Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση των αγορών * Eπιστροφές λόγω εξαγωγής * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Συντεταγμένη κατά τους νομίμους τύπους διασάφηση εξαγωγής * Έγγραφα στα οποία δεν μνημονεύεται ημερομηνία αποδοχής εκ μέρους των τελωνειακών αρχών * Αποκλείονται
(Κανονισμός 3665/87 της Επιτροπής, άρθρο 30)
2. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * Αρχές * Επιστροφές λόγω εξαγωγής που καταβλήθηκαν εντός κράτους μέλους παρά τη μη τήρηση ουσιώδους διατυπώσεως * Άρνηση αναλήψεως της επιβαρύνσεως του 2 % των σχετικών δαπανών * Υπερβολικός και δυσανάλογος χαρακτήρας * Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1. Δεν μπορούν να αποτελούν μια συντεταγμένη κατά τους νομίμους τύπους διασάφηση, κατά την έννοια του άρθρου 30 του κανονισμού 3665/87, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος επιστροφών κατά την εξαγωγή, έγγραφα στα οποία δεν μνημονεύεται η ημερομηνία αποδοχής, δηλαδή η ημερομηνία κατά την οποία η υπηρεσία τελωνείων παραλαμβάνει τη διασάφηση εξαγωγής όπου έχει δηλωθεί ότι πρόκειται να ζητηθεί επιστροφή.
2. Ο κανονισμός 729/70, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία όχι μόνο για τη διασφάλιση της πραγματοποίησης και της κανονικότητας των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων αλλά και για τη διευκόλυνση των ελέγχων που η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να διενεργούνται. Ένα κράτος μέλος, μη απαιτώντας από τους επιχειρηματίες την προσκόμιση ενός εγγράφου το οποίο είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής της νομοθεσίας σχετικά με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής και ελλείψει του οποίου δεν μπορεί να αποκλείεται ο κίνδυνος πλάνης ή απάτης σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, παραλείπει μια ουσιώδη και μη παρεπόμενη διατύπωση. Ενόψει του ουσιώδους χαρακτήρα της μη τηρηθείσας διατυπώσεως, η άρνηση της Επιτροπής να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το 2 % των σχετικών δαπανών δεν είναι ούτε υπερβολική ούτε δυσανάλογη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-49/94,
Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον Michael A. Buckley, Chief State Solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιρλανδίας, 28, route d' Arlon,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Xavier Lewis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον John Handoll, Solicitor, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 93/659/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με την εκκαθάριση λογαριασμών των κρατών μελών για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1990 (ΕΕ L 301, σ. 13),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, P. Jann, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward και L. Sevon (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 1ης Ιουνίου 1995, κατά την οποία η Ιρλανδία εκπροσωπήθηκε από τον Richard Law Nesbitt, Senior Counsel, και η Επιτροπή από τους James Macdonald Flett και Klaus-Dieter Borchardt, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενους από τον John Handoll, Solicitor,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιουνίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Φεβρουαρίου 1994 η Ιρλανδία ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 93/659/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με την εκκαθάριση λογαριασμών των κρατών μελών για τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1990 (ΕΕ L 301, σ. 13), κατά το μέτρο που με την απόφαση εκείνη αποκλείστηκε ποσό 6 343 429 ιρλανδικών λιρών (IR ) από την κοινοτική χρηματοδότηση.
2 O αποκλεισμός του ποσού αυτού δικαιολογείται στις συνοπτικές εκθέσεις περί των αποτελεσμάτων των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1989 (έγγραφο VI/303/91 της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 1992) και για το οικονομικό έτος 1990 (έγγραφο VI/119/93 της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 1993). Στις εκθέσεις αυτές, η Επιτροπή κάνει μνεία σχετικά με ελέγχους από τους οποίους αποκαλύφθηκε ότι, όσον αφορά ορισμένες ποσότητες βοείου κρέατος που είχαν αποθεματοποιηθεί πριν από την εξαγωγή και για τις οποίες είχαν ζητηθεί και εκ των προτέρων καταβληθεί επιστροφές λόγω εξαγωγής, είχε γίνει υπέρβαση της μεγίστης επιτρεπομένης από την κοινοτική νομοθεσία διάρκειας αποθεματοποιήσεως. Από τα απαιτηθέντα από τις ιρλανδικές αρχές έγγραφα οι εν λόγω αρχές δεν μπορούσαν να ελέγξουν την τήρηση, ανά εξαγωγέα, των προϋποθέσεων προχρηματοδοτήσεως καθώς, μεταξύ άλλων, καμία διασάφηση εξαγωγής, συντεταγμένη κατά τους νομίμους τύπους, δεν είχε κατατεθεί εντός των προθεσμιών σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1). 'Επρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί ως έντυπο το ενιαίο διοικητικό έγγραφο (ΕΔΕ), περί του οποίου γίνεται λόγος στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1900/85 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1985, για την καθιέρωση κοινοτικών εντύπων διασάφησης εξαγωγής και εισαγωγής (ΕΕ L 179, σ. 4). Τέλος, οι υλικοί έλεγχοι ήσαν ανεπαρκείς.
3 Στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιρλανδία το γεγονός ότι δεν τήρησε την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με επιστροφές λόγω εξαγωγής βοείου κρέατος και, ειδικότερα, τις διατάξεις σχετικά με τα έγγραφα που απαιτούνται από τους εξαγωγείς προκειμένου αυτοί να τύχουν της εκ των προτέρων καταβολής επιστροφών λόγω εξαγωγής.
4 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, περί της προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 50), μπορεί να προκαταβάλλεται επιστροφή για τα προϊόντα ή τα εμπορεύματα που έχουν τεθεί υπό το τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως ή της ελευθέρας ζώνης προκειμένου να εξαχθούν εντός καθορισμένης προθεσμίας.
5 Στο κεφάλαιο 3 του τίτλου 2 του κανονισμού 3665/87 περιγράφονται οι σχετικές με την εφαρμογή του κανονισμού 565/80 λεπτομέρειες και, ιδίως, οι διατυπώσεις που είναι αναγκαίες για την περίπτωση κατά την οποία ένας εξαγωγέας επιδιώκει την προκαταβολή επιστροφών λόγω εξαγωγής.
6 Πράγματι, το άρθρο 25 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι, με τη δήλωση πληρωμής, ο εξαγωγέας οφείλει να εκδηλώσει την πρόθεσή του να εξαγάγει τα προϊόντα ύστερα από αποθεματοποίηση και να τύχει επιστροφής. Κατά την αποδοχή της δηλώσεως πληρωμής τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (άρθρο 26). Η προθεσμία εντός της οποίας τα προϊόντα μπορούν να παραμένουν υπό τελωνειακό καθεστώς αποταμιεύσεως είναι έξι μήνες από την ημέρα της αποδοχής της δηλώσεως πληρωμής (άρθρο 28, παράγραφος 5). Ωστόσο, η προθεσμία αυτή αυξήθηκε στους εννέα μήνες για την περίοδο 1989, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2675/88 της Επιτροπής, της 29ης Αυγούστου 1988 (ΕΕ L 239, σ. 20), και σε επτά μήνες για την περίοδο 1990, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2965/89 της Επιτροπής, της 29ης Σεπτεμβρίου 1989 (ΕΕ L 281, σ. 103). Ο εξαγωγέας οφείλει να καταθέσει τη διασάφηση εξαγωγής το αργότερο την τελευταία ημέρα της προθεσμίας αυτής (άρθρο 30). Τα προϊόντα πρέπει, εντός εξήντα ημερών από την ημέρα που έπαυσαν να υπόκεινται στο καθεστώς της αποταμιεύσεως, να εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (άρθρο 32).
7 Στον κανονισμό 3665/87 δεν ορίζεται το πώς πρέπει να είναι η "διασάφηση εξαγωγής" περί της οποίας γίνεται μνεία στο άρθρο του 30. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το κείμενο του άρθρου 3 του ίδιου κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο:
"1. Ως ημέρα της εξαγωγής νοείται η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή.
2. Η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής προσδιορίζει:
α) το ποσοστό της ισχύουσας επιστροφής, εάν δεν έχει γίνει προκαθορισμός της επιστροφής
β) τις προσαρμογές που πρέπει, κατά περίπτωση, να γίνουν στα ποσοστά της επιστροφής, εάν υπήρξε προκαθορισμός της επιστροφής.
3. Εξομοιώνεται με την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής οποιαδήποτε άλλη πράξη που έχει τα ίδια νομικά αποτελέσματα με την αποδοχή αυτή.
4. Η ημέρα της εξαγωγής είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εξαγομένου προϊόντος.
5. Το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής και ιδίως:
α) την ονομασία των προϊόντων σύμφωνα με την ονοματολογία που χρησιμοποιείται για τις επιστροφές
β) την καθαρή μάζα αυτών των προϊόντων ή, κατά περίπτωση, την ποσότητα εκφρασμένη στη μονάδα μετρήσεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της επιστροφής
γ) εφόσον αυτό χρειασθεί, για τον υπολογισμό της επιστροφής, τη σύνθεση των εν λόγω προϊόντων ή μια αναφορά σ' αυτή τη σύνθεση.
Στην περίπτωση που το έγγραφο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο είναι η διασάφηση εξαγωγής, αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τις εν λόγω ενδείξεις καθώς και τη μνεία 'κώδικας επιστροφής' .
6. Τη στιγμή της αποδοχής αυτής ή της πράξεως αυτής τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας."
8 Εν προκειμένω, τα απαιτούμενα από τις ιρλανδικές αρχές έγγραφα ήταν τα ακόλουθα:
1) όταν το βόειο κρέας ήταν αποθεματοποιημένο και ζητούνταν επιστροφές λόγω εξαγωγής συμπληρώνονταν δύο έντυπα:
* ένα έντυπο "C & E 977", με το οποίο το κρέας ετίθετο υπό τελωνειακό έλεγχο αποταμιεύσεως
* ένα έντυπο "ΑΡ", το οποίο αποτελούσε αίτηση περί προπληρωμής των επιστροφών λόγω εξαγωγής
2) όταν ο κύριος του βοείου κρέατος αποφάσιζε να το εξαγάγει συμπλήρωνε ένα έντυπο "C & E 978", οπότε το κρέας περιήρχετο από το τελωνειακό καθεστώς της αποταμιεύσεως στο καθεστώς εξαγωγής
3) ένα τελευταίο έντυπο "D & C" συμπληρωνόταν κατά τον χρόνο της υλικής εξαγωγής του κρέατος.
9 Η προσφεύγουσα προβάλλει έναν πρώτο λόγο ακυρώσεως σύμφωνα με τον οποίο έχουν τηρηθεί οι απαιτήσεις του άρθρου 30 του κανονισμού 3665/87. Απαιτώντας, για τη διασάφηση εξαγωγής, τη χρησιμοποίηση του μνημονευομένου στον κανονισμό 1900/85 ενιαίου διοικητικού εγγράφου (ΕΔΕ), η Επιτροπή επιδιώκει να επιβάλλει μια παράλογη ερμηνεία του κανονισμού 3665/87, ερμηνεία που ουδόλως προκύπτει από το περιεχόμενό του. Πράγματι, το άρθρο 30 του κανονισμού αυτού δεν προσδιορίζει την έννοια της διασαφήσεως εξαγωγής, το δε άρθρο του 3 αφήνει, στις παραγράφους του 3 και 5, να νοηθεί ότι είναι δυνατή η διενέργεια, εν προκειμένω, μιας σειράς πράξεων. Τέλος, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ε', του κανονισμού 1900/85 προβλέπει ότι ο κανονισμός αυτός δεν θίγει τη χρησιμοποίηση ιδιαιτέρων εντύπων για τη διευκόλυνση της διασαφήσεως σε ειδικές περιπτώσεις.
10 Κατά την Ιρλανδία, όταν οι τελωνειακές αρχές ελάμβαναν το έντυπο C & E 978 είχαν στη διάθεσή τους όλα τα στοιχεία που ήσαν αναγκαία για να μπορούν να ελέγξουν την τήρηση των προϋποθέσεων εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας, και τούτο εφόσον οι εν λόγω αρχές μπορούσαν να προσφύγουν στο προγενέστερο έγγραφο C & E 977. Επομένως, ο συνδυασμός των πράξεων αυτών αποτελούσε τη διασάφηση εξαγωγής.
11 Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 30 του κανονισμού 3665/87 και τούτο για τον λόγο ότι έπρεπε να έχει χρησιμοποιηθεί το τυποποιημένο έγγραφο εξαγωγής ή έγγραφο που να επιτελεί την ίδια λειτουργία και να έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Το τυποποιημένο κοινοτικό έντυπο είναι το ενιαίο διοικητικό έγγραφο (ΕΔΕ) που προβλέπεται στον κανονισμό 1900/85 και χρησιμοποιείται από τη μεγάλη πλειονότητα των λοιπών κρατών μελών.
12 Εξάλλου, με βάση τον τύπο ή το αποτέλεσμά τους, τα έγγραφα που αποτελούσαν, κατά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, τη διασάφηση εξαγωγής δεν επιτελούσαν τη λειτουργία αυτή. Το έντυπο C & E 977 περιγραφόταν ως ένας "κατάλογος των εμπορευμάτων υπό καθεστώς Κοινής Αγροτικής Πολιτικής που έχουν υποβληθεί σε έλεγχο πριν από την ημερομηνία εξαγωγής" και το έντυπο C & E 978 ως μια "πράξη φορτώσεως των προϊόντων υπό καθεστώς Κοινής Αγροτικής Πολιτικής με σκοπό την εξαγωγή". Εξάλλου, στο τελευταίο αυτό έντυπο δεν προβλεπόταν η μνεία ημερομηνίας αποδοχής. Το "έντυπο διασαφήσεως εξαγωγής και ελέγχου όσον αφορά τα εμπορεύματα που είχαν υποβληθεί σε τελωνειακό έλεγχο πριν από την εξαγωγή" (έντυπο D & C) θα μπορούσε εγκύρως να χρησιμοποιηθεί ως διασάφηση εξαγωγής, πλην όμως κατετίθετο κατά τον χρόνο της εξόδου των εμπορευμάτων από το τελωνειακό έδαφος ή λίγο αργότερα, δηλαδή ύστερα από την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται από τον κανονισμό 3665/87 για την κατάθεση της διασαφήσεως εξαγωγής.
13 Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προβαλλομένη διασάφηση εξαγωγής δεν επιτελούσε, στην πραγματικότητα, την ουσιώδη λειτουργία μιας διασαφήσεως εξαγωγής, η οποία πρέπει να καθιστά δυνατό τον έλεγχο της τηρήσεως των προϋποθέσεων προχρηματοδοτήσεως και, ειδικότερα, το γεγονός ότι η εξαγωγή πραγματοποιήθηκε εντός της προθεσμίας των εξήντα ημερών που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87. Κυρίως, το έντυπο C & E 978 δεν περιείχε κανένα στοιχείο ως προς τον προορισμό του εμπορεύματος και δεν ήταν ούτε χρονολογημένο ούτε χαρτοσημασμένο από το τελωνείο.
14 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), από το τμήμα Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ χρηματοδοτούνται οι επιστροφές λόγω εξαγωγής προς τρίτες χώρες που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
15 Σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 3665/87, ο εξαγωγέας που επιδιώκει να τύχει επιστροφών λόγω εξαγωγής οφείλει να καταθέσει διασάφηση εξαγωγής και να μεριμνήσει ώστε τα προϊόντα να έχουν εξέλθει του τελωνειακού εδάφους εντός ορισμένης προθεσμίας.
16 Με τον κανονισμό 1900/85, το Συμβούλιο καθιέρωσε ένα κοινοτικό έντυπο διασαφήσεως εξαγωγής ισχύον για τις εξαγωγές εμπορευμάτων εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Εφόσον, αφενός, ο κανονισμός αυτός επιτρέπει, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη χρησιμοποίηση ειδικών εντύπων και, αφετέρου, ο κανονισμός 3665/87 δεν κάνει καμία αναφορά σ' αυτόν τον προγενέστερο κανονισμό, αλλά περιορίζεται στην περιγραφή των στοιχείων που πρέπει να περιέχει η διασάφηση εξαγωγής, πρέπει να εξεταστεί αν τα απαιτούμενα από τις ιρλανδικές αρχές έγγραφα ήταν δυνατό να αποτελούν μια συντεταγμένη κατά τους νομίμους τύπους διασάφηση εξαγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 30 του κανονισμού 3665/87.
17 Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, τα χρησιμοποιηθέντα κατά την επίμαχη περίοδο έγγραφα δεν μπορούσαν να αποτελούν μια τέτοια διασάφηση εξαγωγής. Πράγματι, σε κανένα από αυτά δεν αναφέρεται ημερομηνία αποδοχής, δηλαδή η ημερομηνία κατά την οποία η υπηρεσία τελωνείων παραλαμβάνει τη διασάφηση εξαγωγής όπου έχει δηλωθεί ότι πρόκειται να ζητηθεί επιστροφή. Καίτοι σε ορισμένα από τα προσκομισθέντα στο Δικαστήριο έγγραφα πράγματι μνημονευόταν μια ημερομηνία εξόδου από την αποταμίευση (data ex warehouse), από πουθενά δεν προκύπτει, αντιθέτως, ότι η ημερομηνία αυτή είχε σημειωθεί ή έστω θεωρηθεί από τις τελωνειακές υπηρεσίες κατά την κατάθεση της διασαφήσεως εξαγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Ιρλανδίας πρέπει να απορριφθεί.
18 Η Ιρλανδία προβάλλει έναν δεύτερο λόγο ακυρώσεως, κατά τον οποίο οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν παρεπόμενες διοικητικές διατυπώσεις, οπότε το εν λόγω κράτος μέλος δεν έχει παραβεί την κοινοτική νομοθεσία.
19 Πρέπει συναφώς να επισημανθεί ότι με τον προπαρατεθέντα κανονισμό 729/70 επιβάλλεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία όχι μόνο για τη διασφάλιση της πραγματοποίησης και της κανονικότητας των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ πράξεων (άρθρο 8), αλλά και για τη διευκόλυνση των ελέγχων που η Επιτροπή κρίνει χρήσιμο να διενεργούνται (άρθρο 9).
20 Από έγγραφα στα οποία δεν έχει σημειωθεί από τις τελωνειακές αρχές ημερομηνία αποδοχής δεν καθίσταται δυνατό να γνωσθεί, με βεβαιότητα αποκλείουσα οποιονδήποτε κίνδυνο πλάνης ή απάτης, η ημερομηνία κατά την οποία ο εξαγωγέας κατέθεσε διασάφηση εξαγωγής. Εξάλλου, η ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως είναι απαραίτητη εφόσον η ημερομηνία αυτή λαμβάνεται ως σημείο αναφοράς για τον προσδιορισμό του ισχύοντος συντελεστή επιστροφής και τον έλεγχο περί του εάν τα προϊόντα εξήχθησαν εντός της τασσομένης από τον κανονισμό προθεσμίας. Επομένως, πρόκειται για μια ουσιώδη και όχι παρεπόμενη, όπως διατείνεται η Ιρλανδία, διατύπωση. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
21 Με τον τρίτο της λόγο ακυρώσεως, η Ιρλανδία υπογραμμίζει επίσης ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι αυτή παρέβη την υποχρέωσή της συμπληρώσεως ουσιωδών διατυπώσεων όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 3665/87, η εκ μέρους της Επιτροπής άρνηση αναγνωρίσεως των επιμάχων δαπανών πρέπει να θεωρηθεί ως υπερβολική και δυσανάλογη.
22 Αρκεί η διαπίστωση ότι, ενόψει του ουσιώδους χαρακτήρα των μη τηρηθεισών διατυπώσεων, από την αδυναμία ελέγχου τηρήσεως της προθεσμίας εντός της οποίας τα προϊόντα έπρεπε να εξαχθούν και, ως εκ τούτου, από την πιθανότητα ζημιών ή ακόμα απάτης σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, το μη αναγνωρισθέν από την Επιτροπή ποσό, που έχει περιορισθεί στο 2 % των σχετικών δαπανών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολικό και δυσανάλογο. Επομένως, και αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
23 Με τον τελευταίο της λόγο ακυρώσεως, η Ιρλανδία ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του κανονισμού συνιστά παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
24 Ούτε από το γράμμα των διαφόρων κοινοτικών κανονισμών ούτε από την εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία τους προκύπτει ότι υπήρξε παραβίαση των αρχών αυτών. Κατά συνέπεια, και ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy