Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσχώρηση νέων κρατών μελών στις Κοινότητες * Ισπανία * Διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 2 περί καταργήσεως των δασμών επί των εισαγωγών εμπορευμάτων από την Κοινότητα προς τα ισπανικά εδάφη των Καναρίων Νήσων και της Σέουτα και Μελίλλια * Εφαρμογή στις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, συμπεριλαμβανομένης της φορολογήσεως των εγχωρίων προϊόντων
(Πράξη Προσχωρήσεως του 1985, άρθρα 30, 31, 32 και πρωτόκολλο αριθ. 2, άρθρο 6 PAR 2)
2. Προσχώρηση νέων κρατών μελών στις Κοινότητες * Ισπανία * Διατάξεις ισχύουσες για τα ισπανικά εδάφη των Καναρίων Νήσων και της Σέουτα και Μελίλλια * Απαγόρευση φορολογικής επιβαρύνσεως η οποία εμφανίζεται μεν υπό μορφή εσωτερικού φόρου, πλήττει όμως μόνο τα εισαγόμενα προϊόντα
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 9, 12 και 95 Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 4, στοιχ. α' Πράξη Προσχωρήσεως του 1985 και πρωτόκολλο αριθ. 2)
Περίληψη
1. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στις Κοινότητες, το οποίο προβλέπει ότι οι δασμοί που ισχύουν στα ισπανικά εδάφη των Καναρίων Νήσων και της Σέουτα και Μελίλλια καταργούνται προοδευτικά με τον ίδιο ρυθμό και τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 30, 31 και 32 της Πράξεως Προσχωρήσεως, δηλαδή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 1993, έχει την έννοια ότι καλύπτει, εκτός των υπό στενή έννοια δασμών τους οποίους μνημονεύει ρητώς, και τις φορολογικές επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει τόσο για τα προϊόντα που κατάγονται από την Ισπανία και εισάγονται στα εν λόγω εδάφη όσο και για τα προϊόντα που προέρχονται από το υπόλοιπο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
2. Οι διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στις Κοινότητες καθώς και το πρωτόκολλο αριθ. 2 της εν λόγω πράξεως, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΚ ή το άρθρο 4, στοιχείο α', της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ή σε συνδυασμό με το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, απαγορεύουν να εισπράττει ένα κράτος μέλος φόρο ο οποίος, καίτοι εμφανιζόμενος υπό μορφή εσωτερικού φόρου, είναι ικανός, είτε λόγω της φραστικής διατυπώσεως των κειμένων που τον θεσπίζουν, είτε λόγω του τρόπου με τον οποίο τον εφαρμόζει η διοίκηση, να πλήξει τα εισαγόμενα προϊόντα ή ορισμένες κατηγορίες των προϊόντων αυτών χωρίς να επιβαρύνει τα τοπικά προϊόντα της ιδίας κατηγορίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-45/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal Superior de Justicia de Andalucίa (Ισπανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Camara de Comercio, Industria y Navegacion de Ceuta
και
Ayuntamiento de Ceuta,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 25 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, της 12ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 302, σ. 23), καθώς και του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της ιδίας πράξεως, σε συνδυασμό με τις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων διατάξεις των Συνθηκών EOK, νυν ΕΚ, και ΕΚΑΧ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* το Camara de Comercio, Industria y Navegacion de Ceuta, εκπροσωπούμενο από τους Antonio Hierro Echevarria και Antonio Hierro Hernandez-Mora, δικηγόρους Μαδρίτης,
* το Ayuntamiento de Ceuta, εκπροσωπούμενο από τον Antonio Tastet Diaz, δικηγόρο Γρανάδας,
* η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή συντονισμού νομικών και θεσμικών κοινοτικών θεμάτων, και τη Rosario Silva de Lapuerta, abogado del Estado, της Νομικής Υπηρεσίας του Κράτους,
* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Nicolas Eybalin, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων του ιδίου υπουργείου,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Francisco Enrique Gonzalez Diaz και Francisco Fialho, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Camara de Comercio, Industria y Navegacion de Ceuta, του Ayuntamiento de Ceuta, της Ισπανικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαρτίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 16ης Δεκεμβρίου 1993, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο τις 4 Φεβρουαρίου 1994, το Tribunal Superior de Justicia de Andalucia υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 25 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, της 12ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 302, σ. 23, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), καθώς και του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της ιδίας πράξεως, σε συνδυασμό με τις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων διατάξεις των Συνθηκών ΕΟΚ, νυν ΕΚ, και ΕΚΑΧ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Camara de Comercio, Industria y Navegacion de Ceuta και του Ayuntamiento de Ceuta, με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως αποφάσεως την οποία εξέδωσε, στις 24 Σεπτεμβρίου 1991, το Ayuntamiento de Ceuta για την οριστική επιβολή φόρου (arbitrio) επί των εμπορευμάτων που παράγονται ή εισάγονται στον δήμο της Σέουτα (Boletin Οficial de Ceuta της 25ης Σεπτεμβρίου 1991, σ. 143).
3 Η Σέουτα και Μελίλλια είναι ισπανικά εδάφη στην ακτή της Βόρειας Αφρικής, υπαγόμενα σε ειδικό καθεστώς.
4 Το άρθρο 25 της Πράξεως Προσχωρήσεως ορίζει τα εξής:
"1. Οι Συνθήκες, καθώς και οι πράξεις των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζονται στις Καναρίους Νήσους και στη Σέουτα και Μελίλλια, με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 και των άλλων διατάξεων της παρούσας πράξης.
2. Οι προϋποθέσεις με τις οποίες οι διατάξεις των Συνθηκών ΕΟΚ και ΕΚΑΧ για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, καθώς και οι πράξεις των οργάνων της Κοινότητας οι σχετικές με την τελωνειακή νομοθεσία και την εμπορική πολιτική που θα εφαρμόζονται στις Καναρίους Νήσους και στη Σέουτα και Μελίλλια καθορίζονται στο πρωτόκολλο αριθ. 2.
(...)"
5 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 2, οι Κανάριοι Νήσοι καθώς και η Σέουτα και Μελίλλια δεν περιλαμβάνονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
6 Το άρθρο 6 του ιδίου πρωτοκόλλου ορίζει τα εξής:
"1. Τα προϊόντα καταγωγής του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, κατά την εισαγωγή τους στις Καναρίους Νήσους ή στη Σέουτα και Μελίλλια, απαλλάσσονται από δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Οι δασμοί που υφίστανται στις Καναρίους Νήσους και στη Σέουτα και Μελίλλια και η φορολογική επιβάρυνση που ονομάζεται 'arbitrio insular * tarifa general' , η οποία υφίσταται στις Καναρίους Νήσους, καταργούνται προοδευτικά έναντι των προϊόντων καταγωγής του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, με τον ίδιο ρυθμό και τις ίδιες προϋποθέσεις με τις προβλεπόμενες στα άρθρα 30, 31 και 32 της Πράξης Προσχώρησης.
(...)"
7 Το άρθρο 31 της Πράξεως Προσχωρήσεως προβλέπει την κατάργηση των εισαγωγικών δασμών, το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 1993.
8 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, έως το 1991, στη Σέουτα προβλεπόταν η είσπραξη δημοτικού φόρου επί της εισαγωγής εμπορευμάτων.
9 Προκειμένου να διατηρηθεί ο φόρος αυτός μετά την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ο Ισπανός νομοθέτης αποφάσισε να υπαγάγει στον φόρο αυτό και τα αγαθά που παράγονται στη Σέουτα. Προς τούτο, εξέδωσε τον νόμο αριθ. 8/1991, της 25ης Μαρτίου 1991, για τη θέσπιση δημοτικού φόρου (arbitrio) επί της παραγωγής και της εισαγωγής εμπορευμάτων στη Σέουτα και Μελίλλια (Boletin Οficial del Estado της 26ης Μαρτίου 1991, σ. 9418).
10 Για την εφαρμογή του νόμου αυτού, το Ayuntamiento de Ceuta εξέδωσε την προμνησθείσα απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της 24ης Σεπτεμβρίου 1991.
11 Θεωρώντας παράνομη αυτή την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, το Camara de Comercio, Industria y Navegacion de Ceuta άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Tribunal Superior de Justicia de Andalucia.
12 Κρίνοντας ότι προϋπόθεση για την επίλυση της διαφοράς ήταν η ερμηνεία διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Επιτρέπουν το άρθρο 25, παράγραφος 2, της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και το πρωτόκολλο αριθ. 2 της ιδίας πράξεως, σε συνδυασμό με τις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων διατάξεις των Συνθηκών ΕΟΚ και ΕΚΑΧ, τη διατήρηση ενός μέτρου όπως αυτό που έχει εισαχθεί με τον ισπανικό νόμο αριθ. 8 της 25ης Μαρτίου 1991, με το οποίο εγκρίνεται η δημοτική φορολογική επιβάρυνση επί της παραγωγής και της εισαγωγής εμπορευμάτων στους δήμους της Σέουτα και της Μελίλλια, επιβάρυνση η οποία έχει θεσπιστεί κατά τέτοιον τρόπο ώστε να προκύπτει εξ αυτής η απόλυτη σχεδόν απαλλαγή από πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις των εσωτερικών συναλλαγών, ενώ παράλληλα διατηρείται η ταυτόχρονη de facto επιβάρυνση των εισαγωγών από το κοινοτικό τελωνειακό έδαφος;"
13 Πρέπει πρώτα να εξεταστούν τα σχετικά άρθρα της Πράξεως Προσχωρήσεως και κατόπιν τα αναφερόμενα στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων άρθρα των Συνθηκών ΕΚ και ΕΚΑΧ.
Επί της Πράξεως Προσχωρήσεως
14 Όσον αφορά τις αναφερόμενες στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων διατάξεις των Συνθηκών ΕΚ και ΕΚΑΧ, το καθού της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι η Πράξη Προσχωρήσεως δεν εμποδίζει τη διατήρηση σε ισχύ, στο έδαφος της Σέουτα, μιας φορολογικής επιβαρύνσεως αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό. Κατά το καθού της κύριας δίκης, οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος μνημονεύονται μεν ρητώς στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 2, πλην όμως στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, στην οποία παραπέμπει η παράγραφος 1 όσον αφορά τις προϋποθέσεις απαλλαγής από τους δασμούς και τις φορολογικές επιβαρύνσεις την οποία προβλέπει, γίνεται μνεία μόνον των δασμών και μιας ειδικής φορολογικής επιβαρύνσεως που ισχύει στις Κανάριες Νήσους.
15 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
16 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, διάταξη αφορώσα δασμούς χωρίς να αναφέρεται ρητά στις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος μπορεί να νοηθεί, λόγω του σκοπού της, ως αφορώσα και τις επιβαρύνσεις αυτές (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1992, C-260/90, Leplat, Συλλογή 1992, σ. Ι-643, σκέψη 15).
17 Σκοπός του άρθρου 6, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 2 είναι η διευκρίνιση των όρων υπό τους οποίους πρέπει να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που καθορίζεται στην παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου, ήτοι η κατάργηση των δασμών και των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
18 Συνεπώς, η παράγραφος 2 πρέπει να ερμηνευθεί ως καλύπτουσα τόσο τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος όσο και τους υπό στενή έννοια δασμούς.
19 Ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου αριθ. 2, οι δασμοί και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος που ίσχυαν στη Σέουτα έπρεπε να καταργηθούν προοδευτικά με τον ίδιο ρυθμό και τις ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 30, 31 και 32 της Πράξεως Προσχωρήσεως, δηλαδή το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 1993.
20 Το συμπέρασμα αυτό ισχύει τόσο ως προς τα εισαγόμενα στη Σέουτα προϊόντα που κατάγονται από την Ισπανία όσο και ως προς εκείνα που προέρχονται από το υπόλοιπο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (βλ. απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-363/93 και C-407/93 έως C-411/93, Lancry κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-3957).
21 Όσον αφορά το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, αυτό έχει εφαρμογή επί του εδάφους της Σέουτα δυνάμει του άρθρου 25 της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Επί των διατάξεων που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων
22 Το καθού και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι το arbitrio δεν αποτελεί φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό, αλλά εσωτερικό φόρο μη εισάγοντα διακρίσεις, καθόσον πλήττει τόσον τα εισαγόμενα όσο και τα τοπικά προϊόντα.
23 Πρέπει να παρατηρηθεί, προκαταρκτικώς ότι, με τη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο προέβη στην ακόλουθη διαπίστωση:
"(...) η θέσπιση φόρου πλήττοντος την τοπική 'παραγωγή' αγαθών στη Σέουτα δεν αποτελεί παρά το πρόσχημα για τη διατήρηση της σχετικής φορολογικής επιβαρύνσεως επί των εισαγωγών που έπρεπε να έχει καταργηθεί το 1991. Η εν λόγω φορολογική επιβάρυνση επί της παραγωγής παρουσιάζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται ουσιαστικά άσχετη προς τη διατήρηση της φορολογικής επιβαρύνσεως επί των εισαγωγών, την οποία ο Ισπανός νομοθέτης επιθυμεί να διατηρήσει σε ισχύ (...)".
24 Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται κυρίως στο περιεχόμενο μιας από τις εκθέσεις που είχε συντάξει η Γενική Διεύθυνση Φόρων πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου. Στην έκθεση αυτή αναφέρονται τα εξής:
"Ο νομοθέτης θέσπισε μια διαρθρωμένη φορολογική επιβάρυνση, πρακτική συνέπεια της οποίας πρέπει να είναι η απόλυτη σχεδόν απαλλαγή του εσωτερικού εμπορίου από πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η βιομηχανική παραγωγή στους δήμους της Σέουτα και Μελίλλια είναι εξαιρετικά μειωμένη, οπότε η σχετική φορολογική επιβάρυνση θα πλήττει κυρίως τις εισαγωγές αγαθών στη Σέουτα και Μελίλλια, πράγμα το οποίο, με τη σειρά του, θα έχει ως συνέπεια την αποτελεσματικότερη προστασία της τοπικής παραγωγής * η οποία θα απαλλάσσεται από τις κύριες μορφές φορολογίας * και θα καταστήσει δυνατή την ανετότερη χρηματοδότηση των δημοτικών ταμείων, εφόσον η εμπορία εισαγομένων προϊόντων αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικότερες δρστηριότητες στους εν λόγω δήμους."
25 Πάντως, η διάταξη περί παραπομπής δεν διευκρινίζει τους λόγους που οδήγησαν τις εθνικές αρχές στο συμπέρασμα αυτό ούτε διευκρινίζει την έννοια της εκφράσεως "σχεδόν απόλυτη" που περιέχεται τόσο στις εκθέσεις της εν λόγω διοικητικής υπηρεσίας όσο και στο προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.
26 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει κάθε πραγματικό ζήτημα που είναι κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς στην υπόθεση που του έχει υποβληθεί, καθώς και να εκτιμήσει το περιεχόμενο των εθνικών διατάξεων και τον τρόπο με τον οποίο αυτές πρέπει να εφαρμοστούν. Το Δικαστήριο μπορεί, ωστόσο, να συναγάγει από τα προδικαστικά ερωτήματα διάφορες υποθετικές περιπτώσεις και να υποδείξει, για καθεμία από αυτές, τα κριτήρια κοινοτικού δικαίου που θα πρέπει να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο.
27 Στην υπό κρίση υπόθεση, πρέπει ιδίως να καθοριστεί αν η επίδικη φορολογική επιβάρυνση εμπίπτει στα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΚ, στα οποία αντιστοιχεί το άρθρο 4, στοιχείο α', της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ή στο άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ.
28 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι μια χρηματική επιβάρυνση μονομερώς επιβαλλόμενη, ανεξαρτήτως της ονομασίας της και της τεχνικής της, η οποία πλήττει τα εμπορεύματα λόγω του ότι τα εμπορεύματα αυτά διέρχονται τα σύνορα, όταν δεν αποτελεί δασμό κατά κυριολεξία, συνιστά φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος υπό την έννοια των άρθρων 9, 12, 13 και 16 της Συνθήκης. Η επιβάρυνση αυτή, ωστόσο, δεν αποτελεί φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος αν εντάσσεται σε ένα γενικό σύστημα εσωτερικής φορολογίας που πλήττει συστηματικώς κατηγορίες προϊόντων σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία εφαρμόζονται ανεξαρτήτως καταγωγής των προϊόντων, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95 της Συνθήκης (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, την απόφαση της 5ης Μαΐου 1982, 15/81, Schul, Συλλογή 1982, σ. 1409, σκέψη 20).
29 Το άρθρο 95, αποβλέποντας στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, με την κατάργηση κάθε μορφής προστασίας που θα μπορούσε να προκύψει από την εφαρμογή εσωτερικών φόρων που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών, εγγυάται την απόλυτη ουδετερότητα των εσωτερικών φόρων από πλευράς ανταγωνισμού μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων. Η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή κάθε φορά που μια φορολογική επιβάρυνση είναι ικανή να αποθαρρύνει την εισαγωγή αγαθών καταγομένων από άλλα κράτη μέλη προς όφελος της εγχώριας παραγωγής (βλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 1988, 252/86, Bergandi, Συλλογή 1988, σ. 1343, σκέψεις 24 και 25).
30 Συνεπώς, σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξετάσει, καταρχάς, αν οι νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που επιβάλλουν την επίδικη φορολογική επιβάρυνση είναι ικανές να εγκαθιδρύσουν, εξασφαλίζοντας τη διαφάνειά του, ένα γενικό σύστημα το οποίο να εφαρμόζεται, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, αδιακρίτως στα τοπικά και στα εισαγόμενα προϊόντα. Στη συνέχεια, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η εφαρμογή των διατάξεων αυτών ανταποκρίνεται στις ίδιες αυτές επιταγές.
31 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το εθνικό δικαστήριο, στη διάταξη περί παραπομπής, εκθέτει ότι "ούτε, άλλωστε, μπορεί να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για φόρο ενσωματωμένο σε ένα σύστημα εσωτερικής φορολογίας που πλήττει αδιακρίτως τα εισαγόμενα προϊόντα και τα προϊόντα που παράγονται (στο έδαφος του εν λόγω δήμου)".
32 Ως προς το σημείο αυτό, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η επίδικη εθνική ρύθμιση καθορίζει χωριστά το καθεστώς που ισχύει για τα εισαγόμενα προϊόντα και το καθεστώς που ισχύει για τα τοπικά προϊόντα.
33 Ο χωριστός αυτός καθορισμός μπορεί μεν να συνιστά ένδειξη περί του ότι πρόκειται για δύο χωριστά φορολογικά συστήματα, δεν επιτρέπει όμως, αυτός καθαυτόν, τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 95 της Συνθήκης.
34 Ωστόσο, ο χωρισμός αυτός μπορεί να μειώσει τη διαφάνεια του συστήματος σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην έχει πλέον το εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν τα εισαγόμενα και τα τοπικά προϊόντα υπάγονται, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και ανεξαρτήτως της καταγωγής τους, σε ένα και τον αυτό φόρο.
35 Ενδέχεται επίσης η εφαρμογή των επιδίκων διατάξεων εκ μέρους των εθνικών αρχών να μην ανταποκρίνεται στις επιταγές αυτές. Αυτό θα μπορούσε, ιδίως, να συμβεί σε περίπτωση που η διοίκηση έκανε συστηματική χρήση, υπέρ της τοπικής παραγωγής, της εξουσίας χορηγήσεως απαλλαγής από τον φόρο.
36 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, συνεπώς, να εξετάσει μήπως η φορολογική επιβάρυνση, καίτοι εμφανιζόμενη υπό μορφή εσωτερικού φόρου, αποτελεί στην πραγματικότητα, όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα, επιβάρυνση ισοδυναμούσα προς δασμό.
37 Πρέπει, τέλος, να παρατηρηθεί ότι το γεγονός ότι στο προδικαστικό ερώτημα χρησιμοποιείται η έκφραση "σχεδόν απόλυτη" θα μπορούσε να σημαίνει ότι, καίτοι το μεγαλύτερο μέρος της τοπικής παραγωγής απαλλάσσεται από τον φόρο, ένα μικρό μέρος της παραγωγής αυτής δεν απαλλάσσεται. Υπό τις συνθήκες αυτές, τρεις περιπτώσεις είναι δυνατές, συνεπαγόμενες διαφορετικά η καθεμία έννομα αποτελέσματα.
38 Στην πρώτη περίπτωση, ακόμα και αν το μεγαλύτερο μέρος της τοπικής παραγωγής απαλλάσσεται από τον φόρο, ο φόρος αυτός εισπράττεται σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο τόσο στα τοπικά όσο και στα εισαγόμενα προϊόντα. Η περίπτωση αυτή εμπίπτει τότε στο άρθρο 95 της Συνθήκης.
39 Στη δεύτερη περίπτωση, τα μη απαλλασσόμενα από τον φόρο τοπικά προϊόντα ανήκουν σε ορισμένη κατηγορία προϊόντων, οπότε η ρύθμιση θα πρέπει να θεωρηθεί ως εγκαθιδρύουσα δύο χωριστά φορολογικά συστήματα, από τα οποία το μεν ένα ισχύει για την εν λόγω κατηγορία τοπικών και εισαγομένων προϊόντων, το δε άλλο για όλες τις άλλες κατηγορίες εισαγομένων προϊόντων. Στην περίπτωση αυτή, ενώ το πρώτο σύστημα εμπίπτει στο άρθρο 95, το δεύτερο θεσπίζει φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό.
40 Στην τρίτη περίπτωση, με τη μη απαλλαγή ενός μικρού ποσοστού της τοπικής παραγωγής από τον φόρο επιχειρείται απλώς η απόκρυψη της πραγματικότητας, συνισταμένης στην επιβολή φορολογικής επιβαρύνσεως αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό.
41 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει το περιεχόμενο της εκφράσεως "σχεδόν απόλυτη", την οποία χρησιμοποιεί στο προδικαστικό ερώτημά του, και, ενόψει των ανωτέρω σκέψεων, να συναγάγει τις σχετικές συνέπειες.
42 Όσον αφορά το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως και του Ayuntamiento de Ceuta ότι το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις Συνθήκες ΕΚ και ΕΚΑΧ, οφείλει να λάβει υπόψη του την περιφερειακή γεωγραφική θέση της Ceuta καθώς και τη δέσμευση που έχει αναλάβει η Κοινότητα να προωθήσει την οικονομική ανάπτυξη των πλέον μειονεκτικών περιοχών, παρατηρείται ότι, ελλείψει ειδικών κοινοτικών εξαιρετικών μέτρων, οι περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων διατάξεις των Συνθηκών ΕΚ και ΕΚΑΧ εφαρμόζονται αυτοδικαίως στη Σέουτα.
43 Συνεπώς, στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου προσήκει η απάντηση ότι οι διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως καθώς και το πρωτόκολλο αριθ. 2 της εν λόγω πράξεως, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΚ ή το άρθρο 4, στοιχείο α', της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ή σε συνδυασμό με το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, απαγορεύουν να εισπράττει ένα κράτος μέλος φόρο ο οποίος, καίτοι εμφανιζόμενος υπό μορφή εσωτερικού φόρου, είναι ικανός, είτε λόγω της φραστικής διατυπώσεως των κειμένων που τον θεσπίζουν, είτε λόγω του τρόπου με τον οποίο τον εφαρμόζει η διοίκηση, να πλήξει τα εισαγόμενα προϊόντα ή ορισμένες κατηγορίες των προϊόντων αυτών χωρίς να επιβαρύνει τα τοπικά προϊόντα της ιδίας κατηγορίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική Κυβέρνηση, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 16ης Δεκεμβρίου 1993 το Tribunal Superior de Justicia de Andalucia, αποφαίνεται:
Οι διατάξεις της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, της 12ης Ιουνίου 1985, καθώς και το πρωτόκολλο αριθ. 2 της ιδίας πράξεως, σε συνδυασμό με τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΚ ή το άρθρο 4, στοιχείο α', της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ή σε συνδυασμό με το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚ, απαγορεύουν να εισπράττει ένα κράτος μέλος φόρο ο οποίος, καίτοι εμφανιζόμενος υπό μορφή εσωτερικού φόρου, είναι ικανός, είτε λόγω της φραστικής διατυπώσεως των κειμένων που τον θεσπίζουν, είτε λόγω του τρόπου με τον οποίο τον εφαρμόζει η διοίκηση, να πλήξει τα εισαγόμενα προϊόντα ή ορισμένες κατηγορίες των προϊόντων αυτών χωρίς να επιβαρύνει τα τοπικά προϊόντα της ιδίας κατηγορίας.
Full & Egal Universal Law Academy