Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. ΕΚΑΧ * Πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης * Διακρίσεις στις οποίες προβαίνουν οι αγοραστές σε βάρος των παραγωγών άνθρακα * Περιλαμβάνονται * Δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 4, 33, 35, 63 PAR 1, 80, 81 και 88 Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 232)
2. ΕΚΑΧ * Διατάξεις περί των δυσμενών διακρίσεων όσον αφορά τις τιμές και τους άλλους όρους αγοράς * Άρθρα 4, στοιχ. β', και 63 PAR 1 * Άμεσο αποτέλεσμα * Δεν υπάρχει * Συστάσεις δυνάμει του άρθρου 63 PAR 1 * Άμεσο αποτέλεσμα * Προϋποθέσεις
3. ΕΚΑΧ * Διατάξεις σχετικές με τις συμπράξεις και την καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως * Δεσμευτική ισχύς των κατ' ιδίαν αποφάσεων που εκδίδει η Επιτροπή * Υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων * Αρμοδιότητα ελέγχου του κοινοτικού δικαστή
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 14, 41, 65 και 66 PAR 7)
Περίληψη
1. Το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εμπίπτουν οι δυσμενείς διακρίσεις, στις οποίες προβαίνουν οι αγοραστές σε βάρος των παραγωγών όσον αφορά την τιμή, την ποσότητα και τους άλλους όρους αγοράς άνθρακα, συνιστούν οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ, και ειδικότερα τα άρθρα 4, στοιχείο β', και 63, παράγραφος 1, και όχι οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ.
Συγκεκριμένα, αφενός, από τον συνδυασμό των δύο αυτών διατάξεων προκύπτει ότι αφορούν τις συμπεριφορές που ενέχουν δυσμενή διάκριση και τις οποίες επιδεικνύουν συστηματικά αγοραστές, ανεξαρτήτως της ιδιότητας της επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, σε βάρος των παραγωγών άνθρακα που είναι επιχειρήσεις κατά την έννοια του ιδίου αυτού άρθρου. Αφετέρου, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ και χωρίς να χρειάζεται να γίνει χρήση των νομοθετημάτων και των διαδικασιών που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ, η Επιτροπή και οι επιχειρήσεις παραγωγής διαθέτουν η μεν τα κατάλληλα μέσα ενεργείας, τα δε αποτελεσματική νομική προστασία για την αντιμετώπιση των δυσμενών αυτών διακρίσεων.
2. Δεδομένου ότι το άρθρο 4, στοιχείο β', της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν έχει αυτοτελή εφαρμογή, δεν μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα. Ομοίως, ενόψει της βάσει του άρθρου 63, παράγραφος 1, της ίδιας Συνθήκης αρμοδιότητας της Επιτροπής να απευθύνει στις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις τις αναγκαίες συστάσεις οσάκις διαπιστώνει ότι γίνονται συστηματικά διακρίσεις από αγοραστές, οι ιδιώτες δεν μπορούν να ισχυριστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι οι διακρίσεις αυτές δεν συμβιβάζονται προς τη διάταξη αυτή, εφόσον αυτές δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο συστάσεως προς τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις.
Αντιθέτως, σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας συστάσεως που στηρίζεται στο άρθρο 63, παράγραφος 1, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς, είναι δυνατή η επίκλησή τους από τους ιδιώτες ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τις οδηγίες στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ. Πράγματι, τόσο στις συστάσεις ΕΚΑΧ όσο και στις οδηγίες έχουν εφαρμογή οι ίδιοι κανόνες, δεδομένου ότι πρόκειται περί πράξεων της ιδίας φύσεως.
3. Λόγω της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Επιτροπής να λαμβάνει, υπό τον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή, αποφάσεις βάσει των άρθρων 65 και 66, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΚΑΧ σε θέματα συμπράξεων και καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως, οι εν λόγω αποφάσεις, δεσμευτικές ως προς όλα τα μέρη τους δυνάμει του άρθρου 14 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεσμεύουν τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία, πάντως, έχουν την ευχέρεια να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί του κύρους ή της ερμηνείας των αποφάσεων αυτών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-18/94,
που έχει ως αντικείμενο αιτήσεις του High Court of Justice of England and Wales, Queen' s Bench Division, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕK και του άρθρου 41 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Barbara Hopkins κ.λπ.
και
National Power plc,
PowerGen plc,
παρισταμένης της
British Coal Corporation,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4 και 63 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθώς και του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch, G. F. Mancini (εισηγητή), F. A. Schockweiler, P. J. G. Kapteyn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* οι Barbara Hopkins κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους T. Sharpe, QC, και M. Brealey, barrister, ενεργούντες κατ' εντολήν της S. Llewellyn Jones και του T. Llewellyn Jones, solicitors,
* η National Power plc, εκπροσωπουμένη από τους N. Forwood, QC, και D. Anderson, barrister, ενεργούντες κατ' εντολήν της S. Barrett-Williams και του G. Chapman, solicitors,
* η PowerGen plc, εκπροσωπουμένη από τους P. Scott, QC, και K. P. E. Lasok, QC, ενεργούντες κατ' εντολήν των L. G. D. Marr & NP Lomas, solicitors,
* η British Coal Corporation, εκπροσωπουμένη από τους D. Vaughan, QC, και D. Lloyd Jones, barrister, ενεργούντες κατ' εντολήν του Nabarro Nathanson, solicitors,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον R. Plender, QC,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον J. Currall, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από την R. Caudwell, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Barbara Hopkins κ.λπ., εκπροσωπουμένων από τους T. Sharpe και M. Brealey, ενεργούντες κατ' εντολήν της S. Llewellyn Jones και του T. Llewellyn Jones, της National Power plc, εκπροσωπουμένης από τους N. Forwood και D. Anderson, ενεργούντες κατ' εντολήν της S. Barrett-Williams και του G. Chapman, της PowerGen plc, εκπροσωπουμένης από τους P. Scott και K. P. E. Lasok, ενεργούντες κατ' εντολήν των L. G. D. Marr & NP Lomas, της British Coal Corporation, εκπροσωπουμένης από τους D. Vaughan και D. Lloyd Jones, ενεργούντες κατ' εντολήν του Nabarro Nathanson, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον J. E. Collins, επικουρούμενο από τον R. Plender και τον D. Pannich, QC, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον J. Currall, επικουρούμενο από την R. Caudwell, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Οκτωβρίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διατάξεις της 13ης Ιανουαρίου 1994 και της 12ης Μαΐου 1994, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 17 Ιανουαρίου και 16 Μαΐου 1994 αντιστοίχως, το High Court of Justice of England and Wales, Queen' s Bench Division, υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 41 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 177 της Συνθήκης EΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4 και 63 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθώς και του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, νυν Συνθήκης EΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των Hopkins κ.λπ. (στο εξής: Hopkins κ.λπ.), εγκατεστημένων στο Ηνωμένο Βασίλειο, αφενός, και της National Power plc (στο εξής: National Power) και της PowerGen plc (στο εξής: PowerGen), αφετέρου, κατόπιν αγωγής αποζημιώσεως που άσκησαν οι Hopkins κ.λπ.
3 Οι Hopkins κ.λπ. είναι παραγωγοί άνθρακα που εξορύσσεται από μεγάλο βάθος βάσει αδειών που χορηγεί η British Coal Corporation (στο εξής: British Coal), δημόσια επιχείρηση συσταθείσα με τον Coal Industry Nationalisation Act του 1946 (νόμος περί εθνικοποιήσεως της ανθρακοβιομηχανίας), η οποία είναι κύριος όλων σχεδόν των αποθεμάτων άνθρακα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
4 Πριν από την 1η Απριλίου 1990, στην Central Electricity Generating Board (στο εξής: CEGB), κρατικό φορέα, είχε ανατεθεί η παραγωγή του μεγαλύτερου μέρους ηλεκτρικής ενέργειας στην Αγγλία και στην Ουαλία. Από της ημερομηνίας αυτής, τις δραστηριότητες της CEGB ανέλαβαν, μεταξύ άλλων, η National Power και η PowerGen.
5 H CEGB από το 1979 έως τις 31 Μαρτίου 1990 και η National Power και η PowerGen από την 1η Απριλίου 1990 συνήψαν με την British Coal συμβάσεις προμήθειας άνθρακα που αφορούσαν την τιμή, την ποσότητα και τους λοιπούς όρους αγοράς του άνθρακα. Η CEGB προμηθευόταν από την British Coal τη μεγαλύτερη ποσότητα άνθρακα την οποία είχε ανάγκη για δική της χρήση αλλά αγόραζε επίσης, υπό διαφορετικούς όρους, εισαγόμενο άνθρακα και άνθρακα εξορυσσόμενο από ορυχεία μεγάλου βάθους, τα οποία εκμεταλλεύονταν, μεταξύ άλλων, οι Hopkins κ.λπ. Η CEGB αγόραζε τον άνθρακα αυτόν είτε απευθείας από τους Hopkins κ.λπ. είτε από ορισμένους επιχειρηματίες στους οποίους είχε χορηγηθεί σχετική άδεια και οι οποίοι ανεμείγνυαν άνθρακες διαφορετικής προελεύσεως, μεταξύ των οποίων τον άνθρακα των Hopkins κ.λπ.
6 Τον Μάρτιο του 1990 η National Association of Licensed Open Cast Operators (εθνική ένωση αδειούχων ανοικτών ανθρακωρυχείων) και η Federation of Small Mines of Great Britain (ομοσπονδία μικρών ορυχείων της Μεγάλης Βρετανίας) υπέβαλαν στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καταγγελία στηριζόμενη στα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης EΚ και στα άρθρα 4, 60, 63, 65 και 66, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και αφορώσα, μεταξύ άλλων, τις προαναφερθείσες συμβάσεις.
7 Στις 5 Ιουνίου 1990, η South Wales Small Mines Association (ένωση μικρών ορυχείων της Νότιας Ουαλίας) υπέβαλε επίσης στην Επιτροπή καταγγελία στηριζόμενη στο άρθρο 3 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός για την εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25). Η καταγγελία αυτή αφορούσε το γεγονός ότι η CEGB αρχικώς και στη συνέχεια η National Power και η PowerGen εκμεταλλεύτηκαν καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση τους καθόσον αγόραζαν άνθρακα υπό διαφορετικούς όρους τιμής, ποσότητας και διάρκειας παραδόσεως από την British Coal, αφενός, και από τους Hopkins κ.λπ. ή τους προβαίνοντες σε αναμείξεις επιχειρηματίες, αφετέρου.
8 Με απόφαση της 23ης Μαΐου 1991, η Επιτροπή απέρριψε τις καταγγελίες αυτές για τον μετά την 1η Απριλίου 1990 χρόνο, χωρίς να αποφανθεί για τον προηγουμένο χρόνο.
9 Την 1η Ιουνίου 1991, οι Hopkins κ.λπ. άσκησαν ενώπιον του High Court of Justice αγωγή αποζημιώσεως κατά της National Power και της PowerGen για την περίοδο μεταξύ 1985 και 31ης Μαρτίου 1990. Στο πλαίσιο της αγωγής αυτής επικαλέστηκαν μεταξύ άλλων την παράβαση των άρθρων 4 και 63 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ. Οι Hopkins κ.λπ. υποστηρίζουν ότι η National Power και η PowerGen, που διαδέχθηκαν την CEGB, προέβησαν σε διακρίσεις σε βάρος τους σε σχέση με την British Coal, καθόσον αγόραζαν από αυτές τον άνθρακα υπό όρους τιμής και ποσότητας λιγότερο ευνοϊκούς από τους όρους που προσέφεραν στην British Coal.
10 To High Court of Justice ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Στην περίπτωση κατά την οποία ένας αγοραστής που αγοράζει άνθρακα για δική του χρήση και δεν αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ κατηγορείται ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση όσον αφορά την τιμή, την ποσότητα και άλλους όρους που διέπουν την αγορά άνθρακα που παράγουν δύο ή περισσότερες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πρέπει η κατηγορία αυτή να εξετασθεί στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, της Συνθήκης EΚ ή αμφοτέρων;
2) Αν και καθόσον η κατηγορία αυτή πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ:
α) Υπέχει ο εν λόγω αγοραστής κάποια υποχρέωση από τα άρθρα 4 και/ή 63, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ;
β) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μπορεί να επιδιωχθεί η εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής ενώπιον εθνικού δικαστηρίου;
γ) Υπάρχει τέτοιου είδους υποχρέωση, η εκπλήρωση της οποίας μπορεί να επιδιωχθεί έναντι του παραγωγού άνθρακα και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποιες συνθήκες; Συγκεκριμένα, υπάρχει τέτοια υποχρέωση έναντι του παραγωγού που πωλεί τον άνθρακα που παράγει σε ανεξάρτητο επιχειρηματία ο οποίος τον αναμειγνύει με άνθρακα από άλλες πηγές και παράγει μείγμα το οποίο πωλεί ο ίδιος στον αγοραστή;
δ) Επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο να υπάρχει η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως για παράβαση της υποχρεώσεως αυτής από το πρόσωπο έναντι του οποίου υπάρχει η υποχρέωση αυτή και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποιες συνθήκες;
3) Εάν και καθόσον η προαναφερθείσα κατηγορία πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο της Συνθήκης EΚ:
α) Υπέχει ο αγοραστής υποχρέωση από το άρθρο 86 της Συνθήκης EΚ έναντι του παραγωγού άνθρακα η εκπλήρωση της οποίας μπορεί να επιδιωχθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποιες συνθήκες; Ειδικότερα υπάρχει τέτοια υποχρέωση έναντι του παραγωγού ο οποίος πωλεί τον άνθρακα που παραγάγει σε ανεξάρτητο επιχειρηματία, ο οποίος τον αναμειγνύει με άνθρακα από άλλες πηγές και παράγει μείγμα το οποίο πωλεί ο ίδιος στον αγοραστή;
β) Επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο να υπάρχει η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως για παράβαση της υποχρεώσεως αυτής από το πρόσωπο έναντι του οποίου υπάρχει η υποχρέωση αυτή και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποιες συνθήκες;
γ) Για να καθοριστεί αν η φερομένη καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης έχει το απαιτούμενο αποτέλεσμα επί του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών, πρέπει το οικείο αποτέλεσμα να κριθεί μόνο με αναφορά στις αγορές στις οποίες έχει δυνάμει πρόσβαση ο άνθρακας που παράγουν οι διάδικοι, οι οποίοι επικαλούνται παράβαση του άρθρου 86, και τον οποίο πωλούν σε επιχειρηματίες που τον αναμειγνύουν με άνθρακα από άλλες πηγές ή σε επιχειρηματία που αγοράζει τον άνθρακα για δική του χρήση, ή με αναφορά σε άλλα κριτήρια και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε ποια;
4) Εξαρτώνται, και σε ποιο βαθμό, οι απαντήσεις στα ερωτήματα 2 και/ή 3 από:
α) προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής, σύσταση προς το κράτος μέλος και/ή μεταγενέστερη παράβαση των εθνικών εκτελεστικών μέτρων και/ή
β) τη θέσπιση άλλων μέτρων ή την ολοκλήρωση άλλων διαδικασιών και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποιων;
5) Σε ποιο βαθμό είναι η απόφαση της Επιτροπής που περιέχεται στο από 23 Μαΐου 1991 έγγραφο, κατά το μέρος που αφορά την προμήθεια άνθρακος σε γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος, καθοριστική ως προς τα πραγματικά ή νομικά ζητήματα που ανακύπτουν εν προκειμένω ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, αν ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες εκδόσεώς της;
6) Σε περίπτωση κατά την οποία ένας παραγωγός άνθρακα που αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ κατηγορείται ότι προκάλεσε τη, ή μετέσχε στη, δημιουργία της δυσμενούς διακρίσεως που περιγράφεται στο ερώτημα 1, σε βάρος άλλων επιχειρήσεων παραγωγής άνθρακα, λόγω των τιμών και των συνθηκών υπό τις οποίες η πρώτη αναφερθείσα επιχείρηση πώλησε τον άνθρακα στον αγοραστή στον οποίο αναφέρεται το ερώτημα 1, πρέπει η κατηγορία αυτή να εξετασθεί στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, της Συνθήκης EΚ ή αμφοτέρων;"
Επί του πρώτου, του τρίτου και του έκτου ερωτήματος
11 Με το πρώτο, το τρίτο και το έκτο ερώτημα το High Court ζητεί ουσιαστικά να πληροφορηθεί βάσει ποιων διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να επιλυθεί η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί.
12 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι, με την απόφαση της 13ης Απριλίου 1994, C-128/92, Banks (Συλλογή 1994, σ. Ι-1209, σκέψη 9), το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι η εξόρυξη του ακατέργαστου άνθρακα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Πράγματι, το παράρτημα Ι της Συνθήκης, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 81 της ίδιας συνθήκης για τον ορισμό του όρου "άνθρακας", αναφέρει ρητά τον λιθάνθρακα, είδος άνθρακα για τον οποίο γίνεται λόγος στην υπόθεση της κύριας δίκης.
13 Εξάλλου, οι Hopkins κ.λπ. και η British Coal, την οποία αφορά ειδικότερα το έκτο ερώτημα, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Πράγματι, καθόσον η δραστηριότητά τους εξορύξεως του άνθρακα συνιστά την πρώτη φάση του κύκλου επεξεργασίας ενός πλέον εξελιγμένου προϊόντος, ασκούν, στο έδαφος κράτους μέλους, δραστηριότητα παραγωγής στον τομέα του άνθρακα υπό την έννοια της διατάξεως αυτής. Τούτο δεν ισχύει για τη National Power και την PowerGen που είναι "αγοραστές" υπό την έννοια του άρθρου 63, παράγραφος 1, οι οποίοι καταναλώνουν τον άνθρακα χωρίς να είναι ωστόσο επιχειρήσεις υπό το πρίσμα του άρθρου 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
14 Προκειμένου περί των διατάξεων που έχουν εφαρμογή στις επίμαχες συμπεριφορές, επιβάλλεται να τονισθεί ότι το Δικαστήριο διαπίστωσε με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 328/85, Deutsche Babcock (Συλλογή 1987, σ. 5119, σκέψη 10), ότι από το άρθρο 232 της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ότι η συνθήκη αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί σε προϊόντα που εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ κατά το μέτρο που τα ανακύπτοντα ζητήματα δεν αποτελούν αντικείμενο διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
15 Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι δυσμενείς διακρίσεις όπως αυτές που αποτελούν το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 63 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
16 Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 4 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ιδίως το στοιχείο β' αυτού, το οποίο απαγορεύει τα μέτρα ή τις πρακτικές που εισάγουν διάκριση μεταξύ παραγωγών, έχει αυτοτελή εφαρμογή μόνον ελλείψει ειδικότερων κανόνων όταν επαναλαμβάνονται ή ρυθμίζονται με λεπτομέρειες σε άλλες διατάξεις της Συνθήκης, οι κανόνες δικαίου που συνδέονται με την ίδια διάταξη πρέπει να λογίζονται ως ενιαίο σύνολο και να εφαρμόζονται συγχρόνως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Banks, σκέψη 11).
17 Το άρθρο 63, παράγραφος 1, θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 4, στοιχείο β', αναγνωρίζοντας στην Επιτροπή την εξουσία, όταν "διαπιστώνει ότι γίνονται συστηματικά διακρίσεις από αγοραστές", να απευθύνει τις αναγκαίες συστάσεις στις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις. Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, πρέπει μεταξύ άλλων οι διακρίσεις να μπορούν να καταλογισθούν σε αγοραστές.
18 Από τον συνδυασμό των δύο αυτών διατάξεων προκύπτει ότι αφορούν τις συμπεριφορές που ενέχουν δυσμενή διάκριση και τις οποίες επιδεικνύουν συστηματικά αγοραστές, ανεξαρτήτως της ιδιότητας της επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, σε βάρος των παραγωγών του άνθρακα που είναι επιχειρήσεις κατά την έννοια του ιδίου άρθρου 80.
19 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι εξουσίες που το άρθρο 63, παράγραφος 1, απονέμει στην Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλισθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγορεύσεως του άρθρου 4, στοιχείο β', της παρέχουν τη δυνατότητα να υποχρεώνει τις αρχές των κρατών μελών όχι μόνο να διατάσσουν την παύση, για το μέλλον, των συστηματικών δυσμενών διακρίσεων που έχει διαπιστώσει, αλλά και να αντλούν από την εν λόγω διαπίστωση της Επιτροπής όλες τις συνέπειες όσον αφορά τα αποτελέσματα των διακρίσεων αυτών στις σχέσεις μεταξύ αγοραστών και παραγωγών υπό την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο β', ακόμη και πριν από την επέμβαση της Επιτροπής. Επίκληση της ίδιας αυτής διαπιστώσεως μπορεί να γίνει από τους ενδιαφερομένους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
20 Πρέπει επίσης να τονισθεί ότι οι επιχειρήσεις του άρθρου 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ που υπέστησαν τις δυσμενείς αυτές διακρίσεις μπορούν, σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή, να προσφύγουν στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να απευθύνει συστάσεις στο οικείο κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 63, παράγραφος 1, και, σε περίπτωση ενδεχόμενης παράνομης αρνήσεως, ρητής ή σιωπηρής, της Επιτροπής, να ασκήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 33, δεύτερο εδάφιο, ή 35, τρίτο εδάφιο, της ίδιας συνθήκης, προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή κατά της αποφάσεως αυτής.
21 Στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή απευθύνει σύσταση δυνάμει του άρθρου 63, παράγραφος 1, της Συνθήκης, εναπόκειται στο κράτος μέλος αποδέκτη της συστάσεως να συμμορφωθεί προς αυτήν. Αν το κράτος αυτό παραβεί την υποχρέωσή του, το άρθρο 88 της ιδίας συνθήκης παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να διαπιστώσει την εν λόγω παράβαση με αιτιολογημένη απόφαση. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι, αν η Επιτροπή, η οποία έχει επιληφθεί υποθέσεως δυνάμει του άρθρου 35, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αρνείται ρητώς ή σιωπηρώς να ασκήσει την εξουσία αυτή, οι επιχειρήσεις του άρθρου 80 της Συνθήκης τις οποίες αφορά άμεσα η υπόθεση μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δυνάμει των άρθρων 33, δεύτερο εδάφιο, ή 35, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 547).
22 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ ρυθμίζει εξαντλητικά τις δυσμενείς διακρίσεις στις οποίες προβαίνουν οι αγοραστές και ότι παρέχει σε όσους υφίστανται τις διακρίσεις αυτές αποτελεσματική ένδικη προστασία. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της Συνθήκης EΚ.
23 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις, όπως ερωτάται με το έκτο ερώτημα, στις επίμαχες διακρίσεις προβαίνει παραγωγός άνθρακα που αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 80 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
24 Κατόπιν των σκέψεων αυτών, στο πρώτο, στο τρίτο και στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ειδικότερα τα άρθρα 4, στοιχείο β', και 63, παράγραφος 1, συνιστούν το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εμπίπτουν οι δυσμενείς διακρίσεις στις οποίες προβαίνουν οι αγοραστές σε βάρος των παραγωγών όσον αφορά την τιμή, την ποσότητα και τους άλλους όρους αγοράς άνθρακα.
Επί του δεύτερου και του τέταρτου ερωτήματος
25 Με το δεύτερο και το τέταρτο ερώτημά του το εθνικό δικαστήριο ζητεί ουσιαστικά να πληροφορηθεί αν τα άρθρα 4, στοιχείο β', και 63, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή μια σύσταση που απευθύνει η Επιτροπή δυνάμει της διατάξεως αυτής δημιουργούν δικαιώματα τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν απευθείας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
26 Δεδομένου ότι το άρθρο 4, στοιχείο β', δεν έχει αυτοτελή εφαρμογή, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 16 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα.
27 Το άρθρο 63, παράγραφος 1, απονέμει αρμοδιότητα στην Επιτροπή να απευθύνει στις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις τις αναγκαίες συστάσεις οσάκις διαπιστώνει ότι γίνονται συστηματικά διακρίσεις από αγοραστές. Επομένως, οι ιδιώτες δεν μπορούν να ισχυριστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ότι οι διακρίσεις αυτές δεν συμβιβάζονται προς το άρθρο 63, παράγραφος 1, εφόσον αυτές δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο συστάσεως προς τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις.
28 Πρέπει να υπομνησθεί επιπλέον ότι, κατά παγία νομολογία, οι κανόνες τους οποίους έθεσε το Δικαστήριο για τον καθορισμό των αποτελεσμάτων μιας οδηγίας που δεν έχει ακόμη μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο ισχύουν και για τις συστάσεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι οποίες είναι πράξεις της ίδιας φύσεως, που συνεπάγονται υποχρέωση ως προς τον σκοπό τον οποίο τάσσουν σε εκείνους στους οποίους απευθύνονται, αφήνοντάς τους όμως τη δυνατότητα επιλογής των κατάλληλων μέσων για την επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ. απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1990, C-221/88, Busseni, Συλλογή 1990, σ. Ι-495, σκέψη 21). Σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας συστάσεως που στηρίζεται στο άρθρο 63, παράγραφος 1, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς, είναι δυνατή η επίκλησή τους από τους ιδιώτες ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τις οδηγίες.
29 Επομένως, στο δεύτερο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 4, στοιχείο β', και 63, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ δεν δημιουργούν δικαιώματα τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν απευθείας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Αντίθετα, σε όλες τις περιπτώσεις όπου προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας συστάσεως που στηρίζεται στο άρθρο 63, παράγραφος 1, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς, είναι δυνατή η απευθείας επίκλησή τους από τους ιδιώτες ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
30 Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που δόθηκαν στα άλλα ερωτήματα, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ζητεί ουσιαστικά να πληροφορηθεί αν δεσμεύεται από τα διαπιστωθέντα νομικά ή πραγματικά περιστατικά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 23 Μαΐου 1991 η Επιτροπή κατόπιν καταγγελίας που στηρίχθηκε στα άρθρα 65 και 66, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
31 Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Banks, λόγω της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Επιτροπής να λαμβάνει αποφάσεις βάσει των άρθρων 65 και 66, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, οι εν λόγω αποφάσεις, δεσμευτικές ως προς όλα τα μέρη τους δυνάμει του άρθρου 14 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεσμεύουν τα εθνικά δικαστήρια. Πάντως, τα εθνικά δικαστήρια παραμένουν αρμόδια να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί του κύρους ή της ερμηνείας των αποφάσεων αυτών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διατάξεις της 13ης Ιανουαρίου 1994 και της 12ης Μαΐου 1994 το High Court of Justice of England and Wales (Queen' s Bench Division), αποφαίνεται:
1) Οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ειδικότερα τα άρθρα 4, στοιχείο β', και 63, παράγραφος 1, συνιστούν το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εμπίπτουν οι δυσμενείς διακρίσεις στις οποίες προβαίνουν οι αγοραστές σε βάρος των παραγωγών όσον αφορά την τιμή, την ποσότητα και τους άλλους όρους αγοράς άνθρακα.
2) Τα άρθρα 4, στοιχείο β', και 63, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ δεν δημιουργούν δικαιώματα τα οποία οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν απευθείας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Αντίθετα, σε όλες τις περιπτώσεις όπου προκύπτει ότι, από απόψεως περιεχομένου, οι διατάξεις μιας συστάσεως που στηρίζεται στο άρθρο 63, παράγραφος 1, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι επαρκώς ακριβείς, είναι δυνατή η απευθείας επίκλησή τους από τους ιδιώτες ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
3) Οι αποφάσεις της Επιτροπής που στηρίζονται στα άρθρα 65 και 66, παράγραφος 7, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεσμευτικές ως προς όλα τα μέρη τους δυνάμει του άρθρου 14 της Συνθήκης αυτής, δεσμεύουν τα εθνικά δικαστήρια. Πάντως, τα εθνικά δικαστήρια παραμένουν αρμόδια να ζητούν από το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί του κύρους ή της ερμηνείας των αποφάσεων αυτών.
Full & Egal Universal Law Academy