Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Επισήμανση και παρουσίαση των τροφίμων * Οδηγία 79/112/EOK * Υποχρέωση μνείας του καταλόγου συστατικών στην επισήμανση των προϊόντων * Υποχρέωση που φέρει το κράτος μέλος που προτίθεται να επιβάλει ειδικές συμπληρωματικές μνείες σχετικά με την τήρηση διαδικασίας ενημερώσεως * Υποχρέωση περιοριζομένη στα μέτρα που είναι σχετικά με συγκεκριμένα προϊόντα και συστατικά, αποκλειομένων γενικών διατάξεων
(Οδηγία 79/112 του Συμβουλίου, άρθρο 6 PAR 6)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Ποσοτικοί περιορισμοί * Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος * Προστασία των καταναλωτών * Η ευθύτητα στις εμπορικές συναλλαγές * Υποχρέωση να συνοδεύεται η ονομασία πωλήσεως ορισμένων τροφίμων από συμπληρωματική μνεία εμφαίνουσα τη χρησιμοποίηση συστατικού ασχέτου με εθνική παραδοσιακή συνταγή * Ανεπίτρεπτο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 30 οδηγία 79/112 του Συμβουλίου, άρθρο 6 PAR 6)
Περίληψη
1. Από το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας 79/112, σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων, σαφώς προκύπτει ότι η διαδικασία ενημερώσεως που οφείλει να τηρεί το κράτος μέλος που προτίθεται, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, να επιβάλει, όσον αφορά τα τρόφιμα, εκτός από την υποχρεωτική μνεία του καταλόγου των συστατικών στην ονομασία πωλήσεως εφαρμόζεται μόνον όταν τα εθνικά μέτρα αφορούν ορισμένα τρόφιμα και ορισμένα συστατικά, οπότε δεν εμπίπτουν, εν προκειμένω, εθνικές διατάξεις γενικού περιεχομένου, εφόσον η εφαρμογή τους θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την επιβολή υποχρεώσεως αναγραφής συμπληρωματικών στοιχείων στην ονομασία πωλήσεως.
2. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να προβάλει τους σκοπούς γενικού συμφέροντος που αντιπροσωπεύουν η προστασία των καταναλωτών και η ευθύτητα στις εμπορικές συναλλαγές προκειμένου να δικαιολογήσει ένα απαγορευόμενο από το άρθρο 30 της Συνθήκης εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, συνιστάμενο στο να απαιτείται όπως ορισμένα τρόφιμα, στη σύνθεση των οποίων περιλαμβάνεται συστατικό μη σύμφωνο προς τις προδιαγραφές εθνικής συνταγής, φέρουν, προκειμένου να διατίθενται στο εμπόριο επί του εδάφους του, ονομασία πωλήσεως περιλαμβάνουσα συμπληρωματική μνεία εμφαίνουσα τη χρησιμοποίηση του συστατικού αυτού, και τούτο μολονότι η χρησιμοποίηση αυτή ήδη προκύπτει από τον κατάλογο συστατικών που επιβάλλει το άρθρο 6 της οδηγίας 79/112 σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων.
Πράγματι, μια τέτοια απαίτηση δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών. Αφενός, οι καταναλωτές, των οποίων η απόφαση να αγοράσουν προσδιορίζεται από τη σύνθεση των εν λόγω προϊόντων, διαβάζουν πρώτα τον κατάλογο των συστατικών των οποίων η μνεία είναι υποχρεωτική, οπότε ο κίνδυνος να οδηγηθούν αυτοί, παρ' όλ' αυτά, σε πλάνη είναι ελάχιστος και δεν μπορεί να δικαιολογήσει το σκοπούμενο εμπόδιο. Αφετέρου, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που θα μπορούσε να προκύψει, όσον αφορά ορισμένους παραγωγούς, από τη χρήση λιγότερο ακριβών προϊόντων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπίτρεπτο για τον λόγο ότι οι καταναλωτές δεν κάνουν, σε σημαντικό βαθμό, διάκριση μεταξύ των διαφόρων μεθόδων παρασκευής, και τούτο δοθέντος ότι η ενημέρωση του προσεκτικού καταναλωτή σχετικά με τη σύνθεση ενός προϊόντος διασφαλίζεται επαρκώς από τον κατάλογο των συστατικών και, εν πάση περιπτώσει, οι άλλοι παραγωγοί είναι ελεύθεροι να επισύρουν την προσοχή των καταναλωτών στο γεγονός ότι χρησιμοποιούνται παραδοσιακά προϊόντα.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-51/94,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Hendrik van Lier, νομικό σύμβουλο, και την Angela Bardenhewer, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τους Ernst Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και Bernd Kloke, Regierungstrat στο ίδιο υπουργείο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαιτώντας όπως τα είδη διατροφής στη σύνθεση των οποίων περιλαμβάνεται συστατικό μη σύμφωνο προς τις προδιαγραφές γερμανικής συνταγής φέρουν, προκειμένου να μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο στη Γερμανία, ονομασία πωλήσεως συμπληρούμενη με μνεία διευκρινίζουσα τη χρησιμοποίηση της οικείας ουσίας, και τούτο έστω και αν η ουσία αυτή ήδη περιλαμβάνεται στον κατάλογο των συστατικών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚ καθώς και από τα άρθρα 5, 6 και 16 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), C. Gulmann, P. Jann και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Φεβρουαρίου 1994, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απατώντας όπως τα είδη διατροφής στη σύνθεση των οποίων περιλαμβάνεται συστατικό μη σύμφωνο προς τις προδιαγραφές γερμανικής συνταγής φέρουν, προκειμένου να μπορούν να διατίθενται στο εμπόριο στη Γερμανία, ονομασία πωλήσεως συμπληρούμενη με μνεία διευκρινίζουσα τη χρησιμοποίηση της οικείας ουσίας, και τούτο έστω και αν η ουσία αυτή ήδη περιλαμβάνεται στον κατάλογο των συστατικών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚ καθώς και από τα άρθρα 5, 6 και 16 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισύμανση, την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33, στο εξής: οδηγία).
H γερμανική νομοθεσία
2 Το άρθρο 17 του Lebensmittel- und Bedarfsgegenstaendegesetz (γερμανικός νόμος της 15ης Αυγούστου 1974 περί των ειδών διατροφής και των προϊόντων τρεχούσης καταναλώσεως, στο εξής: LMBG) προβλέπει:
"(1) Απαγορεύεται
(...)
2. η πώληση, χωρίς αρκούντως ακριβή επισήμανση,
α) (...),
β) ειδών διατροφής, των οποίων οι ιδιότητες δεν ανταποκρίνονται στις εμπορικές συνήθειες, πράγμα που μειώνει σημαντικά τη χρησιμότητα και την αξία τους, ειδικότερα τη θρεπτική και λειτουργική τους αξία, ή
γ) είδη διατροφής των οποίων η εμφάνιση οδηγεί τους αγοραστές στο να νομίζουν ότι είναι ανώτερα της πραγματικής τους ποιότητας
(...)
5. η πώληση ειδών διατροφής με ονομασία, μνεία ή εμφάνιση παραπλανητική για τον αγοραστή (...). Ο καταναλωτής μπορεί ειδικότερα να παραπλανάται
(...)
β) αν η ονομασία, οι προδιαγραφές, η παρουσίαση, οι απεικονίσεις ή άλλοι ισχυρισμοί ικανοί να τον εξαπατήσουν χρησιμοποιούνται για να δείξουν την καταγωγή των ειδών διατροφής, την ποσότητά τους, το βάρος τους, την ημερομηνία παρασκευής ή συσκευασίας τους, τη διάρκεια διατηρήσεώς τους ή άλλα καθοριστικά για την εκτίμηση της ποιότητάς τους στοιχεία (...)."
3 Το άρθρο 47, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου ορίζει:
"Απαγορεύεται η εισαγωγή στα εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εδάφη προϊόντων κατά την έννοια του παρόντος νόμου που δεν είναι σύμφωνα προς τις νομικές διατάξεις που ισχύουν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σχετικά με είδη διατροφής (...)."
4 Με τον νόμο της 18ης Δεκεμβρίου 1992 περί τροποποιήσεως των σχετικών με τα είδη διατροφής νομοθετικών διατάξεων προσετέθη στον LMBG το άρθρο 47 α, το οποίο εφαρμόζεται επί των προερχομένων από τα άλλα κράτη μέλη τροφίμων και ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1993. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
"(1) Κατά παρέκκλιση του άρθρου 47, παράγραφος 1, πρώτη φράση, τα αποτελούντα το αντικείμενο του παρόντος νόμου προϊόντα, τα οποία έχουν νομίμως παραχθεί και διατεθεί στην αγορά άλλου κράτους μέλους ή προέρχονται από τη χώρα και έχουν νομίμως διατεθεί στην αγορά άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, μπορούν να εισάγονται και να διατίθενται στην εγχώρια αγορά, ακόμα και αν δεν είναι σύμφωνα με τις ισχύουσες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας νομοθετικές διατάξεις σχετικά με τα είδη διατροφής.
(...)
(4) Αν τα είδη διατροφής δεν είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, τούτο πρέπει να μνημονεύεται επί της ετικέττας κατά πρόσφορο τρόπο, στον βαθμό που απαιτείται για την προστασία των καταναλωτών."
Τα πραγματικά περιστατικά
5 Τα είδη διατροφής περί των οποίων πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση είναι, αφενός, η sauce hollandaise και η sauce bearnaise και, αφετέρου, ορισμένα μπισκότα και γλυκίσματα που περιέχουν μια πρόσθετη ουσία καλούμενη Ε 160 F.
6 'Οταν η Επιτροπή κίνησε την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, οι γερμανικές αρχές, στηριζόμενες στο άρθρο 17, παράγραφος 1, σημείο 5, του LMBG, απαγόρευαν την εμπορία της sauce hollandaise και της sauce bearnaise, που παρασκευάζονται με βάση φυτικά λίπη, για τον λόγο ότι οι καταναλωτές θα μπορούσαν να νομίζουν ότι τα προϊόντα αυτά παρασκευάζονται με βάση αυγά και βούτυρο σύμφωνα με τη γερμανική παραδοσιακή συνταγή.
7 Κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής διαδικασία, η εμπορία των προϊόντων αυτών κατέστη δυνατή με την προσθήκη στην ετικέττα της ενδείξεως ότι τα προϊόντα περιέχουν φυτικά λίπη.
8 'Οσον αφορά τα μπισκότα και τα γλυκίσματα που περιέχουν την πρόσθετη ουσία Ε 160 F * η οποία προσδίδει ένα έντονο χρωματισμό * οι γερμανικές αρχές, στηριζόμενες στο άρθρο 17, παράγραφος 1, σημείο 2, στοιχεία β' και γ', του LMBG, απαιτούν επίσης συμπληρωματική ένδειξη στην ετικέττα, κατά τρόπο ώστε να μη νομίζει ο καταναλωτής ότι το προϊόν περιέχει αυγά ή ποσότητα αυγών μεγαλύτερη της πραγματικής.
9 Και στις δύο περιπτώσεις, η εν λόγω απαίτηση αφορά τόσο τα παρασκευαζόμενα στη Γερμανία όσο και τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα. Ούτε η Επιτροπή ούτε τα κράτη μέλη ενημερώθηκαν σχετικά με την επίμαχη ρύθμιση.
10 Με αιτιολογημένη γνώμη της 6ης Αυγούστου 1992, σχετικά με την πρόσθετη ουσία Ε 160 F η Επιτροπή θεώρησε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη το άρθρο 30 της Συνθήκης καθώς και τα άρθρα 6 και 16 της οδηγίας. Επιπλέον, με αιτιολογημένη γνώμη της 14ης Ιανουαρίου 1993, σχετική με τη sauce hollandaise και τη sauce bearnaise, η Επιτροπή θεώρησε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαιτώντας τις ιδιαίτερες αυτές ενδείξεις, παρέβη το άρθρο 30 επ. της Συνθήκης και το άρθρο 5 της οδηγίας.
11 Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, η ονομασία πωλήσεως ενός τροφίμου που πρέπει να χρησιμοποιείται είναι αυτή που "προβλέπεται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις που εφαρμόζονται σ' αυτό και, όταν δεν υπάρχει παρόμοια πρόβλεψη, η ονομασία που έχει καθιερωθεί από τις συνήθειες στο κράτος μέλος στο οποίο διενεργείται η πώληση στον τελικό καταναλωτή ή μια περιγραφή του προϊόντος και εν ανάγκη η οδηγία χρήσεώς του, η οποία πρέπει να είναι αρκετά ακριβής για να επιτρέπει στον αγοραστή να πληροφορείται την πραγματική του φύση και να το διακρίνει από προϊόντα με τα οποία θα μπορούσε να το συγχέει".
12 Το άρθρο 6 της οδηγίας επιβάλλει την υποχρέωση να αναγράφεται ο κατάλογος των συστατικών στην ετικέττα των προϊόντων. Σύμφωνα με την παράγραφο 6, πρώτο εδάφιο, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, "οι εθνικές διατάξεις είναι δυνατό να προβλέπουν ότι σε ορισμένα τρόφιμα η ένδειξη ενός ή περισσοτέρων καθορισμένων συστατικών θα συνοδεύει την ονομασία πωλήσεως". Κατ' εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, επί των τυχόν εθνικών διατάξεων εφαρμόζεται η προβλεπομένη από το άρθρο 16 οδηγία.
13 Το άρθρο 16 προβλέπει:
"Στην περίπτωση που γίνεται αναφορά στο παρόν άρθρο, εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
1. όταν ένα κράτος μέλος διατηρεί τις διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας, πληροφορεί περί αυτού την Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη εντός προθεσμίας δύο ετών από την κοινοποίηση της παρούσας οδηγίας
2. στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος κρίνει αναγκαία τη θέσπιση νέας νομοθεσίας, κοινοποιεί στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη τα σχεδιαζόμενα μέτρα προσδιορίζοντας και τους λόγους που τα δικαιολογούν. Η Επιτροπή προβαίνει σε διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη στα πλαίσια της Μόνιμης Επιτροπής Τροφίμων, εφόσον το κρίνει σκόπιμο ή εφόσον το ζητήσει ένα κράτος μέλος.
Κράτος μέλος δύναται να θεσπίσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα μόνο μετά τρεις μήνες από την κοινοποίηση αυτή και με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει αντίθετη γνώμη της Επιτροπής.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση και πριν από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας, η Επιτροπή προσφεύγει στη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 προκειμένου να αποφασίσει αν τα προτεινόμενα μέτρα δύνανται να τεθούν σε εφαρμογή, υποκείμενα ενδεχομένως στις κατάλληλες τροποποιήσεις".
'Οσον αφορά την παράβαση των άρθρων 6 και 16 της οδηγίας
14 Η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας το γεγονός ότι επέβαλλε, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη συμπλήρωση της ονομασίας πωλήσεως με πλήρεις ενδείξεις χωρίς να έχει ακολουθήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 16 της οδηγίας διαδικασία πληροφορήσεως. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το εν λόγω κράτος μέλος παρέβη τα άρθρα 6 και 16 της εν λόγω οδηγίας.
15 Αντιθέτως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φρονεί ότι δεν παρέβη καμιά από τις διατάξεις αυτές. Η δαδικασία κοινοποιήσεως που προβλέπεται εν προκειμένω εφαρμόζεται μόνον όσον αφορά εθνικές διατάξεις που προβλέπουν για "ορισμένα τρόφιμα" ότι η ονομασία πωλήσεως πρέπει να συνοδεύεται από τη μνεία ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων συστατικών. Τούτο δεν συμβαίνει όσον αφορά τα άρθρα 17 και 47 α, παράγραφος 4, του LMBG τα οποία, όπως ακριβώς και το άρθρο 2 της οδηγίας, θεσπίζουν γενικό κανόνα προστασίας των καταναλωτών, του οποίου το πεδίο εφαρμογής δεν περιορίζεται σε "ορισμένα τρόφιμα". Τα ληφθέντα από τις αρχές σε συγκεκριμένες περιπτώσεις μέτρα εφαρμογής των διατάξεων αυτών δεν αποτελούν "διατάξεις" κατά την έννοια της οδηγίας.
16 Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι μόνο στην αιτιολογημένη γνώμη της 6ης Αυγούστου 1992, που αφορά την πρόσθετη ουσία Ε 160 F, αναφέρεται παράβαση των άρθρων 6 και 16 της οδηγίας. Επιπλέον, το σημείο 12 της γνώμης αυτής αναφέρεται "σ' αυτή τη γερμανική διάταξη", πράγμα που πρέπει να εκληφθεί ως αναφορά στο άρθρο 17 του LMBG, τη μόνη γερμανική διάταξη που έχει αναφερθεί εκεί προηγουμένως.
17 'Ομως, από το άρθρο 6, παράγραφος 6, προκύπτει σαφώς ότι οι κοινοτικές και οι εθνικές διατάξεις στις οποίες αυτό αναφέρεται πρέπει να αφορούν "ορισμένα τρόφιμα" και "ένα ή περισσότερα συστατικά". Επομένως, δεν αφορά γενικές διατάξεις όπως τα άρθρα 17 και 47α του LMBG, έστω και αν, στην πράξη, η εφαρμογή των διατάξεων αυτών από τις αρμόδιες αρχές μπορεί να έχει ως συνέπεια την επιβολή υποχρεώσεως αναγραφής στις επισημάνσεις των προϊόντων συμπληρωματικών στοιχείων πλην της ονομασίας πωλήσεως από τα οποία προκύπτει η χρησιμοποίηση ενός ή περισσοτέρων συστατικών.
18 Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση που στηρίζεται στην παράβαση των άρθρων 6 και 16 της οδηγίας.
'Οσον αφορά την παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης και του άρθρου 5 της οδηγίας
19 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρέωση να συνοδεύται η ονομασία πωλήσεως των εν λόγω εμπορευμάτων από την ένδειξη ότι η σύνθεσή τους δεν είναι σύμφωνη προς την εθνική συνταγή είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 5 της οδηγίας καθώς και με τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΚ.
20 Προκειμένου περί του άρθρου 30, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η γερμανική ρύθμιση στερεί τα εισαγόμενα προϊόντα μιας ονομασίας πωλήσεως της οποίας δικαιούνται εντός του κράτους μέλους παραγωγής τους και τους επιβάλλει μια άλλη, λιγότερο γνωστή και λιγότερη εκτιμώμενη από την καταναλωτή ονομασία, πράγμα που μπορεί να δυσχεραίνει την εμπορία του στη Γερμανία και, ως εκ τούτου, να παρεμβάλλει εμπόδια, τουλάχιστον εμμέσως, στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
21 'Ομως, ένας τέτοιος περιορισμός δεν είναι αναγκαίος για την επίτευξη ενός δικαιολογημένου από πλευράς του κοινοτικού δικαίου σκοπού και, ιδίως, του προβαλλομένου από την καθής σκοπού της προστασίας των καταναλωτών.
22 Αντιθέτως, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι ναι μεν οι επίμαχες απαιτήσεις συνιστούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, πλην όμως τα εμπόδια αυτά δικαιολογούνται, αφενός, από την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών και, αφετέρου, από την ανάγκη διασφαλίσεως της ευθύτητας στις εμπορικές συναλλαγές.
23 'Οσον αφορά τον πρώτο σκοπό, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι συχνά τα είδη διατροφής αγοράζονται χωρίς ο καταναλωτής να προβαίνει σε λεπτομερή εξέταση του προϊόντος, δεδομένου ότι η επιλογή του προσδιορίζεται βάσει "κριτηρίων αναφοράς", όπως η ονομασία πωλήσεως και οι πρόσθετες ενδείξεις που τη συμπληρώνουν.
24 Κατά συνέπεια, αν, όσον αφορά τη sauce hollandaise και τη sauce bearnaise, δεν απαιτούνταν η αναγραφή της επίμαχης ενδείξεως, ο καταναλωτής θα μπορούσε να ωθηθεί στο να αγοράσει τα προϊόντα αυτά νομίζοντας ότι έχουν παρασκευαστεί σύμφωνα με τη γερμανική συνταγή, δηλαδή με βάση αυγά και βούτυρο, ενώ, στην πραγματικότητα, έχουν χρησιμοποιηθεί φυτικά λίπη.
25 Το ίδιο συμβαίνει και όσον αφορά την προσθήκη της πρόσθετης ή χρωστικής ουσίας Ε 160 F στα μπισκότα και τα γλυκίσματα. Στην περίπτωση αυτή, η συμπλήρωση της ονομασίας πωλήσεως με ειδική ένδειξη είναι αναγκαία διότι ο έντονα κίτρινος χρωματισμός του τελικού προϊόντος, αφήνοντας να νοηθεί ότι περιέχονται σε μεγάλη πυκνότητα κρόκοι αυγών, είναι απατηλός για τον καταναλωτή.
26 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσθέτει ότι, όσον αφορά ορισμένα προϊόντα, η ίδια η κοινοτική νομοθεσία έχει προβλέψει την υποχρέωση να αναγράφονται ειδικές ενδείξεις πλάι στην ονομασία πωλήσεως και ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, οι ειδικές απαιτήσεις που θέτει εν προκειμένω το γερμανικό δίκαιο δεν έχουν ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση των εν λόγω προϊόντων. Αποσκοπούν απλώς στο να επισύρουν την προσοχή των Γερμανών καταναλωτών επί της παρουσίας συστατικών που δεν θα φαντάζονταν ότι υπάρχουν.
27 'Οσον αφορά την ανάγκη διασφαλίσεως της ευθύτητας στις εμπορικές συναλλαγές, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι, χάρις στη χρησιμοποίηση συστατικών όπως τα φυτικά λίπη τα οποία είναι φθηνότερα από τα αυγά και το βούτυρο, οι παρασκευαστές εισαγομένων προϊόντων μπορούν να τυγχάνουν σημαντικών από άποψη ανταγωνισμού πλεονεκτημάτων τα οποία είναι απαράδεκτα εφόσον οι καταναλωτές δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ των διαφόρων μεθόδων παρασκευής.
28 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
29 Κατά πάγια νομολογία, αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορευόμενα από το άρθρο 30 της Συνθήκης, τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που δημιουργεί, ελλείψει εναρμονίσεως των νομοθεσιών, η επί των εμπορευμάτων προελεύσεως άλλων κρατών μελών, όπου αυτά νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, εφαρμογή κανόνων που αφορούν τους όρους στους οποίους πρέπει να ανταποκρίνονται τα εμπορεύματα αυτά (όπως αυτοί που αφορούν την ονομασία, τη μορφή, τις διαστάσεις, το βάρος, τη σύνθεση, την παρουσίαση, την επισήμανση και τη συσκευασία τους), ακόμη κι αν οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται αδιακρίτως σε όλα τα προϊόντα, εφόσον η εφαρμογή τους δεν δικαιολογείται από κάποιο στόχο γενικού συμφέροντος, ικανό να υπερισχύσει των απαιτήσεων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (βλ. την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard, Συλλογή 1993, σ. Ι-6097, σκέψη 15).
30 Εν προκειμένω, οι επίδικες απαιτήσεις, οι οποίες ισχύουν αδιακρίτως επί εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων, αναφέρονται στην επισήμανση και τη συσκευασία των οικείων προϊόντων. Επομένως, αποτελούν μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορευόμενα από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ, εφόσον δεν μπορούν να δικαιολογηθούν σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομολογία.
31 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, ελλείψει, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, κοινοτικής εναρμονίσεως, τα εθνικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση των ορθών ονομασιών των προϊόντων, προς αποφυγή κάθε συγχύσεως των καταναλωτών και προς διασφάλιση της ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών, είναι συμβατά με τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης, (βλ. ιδίως, την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1988, σ. 793, σκέψη 11).
32 Επομένως, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί το ζήτημα αν, όπως υποστηρίζει η καθής κυβέρνηση, οι επίμαχες απαιτήσεις είναι αναγκαίες για την εξασφάλιση της σωστής ενημέρωσης των καταναλωτών.
33 Βεβαίως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η απαίτηση ενός συμπληρώματος στην ονομασία πωλήσεως είναι αναγκαία για την αποφυγή οποιασδήποτε συγχύσεως στους καταναλωτές. 'Ομως, μια τέτοια απαίτηση, η οποία άλλωστε προβλέπεται από το άρθρο 6, παράγραφος 6, της οδηγίας, δεν δικαιολογείται εν προκειμένω.
34 Πράγματι, όπως και ο γενικός εισαγγελέας παρατήρησε στην παράγραφο 39 των προτάσεών του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι καταναλωτές, των οποίων η απόφαση αγοράς καθορίζεται από τη σύνθεση των εν λόγω προϊόντων, διαβάζουν πρώτα τον κατάλογο των συστατικών των οποίων η μνεία είναι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 της οδηγίας, υποχρεωτική. 'Εστω και αν, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι δυνατόν οι καταναλωτές να παραπλανηθούν, ο κίνδυνος αυτός εξακολουθεί να είναι ασήμαντος και δεν μπορεί κατά συνέπεια να δικαιολογήσει το εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που δημιουργείται από τις επίδικες απαιτήσεις.
35 Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν τα επίδικα μέτρα δικαιολογούνται από την ανάγκη διασφαλίσεως της ευθύτητας στις εμπορικές συναλλαγές, πράγμα που, κατά πάγια νομολογία, μπορεί επίσης να δικαιολογήσει εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (βλ., ιδίως, την απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985, 182/84, Miro, Συλλογή 1985, σ. 3731).
36 Αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση, το από άποψη ανταγωνισμού πλεονέκτημα που θα μπορούσε να προκύψει για ορισμένους παραγωγούς από τη χρησιμοποίηση φθηνότερων προϊόντων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απαράδεκτο για τον λόγο ότι οι καταναλωτές δεν αντιλαμβάνονται αρκούντως τη διαφορά μεταξύ των διαφόρων μεθόδων παρασκευής. 'Οπως προαναφέρθηκε, η ενημέρωση του προσεκτικού καταναλωτή σχετικά με τη σύνθεση ενός προϊόντος διασφαλίζεται σε σημαντικό βαθμό από τον κατάλογο των συστατικών που πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας, να περιλαμβάνεται στην επισήμανσή του εν πάση περιπτώσει, όπως ο γενικός εισαγγελέας παρατήρησε στην παράγραφο 40 των προτάσεών του, οι παραγωγοί είναι ελεύθεροι να επισύρουν την προσοχή των καταναλωτών σχετικά με τη χρησιμοποίηση παραδοσιακών προϊόντων.
37 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι επίδικες απαιτήσεις δεν είναι αναγκαίες για την εξασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών και της ευθύτητας στις εμπορικές συναλλαγές και ότι, κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστες με το άρθρο 30 της Συνθήκης.
38 'Οσον αφορά το προπαρατεθέν άρθρο 5, παράγραφος 1, η Επιτροπή θεωρεί, λαμβανομένης υπόψη της οδηγίας στο σύνολό της, ότι το εν λόγω άρθρο δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσθέτουν στις ονομασίας πωλήσεως ενδείξεις υπερακοντίζουσες τον σκοπό της σωστής ενημέρωσης του καταναλωτή και να αποκλείουν έτσι την εμπορία εγχωρίων ή εισαγομένων προϊόντων τα οποία, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τα προϊόντα που είναι γενικώς γνωστά στην Κοινότητα υπό την ίδια αυτή ονομασία.
39 Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση φρονεί ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη να λαμβάνει υπόψη τον τρόπο κατά τον οποίο μια ονομασία πωλήσεως γίνεται αντιληπτή από την πλειονότητα των καταναλωτών στο κράτος του, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζει τη σωστή ενημέρωση των καταναλωτών ως προς τη φύση και την πραγματική σύνθεση των σχετικών προϊόντων.
40 Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι η επιβαλλομένη από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας απαίτηση σχετικά με το ότι η συμπλήρωση της ονομασίας είναι αναγκαία για την ενημέρωση των καταναλωτών απορρέει επίσης από το άρθρο 30 της Συνθήκης και, επομένως, η αιτίαση αυτή στερείται αυτοτελείας.
41 Πρέπει να συναχθεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαιτώντας όπως η sauce bearnaise και η sauce hollandaise, που παρασκευάζονται με φυτικά λίπη, καθώς και ορισμένα γλυκίσματα που περιέχουν την πρόσθετη ουσία Ε 160 F φέρουν, προκειμένου να διατίθενται στο εμπόριο της Γερμανίας, ονομασία πωλήσεως περιλαμβάνουσα συμπληρωματική ένδειξη σχετικά με τη χρησιμοποίηση της σχετικής ουσίας, έστω και αν η ουσία αυτή περιλαμβάνεται ήδη στον κατάλογο συστατικών περί του οποίου γίνεται μνεία στο άρθρο 6 της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε κατ' ουσίαν, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαιτώντας όπως η sauce bearnaise και η sauce hollandaise, που παρασκευάζονται με φυτικά λίπη, καθώς και ορισμένα γλυκίσματα που περιέχουν την πρόσθετη ουσία Ε 160 F φέρουν, προκειμένου να διατίθενται στο εμπόριο της Γερμανίας, ονομασία πωλήσεως περιλαμβάνουσα συμπληρωματική ένδειξη σχετικά με τη χρησιμοποίηση της σχετικής ουσίας, έστω και αν η ουσία αυτή περιλαμβάνεται ήδη στον κατάλογο συστατικών περί του οποίου γίνεται μνεία στο άρθρο 6 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της οδηγίας ΕΚ.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy