Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϋόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Ετήσιο ερωτηματολόγιο απευθυνόμενο στα κράτη μέλη περί της εφαρμογής του καθεστώτος - Κοινοποίηση στην Επιτροπή - Κατ' αποκοπή μείωση των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των γεωργικών δαπανών σε περίπτωση μη τηρήσεως της ταχθείσας προθεσμίας - Απόφαση 93/673 - Νομική βάση - Παράβαση του κανονισμού 729/70 ή της αρχής της αναλογικότητας - Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου· κανονισμός 536/93 της Επιτροπής, άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση· απόφαση 93/673 της Επιτροπής)
Περίληψη
Η Επιτροπή, εκδίδοντας την απόφαση 93/673, η οποία καθορίζει την κατ' αποκοπή μείωση των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των γεωργικών δαπανών στην περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας κοινοποιήσεως του ετησίου ερωτηματολογίου που αφορά την εφαρμογή του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και η οποία προβλέπει, ειδικότερα, ποσοστό μειώσεως 1 % του συνολικού καταβληθέντος στο κράτος μέλος ποσού βάσει της προηγουμένης οικονομικής χρήσεως σε περίπτωση καθυστερημένης κοινοποιήσεως, ποσοστό μειώσεως 0,5 % του ιδίου συνολικού ποσού σε περίπτωση υπολογισμού της εισφοράς ο οποίος δεν είναι ακριβής πλέον του 10 % και ποσοστό 0,04 % για κάθε στοιχείο που λείπει, νομίμως στηρίχθηκε στο άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση κοινοποιήσεως του εν λόγω ερωτηματολογίου, δεόντως συμπληρωμένου, πριν από την υποδεικνυόμενη ημερομηνία και το οποίο επιτρέπει στην Επιτροπή να προβαίνει σε κατ' αποκοπή μείωση των προκαταβολών όχι μόνον όταν το ερωτηματολόγιο ανακοινώνεται καθυστερημένα, αλλά και όταν δεν είναι ακριβές ή δεν είναι πλήρες.
Η προαναφερθείσα απόφαση δεν παραβιάζει τον κανονισμό 729/70, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, εφόσον η μείωση των προκαταβολών, η οποία δεν μπορεί να έχει οριστικό χαρακτήρα, δεν αποκλείει τον έλεγχο του βασίμου της στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών που επιτάσσει ο εν λόγω κανονισμός, επί τη ευκαιρία της οποίας το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει την άποψή του περί της νομιμότητας της μειώσεως, οπότε διαφυλάσσονται τα δικαιώματα υπερασπίσεως.
Τέλος, η απόφαση δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον σκοπεί να διευκρινίσει, για λόγους ομοιόμορφης εφαρμογής και ασφαλείας του δικαίου, τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται η μείωση των προκαταβολών και διευκρινίζει, προς τον σκοπό αυτό, τις διάφορες περιπτώσεις παραβάσεων για τις οποίες επιβάλλεται το αντίστοιχο ποσοστό μειώσεως. Συναφώς, τα απορρέοντα από τις κατ' αποκοπή λεπτομέρειες εφαρμογής της μειώσεως χαρακτηριστικά δεν την καθιστούν δυσανάλογη σε σχέση με τον σκοπό της, διότι αυτές οι λεπτομέρειες εφαρμογής δεν φαίνονται καθαυτές υπέρμετρες σε σχέση με τη σπουδαιότητα την οποία έχει για τη διαχείριση του καθεστώτος εισφοράς μια προσήκουσα κοινοποίηση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-69/94,
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την Edwige Belliard, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Jean-Louis Falconi, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 9, boulevard du Prince Henri,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Gιrard Rozet, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως 93/673/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1993, περί καθορισμού της κατ' αποκοπήν μειώσεως των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των γεωργικών δαπανών σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων των σχετικών με το ετήσιο ερωτηματολόγιο που αφορά την εφαρμογή του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 310, σ. 44),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Murray, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, K. N. Κακούρη, P. J. G. Kapteyn, G. Hirsch (εισηγητή) και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 1996, κατά τη διάρκεια της οποία η Γαλλική Κυβέρνηση εκπροσωπήθηκε από τον Frιdιric Pascal, υπάλληλο της κεντρικής διοικήσεως attachι στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και η Επιτροπή από τον Gιrard Rozet,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου 1994, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 93/673/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1993, περί καθορισμού της κατ' αποκοπήν μειώσεως των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των γεωργικών δαπανών σε περίπτωση μη τηρήσεως των διατάξεων των σχετικών με το ετήσιο ερωτηματολόγιο που αφορά την εφαρμογή του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 310, σ. 44, στο εξής: επίδικη απόφαση).
2 Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, θεσπίστηκε καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 90, σ. 13). Το καθεστώς αυτό, η ισχύς του οποίου παρατάθηκε μέχρι τις 31 Μαρτίου 1993, ανανεώθηκε, για επτά συνεχείς περιόδους δώδεκα μηνών, με ορισμένες τροποποιήσεις σκοπούσες στη βελτίωση και στην απλοποίησή του, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 405, σ. 1).
3 Ως προς τον χαρακτήρα και τη χρησιμοποίηση της εισφοράς, το άρθρο 10 του κανονισμού 3950/92 προβλέπει:
«Η εισφορά θεωρείται ότι αποτελεί μέρος των παρεμβάσεων, που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών, και διατίθενται για τη χρηματοδότηση των δαπανών του γαλακτοκομικού τομέα.»
4 Βάσει της εξουσιοδοτήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 11 του τελευταίου αυτού κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο, «οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, και ιδίως τα χαρακτηριστικά του γάλακτος, μεταξύ των οποίων η περιεκτικότητα σε λιπαρά, που θεωρούνται αντιπροσωπευτικά προκειμένου να καθοριστούν οι ποσότητες γάλακτος που παραδίδονται ή αγοράζονται, θεσπίζονται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 30 του κανονισμού (EΟΚ) 804/68», η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (EΟΚ) 536/93, της 9 Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 57, σ. 12). Το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, ορίζει:
«Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή:
- (...) - (...) - (...)
- πριν από την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, το συνημμένο ερωτηματολόγιο δεόντως συμπληρωμένο. Σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας, η Επιτροπή προβαίνει σε κατ' αποκοπήν μείωση των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των γεωργικών δαπανών.»
5 Ως προς τη μη τήρηση της προθεσμίας, στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού ορίζεται:
«ότι από την κτηθείσα πείρα έχει διαπιστωθεί ότι σημαντικές καθυστερήσεις τόσον όσον αφορά τη διαβίβαση των στοιχείων των σχετικών με την περισυλλογή γάλακτος ή τις απευθείας πωλήσεις, όσο και την πληρωμή της εισφοράς εμποδίζουν το καθεστώς να είναι απολύτως αποτελεσματικό· ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να εξαχθούν από την πείρα του παρελθόντος τα αναγκαία διδάγματα και να επιβληθούν αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά τις προθεσμίες ανακοινώσεως και πληρωμής, οι οποίες πρέπει να συνοδεύονται από κυρώσεις».
6 Βάσει του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση, η οποία περιέχει τα εξής τρία άρθρα:
«Άρθρο 1
Σε περίπτωση κατά την οποία έως την 1η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους δεν έχει σταλεί συμπληρωμένο το ερωτηματολόγιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93, η Επιτροπή προχωρεί, για τα αντίστοιχα κράτη μέλη και για τον μήνα Σεπτέμβριο, σε μείωση των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό δαπανών, μέχρι ποσοστού 1 % του συνολικού ποσού που καταβάλλεται στο εκάστοτε κράτος μέλος για τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων και για το προηγούμενο οικονομικό έτος.
Άρθρο 2
Σε περίπτωση κατά την οποία, με βάση τα στοιχεία που κοινοποιούνται μέσω του ερωτηματολογίου του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93, ο υπολογισμός της οφειλόμενης στην Επιτροπή εισφοράς οδηγήσει σε σφάλμα μεγαλύτερο από 10 %, η Επιτροπή προχωρεί, για τα αντίστοιχα κράτη μέλη, σε μείωση των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των δαπανών, μέχρι ποσοστού 0,5 % του συνολικού ποσού που καταβάλλεται στο εκάστοτε κράτος μέλος για τον τομέα του γάλακτος κια των γαλακτοκομικών προϋόντων και για το οικονομικό έτος που προηγείται εκείνου κατά τη διάρκεια του οποίου διαπιστώθηκε το σφάλμα.
Άρθρο 3
Σε περίπτωση κατά την οποία το ερωτηματολόγιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 δεν είναι πλήρες, η Επιτροπή προχωρεί, για τα αντίστοιχα κράτη μέλη και για κάθε στοιχείο που δεν έχει συμπληρωθεί στο ερωτηματολόγιο, σε μείωση των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό δαπανών, μέχρι ποσοστού 0,04 % του συνολικού ποσού που καταβάλλεται στο εκάστοτε κράτος μέλος για τον τομέα του γάλακτος κια των γαλακτοκομικών προϋόντων και για το προηγούμενο οικονομικό έτος.»
7 Προς στήριξη της προσφυγής την οποία άσκησε κατά της επίδικης αποφάσεως, η Γαλλική Δημοκρατία επικαλείται τρεις λόγους ακυρώσεως οι οποίοι αντλούνται:
- από την παράβαση των άρθρων 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93 και 11 του κανονισμού 3950/92, καθώς και ορισμένων ουσιωδών τύπων·
- από την παράβαση του κανονισμού (EΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), καθώς και
- από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από την παράβαση των άρθρων 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93 και 11 του κανονισμού 3950/92
8 Ο λόγος αυτός ακυρώσεως αναλύεται σε δύο σκέλη.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93
9 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93 δεν συνιστά τη νομική βάση βάσει της οποίας μπορούν να θεσπιστούν, κατ' αντίθεση προς το άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως, τα άρθρα 2 και 3. Η διάταξη αυτή προβλέπει κατ' αποκοπήν μείωση των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των γεωργικών δαπανών μόνο στην περίπτωση όπου το εν λόγω ερωτηματολόγιο έχει κοινοποιηθεί καθυστερημένα στην Επιτροπή, δηλαδή μετά την ταχθείσα προθεσμία· συνεπώς, αποκλείονται οι περιπτώσεις του μη ακριβούς ερωτηματολογίου, το οποίο αποτελεί αντικείμενο του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως, και του μη πλήρους ερωτηματολογίου, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 της αποφάσεως αυτής.
10 Ειδικότερα, προκειμένου για τις κυρώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση μη ακριβούς ή μη πλήρους ερωτηματολογίου, οι γενικές αρχές του δικαίου και, συγκεκριμένα, η αρχή της εκ του νόμου προβλέψεως της ποινής απαιτούν οι κυρώσεις να προβλέπονται περιοριστικώς σε νομοθετικό κείμενο και να τυγχάνουν συσταλτικής ερμηνείας.
11 Αντιθέτως, η Επιτροπή κρίνει ότι το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93 συνιστά επαρκή νομική βάση για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως η οποία προβλέπει αρνητικές οικονομικές συνέπειες στην περίπτωση μη δεόντως συμπληρωμένου ερωτηματολογίου. Τα παρεχόμενα με τα ερωτηματολόγια δεδομένα είναι απαραίτητα για την πλήρη αποτελεσματικότητα του καθεστώτος των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων και για να μπορεί η Επιτροπή να ανταποκρίνεται, σε εύθετο χρόνο, στην ευθύνη διαχειρίσεως που υπέχει. Σε περίπτωση μη πλήρων απαντήσεων, το έργο αυτό θα δυσχεραινόταν.
12 Από τη διατύπωση του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, πρώτη φράση, του κανονισμού 536/93 προκύπτει ότι η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κράτη μέλη μια διττή υποχρέωση. Τα κράτη μέλη οφείλουν όχι μόνο να κοινοποιούν το εν λόγω ερωτηματολόγιο πριν από την ενδεικνυόμενη ημερομηνία, δηλαδή πριν από την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, αλλά επίσης να κοινοποιούν το ερωτηματολόγιο δεόντως συμπληρωμένο.
13 Έτσι, οι επιβαλλόμενες με το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, πρώτη φράση, του κανονισμού 536/93 υποχρεώσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούνται εάν το περιεχόμενο του εγκαίρως κοινοποιηθέντος ερωτηματολογίου δεν είναι ούτε ακριβές ούτε πλήρες. Η κατ' αποκοπήν μείωση των προκαταβολών, υπό την έννοια της δεύτερης φράσεως της διατάξεως αυτής, συνεπώς συντελείται όταν συντρέχει μία από τις τρεις απαριθμούμενες στην επίδικη απόφαση περιπτώσεις, δηλαδή εάν το εν λόγω ερωτηματολόγιο δεν έχει κοινοποιηθεί πριν από την 1η Σεπτεμβρίου ή αν το κοινοποιηθέν κατά την ημερομηνία αυτή ερωτηματολόγιο δεν είναι πλήρες ή δεν είναι ακριβές μέχρι ορισμένου βαθμού.
14 Η ερμηνεία αυτή συνάδει με τον σκοπό του ερωτηματολογίου και με τον ρόλο του εγγράφου αυτού στο πλαίσιο της διαχειρίσεως του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς που θεσπίζεται με τον κανονισμό 3950/92.
15 Η διαχείριση του καθεστώτος αυτού που δημιούργησε έναν μηχανισμό χρηματοοικονομικής ευθύνης, ήτοι τη συμπληρωματική εισφορά, ανατίθεται τόσο στα κράτη μέλη όσο και στην Επιτροπή. Η διαχείριση αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δύο είδη δραστηριοτήτων, ήτοι, αφενός, την είσπραξη της εισφοράς, τον έλεγχό της και την καταβολή του προϋόντος της εισφοράς στην Κοινότητα και, αφετέρου, τη θέσπιση ενδεχομένων διορθωτικών μέτρων παρεμβάσεως ενόψει διαρθρωτικών βελτιώσεων και προσαρμογών, όπως προκύπτει από τη δέκατη έκτη και δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3950/92.
16 Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, ο κανονισμός 536/93 θεσπίζει τους κανόνες ελέγχου για τη διαπίστωση του ομαλού ρυθμού της εισπράξεως της εισφοράς. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93, τα μέτρα ελέγχου ανατίθενται στις αρμόδιες εθνικές αρχές· οι αρχές αυτές υποχρεούνται, σύμφωνα με το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού αυτού, να ενημερώνουν ετησίως την Επιτροπή, μέσω του εν λόγω ερωτηματολογίου, για τα αποτελέσματα που αντανακλούν την κατάσταση σχετικά με την είσπραξη της εισφοράς.
17 Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, τους οποίους η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε, το θεσμικό αυτό όργανο πρέπει να λαμβάνει τις σχετικές με την είσπραξη της εισφοράς πληροφορίες για να εκτιμά σε εύθετο χρόνο εάν και πώς θα πραγματοποιηθούν τα αναμενόμενα αποτελέσματα του καθεστώτος των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων επί της παραγωγής και για να καθορίσει την επίπτωσή τους επί του προϋπολογισμού για το τρέχον οικονομικό έτος και για τα επόμενα οικονομικά έτη, η οποία απορρέει από την εξέλιξη της εν λόγω παραγωγής. Πράγματι, το προϋόν της εισφοράς που συλλέγει το κράτος μέλος καταβάλλεται από τούτο στην Κοινότητα και πιο συγκεκριμένα στο Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ), το οποίο το χρησιμοποιεί, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού 3950/92, για τη χρηματοδότηση των δαπανών σχετικά με τη σταθεροποίηση και τον διακανονισμό της αγοράς των γαλακτοκομικών προϋόντων.
18 Πάντως, το ερωτηματολόγιο έχει αξία για την Επιτροπή, ώστε αυτή να μπορεί να εκληρώνει ορθώς την αποστολή της στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού, μόνον εάν αντανακλά πιστά τη σχετική με την είσπραξη των εισφορών κατάσταση. Τούτο συμβαίνει μόνον αν τα στοιχεία που περιέχει είναι ακριβή και πλήρη.
19 Τα ενδεχόμενα μέτρα παρεμβάσεως μπορούν να προτείνονται από την Επιτροπή μόνον εάν αυτή διαθέτει ορθές και πλήρεις πληροφορίες. Λαμβανομένης υπόψη της αναγκαιότητας να ληφθούν ενδεχομένως πρόσφορα και προσήκοντα στην πραγματική εξέλιξη μέτρα, το ερωτηματολόγιο πρέπει συνεπώς να είναι αξιόπιστο, οπότε πρέπει να περιλαμβάνει ακριβή και πλήρη στοιχεία.
20 Τέλος, επιβάλλεται η υπενθύμιση των αποφάσεων της 17ης Οκτωβρίου 1991, C-342/89, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-5031, σκέψη 16), και C-346/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-5057, σκέψη 16), σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή έχει την εξουσία να μειώσει τα οφειλόμενα ως ετήσιες προκαταβολές ποσά όταν διαπιστώσει ότι, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, ο εθνικός οργανισμός δεν έχει εισπράξει ορισμένα προοριζόμενα για το ΕΓΤΠΕ έσοδα.
21 Πάντως, η Επιτροπή μπορεί να ασκεί την εξουσία που της έχει ούτως ανατεθεί, ανεξαρτήτως της εξουσίας που έχει υπό την έννοια του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93, μόνον αν τα περιλαμβανόμενα στο ερωτηματολόγιο στοιχεία είναι ακριβή και πλήρη και της επιτρέπουν κατ' αυτόν τον τρόπο να εξακριβώνει αν οι εθνικές αρχές δεν παρέλειψαν να εισπράξουν τις οφειλόμενες από τους υπερβαίνοντες τις ποσοστώσεις επιχειρηματίες εισφορές.
22 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η σχετική με την παράβαση του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93 αιτίαση της Γαλλικής Κυβερνήσεως.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 11 του κανονισμού 3950/92
23 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα άρθρα 2 και 3 της επίδικης αποφάσεως δεν μπορούν να θεμελιωθούν ούτε επί του άρθρου 11 του κανονισμού 3950/92. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στην Επιτροπή να θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς κατά την αποκαλούμενη διαδικασία της «επιτροπής διαχειρίσεως» σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82). Ακόμη και αν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 2 και 3 της επίδικης αποφάσεως κυρώσεις μπορούν να εξομοιωθούν με τις λεπτομέρειες εφαρμογής υπό την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού 3950/92, κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως δεν είχε ζητηθεί η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, η συμμετοχή της οποίας στη διαδικασία θεσπίσεως των εν λόγω μέτρων εφαρμογής επιτάσσεται ρητώς.
24 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίδικη απόφαση διευκρινίζει τις λεπτομέρειες ασκήσεως της εξουσίας επιβολής μειώσεων η οποία απονέμεται στην Επιτροπή με το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93, οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάγεται, ως λεπτομέρεια εφαρμογής, στο άρθρο 11 του κανονισμού 3950/92.
25 Πράγματι, καθόσον η επίδικη απόφαση καθορίζει, κατά γενικό και ισοδύναμο για όλα τα κράτη μέλη τρόπο, τα διαφορετικά ποσοστά μειώσεως που είναι εφαρμοστέα στα διάφορα είδη παραβάσεων που μπορεί να περιέχει η κοινοποίηση του ερωτηματολογίου, διευκρινίζει, υπέρ της ασφαλείας δικαίου, τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή προτίθεται να προβεί σε μειώσεις των προκαταβολών στις διάφορες περιπτώσεις.
26 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ούτε η αιτίαση που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 11 του κανονισμού 3950/92 δεν είναι βάσιμη.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από την παράβαση του κανονισμού 729/70
27 Προς στήριξη του λόγου αυτού, η Γαλλική Κυβέρνηση στηρίζεται, ελλείψει σαφούς καθορισμού των εξουσιών που απονέμονται στην Επιτροπή από την επίδικη κανονιστική κοινοτική ρύθμιση, επί των προαναφερθεισών αποφάσεων Γερμανία κατά Επιτροπής και Ιταλία κατά Επιτροπής.
28 Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι χρηματικές κυρώσεις κατά των κρατών μελών, όπως θεσπίζονται με την επίδικη απόφαση, εμφαίνονται, διαφορετικά απ' ό,τι η επίδικη μείωση στις προαναφερθείσες αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής και Ιταλία κατά Επιτροπής, ως οριστικές κυρώσεις. Η επιβολή των κυρώσεων αυτών γίνεται επομένως αυτομάτως. Περαιτέρω, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων υπερασπίσεως, ούτε η επίδικη απόφαση ούτε ο κανονισμός 536/93 επιτρέπουν στο οικείο κράτος μέλος να διευκρινίζει, επ' ευκαιρία μέτρου μειώσεως το οποίο λαμβάνεται έναντι αυτού, την άποψή του, ιδίως όσον αφορά τη δικαιολογία της κολαζομένης καθυστερήσεως.
29 Ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί. Αφενός, όπως έχει ήδη επισημανθεί στη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως, στις προαναφερθείσες αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής και Ιταλία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο αναγνώρισε στην Επιτροπή την εξουσία να μειώνει, εν αναμονή της οριστικής αποφάσεως επί της εκκαθαρίσεως των ετησίων λογαριασμών, την καταβολή των οφειλομένων ως μηνιαίων προκαταβολών ποσών στην περίπτωση όπου ο εθνικός οργανισμός δεν έχει εισπράξει, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, ορισμένα προοριζόμενα για το ΕΓΤΠΕ έσοδα.
30 Αφετέρου, το Δικαστήριο έκρινε επίσης, στη σκέψη 18 των προαναφερθεισών αποφάσεων Γερμανία κατά Επιτροπής και Ιταλία κατά Επιτροπής, ότι οι αποφάσεις σχετικά με τις μηνιαίες προκαταβολές που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της χρήσεως, βάσει μόνον των διαθεσίμων τη στιγμή εκείνη στοιχείων, έχουν μεταβατικό και προσωρινό χαρακτήρα και δεν προδικάζουν την τελική και αμετάκλητη απόφαση περί εκκαθαρίσεως των ετησίων λογαριασμών. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται μετά από ειδική διαδικασία παρέχουσα τη δυνατότητα στα μέρη να αναπτύξουν τις απόψεις τους, στο πλαίσιο της οποίας τα συγκεκριμένα κράτη μέλη απολαύουν όλων των εγγυήσεων που τους διασφαλίζουν τη δυνατότητα αναπτύξεως της άποψεώς τους.
31 Επομένως, εάν μια τέτοια απόφαση μειώσεως των μηνιαίων προκαταβολών, ληφθείσα σε περίπτωση παραλείψεως εισπράξεως, κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, ορισμένων εσόδων που προορίζονται για τον ΕΓΤΠΕ είναι μόνον προσωρινή και υπόκειται στη διαδικασία εκκαθαρίσεως, πρέπει να ισχύει το ίδιο για την απόφαση μειώσεως των ιδίων μηνιαίων προκαταβολών, υπό την έννοια του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93, λόγω παραλείψεως προσήκουσας κοινοποιήσεως των υποχρεωτικών στοιχείων σχετικά με τα έσοδα αυτά, απόφαση η οποία συνεπώς δεν μπορεί να έχει οριστικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να συνιστά εμπόδιο στη διεξαγωγή ελέγχου κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών.
32 Επομένως, αντίθετα προς τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας, η μείωση των προκαταβολών υπό την έννοια του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93 δεν αποκλείει τον έλεγχο του βασίμου της στο πλαίσιο της επιβαλλομένης με τον κανονισμό 729/70 εκκαθαρίσεως λογαριασμών. Με την ευκαιρία αυτή, η Γαλλική Κυβέρνηση θα είναι σε θέση να εκθέσει την άποψή της επί της νομιμότητας της μειώσεως των προκαταβολών, οπότε διασφαλίζονται τα δικαιώματα υπερασπίσεως.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
33 Η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει εκ προοιμίου ότι υπάρχουν και άλλες πηγές πληροφοριών εκτός του ερωτηματολογίου, επιτρέπουσες στην Επιτροπή να διαχειρίζεται την αγορά γάλακτος και ότι δεν υφίσταται σχέση μεταξύ της τηρήσεως της ορισθείσας για την κοινοποίηση του ερωτηματολογίου προθεσμίας και της αποτελεσματικότητας του καθεστώτος.
34 Βάσει των αποφάσεων της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 122/78, Buitoni (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 341)· της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, 181/84, Man (Sugar) (Συλλογή 1985, σ. 2889), και της 18ης Απριλίου 1989, 358/87, Drewes (Συλλογή 1989, σ. 891), η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει εν συνεχεία ότι η υποχρέωση διαβιβάσεως του ερωτηματολογίου εντός της ταχθείσας προθεσμίας είναι παρεπόμενη υποχρέωση, η μη τήρηση της οποίας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανάλογης, και μάλιστα μεγαλύτερης, κυρώσεως από τη μη τήρηση κυρίας υποχρεώσεως, όπως η υφιστάμενη σε περίπτωση μη εισπράξεως της συμπληρωματικής εισφοράς την οποία οφείλουν οι παραγωγοί που έχουν υπερβεί τις ποσότητές τους αναφοράς.
35 Οι θεσπιζόμενες με την επίδικη απόφαση κυρώσεις είναι δυσανάλογες λόγω της αυτόματης επιβολής τους, της μη διαβαθμίσεώς τους και του ποσού των κρατήσεων. Έτσι, κατ' αποκοπήν μειώσεις οι οποίες επιβάλλονται αυτομάτως σε περίπτωση κακής εφαρμογής μέτρων διοικητικής διαχειρίσεως είναι αυστηρότατες υπό την έννοια της προαναφερθείσας αποφάσεως Buitoni. Δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ του ποσού της κρατήσεως και της οικονομικής ζημίας την οποία θα υποστεί το ΕΓΤΠΕ· πράγματι, η ζημία αυτή, η οποία στοιχειοθετείται από την καθυστέρηση εισπράξεως, θα έχει ήδη αντισταθμιστεί από τους τόκους υπερημερίας που οφείλουν οι επιχειρηματίες. Περαιτέρω, οι προβλεπόμενες στα άρθρα 1 και 3 της επίδικης αποφάσεως κυρώσεις μπορούν να επιβάλλονται σε κράτος μέλος ακόμα και σε περίπτωση μη καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς στο ΕΓΤΠΕ.
36 Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις κυρώσεις, το άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως δεν περιέχει καμία διαβάθμιση σε σχέση με τη διάρκεια της καθυστερήσεως. Όσον αφορά το άρθρο 2, η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι λόγοι για τους οποίους πρέπει να επιβάλλονται κυρώσεις σε κράτος μέλος, για τις φοροδιαφυγές που το ίδιο το κράτος αποκάλυψε με τους ελέγχους που πραγματοποίησε, είναι δύσκολα κατανοητοί. Εξάλλου, η διάταξη αυτή επιτρέπει την επιβολή κυρώσεως το συνηθέστερο ισοδύναμης, ή και ανώτερης, από το ποσό που απαιτείται για τη διόρθωση της ανισορροπίας που προκαλεί στο πλαίσιο εκκαθαρίσεως η διαφορά ποσοστού 10 % μεταξύ του πραγματικώς οφειλομένου ποσού και του ποσού που έχει υπολογισθεί βάσει των κοινοποιηθέντων σε απάντηση του εν λόγω ερωτηματολογίου στοιχείων. Το άρθρο 3 δεν περιέχει επίσης καμία διαβάθμιση σε σχέση με τη σπουδαιότητα της ελλείψεως του τάδε ή του δείνα στοιχείου.
37 Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η σχετική με τις κύριες και παρεπόμενες υποχρεώσεις νομολογία δεν είναι εφαρμοστέα εφόσον το Δικαστήριο την έχει αναπτύξει στο εντελώς ιδιάζον πλαίσιο της συστάσεως εγγυήσεων. Περαιτέρω, η κοινοποίηση των ζητουμένων με το ερωτηματολόγιο στοιχείων πριν από την 1η Σεπτεμβρίου δεν συνιστά αδύνατο έργο, αφού τα κράτη μέλη διαθέτουν τα στοιχεία αυτά πριν από την ημερομηνία αυτή. Οι αρνητικές οικονομικές συνέπειες, ιδίως οι προβλεπόμενες στο άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως που απορρέουν από την ανακρίβεια των στοιχείων, ορισμένα μόνο στοιχεία αφορώντα το ερωτηματολόγιο θέτουν υπό αμφισβήτηση. Συνεπώς, η Γαλλική Δημοκρατία άπαξ μόνον υπερέβη το περιθώριο διαφοράς 10 %, για το οποίο επιβάλλονται κυρώσεις από το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως, για την περίοδο 1987/88 με διαφορά 12,67 %. Η Επιτροπή καταλήγει ότι με την επίδικη απόφαση θεσπίστηκε διαβάθμιση των αρνητικών οικονομικών συνεπειών σε σχέση με το είδος της παραβάσεως της υποχρεώσεως του κράτους μέλους να κοινοποιεί το ερωτηματολόγιο πριν από την 1η Σεπτεμβρίου.
38 Προκειμένου να κριθεί αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα διάταξη ισχύουσα για κοινή οργάνωση γεωργικής αγοράς, είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξεταστεί αν τα μέτρα που προβλέπει η διάταξη αυτή υπερβαίνουν τα πρόσφορα και αναγκαία όρια για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση. Ειδικότερα, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέτρα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού είναι ανάλογα προς τη σπουδαιότητά του και απαραίτητα για την επίτευξή του (βλ. απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1992, C-319/90, Pressler, Συλλογή 1992, σ. I-203, σκέψη 12).
39 Όσον αφορά τον σκοπό της, η επίδικη απόφαση σκοπεί να διευκρινίσει, επιδιώκοντας την ομοιόμορφη εφαρμογή και την ασφάλεια δικαίου, τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται η κατ' αποκοπήν μείωση των προκαταβολών. Προς τούτο, η απόφαση καθορίζει τις διάφορες περιπτώσεις μη τηρήσεως της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως του ερωτηματολογίου εντός της ταχθείσας προθεσμίας και ορίζει, για κάθε περίπτωση, αντίστοιχο ποσοστό μειώσεως.
40 Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναλογικότητα των λεπτομερειών της μειώσεως που προβλέπονται στην επίδικη απόφαση δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ούτε λόγω της υπάρξεως άλλων πηγών πληροφοριών ούτε λόγω της φερομένης ελλείψεως σχέσεως μεταξύ της τηρήσεως της καθορισθείσας προθεσμίας για την αποστολή του ερωτηματολογίου και της αποτελεσματικότητας του καθεστώτος.
41 Ακόμα και αν η Επιτροπή διαθέτει πράγματι άλλες πηγές πληροφοριών, δεν αποδεικνύεται ότι οι πηγές αυτές παρέχουν τις ίδιες πληροφορίες, οι οποίες είναι διαθέσιμες την ίδια ημερομηνία με αυτές που απαιτούνται με το ερωτηματολόγιο.
42 Όσον αφορά τη φερομένη απουσία σχέσεως μεταξύ της αποτελεσματικότητας του καθεστώτος και της λήξεως της προθεσμίας, αρκεί να επισημανθεί ότι η ίδια η Γαλλική Δημοκρατία αναφέρει τη λειτουργία και τη σπουδαιότητα της προθεσμίας στο πλαίσιο της διαδικασίας επί του προϋπολογισμού. Τα προκύπτοντα στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής αποτελέσματα χάρη στα στοιχεία που διαβιβάζονται με το ερωτηματολόγιο επιτρέπουν στην Επιτροπή να ασκεί τον ρόλο της ως διαχειριστή, έστω και προτείνοντας μόνο στις αρμόδιες αρχές τα ενδεχόμενα επιβεβλημένα διορθωτικά μέτρα.
43 Δεύτερον, όσον αφορά την απαραίτητη διαφοροποίηση, σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση, μεταξύ κύριας και παρεπόμενης υποχρεώσεως, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί εφόσον μηνιαία μείωση, προσωρινού χαρακτήρα, των προκαταβολών κατά τον υπολογισμό των γεωργικών δαπανών λόγω μη τηρήσεως της προθεσμίας κοινοποιήσεως του εν λόγω ερωτηματολογίου δεν μπορεί να συγκριθεί με την οριστική άρνηση συνυπολογισμού ενός ποσού λόγω εισφοράς η οποία αδικαιολογήτως δεν έχει εισπραχθεί από κράτος μέλος.
44 Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι, καθορίζοντας τα ποσοστά μειώσεως, τα οποία διαφέρουν ανάλογα με τις περιπτώσεις μη τηρήσεως της υποχρεώσεως του άρθρου 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93, η επίδικη απόφαση λαμβάνει υπόψη τη σπουδαιότητα που κάθε περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως παρουσιάζει για την Επιτροπή κατά την εκπλήρωση του ρόλου της ως διαχειριστή του καθεστώτος της συμπληρωματικής εισφοράς.
45 Είναι αληθές ότι, παρά τη διαβάθμιση των ποσοστών μειώσεως σε σχέση με τις διάφορες περιπτώσεις μη τηρήσεως της υποχρεώσεως, οι θεσπιζόμενες με την επίδικη απόφαση λεπτομέρειες εφαρμογής της μειώσεως διατηρούν τον κατ' αποκοπήν χαρακτήρα, όπως επισήμανε η Γαλλική Κυβέρνηση.
46 Έτσι, οι διάφορες διαβαθμίσεις σπουδαιότητας των στοιχείων του ερωτηματολογίου δεν έχουν ληφθεί υπόψη κατά την εφαρμογή των άρθρων 1 και 3 της επίδικης αποφάσεως· το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής δεν περιέχει καμία σχέση μεταξύ του ποσού της μειώσεως και του ποσού διορθώσεως της ανισορροπίας που έχει προκληθεί από διαφορά πλέον του 10 % μεταξύ του πραγματικώς οφειλομένου ποσού της εισφοράς και του υπολογισθέντος χάρη στο ερωτηματολόγιο· η επίδικη απόφαση δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη τη χρηματική ζημία την οποία έχει υποστεί το ΕΓΤΠΕ λόγω μη τηρήσεως της επιβαλλομένης με το άρθρο 8, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού 536/93 υποχρεώσεως.
47 Εντούτοις, τα χαρακτηριστικά αυτά, απορρέοντα από τον κατ' αποκοπήν χαρακτήρα των λεπτομερειών εφαρμογής της μειώσεως, δεν την καθιστούν δυσανάλογη σε σχέση με τον σκοπό της. Αυτές οι λεπτομέρειες εφαρμογής μειώσεως (ποσοστό μειώσεως 1 % του συνολικού καταβληθέντος στο κράτος μέλος ποσού βάσει της προηγουμένης οικονομικής χρήσεως, εφαρμοστέο όμως μόνο στις προκαταβολές για τον μήνα Σεπτέμβριο σε περίπτωση καθυστερημένης κοινοποιήσεως του ερωτηματολογίου, ποσοστό μειώσεως 0,5 % του ιδίου συνολικού ποσού σε περίπτωση υπολογισμού της εισφοράς ο οποίος δεν είναι ακριβής πλέον του 10 % και ποσοστό 0,04 % για κάθε στοιχείο που λείπει) δεν φαίνονται καθαυτές υπέρμετρες σε σχέση με τη σπουδαιότητα την οποία έχει για τη διαχείριση του καθεστώτος εισφοράς μια προσήκουσα κοινοποίηση. Ούτε είναι υπέρμετρες λόγω του ότι δεν εφαρμόζονται τελικώς στις εγκεκριμένες δαπάνες, αλλά μόνον, όπως προκύπτει από τις σχετικές με την παράβαση του κανονισμού 729/70 σκέψεις, στις μηνιαίες προκαταβολές, οπότε είναι προσωρινού μόνο χαρακτήρα εφόσον το βάσιμό τους εξαρτάται από έλεγχο κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών.
48 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο τελευταίος αυτός λόγος είναι επίσης αβάσιμος.
49 Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, η προσφυγή στο σύνολό της πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Γαλλική Κυβέρνηση ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy