Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Διαδικασία προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων και προμηθειών * Οδηγία 89/665/ΕΟΚ * Διαδικασία παρέχουσα στην Επιτροπή τη δυνατότητα προληπτικής παρεμβάσεως σε περίπτωση σαφούς και προφανούς παραβιάσεως των κοινοτικών κανόνων περί συμβάσεων κρατικών προμηθειών * Διαδικασία ανεξάρτητη από τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως του άρθρου 169 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169 οδηγία 89/665 του Συμβουλίου)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών * Οδηγία 77/62/ΕΟΚ * Πεδίο εφαρμογής * Παρεκκλίσεις από τους κοινούς κανόνες * Προϋποθέσεις
(Οδηγία 77/62 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 5 PAR 1, στοιχ. α', και άρθρο 6 PAR 4, στοιχ. γ')
Περίληψη
1. Η διαδικασία με την οποία η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα, δυνάμει της οδηγίας 89/665, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, να παρεμβαίνει σε κράτος μέλος όταν κρίνει ότι συντρέχει σαφής και προφανής παράβαση των κοινοτικών διατάξεων περί συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών, συνιστά προληπτικό μέτρο, το οποίο δεν μπορεί ούτε να εισάγει παρεκκλίσεις ούτε να υποκαθιστά τις αρμοδιότητες που υπέχει η Επιτροπή από το άρθρο 169 της Συνθήκης, έτσι ώστε ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή εφάρμοσε τη διαδικασία αυτή δεν έχει καμία σημασία όταν πρόκειται να κριθεί το παραδεκτό προσφυγής διαπιστώσεως παραβάσεως, την οποία άσκησε λόγω παραβάσεως εκ μέρους του οικείου κράτους των κοινοτικών διατάξεων περί συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών.
2. Κράτος μέλος δεν μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή επί συμβάσεως κρατικής προμήθειας των κανόνων που θέτει η οδηγία 77/62 με το αιτιολογικό ότι η συγκεκριμένη σύμβαση είναι απλώς σύμβαση-πλαίσιο η οποία συνιστά μόνο το περίγραμμα εντός του οποίου συνάπτονται πολλές συμβάσεις προμηθειών, η εκάστοτε αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το όριο που θέτει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, ούτε να επικαλεστεί την παρέκκλιση που επιτρέπει το άρθρο 6, παράγραφος 4, στοιχείο γ', της εν λόγω οδηγίας, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι οι προμηθευτές που επελέγησαν ήταν οι μόνοι που εκδήλωσαν ενδιαφέρον να συνάψουν σύμβαση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-79/94,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Ξ. Α. Γιαταγάνα, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Β. Κοντόλαιμο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και την Ε.-Μ. Μαμούνα, γραμματέα στην Ειδική Νομική Υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Ελληνική Πρεσβεία, 117, Val Sainte Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, συνάπτοντας συμφωνία-πλαίσιο για την αποκλειστική προμήθεια υλικού επιδέσμου προς χρήση των νοσοκομείων και του στρατού από έξι ελληνικές υφαντουργικές βιομηχανίες και μη δημοσιεύοντας τη σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), D. Α. Ο. Εdward, J.-P. Puissochet και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Φεβρουαρίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Μαρτίου 1994 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, συνάπτοντας συμφωνία-πλαίσιο για την αποκλειστική προμήθεια υλικού επιδέσμου προς χρήση των νοσοκομείων και του στρατού από έξι ελληνικές υφαντουργικές βιομηχανίες και μη δημοσιεύοντας τη σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 88/295/ΕΟΚ, της 22ας Μαρτίου 1988 (ΕΕ L 127, σ. 1, στο εξής: οδηγία).
2 Με απόφαση της 19ης Ιουλίου 1991, το Υπουργείο Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας της Ελλάδος ενέκρινε τη συμφωνία-πλαίσιο που είχε υπογραφεί με έξι ελληνικές υφαντουργικές βιομηχανίες. Κατά τη συμφωνία αυτή, όλα τα νοσοκομεία, οι υγειονομικές μονάδες και ο ελληνικός στρατός υποχρεούνταν να προμηθεύονται ορισμένους τύπους επιδέσμων από τις εν λόγω βιομηχανίες κατά τους όρους της συμφωνίας-πλαισίου και για περίοδο τριών ετών, η οποία μπορούσε να παραταθεί για δύο ακόμα έτη.
3 Δεν αμφισβητείται ότι δεν υπήρξε διαδικασία δημοπρατήσεως των εν λόγω προμηθειών και ότι δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκήρυξη σχετική με την εν λόγω προμήθεια.
4 Με έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 1991, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της Ελληνικής Κυβερνήσεως στο γεγονός ότι μια τέτοια συμφωνία και η διαδικασία που ακολουθήθηκε για τη σύναψή της αντέβαιναν στην οδηγία και, ιδίως, στο άρθρο 9 αυτής. Επειδή δεν έλαβε απάντηση, η Επιτροπή, με έγγραφο οχλήσεως της 14ης Νοεμβρίου 1991, κάλεσε την εν λόγω κυβέρνηση να λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την οδηγία. Μη συμμεριζόμενη τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Ελληνική Κυβέρνηση στην από 8 Ιανουαρίου 1992 απάντησή της, η Επιτροπή της απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη καλώντας την να λάβει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις της οδηγίας.
5 Στα από 10 Δεκεμβρίου 1992 και 13 Φεβρουαρίου 1993 έγγραφά της η Ελληνική Κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι παρέβη την οδηγία. Δήλωσε, επίσης, ότι προτίθεται να καταγγείλει μονομερώς τη συμφωνία προ της λήξεως της ισχύος της και να προκηρύξει νέο διαγωνισμό για την προμήθεια επιδέσμων εντός του 1993. Επειδή δεν δόθηκε καμία συνέχεια στις δηλώσεις αυτές, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί του παραδεκτού
6 Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί το παραδεκτό της παρούσας προσφυγής.
7 Παρατηρεί, σχετικώς, ότι με τα προαναφερθέντα έγγραφά της παραδέχθηκε την παράβαση που της προσάπτει η Επιτροπή και ανέλαβε την υποχρέωση να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει στο μέλλον την τήρηση του κοινοτικού δικαίου. Στην υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987, 199/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1039), η Επιτροπή είχε θεωρήσει ως αρκούσα την έγγραφη ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους του Δήμου του Μιλάνου να τηρεί στο μέλλον όλες τις διατάξεις της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7). Κατά συνέπεια, ασκώντας την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή δεν τήρησε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των κρατών μελών.
8 Η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται, στη συνέχεια, ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33), η Επιτροπή πρέπει να παρεμβαίνει πριν από τη σύναψη της οικείας συμβάσεως όταν κρίνει ότι συντρέχει παράβαση των κοινοτικών διατάξεων περί συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση η Επιτροπή παρενέβη στο στάδιο της εκτελέσεως της επίμαχης σύμβασης.
9 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
10 Ως προς την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, αρκεί να τονιστεί ότι, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας είναι όμοια με την παρούσα * πράγμα που δεν συμβαίνει, όπως απέδειξε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 17 των προτάσεών του *, η Επιτροπή δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, την υποχρέωση να τηρήσει την ίδια στάση και στην παρούσα υπόθεση. Εξάλλου, μπορεί να παρατηρηθεί ότι, αν αρκούνταν η Επιτροπή, σε κάθε περίπτωση, στην απλή ανάληψη υποχρεώσεων για το μέλλον, εκ μέρους των κρατών μελών, θα τους παρείχε ένα εύκολο μέσο προστασίας κατά της διαδικασίας διαπιστώσεως παραβάσεως του άρθρου 169 της Συνθήκης.
11 Ως προς το επιχείρημα που αντλείται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας 89/665, υπενθυμίζεται (απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1995, C-359/93, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 13) ότι η ειδική διαδικασία που προβλέπει η εν λόγω οδηγία δεν μπορεί να συνιστά παρέκκλιση από τις αρμοδιότητες που παρέχει στην Επιτροπή το άρθρο 169 της Συνθήκης ούτε υποκατάστασή τους.
12 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
13 Προς δικαιολόγηση της μη τηρήσεως των κανόνων δημοσιότητας που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας, η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει, αφενός, ότι η συμφωνία-πλαίσιο συνιστά απλώς το περίγραμμα εντός του οποίου συνάπτονται πολλές συμβάσεις προμηθειών, η εκάστοτε αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το όριο των 200 000 ECU που ορίζει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας. Αφετέρου, τους συγκεκριμένους επιδέσμους μπορούσαν να προμηθεύσουν μόνον οι έξι Έλληνες παραγωγοί που μετέχουν στη συμφωνία-πλαίσιο, καθόσον κανένας εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος παραγωγός δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον για αυτού του είδους τις προμήθειες. Για τον λόγο αυτόν, η συμφωνία-πλαίσιο συνήφθη σύμφωνα με τις εισάγουσες την παρέκκλιση διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 4, στοιχείο γ', της οδηγίας.
14 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
15 Ως προς το επιχείρημα που αναφέρεται στην αξία των συγκεκριμένων συμβάσεων προμηθείας, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η συμφωνία-πλαίσιο ενοποιεί τις διάφορες προμήθειες που διέπει και ότι η συνολική αξία αυτών υπερβαίνει τα 200 000 ECU. Εξάλλου, όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή, κάθε άλλη ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', πρώτη περίπτωση, της οδηγίας θα παρείχε στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να παρακάμπτουν τις υποχρεώσεις που επιβάλλει.
16 Ως προς τον ισχυρισμό της Ελληνικής Κυβερνήσεως, ότι μόνον οι έξι παραγωγοί που μετέχουν στη συμφωνία-πλαίσιο μπορούν να προμηθεύσουν τα συγκεκριμένα είδη, επιβάλλεται να τονιστεί ότι, ακόμα και αν αυτό ήθελε αποδειχθεί, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των παρεκκλίσεων που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 4, της οδηγίας και, ειδικότερα, της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο στοιχείο γ'.
17 Συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστεί η παράβαση σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, συνάπτοντας συμφωνία-πλαίσιο για την αποκλειστική προμήθεια υλικού επιδέσμου προς χρήση των νοσοκομείων και του στρατού από έξι ελληνικές υφαντουργικές βιομηχανίες και μη δημοσιεύοντας τη σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών, όπως τροποποιήθηκε, τελευταία, με την οδηγία 88/295/ΕΟΚ, της 22ας Μαρτίου 1988.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy