Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με διάταξη της 12ης Σεπτεμβρίου 1994, το Sozialgericht Hamburg υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα
«αν και κατά πόσον το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώνει τους γερμανικούς ασφαλιστικούς φορείς και τα γερμανικά δικαστήρια να δέχονται ως δεσμευτικά, στις διαδικασίες τις σχετικές με αξιώσεις χορηγήσεως παροχών από φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως, τα αλλοδαπά πιστοποιητικά προσωπικής καταστάσεως και τις αποφάσεις των αλλοδαπών δικαστηρίων που πιστοποιούν ή διορθώνουν στοιχεία προσωπικής καταστάσεως.»
2 Το ιστορικό της διαφοράς στην οποία ανέκυψε το προδικαστικό ερώτημα μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:
Η Ευθαλία Δαφέκη, ελληνικής υπηκοότητας, ζει από το 1966 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, όπου άσκησε μισθωτή δραστηριότητα μέχρι το 1987. Η ταυτότητά της ανέφερε ως ημερομηνία γεννήσεώς της την 3η Δεκεμβρίου 1933.
Στις 4 Απριλίου 1986, κατόπιν αιτήσεως της Δαφέκη, το Πρωτοδικείο Τρικάλων (Ελλάδα) διόρθωσε την ημερομηνία αυτή, κατά την ειδική διαδικασία η οποία εφαρμόζεται σε περίπτωση που τα αρχεία και τα βιβλία του ληξιαρχείου έχουν καταστραφεί κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ως ημερομηνία γεννήσεως της Δαφέκη θεωρήθηκε στο εξής η 20ή Φεβρουαρίου 1929. Συνακολούθως τροποποιήθηκαν το δημοτολόγιο της κοινότητας Γλυκομηλιάς και τα ληξιαρχικά βιβλία της κοινότητας Ξρυσομηλιάς. Κατόπιν αυτού, χορηγήθηκε στην ενδιαφερόμενη πιστοποιητικό γεννήσεως στο οποίο αναγράφεται ως ημερομηνία γεννήσεως η απορρέουσα από την εν λόγω διόρθωση ημερομηνία.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1988 η Δαφέκη ζήτησε να της χορηγηθεί η πρόωρη σύνταξη γήρατος που προβλέπεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για τις γυναίκες που έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους. Εντούτοις η αίτησή της απορρίφθηκε. Ο αρμόδιος γερμανικός οργανισμός, βασιζόμενος στα προηγούμενα της διορθώσεως έγγραφα, έκρινε πράγματι ότι η ενδιαφερόμενη δεν είχε συμπληρώσει, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, την απαιτούμενη για τη συνταξιοδότηση ηλικία. Η Δαφέκη προσέφυγε ενώπιον του Sozialgericht Hamburg κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως.
3 Το Sozialgericht Hamburg ερωτά το Δικαστήριο αν ο γερμανικός οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως και το ενδεχομένως επιληφθησόμενο δικαστήριο υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις προερχόμενες από άλλο κράτος μέλος ληξιαρχικές πράξεις, καθώς και τις διορθώσεις των πράξεων αυτών οι οποίες διατάσσονται, ενδεχομένως με δικαστική απόφαση, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού.
Το εθνικό δικαστήριο βεβαιώνει ότι οι ουσιαστικοί και δικονομικοί κανόνες της γερμανικής έννομης τάξεως επιβάλλουν να δοθεί αρνητική απάντηση. Οι γερμανικές ληξιαρχικές πράξεις και οι διορθώσεις τους έχουν, κατά την άποψή του, προνομιακή αποδεικτική δύναμη, διότι για τις πράξεις αυτές, αν έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις, ισχύει το τεκμήριο της ακριβείας ως προς τις διαλαμβανόμενες σ' αυτές πιστοποιήσεις, με την επιφύλαξη ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει απόδειξη περί του αντιθέτου. Ανάλογη ρύθμιση δεν ισχύει όμως για την αποδεικτική δύναμη των πράξεων αλλοδαπής προελεύσεως, οι οποίες υπόκεινται στην αρχή της ελεύθερης εκτιμήσεως εκ μέρους του δικαστή, ο οποίος μπορεί συνεπώς να μη λάβει υπόψη την απορρέουσα από την πράξη πιστοποίηση. Στο γεγονός αυτό προστίθεται και η ιδιαιτερότητα ότι εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, έχει εφαρμογή ο νομολογιακός κανόνας ότι, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ διαφόρων διαδοχικών εγγράφων, υπερισχύει το έγγραφο που είναι χρονολογικά πλησιέστερο προς το αποδεικτέο γεγονός. Επομένως, το εθνικό δικαστήριο προσδίδει στην παλαιά ταυτότητα της Δαφέκη μεγαλύτερη αποδεικτική ισχύ από ό,τι στα νέα έγγραφα που εκδόθηκαν κατόπιν της διορθώσεως. Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η προβλεπόμενη διαφορετική αποδεικτική ισχύς αφενός για τις γερμανικές και αφετέρου για τις αλλοδαπές ληξιαρχικές πράξεις συνιστά δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας, η οποία είναι αντίθετη στη Συνθήκη ΕΚ, και ιδίως στο άρθρο 48. Για τον λόγο αυτό, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα που παρατέθηκε ανωτέρω.
4 Επομένως, η διάταξη περί παραπομπής θέτει πρόβλημα ερμηνείας υπό το πρίσμα κυρίως της απαγορεύσεως κάθε δυσμενούς διακρίσεως λόγω ιθαγενείας, η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 48 της Συνθήκης.
Συναφώς, τόσο ο δικηγόρος της Δαφέκη όσο και η Ελληνική Κυβέρνηση, αν και για διαφορετικούς λόγους, προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση: κατά τη γνώμη τους, πρόκειται για έμμεση δυσμενή διάκριση, αντίθετη προς τα άρθρα 6, 48 και 51 της Συνθήκης, καθώς και προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (1), που διατυπώνει τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στον συγκεκριμένο τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Δυνάμει της αρχής αυτής, οι αρμόδιες αρχές και τα γερμανικά δικαστήρια υποχρεούνται να αναγνωρίζουν στις ελληνικές ληξιαρχικές πράξεις την ίδια ισχύ με αυτή που προσδίδεται στις αντίστοιχες γερμανικές ληξιαρχικές πράξεις.
Η Επιτροπή και η Γερμανική Κυβέρνηση, μολονότι προτείνουν να δοθούν διαφορετικές απαντήσεις επί της ουσίας του ερωτήματος, αποκλείουν αντιθέτως το ενδεχόμενο να παραβιάζεται εν προκειμένω η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ισχυρίζονται ότι η αρχή αυτή απαγορεύει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις. ςΟμως, στην προκειμένη ακριβώς υπόθεση, δεν υφίσταται ομοιότητα καταστάσεων. Πράγματι, η αποδεικτική ισχύς των ληξιαρχικών πράξεων και των συναφών διορθώσεων ποικίλλει από τη μια έννομη τάξη στην άλλη, αναλόγως των διατυπώσεων και των διαδικασιών που ισχύουν για την έκδοση της πράξεως. Η διαφορετική αντιμετώπιση που προβλέπεται από την επίδικη εθνική κανονιστική ρύθμιση, στο μέτρο ακριβώς που, όπως υποστηρίζεται, δεν αφορά όμοιες καταστάσεις, δεν παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά δυσμενούς διακρίσεως.
Κατά τη γνώμη μου, η άποψη που εξέθεσα τελευταία πρέπει να γίνει δεκτή. Η περιγραφείσα από το εθνικό δικαστήριο ρύθμιση περί αποδείξεων οπωσδήποτε είναι θεωρητικώς δυνατό να επηρεάσει την άσκηση μιας προστατευόμενης από τη Συνθήκη ελευθερίας. Πιο συγκεκριμένα, θίγει, έμμεσα έστω, τη νομική κατάσταση του πολίτη ο οποίος ασκεί το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας. Η απόδειξη της προσωπικής καταστάσεώς του όσον αφορά την ηλικία του συνιστά πραγματική προϋπόθεση της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού και καθίσταται δυσχερέστερη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών απ' ό,τι για τους Γερμανούς. Από αυτή την άποψη υφίσταται άνιση μεταχείριση, το μόνο όμως στοιχείο που ενδιαφέρει εδώ είναι ότι δεν πρόκειται για διάκριση απαγορευόμενη από το κοινοτικό δίκαιο. Τούτο συμβαίνει διότι κάθε κράτος προβαίνει αυτοτελώς στην καταγραφή και πιστοποίηση των στοιχείων που αφορούν την προσωπική κατάσταση των ατόμων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του, με την τήρηση των καταλλήλων βιβλίων ή μητρώων και την έκδοση πιστοποιητικών. Αμφότερες οι δραστηριότητες διεξάγονται σύμφωνα με ειδικές διαδικασίες και με τους προβλεπόμενους προς τον σκοπό αυτό τύπους: τούτο εξηγεί την ιδιαίτερη αποδεικτική ισχύ που έχουν τα δημοτολόγια και τα έγγραφα που προέρχονται από τις αρμόδιες να εκδίδουν βεβαιώσεις αρχές σε καθεμία από τις εξεταζόμενες έννομες τάξεις. Στον τομέα που μας απασχολεί υπάρχει τελικώς άρρηκτος δεσμός μεταξύ του τύπου και της αποδεικτικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η δεύτερη είναι συνάρτηση του πρώτου. Συνεπώς, εν προκειμένω, πρέπει σαφώς να γίνει διάκριση μεταξύ των γερμανικών δημόσιων εγγράφων αφενός και των αντίστοιχων εγγράφων από την Ελλάδα ή από οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος. Κατά την άποψή μου, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να επεκτείνεται γενικώς στις εκδοθείσες σε άλλο κράτος μέλος πράξεις η ισχύς που η γερμανική έννομη τάξη αναγνωρίζει μόνον στα αντίστοιχα γερμανικά έγγραφα.
5 Πάντως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι διοικητικές και δικαστικές γερμανικές αρχές έχουν τη διακριτική ευχέρεια να μη λαμβάνουν υπόψη το περιεχόμενο πιστοποιητικών αλλοδαπής προελεύσεως, ούτε πρέπει να θεωρηθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται από διαδικαστικής απόψεως τα έγγραφα αυτά και ο οποίος περιγράφεται στη διάταξη περί παραπομπής συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Θα εξηγήσω δε γιατί νομίζω ότι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης άσκησε ελευθερία διασφαλιζόμενη από τη Συνθήκη, δηλαδή την ελευθερία να ασκήσει εντός άλλου κράτους μέλους έμμισθη επαγγελματική δραστηριότητα, δυνάμει της οποίας μπορεί, στο κράτος αυτό, να απαιτήσει παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Το ζήτημα προσωπικής καταστάσεως που αποτελεί το αντικείμενο της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου εκκρεμούς διαφοράς, δηλαδή το ζήτημα της ημερομηνίας γεννήσεως της ενδιαφερομένης, αποτελεί πραγματική προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Πάντως, είναι αληθές ότι, «ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως (...), εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους (...) να ρυθμίζει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις των ενδίκων μέσων που πρέπει να διασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων που έλκουν οι πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου (...)» (2). Εντούτοις, η αρχή αυτή της «διαδικαστικής αυτονομίας» περιορίζεται από την επανειλημμένως επισημανθείσα από το Δικαστήριο προϋπόθεση ότι οι καθοριζόμενες από το αρμόδιο κράτος διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν πρέπει να καταλήγουν στο να καθιστούν «πρακτικώς αδύνατη την άσκηση των απονεμομένων από την κοινοτική έννομη τάξη δικαιωμάτων» (3).
Η παρούσα υπόθεση πρέπει ακριβώς να εξεταστεί με γνώμονα την τελευταία αυτή απαίτηση. Ποια ρύθμιση περί αποδεικτικής ισχύος κρίνει δηλαδή το εθνικό δικαστήριο ότι πρέπει να εφαρμόσει εν προκειμένω; Το εθνικό δικαστήριο επικαλείται νομολογιακό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση συγκρούσεως δύο διαδοχικών εγγράφων, υπερισχύει το έγγραφο που είναι χρονολογικώς πλησιέστερο προς το αποδεικτέο γεγονός. Εφαρμόζοντας τον κανόνα αυτό, το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να προσδώσει στην παλαιά ταυτότητα της Δαφέκη μεγαλύτερη αποδεικτική ισχύ απ' ό,τι στο νέο πιστοποιητικό γεννήσεως, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν δικαστικής αποφάσεως περί διορθώσεως. Εφόσον όμως το απορρέον από την τροποποίηση έγγραφο είναι προφανώς μεταγενέστερο του τροποποιηθέντος, η ενδιαφερόμενη στερείται της δυνατότητας να αποδείξει τη μεταβολή της προσωπικής της καταστάσεως, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως που της διασφαλίζεται από την κοινοτική έννομη τάξη. Αφετέρου, ακόμα και αν δεν ληφθεί υπόψη ο προαναφερθείς κανόνας, η άρνηση των γερμανικών αρχών να λάβουν υπόψη τα προσκομισθέντα από τη Δαφέκη πιστοποιητικά καταλήγει εν πάση περιπτώσει στο να μη μπορεί πρακτικώς ο δικαιούχος να συνταξιοδοτηθεί. Η Δαφέκη πρέπει να αποδείξει ότι συμπλήρωσε την ηλικία των 60 ετών και δεν βλέπω πώς μπορεί να το αποδείξει αν δεν στηριχθεί στα έγγραφα που της χορηγήθηκαν στη χώρα γεννήσεώς της. Δεν μπορεί δε να υποστηριχθεί ότι η ενδιαφερόμενη δεν επέδειξε όλη τη δυνατή επιμέλεια για να αποδείξει την ηλικία της: προσκόμισε στο δικαστήριο το νέο πιστοποιητικό γεννήσεως που της είχαν χορηγήσει οι αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής της, καθώς και τη δικαστική απόφαση βάσει της οποίας έγινε η διόρθωση. Κατά τη γνώμη μου, η τήρηση οποιασδήποτε άλλης υποχρεώσεως θα ήταν αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη νομολογία την οποία προανέφερα, δεν μπορεί να επιβληθεί άλλη υποχρέωση.
Κατ' ουσίαν, κρίνω ότι η ρύθμιση περί αποδεικτικής ισχύος που σκοπεί να εφαρμόσει εν προκειμένω το εθνικό δικαστήριο καθιστά αδύνατη στην πράξη την απόδειξη ενός στοιχείου που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την κτήση του εν λόγω δικαιώματος. Συνεπώς, η ρύθμιση αυτή δεν πρέπει να εφαρμοστεί από το εν λόγω δικαστήριο.
6 Απομένει να διευκρινιστεί πώς πρέπει τα γερμανικά δικαστήρια, σε μια περίπτωση όπως η εκτιθέμενη στη διάταξη περί παραπομπής, να λαμβάνουν υπόψη, κατά το κοινοτικό δίκαιο, τις προερχόμενες από άλλο κράτος μέλος ληξιαρχικές πράξεις. Συναφώς, επιβάλλεται μια εισαγωγική παρατήρηση. Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις όπου η προσωπική κατάσταση του ατόμου εμφανίζεται ως προϋπόθεση για την κτήση δικαιώματος διασφαλιζομένου από το κοινοτικό δίκαιο. Στις περιπτώσεις αυτές, επιτρέπεται η προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου να εκτιμάται διαφορετικά σε ένα κράτος μέλος απ' ό,τι σε ένα άλλο; Κατά τη γνώμη μου, το ερώτημα αυτό χρήζει αρνητικής απαντήσεως.
Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η προσωπική κατάσταση ενός ατόμου, νοουμένη ως η νομική του κατάσταση εντός της υπό εξέταση έννομης τάξης - εν προκειμένω της κοινοτικής έννομης τάξης -, μπορεί να εκτιμάται διαφορετικά ανάλογα με την έννομη τάξη του κράτους εντός του οποίου το άτομο αυτό κατοικεί ή εργάζεται εντός της Κοινότητας. Αν τούτο γινόταν δεκτό, η αναγνώριση του ίδιου δικαιώματος ενός ιδιώτη θα εξηρτάτο από το πώς αντιμετωπίζουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές τα κρίσιμα για τον καθορισμό της προσωπικής καταστάσεως του ενδιαφερομένου γεγονότα. Τούτο όμως προσκρούει στη λογική της Συνθήκης, κατά την οποία τα δικαιώματα που οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας ακριβώς αναγνωρίσεως, δηλαδή οι ιδιώτες πρέπει να μπορούν να τα επικαλούνται κατά τον ίδιο τρόπο σε κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας. Με άλλα λόγια, ο αμετάβλητος χαρακτήρας της προσωπικής καταστάσεως του ατόμου - οσάκις, εννοείται, η προσωπική αυτή κατάσταση εμφανίζεται ως απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση του δικαιώματος του ατόμου - απορρέει από την ανάγκη να διασφαλιστεί κατά ενιαίο τρόπο η συγκεκριμένη μορφή και η προστασία των δικαιωμάτων που απορρέουν από την κοινοτική έννομη τάξη: θα ήταν αντίθετο προς την ίδια την ιδέα της ολοκληρώσεως το ενδεχόμενο ένα δικαίωμα να υπάρχει και να μπορεί να γίνει επίκλησή του σε ένα κράτος μέλος αλλά όχι σε άλλο κράτος, για τον λόγο ότι η προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου - συγκεκριμένα η ηλικία, που συνιστά προϋπόθεση για την κτήση του δικαιώματος αυτού - αποτελεί αντικείμενο διαφορετικών εκτιμήσεων εντός της Κοινότητας, ενώ η Κοινότητα νοείται, ακόμη και στον τομέα που μας απασχολεί, ως ενιαίος χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα.
7 Η αρχή αυτή του «ενιαίου» της προσωπικής καταστάσεως του κοινοτικού πολίτη έχει ήδη αναγνωριστεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση Micheletti κ.λπ. (4). Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί αν η Ισπανία μπορούσε να θεωρήσει, κατ' εφαρμογήν των εθνικών της κανόνων, ότι ο ενδιαφερόμενος δεν ήταν Ιταλός υπήκοος. Η απάντηση ήταν αρνητική: «(...) δεν εναπόκειται στη νομοθεσία κράτους μέλους να περιορίζει τα αποτελέσματα της απονομής της ιθαγενείας άλλου κράτους μέλους (...)» (5). Και τούτο διότι η «αποδοχή της [δυνατότητας] αυτής θα είχε ως συνέπεια το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων (...) να ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο» (6). Προς στήριξη της ερμηνείας αυτής, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην οδηγία 73/148/ΕΟΚ (7), η οποία «(...) προβλέπει ότι επιτρέπεται η είσοδος των αναφερομένων στο άρθρο 1 της οδηγίας προσώπων στο έδαφος των κρατών μελών με απλή επίδειξη δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου [εν ισχύι] (άρθρο 3), ενώ τα κράτη μέλη χορηγούν στα πρόσωπα αυτά, καθώς και στα αναφερόμενα στο άρθρο 4, την άδεια ή τον τίτλο διαμονής ιδίως (...) με επίδειξη του εγγράφου με το οποίο εισήλθαν στο έδαφός τους (άρθρο 6). Έτσι, αφ' ης στιγμής οι ενδιαφερόμενοι προσκομίζουν ένα από τα παρατιθέμενα στην οδηγία 73/148/ΕΟΚ έγγραφα προκειμένου να αποδείξουν την ιδιότητά τους ως υπηκόων κράτους μέλους, τα λοιπά κράτη μέλη δεν δικαιούνται να αμφισβητούν την ανωτέρω ιδιότητα (...)» (8).
Από την εκδοθείσα στην υπόθεση Micheletti κ.λπ. απόφαση συνάγονται δύο συμπεράσματα. Πρώτον, όπως ορθώς επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Tesauro στις προτάσεις που ανέπτυξε στην απόφαση αυτή, «η κοινοτική ρύθμιση η οποία θέτει ως προϋπόθεση εφαρμογής της την κατοχή της "ιθαγενείας" κράτους μέλους πρέπει (...) να νοείται ότι παραπέμπει στην εθνική νομοθεσία του κράτους, στην ιθαγένεια του οποίου θεμελιώνεται το διεκδικούμενο δικαίωμα» (9).
Δεύτερον, εφόσον αποδειχθεί ότι η νομοθεσία που διέπει την προσωπική κατάσταση είναι η νομοθεσία του κράτους μέλους του οποίου υπήκοος είναι ο ενδιαφερόμενος και ότι, επομένως, οι αρχές του κράτους αυτού έχουν την εξουσία να προβαίνουν στις σχετικές πιστοποιήσεις, οι διαπιστώσεις των αρχών αυτών πρέπει να γίνονται δεκτές κατά τον ίδιο τρόπο στο σύνολο των κρατών μελών και δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαφορετικών εκτιμήσεων (10).
8 Νομίζω ότι, παρόλον ότι η απόφαση Micheletti κ.λπ. αφορά την ιθαγένεια, μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί ότι οι κρίσεις του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υποθέσεως εκείνης μπορούν, κατ' αναλογία, να εφαρμοστούν εν προκειμένω. Το άρθρο 3 της οδηγίας 73/148, ορίζοντας ότι «τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 την είσοδο στην επικράτειά τους με απλή επίδειξη δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου εν ισχύι», ανταποκρίνεται σε μια θεμελιώδη προϋπόθεση που πρέπει να πληρούται προκειμένου να αχθεί σε πέρας η διαδικασία ολοκληρώσεως (11): ο κοινοτικός υπήκοος μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα, φέρων το σύνολο των ιδιοτήτων που τον εξατομικεύουν ως υποκείμενο δικαίου και ως άτομο και οι οποίες πιστοποιούνται στα έγγραφα προσωπικής καταστάσεώς του. Επομένως, πρέπει να μπορεί να βασίζεται στα έγγραφα που του χορηγούν οι αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του. Για τον λόγο αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται - πάντοτε, εννοείται, εντός των ορίων της ασκήσεως των διασφαλιζομένων από την κοινοτική έννομη τάξη δικαιωμάτων - η αρχή του ενιαίου της προσωπικής καταστάσεως του ατόμου, το οποίο πρέπει να μπορεί «να κυκλοφορεί» εντός της Κοινότητας ακριβώς όπως εξατομικεύεται με την προσωπική του κατάσταση, δηλαδή με τις σχέσεις οι οποίες προσδιορίζονται αναλόγως της ηλικίας, του φύλου, της ιθαγένειας κ.ο.κ. Μόνον υπ' αυτές τις συνθήκες ο πολίτης μπορεί πράγματι να ασκεί σε όλη την Κοινότητα το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας, η αναγνώριση του οποίου σήμερα ως δικαιώματος επί της ιθαγενείας της Ενώσεως δεν είναι τυχαία.
Όσον αφορά δε την παρούσα υπόθεση, η ορθή λειτουργία του θεσπισθέντος με τον κανονισμό 1408/71 συστήματος, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, στηρίζεται αναγκαστικά στη σιωπηρή παραπομπή στις εθνικές νομοθεσίες όσον αφορά τα απαραίτητα για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων στοιχεία και, επομένως, στην παραπομπή στα σχετικά με την προσωπική κατάσταση έγγραφα που έχουν χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο από τις αρχές που έχουν την εξουσία να χορηγούν τα πιστοποιητικά. Με άλλα λόγια, τα στοιχεία εκείνα της προσωπικής καταστάσεως του ατόμου από τα οποία εξαρτάται η κτήση ή άσκηση κοινοτικού δικαιώματος δεν διέπονται απευθείας από τη νομοθεσία της Κοινότητας, αλλά η ρύθμισή τους επαφίεται αναγκαστικά, σιωπηρώς, στη νομοθεσία του κράτους μέλους που διέπει την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου. Το δικαστήριο ή το διοικητικό όργανο κράτους μέλους, το οποίο καλείται να εκτιμήσει κατάσταση στην οποία έχει σημασία ένα στοιχείο της προσωπικής καταστάσεως ενός ατόμου που διέπεται από την έννομη τάξη άλλου κράτους μέλους, δεν μπορεί, συνεπώς, να μη λαμβάνει υπόψη τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη η αρχή η οποία έχει την εξουσία, στο τελευταίο αυτό κράτος, να προσδίδει ιδιαίτερη μορφή ασφάλειας δικαίου στο εν λόγω στοιχείο, την οποία και να δημοσιοποιεί.
9 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ο προσδιορισμός της ηλικίας είναι ζήτημα προσωπικής καταστάσεως, αποκλείοντας εντούτοις τη δυνατότητα να επεκταθεί στην παρούσα περίπτωση η θεσπισθείσα με την απόφαση Micheletti κ.λπ. αρχή, η οποία αφορά την ιθαγένεια. Ειδικότερα, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ο προσδιορισμός και η πιστοποίηση της προσωπικής καταστάσεως εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του κράτους του οποίου υπήκοος είναι ο ενδιαφερόμενος. Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής υποχρεούνται «κανονικά» να μην αμφισβητούν τις εν λόγω πιστοποιήσεις, κρίνει όμως ότι οι ίδιες αυτές αρχές μπορούν να μη δέχονται το περιεχόμενο της εν λόγω πράξεως, όταν υφίστανται «σοβαρές αμφιβολίες», όπως είναι ακριβώς η περίπτωση της Δαφέκη, η οποία ζήτησε τη διόρθωση της ημερομηνίας γεννήσεώς της λίγο μόνο πριν ζητήσει πρόωρη συνταξιοδότηση. Το γεγονός αυτό δημιουργεί, κατά την Επιτροπή, πολλές υποψίες.
Ειλικρινά, η άποψη αυτή μου δημιουργεί αμηχανία. Νομίζω ότι, αν αμφισβητείται το περιεχόμενο και η ισχύς του νέου πιστοποιητικού γεννήσεως που προσκόμισε η ενδιαφερόμενη, το μόνο μέσο που διαθέτουν οι διοικητικές και δικαστικές αρχές του ενδιαφερομένου κράτους είναι να κάνουν χρήση του θεσμού της συνεργασίας τον οποίο προβλέπει το άρθρο 84 του κανονισμού 1408/71 και να ζητήσουν τις απαραίτητες διευκρινίσεις από τις αντίστοιχες αρχές του κράτους από το οποίο προέρχεται το εν λόγω πιστοποιητικό. Αν οι αρχές αυτές επιβεβαιώσουν ότι τα αμφισβητούμενα έγγραφα χορηγήθηκαν από την αρμόδια αρχή και δημιουργούν ασφάλεια δικαίου όσον αφορά την ηλικία του προσώπου, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Με άλλα λόγια, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να ελέγξει μόνον αν το επίδικο πιστοποιητικό προέρχεται από τις αρμόδιες αρχές και αν, στην οικεία έννομη τάξη, έχει την απαραίτητη νομική αποδεικτική ισχύ όσον αφορά την ηλικία της ενδιαφερομένης· το δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να αποφασίσει να μη λάβει υπόψη το περιεχόμενο του πιστοποιητικού με το πρόσχημα της ελευθερίας εκτιμήσεως που του αναγνωρίζεται στη δική του νομική τάξη. Εφόσον τα πιστοποιητικά έχουν χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους, η αρχή της αμοιβαίας καλής πίστεως και έντιμης συνεργασίας, η οποία πρέπει να διέπει, σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης, τις σχέσεις μεταξύ των αρχών των διαφόρων κρατών μελών, επιτάσσει να μην αμφισβητείται η ορθότητα και η αξιοπιστία του πιστοποιουμένου γεγονότος.
Κάθε άλλη λύση συμβιβάζεται δύσκολα «με την ανάγκη διασφαλίσεως έντιμης και διαπνεόμενης από πνεύμα εμπιστοσύνης συνεργασίας μεταξύ των αρχών και των φορέων των κρατών μελών»· ορθώς ο γενικός εισαγγελέας Gulmann επισήμανε τη σημασία της τελευταίας αυτής αρχής με τις προτάσεις του στην υπόθεση Paletta κ.λπ. (12). Στο πλαίσιο της ανωτέρω υποθέσεως, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι «ο αρμόδιος φορέας (...) δεσμεύεται, πρακτικώς και νομικώς, από τις ιατρικές διαπιστώσεις του φορέα του τόπου κατοικίας ή διαμονής ως προς την επέλευση και τη διάρκεια της ανικανότητας προς εργασία, αν δεν ζήτησε την εξέταση του ενδιαφερομένου από ιατρό της επιλογής του, σύμφωνα με τη δυνατότητα που του παρέχει η παράγραφος 5 [του άρθρου 18]» (13). Βέβαια, η ανωτέρω υπόθεση ενέπιπτε σε ρητές διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 (14). Πάντως, όπως ορθώς παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας, επρόκειτο για προβληματική που αφορούσε μια θεμελιώδη αρχή: «ήτοι, αφενός μεν, ότι η μεταξύ των φορέων των κρατών μελών συνεργασία πρέπει να είναι έντιμη και διαπνεόμενη από πνεύμα εμπιστοσύνης (βλ. ιδίως σχετικώς το άρθρο 84 του κανονισμού 1408/71, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ), αφετέρου δε, ότι οι αρχές ενός κράτους μέλους οφείλουν να δέχονται την ακρίβεια πιστοποιητικών προερχομένων από τις αρχές άλλων κρατών μελών (...)» (15).
10 Κατά τη γνώμη μου, η λύση στην προκειμένη υπόθεση απορρέει από τις προηγηθείσες αναλύσεις. Εφόσον γίνεται δεκτό ότι η ηλικία της ενδιαφερομένης διέπεται από την ελληνική νομοθεσία και ότι οι αρχές του κράτους αυτού έχουν την εξουσία να χορηγούν τα σχετικά πιστοποιητικά, επιβάλλεται κατ' ανάγκη να γίνει δεκτό ότι οι ίδιες αυτές αρχές έχουν την παρεπόμενη εξουσία διορθώσεως των πράξεων τις οποίες έχουν εκδώσει. Πράγματι, η παραπομπή στην εθνική έννομη τάξη αφορά όχι μόνο τις αρχικές διαπιστώσεις, αλλά και τις τροποποιήσεις τους, οι οποίες δύνανται να επέλθουν στη συνέχεια. Η εξουσία διορθώσεως είναι της ίδιας φύσεως με την εξουσία πιστοποιήσεως. Δεν μπορεί να αναγνωρίζεται η μία και όχι η άλλη.
Επομένως, τόσο ο γερμανικός οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως όσο και το αιτούν δικαστήριο δεσμεύονται από το περιεχόμενο των διοικητικών και δικαιοδοτικών πράξεων που έχουν εκδοθεί από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές και αφορούν την προσωπική κατάσταση της Δαφέκη. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι η ηλικία της ενδιαφερομένης προσδιορίζεται άπαξ διά παντός από τις αρχές αυτές erga omnes, εν προκειμένω δε προς τον σκοπό ασκήσεως των απορρεόντων από την κοινοτική έννομη τάξη δικαιωμάτων.
11 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η διόρθωση έχει την ίδια ισχύ που της προσδίδεται στην έννομη τάξη της χώρας προελεύσεως. Η Γερμανική Κυβέρνηση παρατήρησε ότι η ζητηθείσα και επιτευχθείσα από την ενδιαφερόμενη τροποποίηση δεν ισχύει, στην ελληνική έννομη τάξη, όσον αφορά τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως (16), οπότε η αναγνώριση τέτοιας δυνατότητας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα είχε την παράλογη συνέπεια να προσδοθεί σε αλλοδαπό έγγραφο μεγαλύτερη αποδεικτική ισχύς από αυτή που έχει στην έννομη τάξη από την οποία προέρχεται. Συμφωνώ επίσης ότι πρέπει να αναγνωρίζεται στο τροποποιηθέν έγγραφο το αποτέλεσμα που αυτό παράγει στην έννομη τάξη εντός της οποίας έχει εκδοθεί και τίποτε περισσότερο ή λιγότερο. Στο αιτούν δικαστήριο δε, το οποίο πρέπει να κρίνει την ουσία της διαφοράς, εναπόκειται να αποφασίσει ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτό και να εκτιμήσει ιδίως αν πρόκειται για έγγραφο που δημιουργεί ασφάλεια δικαίου και που επιβάλλει να θεωρούνται ως αποδεδειγμένα τα στοιχεία που πιστοποιούνται με αυτό. Ο έλεγχος αυτός εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο. Το Δικαστήριο μπορεί μόνο να του υποδείξει την εφαρμοστέα αρχή. Η δε αρχή αυτή, όπως είδαμε, είναι η αρχή της παραπομπής στην αρμόδια έννομη τάξη, όσον αφορά βεβαίως μόνο το στοιχείο της προσωπικής καταστάσεως από το οποίο εξαρτάται εν προκειμένω η αναγνώριση εκ μέρους των γερμανικών αρχών ενός δικαιώματος που διασφαλίζεται από την κοινοτική έννομη τάξη. Το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει αν το προσκομισθέν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πιστοποιητικό πιστοποιεί, στην ελληνική έννομη τάξη, ότι η ενδιαφερόμενη συμπλήρωσε το 60ό έτος της ηλικίας της. Το ζήτημα αν ο οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως της χώρας καταγωγής απαιτεί ενδεχομένως, κατ' εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, την προσκόμιση άλλων εγγράφων ή την πλήρωση προσθέτων διατυπώσεων για τους σκοπούς του συστήματος συνταξιοδοτήσεως συνιστά πρόβλημα το οποίο δεν αφορά το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
12 Στη συνέχεια, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι η υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί το Δικαστήριο ουδόλως αφορά το λεπτό ζήτημα της αυτόματης αναγνωρίσεως των δικαστικών αποφάσεων, όπως αντίθετα φαίνεται να υποστηρίζει η Επιτροπή. Πράγματι, η Επιτροπή επισήμανε ότι η υποχρέωση του γερμανικού οργανισμού κοινωνικής ασφαλίσεως να προσδώσει στη διόρθωση της ηλικίας της Δαφέκη την ίδια ισχύ που έχει στην Ελλάδα συνεπάγεται, στην πράξη, την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων σε θέματα προσωπικής καταστάσεως. Σύμφωνα δε με την άποψη της Επιτροπής, από τη νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδιαίτερα την απόφαση Mund & Fester (17), προκύπτει ότι τέτοια αναγνώριση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο δυνάμει ειδικών προς τούτο διεθνών συμβάσεων, ενώ εν προκειμένω η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Ελληνική Δημοκρατία δεν δεσμεύονται από καμία σχετική πράξη διεθνούς δικαίου.
Πάντως, πρέπει να εξετάσουμε τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την παρούσα υπόθεση. Πρώτον, η ενδιαφερόμενη δεν προσκόμισε στον γερμανικό ασφαλιστικό φορέα δικαστική απόφαση, αλλά ένα διορθωμένο πιστοποιητικό γεννήσεως. Η απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, αποτέλεσε μόνο τον τίτλο βάσει του οποίου έγινε η εν λόγω διόρθωση.
Εκτός αυτού, ακόμα και στην υποθετική περίπτωση που η ενδιαφερομένη προσκόμιζε αποκλειστικά τη διατάσσουσα τη διόρθωση απόφαση, δεν νομίζω ότι, για τον λόγο αυτόν και μόνον, θα υπήρχε αυτόματη αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων, εν τη απουσία ειδικής συμβάσεως στον τομέα αυτόν. Με την αίτησή της η Δαφέκη δεν σκοπεί να επικαλεστεί την ελληνική απόφαση στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δηλαδή να αναπαραγάγει στην έννομη αυτή τάξη τη δημιουργηθείσα από την απόφαση αυτή νομική κατάσταση, αλλά να ασκήσει δικαίωμα, απαραίτητη προϋπόθεση του οποίου είναι η νομική αυτή κατάσταση (όπως αυτή πράγματι δημιουργήθηκε). Με άλλα λόγια, η δικαστική απόφαση δεν λαμβάνεται υπόψη εδώ ως πράξη δικαστικού οργάνου, αλλά η γερμανική διοίκηση πρέπει να λάβει υπόψη το διαπλαστικό περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής. Όπως είδαμε, αυτό έχει σχέση με το γεγονός ότι η προσωπική κατάσταση, καθόσον μας αφορά στην υπό κρίση υπόθεση, διέπεται από τη νομοθεσία του κράτους του οποίου υπήκοος είναι η ενδιαφερόμενη. Εφόσον η προσωπική κατάσταση διέπεται από τη νομοθεσία αυτή, η προσδιορισθείσα για τη Δαφέκη ηλικία από το δικαστήριο της χώρας καταγωγής της συνιστά έναντι των γερμανικών αρχών συγκεκριμένη πιστοποίηση, στην οποία έχουν προβεί τα μόνα όργανα που διαθέτουν τη σχετική εξουσία. Τελείως διαφορετική θα ήταν η περίπτωση στην οποία η ενδιαφερόμενη θα ήθελε να επικαλεστεί την αλλοδαπή απόφαση ως πράξη δικαστικού οργάνου, πράγμα το οποίο θα συνέβαινε παραδείγματος χάρη αν υπέβαλλε ως κύριο αίτημα την καταχώριση της τροποποιήσεως της ηλικίας της στα γερμανικά μητρώα προσωπικής καταστάσεως. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν υφίστανται οι κατάλληλες διεθνείς συμβάσεις για την αυτόματη αναγνώριση τέτοιων αποφάσεων, θα ήταν πράγματι αναγκαία η διεξαγωγή της διαδικασίας αναγνωρίσεως ή οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας ανάλογης με την προβλεπόμενη στην έννομη τάξη του κράτους καταγωγής.
13 Καταλήγοντας, δεν διακρίνω εν προκειμένω καμία απαγορευόμενη δυσμενή διάκριση, υπό την έννοια που της προσδίδει το αιτούν δικαστήριο. Τα γερμανικά δημόσια έγγραφα δεν είναι το ίδιο πράγμα με τα ελληνικά. Συνεπώς, δεν μπορεί να προσδίδεται στα δεύτερα η ίδια αποδεικτική ισχύς που η γερμανική δικονομική τάξη αναγνωρίζει μόνον στα πρώτα. Πάντως, τόσο ο οργανισμός κοινωνικής ασφαλίσεως όσο και το δικαστήριο υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ληξιαρχικές πράξεις που χορηγούνται στους ενδιαφερόμενους από τις αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής. Ειδικότερα, πρέπει να αναγνωρίζουν στις πράξεις αυτές την ίδια ισχύ με αυτή που τους προσδίδεται στην έννομη τάξη από την οποία προέρχονται. Στη διοίκηση και στα δικαστήρια εναπόκειται στη συνέχεια να εκτιμούν ποια είναι η ισχύς και τα αποτελέσματα της πράξεως στην εν λόγω έννομη τάξη. Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τη νομιμότητα ή τα αποτελέσματα της πράξεως, οι αρχές ενός κράτους μέλους πρέπει να απευθυνθούν στις αντίστοιχες αρχές του άλλου κράτους μέλους και να ζητήσουν κάθε χρήσιμη διευκρίνιση.
Συμπέρασμα
14 Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν από το Sozialgericht Hamburg ερώτημα ως εξής:
«Οι γερμανικοί φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως και τα γερμανικά δικαστήρια δεν έχουν τη διακριτική ευχέρεια να μη λαμβάνουν υπόψη, στις διαδικασίες που αφορούν το δικαίωμα λήψεως παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, το περιεχόμενο των ληξιαρχικών πράξεων που πιστοποιούν ή τροποποιούν στοιχεία σχετικά με την προσωπική κατάσταση κοινοτικού πολίτη και που έχουν χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο από τις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του. Στις πράξεις αυτές πρέπει να αναγνωρίζουν την ίδια ισχύ με αυτή που τους προσδίδεται εντός της έννομης τάξης από την οποία προέρχονται.»
(1) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
(2) - Βλ. αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), και 45/76, Comet (Συλλογή τόμος 1976, σ. 765, σκέψη 13)· της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 68/79, Just (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 253)· της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605)· της 10ης Ιουλίου 1980, 811/79, Ariete (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 637), και 826/79, Mireco (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 643), και της 9ης Νοεμβρίου 1983, 199/82, San Giorgio (Συλλογή 1983, σ. 3595, σκέψη 12).
(3) - Βλ. τις αναφερθείσες στην προηγούμενη υποσημείωση αποφάσεις.
(4) - Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, C-369/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-4239).
(5) - Βλ. σκέψη 10.
(6) - Βλ. σκέψη 12 (η υπογράμμιση δική μου).
(7) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 21ης Μαου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας σε θέματα εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 144).
(8) - Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Micheletti κ.λπ., σκέψεις 13 και 14.
(9) - Βλ. σ. Ι-4254 των προτάσεων.
(10) - Εξάλλου, οι προηγηθείσες σκέψεις επιβεβαιώνονται με την απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993, C-168/91, Κωνσταντινίδης (Συλλογή 1993, σ. Ι-1191), με την οποία εζητείτο να εξακριβωθεί αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η δυνατότητα κράτους μέλους να εγγράφει στα ληξιαρχικά βιβλία του το όνομα Έλληνα υπηκόου χρησιμοποιώντας σύστημα μεταγραμματισμού το οποίο συνεπάγεται σημαντική παραμόρφωση του ονόματος του ενδιαφερομένου. Η αρνητική απάντηση του Δικαστηρίου βασίστηκε κατ' ουσία στη διαπίστωση ότι τέτοιος μεταγραμματισμός εξέθετε τον Έλληνα υπήκοο «στον κίνδυνο οι ενδεχόμενοι πελάτες του να πάθουν σύγχυση περί τα πρόσωπα» (βλ. σκέψη 16). Η υπόθεση ήταν προδήλως διαφορετική από την παρούσα υπόθεση. Εντούτοις, το Δικαστήριο υπενθύμισε την ανάγκη να μπορεί ο εν λόγω υπήκοος να κυκλοφορεί στο εσωτερικό της Κοινότητας με το όνομα το οποίο του αναγνωρίζεται στη χώρα καταγωγής του. Ακόμη και στην υπόθεση εκείνη δηλαδή, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την αρχή ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αντιμετωπίζεται «όπως είναι», με το σύνολο των προσωπικών στοιχείων τα οποία τον εξατομικεύουν στην έννομη τάξη από την οποία προέρχεται.
(11) - Η ίδια λογική συναντάται στην οδηγία 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43). Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της κανονιστικής αυτής πράξεως, «τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 την είσοδο στην επικράτειά τους με απλή επίδειξη δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου εν ισχύι». Εξάλλου, το άρθρο 4, παράγραφος 1, προβλέπει ότι «τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν το δικαίωμα διαμονής στην επικράτειά τους στα αναφερόμενα στο άρθρο 1 πρόσωπα τα οποία είναι σε θέση να προσκομίσουν τα έγγραφα που απαριθμούνται στην παράγραφο 3».
(12) - Απόφαση της 3ης Ιουνίου 1992, C-45/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-3423). Βλ. σ. Ι-3453 των προτάσεων.
(13) - Βλ. σκέψη 28 της προαναφερθείσας αποφάσεως.
(14) - Κανονισμός του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 138).
(15) - Βλ. σ. Ι-3456 των προτάσεων.
(16) - Ουδόλως χρειάζεται να τονιστεί ότι η υπόθεση στην οποία στηρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση - ήτοι της περιορισμένης αποδεικτικής ισχύος στην Ελλάδα της επιτευχθείσας από τη Δαφέκη τροποποιήσεως - συζητήθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, χωρίς εντούτοις να επιβεβαιωθεί από κανένα στοιχείο, και μάλιστα φαίνεται να έχει διαψευσθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση, τόσο με τη γραπτή απάντησή της στη σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου όσο και με τις προφορικές παρατηρήσεις της. Εν πάση περιπτώσει, το σημείο αυτό ουδόλως ασκεί επιρροή επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου, καθόσον το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί επί της ουσίας της κύριας δίκης. Αντιθέτως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει ποιο αποτέλεσμα προσδίδεται στα εν λόγω πιστοποιητικά εντός της έννομης τάξης της χώρας προελεύσεως.
(17) - Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1994, C-398/92 (Συλλογή 1994, σ. Ι-467).
Full & Egal Universal Law Academy