίας χαρακτηρίζεται από τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης και όχι από την πάροδο της σχετικής προθεσμίας (άποψη η οποία είναι αβάσιμη και αντικρούεται από το γαλλικό κείμενο του ανωτέρω παρατεθέντος χωρίου της αποφάσεως επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Γερμανίας). Εντούτοις, οι αποφάσεις, εδάφια των οποίων παρέθεσα, αφορούσαν περιπτώσεις στις οποίες το ζήτημα εάν τα χρονικά όρια της υποθέσεως καθορίζονται από τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης ή την πάροδο της προθεσμίας δεν ήταν κρίσιμο. Στις υποθέσεις εκείνες επρόκειτο για απόπειρες (οι οποίες ματαιώθηκαν από το Δικαστήριο) μεταβολής του ουσιαστικού αντικειμένου της προσφυγής μετά την πάροδο της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας — στην πρώτη περίπτωση από το κράτος μέλος, που προσπαθούσε να στηριχτεί σε μεταγενέστερη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του, στη δεύτερη από την Επιτροπή, που προσπαθούσε να διευρύνει το αντικείμενο της προσφυγής, ώστε να περιλάβει το νομοσχέδιο που αναφέρθηκε ανωτέρω ( 33 ). Στην παρούσα υπόθεση, αν τα χρονικά όρια της παραβάσεως που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής καθορίζονταν στο τέλος και όχι στην αρχή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, τούτο θα μπορούσε να έχει σημαντικές συνέπειες. Τελικά, συμφωνώ με την κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας ότι ο χρόνος διατυπώσεως της αιτιολογημένης γνώμης αντιπροσωπεύει το πλέον εύλογο σημείο για τον καθορισμό των χρονικών ορίων της παραβάσεως που αποτελεί αντικείμενο οποιασδήποτε επακόλουθης προσφυγής της Επιτροπής.
25.
Υπάρχουν πολλές υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι το αντικείμενο της διαφοράς οριοθετείται χρονικά οριστικώς με το έγγραφο οχλήσεως και όχι με την αιτιολογημένη γνώμη. Οι υποθέσεις αυτές αφορούν είτε επαναλαμβανόμενες σε ετήσια βάση παραβάσεις, παραδείγματος χάριν υποχρεώσεων πληρωμής που απορρέουν από την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών ( 34 ), είτε παραβάσεις μιας γενικής υποχρεώσεως, το διαχρονικό πεδίο των οποίων υποστηρίζεται ότι διευρύνεται σε συνάρτηση προς τη διεύρυνση του πεδίου της υποχρεώσεως ( 35 ). Σε αυτές τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι γενικευμένοι ισχυρισμοί στην προσφυγή της Επιτροπής σχετικά με την παράβαση της οικείας υποχρεώσεως δεν μπορούν να επεκτείνονται σε παρεμφερείς παραβάσεις που τελέστηκαν, κατά την Επιτροπή, μετά την κοινοποίηση του εγγράφου οχλήσεως στο εν λόγω κράτος μέλος, διότι αυτό θα έθιγε τα δικαιώματα του καθού. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν η παρούσα υπόθεση ενέπιπτε σε μία από τις δύο αυτές κατηγορίες (πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει), οι υποθέσεις αυτές θα επιβεβαίωναν απλώς ότι το αντικείμενο της διαφοράς είχε συγκεκριμενοποιηθεί πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση.
26.
Εξάλλου, το Δικαστήριο αναγνώρισε, όταν συνέτρεχαν ακόμα πιο εξαιρετικές περιστάσεις, τη δυνατότητα διευρύνσεως της διαφοράς, ώστε να καλυφθούν περιστατικά μεταγενέστερα της διατυπώσεως της αιτιολογημένης γνώμης ή της παρόδου της σχετικής προθεσμίας, εφόσον είναι «της ίδιας φύσεως με εκείνα τα οποία αφορούσε η γνώμη αυτή και (...) συνιστούσαν ίδια συμπεριφορά» ( 36 ). Αυτή η δυνατότητα διευρύνσεως των χρονικών ορίων του αντικειμένου της διαφοράς πρέπει να ερμηνεύεται στενά, νομίζω όμως ότι πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής καταρχήν σε υποθέσεις συνεχιζόμενης παραλείψεως θεσπίσεως των απαραίτητων μέτρων προς συμμόρφωση με απόφαση του Δικαστηρίου, παραλείψεως που συνιστά παράβαση του άρθρου 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Εφόσον δεν υπάρχει μεταβολή στα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, τα δικαιώματα του καθού δεν βλάπτονται από ισχυρισμούς που βασίζονται σε συνεχιζόμενες ομοειδείς πράξεις ή παραλείψεις μετά τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης. Στις περιπτώσεις αυτές, το κράτος μέλος το οποίο δεν επωφελείται της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη περιόδου χάριτος για να ρυθμίσει τις υποχρεώσεις του ενδέχεται να αντιμετωπίσει απόφαση του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει την παράβαση του για ολόκληρο τον χρόνο που εκτείνεται μέχρι την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής (ή μέχρι την ημερομηνία της τελικής συμμορφώσεως, εάν αυτό συμβεί νωρίτερα).
27.
Η εξαιρετική αυτή δυνατότητα ισχύει τώρα για τις προσφυγές που ασκεί η Επιτροπή βάσει του άρθρου 171, παράγραφος 2, προς εφαρμογήν του άρθρου 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης, όπως ακριβώς ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης του Μάαστριχτ για τις προσφυγές με το ίδιο αντικείμενο βάσει του άρθρου 169. Πάντως, η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων όσον αφορά συνεχιζόμενες παραβάσεις μετά την 1η Νοεμβρίου 1993 διαφοροποιεί τη νέα αυτή διαδικασία. Πιστεύω ότι η αιτιολογημένη γνώμη του άρθρου 169 στην παρούσα υπόθεση είναι απρόσφορη για να αποτελέσει τη βάση προσφυγής η οποία αφορά, έστω και εν μέρει, μια περίοδο μη συμμορφώσεως που απεκάλεσα μετά-Μάαστριχτ και η οποία μπορεί συνεπώς να καταλήξει στην επιβολή κυρώσεων: εν όψει των δικαιωμάτων άμυνας του κράτους μέλους και της ασφάλειας δικαίου, η δυνατότητα επιβολής κυρώσεων πρέπει να κοινοποιηθεί στο εν λόγω κράτος μέλος (έστω και μόνο με τη μνεία του άρθρου 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης) ( 37 ). Εάν η Επιτροπή είχε επιδιώξει με την προσφυγή της να συμπεριλάβει στο αντικείμενο της παρούσας διαφοράς ισχυρισμούς για συνεχιζόμενη παράβαση του άρθρου 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης μετά-Μάαστριχτ, θα ήμουν αναγκασμένος να προτείνω την απόρριψη του μέρους αυτού της προσφυγής ως απαραδέκτου. Πάντως, δεδομένου ότι η προσφυγή έχει διατυπωθεί γενικώς, προτιμώ να θεωρήσω ότι αναφέρεται μόνο στην περίοδο μέχρι τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης στις 11 Οκτωβρίου 1993 και ότι η Επιτροπή δεν έχει την πρόθεση να στηριχθεί επί της δυνατότητας της κατ' εξαίρεση διευρύνσεως του χρονικού πεδίου των προσφυγών λόγω παραβάσεως, ώστε να καλυφθούν και περίοδοι μετά την ημερομηνία αυτή. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, η υπόθεση αφορά μόνον τις φερόμενες ως παραβάσεις του άρθρου 171, παράγραφος 1, που τελέστηκαν πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993 και δεν τίθεται θέμα επιβολής κυρώσεων.
28.
Συνεπώς, επειδή το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής είχε συγκεκριμενοποιηθεί πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, πιστεύω ότι το άρθρο 169 της Συνθήκης ήταν η ορθή βάση για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου, ακόμη και μετά την 1η Νοεμβρίου 1993. Το άρθρο 169 καθόριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο την αρμοδιότητα της Επιτροπής και την πρόσφορη διαδικασία για την υποβολή των σχετικών ζητημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν και κατέληξα ανωτέρω ότι το καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής του άρθρου 169 μειώθηκε σιωπηρώς με την προσθήκη στη Συνθήκη του άρθρου 171, παράγραφος 2, είμαι της γνώμης ότι η μεταβολή αυτή θα πρέπει να επέλθει στο μέλλον μόνον: κατά πάσα πιθανότητα, από τη διατύπωση αιτιολογημένων γνωμών σε τέτοιες υποθέσεις μετά την 1η Νοεμβρίου 1993 (ή ενδεχομένως από την κοινοποίηση του εγγράφου οχλήσεως σε υποθέσεις όπως αυτές που αναφέρθηκαν στην παράγραφο 24 ανωτέρω). Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστούν ανενεργοί όλες οι προσφυγές λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης επί των οποίων η αιτιολογημένη γνώμη διατυπώθηκε πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993, αλλά των οποίων το Δικαστήριο επιλήφθηκε μετά την ημερομηνία αυτή. Θα ήταν αντίθετο προς τους στόχους του νέου άρθρου 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης εάν το αποτέλεσμα της προσθήκης του άρθρου αυτού ήταν, έστω και για ένα μικρό αριθμό υποθέσεων που εμπίπτουν στο μεταβατικό στάδιο, η υπονόμευση των προσπαθειών της Επιτροπής να διασφαλίζει τη συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου.
29.
Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης ήταν η μόνη προσήκουσα βάση για την έναρξη της διαδικασίας ασκήσεως προσφυγής στην παρούσα υπόθεση, επειδή το Δικαστήριο επιλήφθηκε μετά την 1η Νοεμβρίου 1993, θα προέτεινα, επικουρικά, να θεωρηθεί ότι η προσφυγή ασκήθηκε επ' αυτής της βάσεως. Αν εξαιρεθεί το ζήτημα των πυρώσεων, τα άρθρα 169 και 171, παράγραφος 2, συνιστούν, όσον αφορά τις διαδικαστικές τους προϋποθέσεις ( 38 ) και τις δυνητικές τους συνέπειες (εμφανέστερα από ό,τι στην υπόθεση Chevalley κατά Επιτροπής) «μία και την αυτή μέθοδο προσφυγής» ( 39 ). Επειδή το ζήτημα της επιβολής κυρώσεων δεν τίθεται σε υπόθεση που αφορά καθ' ολοκληρίαν παραβάσεις του άρθρου 171, παράγραφος 1, που τελέστηκαν πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993 και δεν υπάρχει προσβολή των δικαιωμάτων του καθού και η διαπίστωση περί απαραδέκτου θα ήταν αντίθετη προς το γενικό συμφέρον της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
30.
Καταλήγω στο ότι το άρθρο 171, παράγραφος 2, προβλέπει μια υποχρεωτική διαδικασία για την εφαρμογή του άρθρου 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης στις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή έχει διατυπώσει την αιτιολογημένη γνώμη της μετά την 1η Νοεμβρίου 1993. Πάντως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις στα κράτη μέλη όσον αφορά τις πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993 περιόδους μη συμμορφώσεως προς αποφάσεις του Δικαστηρίου. Συνεπώς το άρθρο 169 της Συνθήκης προβλέπει την προσήκουσα διαδικασία για την εφαρμογή του άρθρου 171, παράγραφος 1, όταν η αιτιολογημένη γνώμη διατυπώθηκε και το αντικείμενο της προσφυγής καθορίστηκε, συνακολούθως, πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993. Περαιτέρω, ακόμη και όταν για τον εξαναγκασμό του κράτους μέλους να εκτελέσει την απόφαση του Δικαστηρίου εφαρμόζεται το άρθρο 171, παράγραφος 2, της Συνθήκης, το άρθρο 169 μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς απόδειξη της παραβάσεως άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους της εθνικής διατάξεως, πρακτικής ή παραλείψεως η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο της προγενέστερης αποφάσεως. Στην παρούσα υπόθεση, η προσφυγή της Επιτροπής είναι επομένως παραδεκτή, καθόσον με αυτήν ζητούνται η εφαρμογή του άρθρου 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης και η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή πατά Γαλλίας ( 40 ), καθώς και η έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι οι γαλλικές διατάξεις περί της ιθαγενείας των πληρωμάτων των πλοίων είναι αντίθετες προς άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου εκτός αυτών των οποίων είχε γίνει επίκληση στην απόφαση εκείνη (δηλαδή των διατάξεων περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως). Δεν τίθεται θέμα απαραδέκτου όσον αφορά τις άλλες πτυχές της υποθέσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων επί της ουσίας
31.
Παρ' όλον που το γαλλικό δίκαιο δεν διακρίνει συναφώς, η Επιτροπή, κατά την προβολή των στηριζομένων στο κοινοτικό δίκαιο επιχειρημάτων της κατά του γαλλικού νομικού καθεστώτος νηολογήσεως, προέβη στη διάκριση μεταξύ σκαφών που χρησιμοποιούνται για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και σκαφών που δεν χρησιμοποιούνται προς τον σκοπό αυτό.
i) Σκάφη που χρησιμοποιούνται για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας
32.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το γαλλικό καθεστώς νηολογήσεως αντιβαίνει προς τα άρθρα 6, 52, 58 και 221 της Συνθήκης, καθόσον αφορά σκάφη που χρησιμοποιούνται για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας. Η Επιτροπή στηρίζεται πρωτίστως στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Factortame κ.λπ. (Factortame ΙΙ) ( 41 ). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο αποφάσισε ότι, στις περιπτώσεις που η χρήση σκάφους για οικονομικούς σκοπούς απαιτεί ο επιχειρηματίας να έχει μόνιμη εγκατάσταση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η νηολόγηση του σκάφους συνεπάγεται την τήρηση των κανόνων σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως απαγορεύονται συνεπώς οι διατάξεις περί νηολογήσεως οι οποίες δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ προσώπων λόγω ιθαγένειας: συγκεκριμένα, οι διατάξεις νηολογήσεως, οι οποίες απαιτούν οι πλοιοκτήτες ή ναυλωτές των σκαφών να έχουν ορισμένη ιθαγένεια ή, εάν πρόκειται για εταιρία, οι μέτοχοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι να έχουν, σε ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό, την ιθαγένεια αυτή, είναι συνεπώς αντίθετες προς το άρθρο 52 της Συνθήκης. Οι διατάξεις αυτές, που αφορούν εταιρίες, είναι επίσης αντίθετες προς το άρθρο 221 της Συνθήκης, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να παρέχουν στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών την ίδια μεταχείριση όπως και στους υπηκόους τους, σχετικά με τη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58. Οι διατάξεις που εξαρτούν τη νηολόγηση από την προϋπόθεση διαμονής στο κράτος μέλος όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα είναι επίσης αντίθετες προς το άρθρο 52, καθώς και οι διατάξεις περί υποχρεωτικής εγκαταστάσεως του κέντρου διευθύνσεως και ελέγχου του σκάφους στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, καθόσον αποκλείουν τη λειτουργία δευτερεύουσας εγκαταστάσεως βάσει των οδηγιών που δίδονται από την κύρια εγκατάσταση, η οποία βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος ( 42 ). Η Επιτροπή προσθέτει ότι η προϋπόθεση να έχουν οι εταιρίες την έδρα τους στη Γαλλία συνιστά εμπόδιο στην εγκατάσταση εκεί πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιριών, με σκοπό τη διαχείριση εμπορικού σκάφους, και είναι αντίθετη προς το άρθρο 58 της Συνθήκης.
33.
Όσον αφορά τα αλιευτικά σκάφη, η Επιτροπή υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την αρμοδιότητα των κρατών μελών να καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να εκμεταλλεύονται τις αλιευτικές τους ποσοστώσεις, σημειώνοντας ότι η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής πρέπει να συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο. Καίτοι ένα κράτος μέλος μπορεί να θέσει την προϋπόθεση ότι τα σκάφη που επιτρέπεται να κάνουν χρήση των αλιευτικών του ποσοστώσεων πρέπει να έχουν έναν «πραγματικό οικονομικό σύνδεσμο» προς αυτό, οι στόχοι του συστήματος ποσοστώσεων της Κοινότητος επιτρέπουν ο απαιτούμενος σύνδεσμος να αφορά μόνον τις σχέσεις μεταξύ των αλιευτικών δραστηριοτήτων των σκαφών αυτών και των τοπικών πληθυσμών που εξαρτώνται από την αλιεία και τις σχετικές βιομηχανίες ( 43 ). Είναι σαφές από τη νομολογία ότι οι εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν προϋποθέσεις ιθαγενείας ή κατοικίας όσον αφορά την πλοιοκτησία ή διαχείριση (ή επάνδρωση) των αλιευτικών σκαφών δεν έχουν σχέση προς τους σκοπούς αυτούς ( 44 ). Συνεπώς, στις περιπτώσεις όπου ένας πολίτης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως επιδιώκει να κάνει χρήση του δικαιώματος εγκαταστάσεως σε κράτος μέλος προκείμενου να εκμεταλλευτεί τις αλιευτικές του ποσοστώσεις δεν επιτρέπεται η εφαρμογή τέτοιων διατάξεων.
ii) Σκάφη που δεν χρησιμοποιούνται για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας
34.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το γαλλικό καθεστώς περί νηολογήσεως αντιβαίνει προς τα άρθρα 6, 48 και 52 της Συνθήκης και προς τις εγγυήσεις περί ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 7 του κανονισμού 1251/70 ( 45 ) και του άρθρου 7 της οδηγίας 75/34/ΕΟΚ ( 46 ), καθόσον αφορά σκάφη τα οποία δεν χρησιμοποιούνται για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας. Παρ' όλον ότι η νηολόγηση σκάφους για σκοπούς αναψυχής δεν αφορά τους όρους εργασίας εν στενή εννοία, η δυνατότητα ασκήσεως δραστηριοτήτων για σκοπούς αναψυχής σε κράτος μέλος είναι απόρροια της ελευθερίας των εργαζομένων να μεταβαίνουν εκεί προς παροχή εργασίας. Δεν επιτρέπονται οι διακρίσεις λόγω ιθαγενείας στους τομείς που συνδέονται με την άσκηση δικαιώματος του κοινοτικού δικαίου. Η Επιτροπή βασίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Cowan ( 47 ), όπως επιβεβαιώθηκε με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας ( 48 ). Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές στην υπόθεση Cowan ότι ούτε η εθνική νομοθεσία που διέπει τομείς που καταρχήν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (συμπεριλαμβανομένου του ποινικού δικαίου και της ποινικής διαδικασίας) επιτρέπεται να δημιουργεί διακρίσεις σε βάρος προσώπων στα οποία το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει το δικαίωμα για ίση μεταχείριση. 'Εκρινε ότι τα πρόσωπα που μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος ως αποδέκτες υπηρεσιών δικαιούνται, μεταξύ άλλων, προστασίας όταν κινδυνεύουν, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους ημεδαπούς και τους μόνιμους κατοίκους του εν λόγω κράτους μέλους, και συνεπώς δικαιούνται της χρηματικής αποζημιώσεως που προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο όταν ο κίνδυνος αυτός υλοποιείται, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους ημεδαπούς και τους μονίμους κατοίκους, παρ' όλον ότι η πρόβλεψη καταβολής τέτοιας αποζημιώσεως εμπίπτει στην αρμοδιότητα του κράτους ( 49 ). Η δυσμενής διάκριση όσον αφορά τις προϋποθέσεις εισόδου στα μουσεία στην Ισπανία καταδικάστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας, επειδή αντέβαινε προς τα άρθρα 59 και 6 (όπως ισχύει σήμερα) της Συνθήκης.
35.
Η Επιτροπή ζητεί επίσης τη συμφώνως προς το άρθρο 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 50 ) σχετικά με το γαλλικό νομικό καθεστώς ναυτολογήσεως των εμπορικών σκαφών. Υποστηρίζει ότι η υπουργική εγκύκλιος δεν αρκεί προς τροποποίηση νομοθετικού κειμένου το οποίο αντιβαίνει προς τη Συνθήκη, βασιζόμενη στην πάγια νομοθεσία του Δικαστηρίου περί της ακαταλληλότητας των μέσων αυτών για την προσήκουσα από νομική άποψη μεταφορά οδηγιών ( 51 ). Προσθέτει ότι η γαλλική νομοθεσία αντιβαίνει προς το άρθρο 52 της Συνθήκης καθώς και προς το άρθρο 48 (το οποίο αποτέλεσε τη βάση για την απόφαση του Δικαστηρίου του 1974 σε συνδυασμό με τον κανονισμό 1612/68 ( 52 )), καθόσον δημιουργεί εμπόδια στους επιχειρηματίες από άλλα κράτη μέλη οι οποίοι επιθυμούν να εγκατασταθούν στη Γαλλία (και, ιδιαίτερα, εμποδίζει την πρόσβαση στον τομέα της αλιείας).
36.
Η Γαλλική Κυβέρνηση δέχεται τα επί της ουσίας επιχειρήματα της Επιτροπής, όπως διατυπώνονται στην προσφυγή της. Τονίζει ότι η διοικητική πρακτική της μη εφαρμογής στους κοινοτικούς υπηκόους της προϋποθέσεως της γαλλικής ιθαγενείας όσον αφορά τη ναυτολόγηση επιβεβαιώθηκε, μετά την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 53 ), με εγκύκλιο του Υπουργού Μεταφορών. Η Γαλλική Κυβέρνηση σκιαγραφεί επίσης, με το υπόμνημα αντικρούσεως, το περιεχόμενο ενός νομοσχεδίου περί μεταφορών γενικώς, το οποίο, συμφώνως προς την Επιτροπή, ρυθμίζει επαρκώς τις διάφορες παρατυπίες όσον αφορά τη νηολόγηση και τη ναυτολόγηση. Εντούτοις, το φορτωμένο πρόγραμμα των συνεδριάσεων της Βουλής και η απόφαση ενσωματώσεως διατάξεων σχετικά με τις εναέριες και χερσαίες μεταφορές εμπόδισαν την έγκαιρη ψήφιση του νόμου.
Συμπεράσματα επί της ουσίας
37.
Όσον αφορά τα σκάφη θαλάσσης που χρησιμοποιούνται για την άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων, δέχομαι τα επιχειρήματα της Επιτροπής, τα οποία παρουσίασα συνοπτικώς και ανέπτυξα ανωτέρω, και καταλήγω στο ότι το γαλλικό νομικό καθεστώς που ρυθμίζει τη νηολόγηση των σκαφών αυτών παραβιάζει τη Συνθήκη.
38.
Η προσφυγή της Επιτροπής με υποχρεώνει επίσης να εξετάσω την περίπτωση των σκαφών θαλάσσης που νηολογούνται για άλλη χρήση και όχι για την άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων. Πιστεύω ότι η Γαλλική Δημοκρατία έχει παραβεί και σ' αυτή την περίπτωση τις υποχρεώσεις που υπέχει συναφώς από τη Συνθήκη, παρ' όλο που οι διάδικοι δεν ανέπτυξαν λεπτομερή επιχειρήματα ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι σαφές ότι η αρχή την οποία διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Cowan ( 54 ), στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας προς παροχή υπηρεσιών, εφαρμόζεται εξίσου σε άλλους τομείς που ρυθμίζει η Συνθήκη: στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων καθώς και στο δικαίωμα διαμονής στα κράτη μέλη μετά την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών ( 55 ). Όπως έγινε δεκτό στην υπόθεση Cowan σχετικά με τις υπηρεσίες, τα πρωτογενή δικαιώματα οικονομικής φύσεως μπορούν να δημιουργήσουν ορισμένα δευτερογενή δικαιώματα για ίση μεταχείριση ακόμα και σε τομείς οι οποίοι, κατ' ουσίαν, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του κράτους μέλους, στα σημαντικότερα δε από τα δικαιώματα αυτά ανήκει το δικαίωμα για επί ίσοις όροις παροχή προστασίας της ακεραιότητας. Οι τομείς αρμοδιότητας του κράτους μέλους εμπίπτουν εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, όταν η ισότητα στους τομείς αυτούς είναι ουσιώδης συνέπεια του πρωτογενούς οικονομικού δικαιώματος μεταβάσεως ή διαμονής σε κράτος μέλος για οικονομικούς σκοπούς. Η ισότητα εξασφαλίζεται, εν απουσία λεπτομερέστερων διατάξεων, με την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, η οποία επιβάλλεται με το άρθρο 6 της Συνθήκης.
39.
Αν μη τι άλλο, η ανωτέρω αρχή ισχύει πολύ περισσότερο γι' αυτούς που έχουν εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος για να ασκήσουν οικονομικές δραστηριότητες από ό,τι γι' αυτούς των οποίων η παρουσία σε κράτος μέλος είναι παροδική, όπως στην περίπτωση των τουριστών. Η πρώτη κατηγορία εμφανίζει αυτόν τον «στενότερο σύνδεσμο» με το κράτος υποδοχής, επί του οποίου βασίσθηκε ανεπιτυχώς η Γαλλική Κυβέρνηση στην υπόθεση Cowan για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η καταβολή αποζημιώσεως σε περίπτωση επιθέσεως προβλεπόταν μόνο για τους Γάλλους υπηκόους και τους αλλοδαπούς που διέμεναν στο γαλλικό έδαφος ( 56 ).
40.
Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι απολαύουν ήδη ευρέων δικαιωμάτων δυνάμει της νομοθετικής εγγυήσεως της ισότητας όσον αφορά τα «κοινωνικά και φορολογικά πλεονεκτήματα» ( 57 ). Τα κοινωνικά πλεονεκτήματα περιλαμβάνουν όλα τα πλεονεκτήματα «τα οποία, συνδεόμενα ή μη προς σύμβαση εργασίας, χορηγούνται γενικώς στους ημεδαπούς εργαζομένους πρωτίστως λόγω της αντικειμενικής ιδιότητάς τους ως εργαζομένων ή δυνάμει του απλού γεγονότος της κατοικίας τους επί του εθνικού εδάφους και η επέκταση των οποίων επί εργαζομένων που είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών εμφαίνεται κατά συνέπεια πρόσφορη να διευκολύνει την κινητικότητά τους μέσα στην Κοινότητα» ( 58 ). Τα πλεονεκτήματα αυτά περιλαμβάνουν (στις περιπτώσεις όπου τέτοια δικαιώματα χορηγούνται στους υπηκόους του οικείου κράτους μέλους) μειωμένα εισιτήρια στα δημόσια μεταφορικά μέσα για τους πολύτεκνους ( 59 ), τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της γλώσσας που ομιλεί η μειονότητα σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους ( 60 ), το δικαίωμα ελεύσεως και διαμονής σε κράτος μέλος του συντρόφου αγάμου εργαζομένου ( 61 ) και το δικαίωμα επί υποτροφίας για εξαρτώμενα τέκνα που σπουδάζουν σε άλλο κράτος μέλος ( 62 ).
41.
Πάντως, η θέσπιση της παραγώγου κοινοτικής νομοθεσίας προς διασφάλιση αυτών των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν αποκλείει την ύπαρξη μιας κατηγορίας λοιπών δικαιωμάτων για ίση μεταχείριση, τα οποία, σύμφωνα με τη Συνθήκη, είναι απόρροια της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων καθώς και της ελευθερίας εγκαταστάσεως. Στην περίπτωση των εργαζομένων που επικαλούνται το άρθρο 48, τα δευτερογενή αυτά δικαιώματα για ισότητα ενεργοποιούνται, όσον αφορά ζητήματα τα οποία δεν συνιστούν κοινωνικά πλεονεκτήματα σύμφωνα με τον κανονισμό 1612/68 έχουν μεγαλύτερη σπουδαιότητα στον τομέα της ελευθερίας εγκαταστάσεως του άρθρου 52, όπου δεν υπάρχει αντίστοιχη νομοθετική παρέμβαση εκ μέρους της Κοινότητας.
42.
Τα όρια των δευτερογενών αυτών δικαιωμάτων για ίση μεταχείριση πρέπει να καθορίζονται σε συνάρτηση με τις ουσιώδεις ανθρώπινες καθώς και οικονομικές ανάγκες αυτών που κάνουν χρήση του πρωτογενούς δικαιώματος που παρέχεται από τη Συνθήκη. Η μη παροχή διαφόρων κοινωνικών πλεονεκτημάτων (υπό την έννοια του κανονισμού 1612/68) στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους παρέχοντες υπηρεσίες μπορεί να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα τους και κατά συνέπεια να δημιουργήσει ένα παράνομο εμπόδιο στην άσκηση των δραστηριοτήτων αυτών, όπως έγινε δεκτό με την απόφαση επί της υποθέσεως Επιτροπή κατά Ιταλίας σχετικά με το δικαίωμα για την απόκτηση στέγης υπό ευνοϊκούς όρους ( 63 ). Παρ' όλον που η απόφαση αυτή έχει διατυπωθεί με οικονομικούς όρους, μπορεί να συσχετισθεί με την απόφαση Cowan, καθόσον και οι δύο αφορούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πρέπει να ασκούνται οι οικονομικής φύσεως ελευθερίες ( 64 ).
43.
Οι πολίτες της Ενώσεως που μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος για να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα πρέπει να μπορούν να εγκατασταθούν και να ενταχθούν στην κοινωνία του εν λόγω κράτους μέλους και δεν πρέπει να αποτρέπονται από την άσκηση των οικονομικής φύσεως δικαιωμάτων τους λόγω δυσμενούς διακρίσεως σε άλλους τομείς οι οποίοι είναι ουσιώδεις για το ευ ζην ( 65 ). Θεωρώ ότι αυτή είναι η λογική συνέπεια της αποφάσεως στην υπόθεση Cowan. Συνεπώς πρέπει να είναι σε θέση όχι μόνο να επωφελούνται των ευκαιριών που τους παρουσιάζονται να εργαστούν ως μισθωτοί ή ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή να ασκούν το δικαίωμα απλής διαμονής κατόπιν της διακοπής αυτών των οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά επίσης να επωφελούνται των ευκαιριών για δραστηριότητες κοινωνικού περιεχομένου και αναψυχής.
44.
Η νηολόγηση των θαλασσοπλοούντων σκαφών αναψυχής δεν νομίζω ότι είναι κοινωνικό πλεονέκτημα υπό την έννοια του κανονισμού 1612/68. Εντούτοις, μολονότι αφορά κατ' ανάγκη μια μικρή μειοψηφία, αποτελεί σαφώς μέρος της ευρείας κατηγορίας των δραστηριοτήτων αναψυχής στις οποίες μπορεί κανείς να μετέχει εντός ενός κράτους μέλους. Η πρόσβαση σ' αυτές τις δυνατότητες αναψυχής είναι απόρροια της ελευθερίας κυκλοφορίας προς ανάληψη οικονομικών δραστηριοτήτων και εμπίπτει συνεπώς στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, η δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας στον τομέα αυτό είναι, στην περίπτωση αυτών που κάνουν χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ή της ελευθερίας εγκαταστάσεως ή των παρεπομένων δικαιωμάτων διαμονής μετά την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, αντίθετη προς το άρθρο 6 της Συνθήκης.
45.
Όσον αφορά τις γαλλικές διατάξεις περί της ιθαγενείας των πληρωμάτων, δέχομαι τα επιχειρήματα της Επιτροπής ότι η υπουργική εγκύκλιος δεν αποτελεί, από νομική άποψη, το προσήκον μέτρο για την άρση της παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου η οποία αναγνωρίσθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 66 ). Αυτό προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ( 67 ) και έχει επιβεβαιωθεί από την πάγια νομολογία στην οποία παραπέμπει η Επιτροπή ( 68 ).
46.
Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι γαλλικές διατάξεις περί επανδρώσεως των σκαφών αντιβαίνουν προς το άρθρο 52 της Συνθήκης, η ύπαρξη ρυθμίσεων (ακόμη και αν δεν εφαρμόζονται στην πράξη) που περιορίζουν την κατηγορία των προσώπων που μπορούν να εργάζονται σε σκάφος νηολογημένο στη Γαλλία αποτελεί εμπόδιο στην εγκατάσταση φυσικών ή νομικών προσώπων της οποίας σκοπός είναι η χρησιμοποίηση του σκάφους για την άσκηση οικονομικών δραστηριοτήτων. Αυτό συνιστά επίσης περιορισμό των σκαφών που μπορούν να εκμεταλλεύονται τις γαλλικές αλιευτικές ποσοστώσεις, ο οποίος δεν έχει σχέση προς τους σκοπούς του συστήματος των ποσοστώσεων ( 69 ).
Επί των δικαστικών εξόδων
47.
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όλοι οι ισχυρισμοί της Επιτροπής σχετικά με το ότι η καθής έχει παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο είναι βάσιμοι, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Πρόΐαση
Κατόπιν της συλλογιστικής που ανέπτυξα ανωτέρω, καταλήγω στο εξής συμπέρασμα:
1)
Η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία η οποία ορίζει αφενός ότι επιτρέπεται να νηολογούνται και να φέρουν τη γαλλική σημαία πλοία που ανήκουν (κατά το μεγαλύτερο ποσοστό) σε Γάλλους υπηκόους ή σε νομικά πρόσωπα με συγκεκριμένους δεσμούς με τη Γαλλία και αφετέρου ότι το πλήρωμα πρέπει να αποτελείται, κατά ένα συγκεκριμένο ποσοστό, από Γάλλους υπηκόους, παρέβη τα άρθρα 6, 48, 52, 58 και 221 της Συνθήκης, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1251/70 της Επιτροπής και την οδηγία 75/34/ΕΟΚ του Συμβουλίου.
2)
Η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 70 ), παρέβη το άρθρο 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
3)
Η Γαλλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Η Επιτροπή στηρίζεται συγκεκριμένα στον κανονισμό (EOK) 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 64), και την οδηγία 75/34/EOK του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1974, περί του δικαιώματος των υπηκόων ενός κράτους μέλους να παραμένουν στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό μη μισθωτής δραστηριότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, α 191).
( 2 ) Συλλογή τόμος 1974, σ. 179.
( 3 ) ΆοΟοο 217 του Code français des douanes (γαλλικού τελωνειακού κώδικα).
( 4 ) Άρθρο 219 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα.
( 5 ) Άρθρο 3 του νόμου της 13ης Δεκεμβρίου 1926, σχετικά με τον Code de Travail Maritime (ναυτικό εργατικό κώδικα) άρθρο 221 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα.
( 6 ) Διάταγμα 67-690 της 7ης Αυγούστου 1967. Το δίάταγμα αυτό (επί του οποίου στηρίζεται η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση) αποτελεί διαφορετικό μέτρο από το επίμαχο στην υπόθεση 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2 ανωτέρω, η οποία αφορούσε (όπως αναφέρεται στη σκέψη 3 της αποφάσεως) μια υπουργική απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1961, όπως είχε τροποποιηθεί με απόφαση της 12ης Ιουνίου 1969, η οποία, εκτός από ορισμένες τοπικές εξαιρέσεις, επιφύλασσε τις θέσεις του πληρώματος γέφυρας, μηχανών και ασυρμάτου των γαλλικών θαλασσοπλοούντων σκαφών σε Γάλλους υπηκόους και επιφύλασσε γενικώς τις θέσεις πληρώματος σε Γάλλους υπηκόους σε αναλογία τριών προς έναν- εντούτοις, οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 3 του νόμου του 1926 και, καθόσον επιτρέπουν τη ναυτολόγηση μη Γάλλων υπηκόων σε αναλογία ενός προς τρία, είναι δυνατόν να μπορούν να θεωρηθούν στη γαλλική νομοθεσία ως παρεκκλίσεις από το άρθρο αυτό, υπό την έννοια του διατάγματος του 1967.
( 7 ) Κανονισμός περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
( 8 ) Υπόθεση 167/73, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2 ανωτέρω.
( 9 ) Εγκύκλιος της 29ης Απριλίου 1975, Journal Officiel de la Répu-blique Française, 2 Μαΐου 1975.
( 10 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2 ανωτέρω.
( 11 ) Η πρώτη σχετική υπόθεση ήταν η υπόθεση 48/71, η λεγόμενη «Καλλιτεχνικοί Θησαυροί» (απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 85). «»Ο όγκος των συναφών υποθέσεων αυξήθηκε σημαντικά μετά το 1985.
( 12 ) Οι κυριότερες άλλες διαφορές στη διατύπωση των διαδικαστικών ρυθμίσεων των άρθρων 169 και 171, παράγραφος 2, αναπτύσσονται στην παράγραφο 20 κατωτέρω.
( 13 ) Δεν μπορούσε εξάλλου να αναμένεται ότι η Επιτροπή θα προέβαλλε το απαράδεκτο της δικής της προσφυγής ή ότι η Γαλλική Κυβέρνηση θα ισχυριζόταν ότι θα έπρεπε να ασκηθεί κατ' αυτής είδος προσφυγής με πλέον σοβαρές δυνητικά συνέπειες.
( 14 ) Βλ., π.χ., την απόφαση της 11ης Μαρτίου 1980, υπόθεση 104/79, Foglia (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 403), και την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, υπόθεση 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045).
( 15 ) Βλ., π.χ., απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1992, υπόθεση Τ-84/91, Meskens κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2335), στην οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο το αίτημα να επιβληθεί σε κοινοτικό θεσμικό όργανο η υποχρέωση καταβολής προστίμου προς εκτέλεση προηγούμενης αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Βλ. επίσης την απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1970, υπόθεση 31/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 243, σκέψη 8), όπου το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ένας ιδιαίτερος ισχυρισμός (το ότι η διαδικασία του άρθρου 169 δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί επί απλής παραλείψεως ενσωματώσεως στην εθνική έννομη τάξη ευθέως εφαρμοζόμενης νομοθεσίας) δεν είχε προβληθεί εγκαίρως, αλλά, επειδή είχε σχέση προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, «πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως». Ως περαιτέρω παραδείγματα υποθέσεων όπου το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας υπό την έννοια ότι το υποχρεώνει να εξετάζει τα ζητήματα απαραδέκτου αυτεπαγγέλτως, βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 1965, υπόθεση 55/64, Lens κατά Δικαστηρίου (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 169, σχετικά με προθεσμίες επί υπαλληλικών υποθέσεων) απόφαση της 27ης Ιουνίου 1989, υπόθεση 200/87, Giordani κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 1877, σκέψη 10, όπου δεν ήταν σαφές εάν η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου) απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991, υπόθεση Τ-19/90 Von Hoessle κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1991 σ. II-615, σκέψη 23, οι προθεσμίες αποσκοπούν στη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου: «επομένως, είναι δημοσίας τάξεως και δεν μπορούν να εξαρτώνται από τη βούληση των διαδίκων ή του δικαστή»)- βλ. υποθέσεις όπου η προβαλλόμενη μη τήρηση της υποχρεωτικής διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής του άρθρου 169, που σκοπεί μόνο στην προστασία των δικαιωμάτων των κρατών μελών, δεν χρειάζεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εφόσον το θιγόμενο κράτος μέλος δεν έχει προβάλει σχετική ένσταση: προτάσεις γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση C-249/91 (διάταξη της 4ης Μαρτίου 1994, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1994, α I-787, παράγραφος 22)- προτάσεις γενικού εισαγγελέα Gulmann στην υπόθεση C-61/90 (απόφαση της 7ης Απριλίου 1992, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1992, σ. I-2407, παράγραφος 16).
( 16 ) Βλ., π.χ., διάταξη της 7ης Μαΐου 1980, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 115/79 έως 115/79, Fournier κ.λπ. κατά Επιτροπής (ECR 1980, σ. 1529), όπου οικογένεια κοινοτικού υπαλλήλου άσκησε προσφυγή συμφώνως προς τα άρθρα 175 και 178 της Συνθήκης σχετικά με ζητήματα που ρυθμίζονται προσηκόντως από τις διατάξεις επί υπαλληλικών υποθέσεων απόφαση της 6ης Απριλίου 1962, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 21/61 έως 26/61, Meroni κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 699), όπου το Δικαστήριο έκρινε αυτεπαγγέλτως ότι η αγωγή κατά παραλείψεως ήταν «διαδικαστικό τέχνασμα» και δεν μπορούσε να ασκηθεί κατά της Ανωτάτης Αρχής σχετικά με την άρνηση της να ακυρώσει απόφαση κατά της οποίας δεν μπορούσε πλέον να ασκηθεί εμπροθέσμως προσφυγή ακυρώσεως-απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 10/68 και 18/68, Eridania κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 159), με παρόμοιο διατακτικό. Μόνον όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με την εφαρμογή και του άρθρου 173 και του άρθρου 175 της Συνθήκης το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι και οι δύο διατάξεις «απλώς προβλέπουν μία και την αυτή μέθοδο προσφυγής», όπως στην απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1970, υπόθεση 15/70, Chevalley κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 527, σκέψη 6).
( 17 ) Αυτό δεν συνέβαινε στην υπόθεση Chevalley, η οποία προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 16 ανωτέρω.
( 18 ) Με την άποψη αυτή συμφωνεί ο D. Ritleng, «Article 171»
στο V. Constantinesco, R. Kovar και D. Simon (επιμ.), Traité sur l'Union européenne: Commentaire article par article (Παρίσι, 1995), σ. 577. Επί της αρχής του lex specialis, βλ. π.χ. τις παρατηρήσεις του γενικού εισαγγελέα Verloren van Themaat στην υπόθεση 239/84 (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1985, Gerlach, Συλλογή 1985, σ. 3507, συγκεκριμένα σ. 3510).
( 19 ) Πιστεύω ότι η επανάληψη, από πολλές απόψεις, της διατυπώσεως του όρθρου 169, πρώτη περίοδος, στην πρώτη περίοδο του άρθρου 171, παράγραφος 2, υποδηλώνει ότι η απόφαση του εάν 0α ασκηθεί προσφυγή προς εκτέλεση αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 171, παράγραφος 1, της Συνθήκης ενώπιον του Δικαστηρίου εμπίπτει ομοίως στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής.
( 20 ) Βλ., διάταξη της 28ης Μαρτίου 1980, συνεκδικαοθείσες υποθέσεις 24/80 και 97/80 R, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος Ι980/ΙΙ, σ. 1, σκέψεις 16, 17 και 19), όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος λήψεως προσωρινών μέτρων για να διασφαλιστεί η συμμόρφωση προς την απόφαση η οποία είχε ήδη εκδοθεί επί της υποθέσεως 232/78 (απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1979, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή τόμος 1979/11, α. 323).
( 21 ) Βλ. παράγραφο 7 ανωτέρω.
( 22 ) Βλ. Diez-Hochleitner J.: «Le traité de Maastricht et l'inexécution des arrêts de la Cour de Justice par les États membres» 1994, Revue du Marché Unique européen 111, σ. 130.
( 23 ) Βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 63/83, Kirk (Συλλογή 1984, σ. 2689, σκέψεις 21 έως 23).
( 24 ) Βλ., π.χ., απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 1990, υπόθεση C-337/88, SAFA (Συλλογή 1990, σ. I-1, σκέψη 13), και απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση C-331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-4023, σκέψη 45).
( 25 ) Οι όροι «προ-Μάαστριχτ» και «μετά-Μάαστριχτ» αναφέρονται σε περιόδους πριν και μετά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης αυτής.
( 26 ) Απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1961, υπόθεση 7/61, Επιτροπή κατά Ιταλία; (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 635, συγκεκριμένα ο. 640).
( 27 ) Βλ., π.χ., την υπόθεση 31/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 ανωτέρω, σκέψη 12 την υπόθεση 232/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 20 ανωτέρω, σκέψη 3- απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1981, υπόθεση 193/80, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1981, σ.3019, σκέψη 12) απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, υπόθεση 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1982, σ. 4547, σκέψη 14)- απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1983, υπόθεση 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1983, σ.203, σκέψεις 6 και 7) απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984, υπόθεση 325/82, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1984, σ. 777, σκέψεις 8 και-9) απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, υπόθεση 166/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1984, σ. 459, σκέψεις 16 και 17) απόφαση τη; 7ης Μαΐου 1987, υπόθεση 186/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1987, σ.2029, σκέψη 13) απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, υπόθεση C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. I-4747, σκέψεις 16 και 17) απόφαση της 31ης Μαρτίου 1992, υπόθεση C-52/90, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1992, σ. Ι-2187, σκέψη 17).
( 28 ) Διάταξη της 11ης Ιουλίου 1995, υπόθεση C-266/94 (Συλλογή 1995, σ. Ι-1975, σκέψη 17).
( 29 ) Βλ., π.χ., απόφαση της 30ής Μαΐου 1991, υπόθεση C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-2567, σκέψη 31). Βλ. επίσης απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, υπόθεση 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 375), και την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1986, υπόθεση 309/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, α. 599).
( 30 ) Απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, υπόθεση C-317/92 (Συλλογή 1994, σ. Ι-2039, σκέψη 3). Σημειώνω ότι το γαλλικό [και το ελληνικό] κείμενο είναι, στο σημείο αυτό, πιο συγκεκριμένα από ό,τι το αγγλικό, το οποίο κάνει λόγο για το «πέρας της φάσεως προ της ασκήσεως της προσφυγής».
( 31 ) Υπόθεση 166/82, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 27 ανωτέρω, σ. 477.
( 32 ) Σκέψη 17 της αποφάσεως (η υπογράμμιση δική μου).
( 33 ) Βλ. επίσης την παρεμφερή κρίση σε μια διαφορετική υπόθεση, την 309/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 29 ανωτέρω, σκέψη 14- πάντως, όπως θα δούμε ευθύς κατωτέρω, επρόκειτο για υπόθεση στην οποία το έγγραφο οχλήσεως καθόριζε τα χρονικά όρια της παραβάσεως που αποτελούσε το αντικείμενο της προσφυγής.
( 34 ) Βλ., π.χ., υπόβεση 309/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 29 ανωτέρω, περί ετήσιας χορηγήσεως πριμοδοτήσεων εγκαταλείψεως εκτάσεων φυτευμένων με αμπέλους, και απόφαση της 10ης Ιουλίου 1990, υπόθεση C-217/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. I-2879), περί της υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπεξίου οίνου κατά ορισμένες αμπελουργικές περιόδους.
( 35 ) Βλ-, π.χ., υπόθεση 31/69, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 ανωτέρω, στην οποία ένα σύστημα επιστροφών λόγω εξαγωγής επεκτάθηκε από ορισμένα προϊόντα σε άλλα, λίγες ημέρες πριν από την κοινοποίηση του εγγράφου οχλήσεως.
( 36 ) Βλ., απόφαση της 22ας Μαρτίου 1983, υπόθεση 42/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1983, σ. 1013), και απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1988, υπόθεση 113/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1988, σ. 607).
( 37 ) Βλ. τη δωδέκατη ετήσια έκθεση της Επιτροπής για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (ΕΕ 1995, C 254, σ. 1, συγκεκριμένα σ. 7) περί της πρακτικής της Επιτροπής να προειδοποιεί τα κράτη μέλη και με το έγγραφο οχλήσεως και με την αιτιολογημένη γνώμη περί του ενδεχομένου επιβολής κυρώσεων βάσει της νέας διαδικασίας.
( 38 ) Βλ. παράγραφο 20 ανωτέρω.
( 39 ) Βλ. απόφαση Chevalley κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα οτην υποσημείωση 16 ανωτέρω.
( 40 ) Υπόθεση 167/73, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2 ανωτέρω.
( 41 ) Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, υπόθεση C-221/89 (Συλλογή 1991, σ. Ι-3905).
( 42 ) Υπόθεση Factortame H, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 41 ανωτέρω, σκέψεις 22, 29 έως 31, 33 έως 35. Βλ. επίσης απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-246/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1991, σ. Ι-4585), και απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-93/89, Επιτροπή πατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-4569). Είναι σαφές από την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 1989, υπόθεση 305/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1989, σ. 1461, σκέψη 12), ότι όποιες ρυθμίσεις είναι ασυμβίβαστες προς το άρθρο 52 της Συνθήκης είναι επίσης ασυμβίβαστες προς το άρθρο 6.
( 43 ) Βλ. απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1989, υπόθεση C-3/87, The Queen κατά Agegate (Συλλογή 1989, σ. 4459, σκέψεις 17 και 27)- απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1989, υπόθεση C-216/87, laderow (Συλλογή 1989, σ. 4509, σκέψεις 18 και 43)-υπόθεση C-246/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 42 ανωτέρω, σκέψεις 12 και 35.
( 44 ) Περί της νηολογήσεως, έδρας, ελέγχου και ιδιοκτησίας των εταιριών και περί της ιθαγενείας των φυσικών προσώπων, βλ. υπόθεση Jaderow, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 43 ανωτέρω, σκέψη 42 υπόθεση C-246/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 42 ανωτέρω, σκέψη 31 και 39- υπόθεση C-93/89, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 42 ανωτέρω, σκέψεις 10, 11 και 15 (όσον αφορά νηολόγηση εκ μέρους εταιρίας μόνον) περί της κατοικίας των πληρωμάτων, βλ. υπόθεση Agegate, προαναφερθείσα οτην υποσημείωση 43 ανωτέρω, σκέψεις 24 έως 26.
( 45 ) Προναφερθείς στην υποσημείωση 1 ανωτέρω.
( 46 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1 ανωτέρω.
( 47 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, υπόθεση 186/87 (Συλλογή 1989, σ. 195).
( 48 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 1994, υπόθεση C-45/93, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1994, σ. Ι-9Ι1).
( 49 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 47 ανωτέρω, οκέψεις 17 έως 19 βλ. επίσης απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, υπόθεση 203/80, Casali (Συλλογή 1981, σ.2595).
( 50 ) Υπόθεση 167/73, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2 ανωτέρω.
( 51 ) Βλ. απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1986, υπόθεση 168/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1986, σ. 2945, σκέψη 15) υπόθεση C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 29 ανωτέρω, σκέψη 24 αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1991, υποθέσεις C-13/90, C-14/90 και C-64/90, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. I-4327, I-4331 και I-4335 αντιστοίχως).
( 52 ) Προαναφερθείς στην υποσημείωση 7 ανωτέρω.
( 53 ) Υπόθεση 167/73, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2 ανωτέρω.
( 54 ) Δεν είναι σαφές από το κείμενο της αποφάσεως στην υπόθεση C-45/93, Επιτροπή κατά Ισπανίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 48 ανωτέρω, έαν το Δικαστήριο θεώρησε ότι η διάκριση ως προς τις τιμές εισόδου στα μουσεία αφορά τα παρεπόμενα πλεονεκτήματα τα οποία έχουν επιπτώσεις στους όρους παροχής προς ή αποδοχής από τους τουρίστες των υπηρεσιών αυτών (όπως συνέβαινε σαφώς στην υπόθεση Cowan) ή τους όρους παροχής προς ή αποδοχής από τους τουρίστες μιας υπηρεσίας βλ. σκέψεις 5 και 7, αντιστοίχως, της αποφάσεως, στις οποίες παρατίθενται συνοπτικά οι ισχυρισμοί της Επιτροπής.
( 55 ) Η Επιτροπή δεν επικαλείται (και εγώ δεν πρόκειται να εξετάσω) τα δικαιώματα των άλλων πολιτών της Ενώσεως που μπορούν να διαμένουν οε κράτος μέλος δυνάμει άλλων δικαιωμάτων που απονέμει το κοινοτικό δίκαιο και στα οποία έγει δοθεί πλέον νía βαρύτητα με το άρθρο 8α της Συνθήκης- βλ. οδηγία 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την Επαγγελματική τους δραστηριότητα (ΕΕ 1990, L 180, σ. 28), την οδηγία 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής όσων δεν έχουν το δικαίωμα αυτό δυνάμει άλλης διατάξεως του κοινοτικού δικαίου (ΕΕ 1990, L 180, σ. 26), και την οδηγία 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών (ΕΕ 1993, L 317, σ.59).
( 56 ) Υπόθεση Cowan, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 47 ανωτέρω, σκέψη 16.
( 57 ) Αρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, προαναφερθέντος στην υποσημείωση 7 ανωτέρω.
( 58 ) Απόφαση της 31ης Μαΐου 1979, υπόθεση 207/78, Even (Συλλογή τόμος 1979/II, σ. 19, σκέψη 22).
( 59 ) Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1975, υπόθεση 32/75, Cristini (Συλλογή τόμος 1975, α 313).
( 60 ) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, υπόθεση 137/84, Mutsch (Συλλογή 1985, α 2681).
( 61 ) Απόφαση της 17ης Απριλίου 1986, υπόθεση 59/85, Reed (Συλλογή 1986, σ. 1283).
( 62 ) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, υπόθεση C-3/90, Bernini (Συλλογή 1992, α I-1071).
( 63 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1988, υπόθεση 63/86 (Συλλογή 1988, σ. 29, σκίψεις 16 και 17).
( 64 ) Οι δύο αποφάσεις εκδόθηκαν «με την ίδια προοπτική προστασίας του κοινωνιολογικού περιβάλλοντος των εγγυημένων ελευθεριών», όπως γράφει ο Mertens de Wilmars J.: «L'Arrêt Cowan», Cahiers de droit européen, 388, 1990, σ. 401.
( 65 ) Βλ. π.χ. απόφαση της 15ης Μαρτίου 1989, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 389/87 και 390/87, Echternach και Moritz (Συλλογή 1989, σ. 723, σκέψη 20).
( 66 ) Υπόθεση 167/73, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2 ανωτέρω.
( 67 ) Βλ. σκέψεις 41 και 42 της αποφάσεως.
( 68 ) Βλ. τις προαναφερθείσες στην υποσημείωση 51 αποφάσεις.
( 69 ) Βλ. την υπόθεση Agegate, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 43 ανωτέρω.
( 70 ) Υπόθεση 167/73, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 2 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy