Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Συμβάσεις δημοσίων έργων και προμηθειών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων * Ρήτρα διαιτησίας παρέχουσα αρμοδιότητα στο Δικαστήριο * Σύμβαση έργου * Μονομερής καταγγελία κατ' εφαρμογήν των συμβατικών διατάξεων * Εφαρμοστέο δίκαιο * Δικαίωμα αποζημιώσεως * Υπολογισμός * Δικαίωμα επί τόκων υπερημερίας
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 42 Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 181 Συνθήκη ΕΚΑΕ, άρθρο 153)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-42/94,
Ηeidemij Advies BV, εταιρία ολλανδικού δικαίου με έδρα το Arnhem (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενη από τη Vera Van Houtte, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Marc Loesch, δικηγόρο Λουξεμβούργου, 11, rue Goethe,
ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπουμένου από τον Francois Vainker, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Pierre Van Ommeslaghe, δικηγόρο στο Cour de cassation de Belgique, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη Γενική Γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
εναγομένου,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως λόγω μονομερούς καταγγελίας συμβάσεως έργου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida και J.-P. Puissochet (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Leger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Μαΐου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Φεβρουαρίου 1994, η εταιρία ολλανδικού δικαίου Ηeidemij Advies BV (στο εξής: Ηeidemij) άσκησε, δυνάμει των άρθρων 42 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, 181 της Συνθήκης ΕΟΚ και 153 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, αγωγή ζητώντας να υποχρεωθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (στο εξής: Κοινοβούλιο) στην καταβολή αποζημιώσεως λόγω μονομερούς καταγγελίας συμβάσεως έργου.
2 Το 1990, κατόπιν δημοσιευθείσας από το Κοινοβούλιο προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών, ανατέθηκε στη Ηeidemij, μεταξύ άλλων, η παρακολούθηση και ο έλεγχος της κατασκευής κτιρίων στο πλαίσιο της επεκτάσεως του Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες.
3 Η σύμβαση, συναφθείσα στις 27 Ιουλίου 1990, προέβλεπε ότι η αμοιβή για το έργο αυτό θα ανερχόταν σε 71 600 ECU ετησίως. Το ποσό αντιστοιχούσε σε 200 ημέρες εργασίας, οπότε η αμοιβή κάθε ημέρας ανερχόταν σε 358 ECU. Δεδομένου ότι το πραγματικό μέγεθος του έργου δεν μπορούσε τότε να καθοριστεί επακριβώς, συνομολογήθηκε ότι για τις πρόσθετες παροχές θα καταβαλλόταν αμοιβή ποσού 640 ECU ημερησίως (άρθρο 3 της συμβάσεως).
4 Ως καταρχήν τερματισμός του έργου ορίστηκε η ημερομηνία οριστικής παραλαβής των ακινήτων, ήτοι η 1η Ιουνίου 1996. Ωστόσο, βάσει του άρθρου 4, πέμπτο εδάφιο, της συμβάσεως, το Κοινοβούλιο είχε "το δικαίωμα να παύσει την ανάθεση του έργου στη Ηeidemij (...) κατά τη λήξη κάθε ετησίας περιόδου, κατόπιν προειδοποιήσεως με συστημένη επιστολή αποστελλομένη τρεις μήνες τουλάχιστον προ της λήξεως κάθε ετησίας περιόδου".
5 Το άρθρο 10 της συμβάσεως όριζε ότι αυτή διείπετο από το βελγικό δίκαιο και παρείχε αρμοδιότητα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για κάθε σχετική με τη σύμβαση διαφορά, βάσει των άρθρων 42 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, 181 της Συνθήκης ΕΟΚ και 153 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
6 Το έργο άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1991. Το μέγεθος των καθηκόντων αποδείχθηκε πολύ πιο σημαντικό απ' όσο είχε προβλεφθεί. Αντί της κατ' αποκοπήν ετήσιας αμοιβής των 71 600 ECU, το Κοινοβούλιο κατέβαλε 345 302,77 ECU το 1991 και 1 925 000 ECU το 1992.
7 Δεδομένου ότι δεν κατέστη δυνατή η συμφωνία των συμβαλλομένων μερών όσον αφορά ένα νέο τρόπο αμοιβής, το Κοινοβούλιο, με επιστολή της 21ης Ιανουαρίου 1993 που απέστειλε στη Ηeidemij, κατήγγειλε τη σύμβαση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου της 4, πέμπτο εδάφιο, από 1ης Ιουλίου 1993, και διευκρίνισε ότι θα δημοσίευε νέα πρόσκληση για την υποβολή προσφορών προκειμένου να συνεχισθεί το έργο.
8 Στις 5 Απριλίου 1993, η Ηeidemij υπέβαλε προσφορά ποσού 7 971 000 ECU στο πλαίσιο της νέας αυτής προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών. Η εν λόγω προσφορά απορρίφθηκε από το Κοινοβούλιο με έγγραφο της 11ης Ιουνίου 1993.
9 Με έγγραφα της 28ης Ιουνίου και 1ης Ιουλίου 1993, η Ηeidemij αξίωσε από το Κοινοβούλιο την καταβολή ποσού 797 150 ECU, ήτοι του 10 % του ποσού της προσφοράς της, ως αποκατάσταση της συνισταμένης σε διαφυγόν κέρδος ζημίας την οποία υπέστη λόγω πρόωρης λύσεως της συμβάσεως. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το Κοινοβούλιο στις 15 Ιουλίου 1993.
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ηeidemij άσκησε αγωγή με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
* να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να της καταβάλει, ως συμβατική αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως έργου, το ποσό των 797 150 ECU ως κεφάλαιο, πλέον τόκων υπολογιζομένων με το συμβατικό επιτόκιο 8 % ετησίως από 15 Σεπτεμβρίου 1993
* να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
11 Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
* κυρίως, να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη και να καταδικάσει τη Ηeidemij στα δικαστικά έξοδα
* επικουρικώς, να καθορίσει το ύψος της αποζημιώσεως σε 20 883,33 ECU και να καταδικάσει τη Ηeidemij στα δικαστικά έξοδα.
12 Η διαφορά μεταξύ των διαδίκων έχει ως αντικείμενο, αφενός, το δικαίωμα αποζημιώσεως της Ηeidemij και, αφετέρου, στην περίπτωση που θα αναγνωριζόταν στη Ηeidemij δικαίωμα αποζημιώσεως, το ύψος αυτής.
Επί της κατ' αρχήν υπάρξεως δικαιώματος αποζημιώσεως
13 Η Ηeidemij επικαλείται υπέρ αυτής το άρθρο 1794 του βελγικού Αστικού Κώδικα, το οποίο αναγνωρίζει υπέρ του εργολάβου δικαίωμα αποζημιώσεως σε περίπτωση μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη.
14 Κατά τη διάταξη αυτή,
"Ο εργοδότης δύναται να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση έργου αναλαμβανομένου κατ' αποκοπήν, ακόμη και μετά την έναρξη του έργου, καταβάλλων αποζημίωση στον εργολάβο για το σύνολο των δαπανών και εργασιών του, καθώς και για το σχετικό με τη σύμβαση διαφυγόν κέρδος".
15 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η Ηeidemij ουδέν δικαίωμα αποζημιώσεως έχει, δεδομένου ότι το άρθρο 4, πέμπτο εδάφιο, της συμβάσεως αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 1794 του βελγικού Αστικού Κώδικα. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη συμπεριφορά της Ηeidemij, η οποία ουδέποτε αμφισβήτησε το έγκυρο της καταγγελίας και συμμετέσχε στη νέα πρόσκληση για την υποβολή προσφορών χωρίς να διατυπώσει την παραμικρή διαμαρτυρία ή επιφύλαξη.
16 Δεν αμφισβητείται ότι η σύμβαση της 27ης Ιουλίου 1990 εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1794 του βελγικού Αστικού Κώδικα και ότι τα μέρη μπορούν να παρεκκλίνουν της διατάξεως αυτής καθόσον δεν είναι δημοσίας τάξεως.
17 Ωστόσο, το άρθρο 4, πέμπτο εδάφιο, της συμβάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως παρεκκλίνον, ρητώς ή σιωπηρώς, από το άρθρο 1794 του βελγικού Αστικού Κώδικα όσον αφορά το δικαίωμα αποζημιώσεως του εργολάβου.
18 Συγκεκριμένα, οι διατάξεις του άρθρου αυτού περιορίζονται στη ρύθμιση των τρόπων πρόωρης λύσεως της συμβάσεως από τον εργοδότη, χωρίς να προβλέπει τίποτε όσον αφορά το δικαίωμα αποζημιώσεως του εργολάβου.
19 Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα μέρη, διά της σιωπής τους, θέλησαν να αποκλείσουν οποιαδήποτε αποζημίωση. Από το άρθρο 12 της συμβάσεως προκύπτει ότι, οσάκις τα συμβαλλόμενα μέρη θέλησαν να στερήσουν τον εργολάβο από κάθε δικαίωμα αποζημιώσεως, το έπραξαν ρητώς. 'Ετσι, για να αποκλειστεί κάθε δικαίωμα αποζημιώσεως του εργολάβου σε περίπτωση μονομερούς καταγγελίας της συμβάσεως έργου από το Κοινοβούλιο, επερχομένης κατόπιν λύσεως, εξ ιδίων ή εξ αλλοτρίων πράξεων, των συμβάσεων μισθώσεως των κτιρίων τα οποία αφορά το ανατεθέν στη Ηeidemij έργο, θεώρησαν αναγκαίο να συνομολογήσουν ρητώς ότι η σύμβαση θα ακυρωνόταν, "χωρίς να οφείλεται αποζημίωση λόγω μονομερούς λύσεως της συμβάσεως".
20 Επιπλέον, η μεταγενέστερη της λύσεως της συμβάσεως συμπεριφορά της Ηeidemij δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη σιωπηρής συμφωνίας αποκλείουσας κάθε δικαίωμα αποζημιώσεως. Αρκεί η διαπίστωση ότι η καταγγελία αποτελεί μονομερή πράξη του Κοινοβουλίου, στην οποία η Ηeidemij δεν όφειλε να εναντιωθεί, και ότι η έλλειψη διαμαρτυριών της Ηeidemij μπορεί κάλλιστα να εξηγηθεί από τη μέριμνά της να μη διακυβευθούν οι πιθανότητες που είχε να ανακηρυχθεί μειοδότης στη νέα πρόσκληση για την υποβολή προσφορών.
21 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Ηeidemij έχει, δυνάμει του άρθρου 1794 του βελγικού Αστικού Κώδικα, δικαίωμα αποζημιώσεως λόγω μονομερούς καταγγελίας της Συμβάσεως.
Επί του ποσού της αποζημιώσεως
22 Μολονότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι το ύψος της αποζημιώσεως πρέπει να υπολογιστεί στο 10 % της αξίας των έργων που απομένουν να εκτελεστούν, διαφωνούν όσον αφορά την αξία των έργων αυτών.
23 Θεωρώντας ότι η κατ' αποκοπήν ετήσια αμοιβή των 71 600 ECU δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό μέγεθος του έργου, η Ηeidemij υποστηρίζει ότι το ποσό της από 5 Απριλίου 1993 προσφοράς της, ήτοι το ποσό των 7 971 500 ECU, που λαμβάνει υπόψη την αύξηση του μεγέθους του έργου κατά τη διάρκεια των ετών 1991 έως 1993, αποτελεί τη μόνη δίκαιη βάση υπολογισμού, εκτός και αν ως τέτοια βάση ληφθεί το συνολικό ποσό που θα καταβληθεί σε αυτόν που θα τη διαδεχθεί.
24 Αντιθέτως, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι η αποζημίωση πρέπει να υπολογιστεί βάσει της προβλεπομένης στη σύμβαση κατ' αποκοπήν ετήσιας αμοιβής των 71 600 ECU.
25 Πρέπει να τονιστεί ότι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η Ηeidemij, το ποσό για τα έργα που απομένουν να εκτελεστούν δεν μπορεί να υπολογιστεί βάσει της προταθείσας από αυτήν εκτιμήσεως για τη σύναψη νέας συμβάσεως, αλλά μόνον βάσει της αμοιβής την οποία αυτή θα εδικαιούτο εάν η καταγγελθείσα σύμβαση είχε εκτελεστεί μέχρι τέλους.
26 Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, της συμβάσεως της 27ης Ιουλίου 1990, η Ηeidemij εδικαιούτο μόνον μια κατ' αποκοπήν ετήσια αμοιβή 71 600 ECU, για κάθε δε πρόσθετη παροχή απαιτείτο η συναίνεση του εργοδότη.
27 Επομένως, μετά τη μονομερή καταγγελία της συμβάσεως, η Ηeidemij απλώς απώλεσε την ευκαιρία να λάβει εντολή για παροχές πλέον των 200 εργασίμων ημερών στις οποίες αντιστοιχούσε η κατ' αποκοπήν ετήσια αμοιβή.
28 Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που γίνονται δεκτές στο βελγικό δίκαιο, η απώλεια της ευκαιρίας αυτής πρέπει να εκτιμηθεί in concreto.
29 Συναφώς, από τις διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό νέας αμοιβής και από την από 12 Νοεμβρίου 1993 επιστολή του Κοινοβουλίου προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο θεωρούσε ότι οι υπηρεσίες της Ηeidemij και ιδιαίτερα οι πρόσθετες παροχές της ήσαν υπερβολικά επαχθείς. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Ηeidemij υπέστη ζημία λόγω απωλείας της ευκαιρίας να προβεί σε πρόσθετες παροχές.
30 Η κυρία αποζημίωση την οποία δικαιούται η Ηeidemij ανέρχεται, επομένως, στο 10 % του ποσού το οποίο θα είχε λάβει, ως κατ' αποκοπήν ετήσια αμοιβή, μεταξύ 1ης Ιουλίου 1993 και 1ης Ιουνίου 1996 (208 883,33 ECU), ήτοι 20 883,33 ECU.
31 'Οσον αφορά τους τόκους, αυτοί πρέπει να υπολογιστούν, όχι βάσει του άρθρου 7 της συμβάσεως, το οποίο αφορά αποκλειστικά την πληρωμή δεόντως εκτελεσθέντων έργων, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 1153 του βελγικού Αστικού Κώδικα, δυνάμει του οποίου τόκοι υπερημερίας οφείλονται από της οχλήσεως.
32 Δεδομένου ότι με το έγγραφο οχλήσεως της 17ης Αυγούστου 1993 το Κοινοβούλιο κατέστη υπερήμερο, η Ηeidemij βασίμως αξιώνει τόκους υπερημερίας από τις 15 Σεπτεμβρίου 1993.
33 Δυνάμει του άρθρου 1153 του βελγικού Αστικού Κώδικα, οι τόκοι πρέπει να υπολογιστούν με το βελγικό νόμιμο επιτόκιο, που είναι σήμερα 8 %.
34 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στη Ηeidemij το ποσό των 20 883,33 ECU, πλέον τόκων υπηρημερίας προς 8 % από της 15ης Σεπτεμβρίου 1993.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
35 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι το εναγόμενο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20 883,33 ECU, πλέον τόκων υπερημερίας 8 % από της 15ης Σεπτεμβρίου 1993.
2) Απορρίπτει την αγωγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει το εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy