Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσέγγιση των νομοθεσιών * Επισήμανση και παρουσίαση των τροφίμων * Οδηγία 79/112/ΕΟΚ * Υποχρέωση των κρατών μελών να απαγορεύουν την εμπορία προϊόντων που δεν φέρουν ενδείξεις συντεταγμένες σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές * Περιεχόμενο * Επιταγές βαίνουσες πέραν της υποχρεώσεως αυτής * Δεν επιτρέπονται * Ανάγκη αναγραφής όλων των υποχρεωτικών ενδείξεων στην επισήμανση
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 30, 128 και 129 Α οδηγία 79/112 του Συμβουλίου, άρθρο 14)
Περίληψη
Το άρθρο 14 της οδηγίας 79/112, για την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απαγορεύουν στο έδαφός τους την εμπορία των προϊόντων αυτών αν ορισμένες ενδείξεις "δεν γράφονται σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές, εκτός αν η πληροφόρηση του αγοραστή εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο", έχει την έννοια ότι η έκφραση "γλώσσα εύκολα καταληπτή", η οποία σκοπεί στην εξασφάλιση της πληροφορήσεως του καταναλωτή χωρίς να επιβάλλει τη χρήση συγκεκριμένης γλώσσας, δεν ισοδυναμεί ούτε με την έκφραση "επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους" ούτε με την έκφραση "γλώσσα της περιοχής". Η επιβαλλόμενη από κράτος μέλος υποχρέωση χρησιμοποιήσεως της γλώσσας που επικρατεί στην περιοχή εντός της οποίας διατίθεται προς πώληση το προϊόν, καθόσον είναι αυστηρότερη από την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως εύκολα καταληπτής γλώσσας, έστω και αν δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη χρήση και άλλων γλωσσών, αντιβαίνει στο άρθρο 14 και δεν μπορεί να επιτραπεί ούτε από τα άρθρα 128 και 129 Α της Συνθήκης, τα οποία δεν επιτρέπουν στα κράτη μέλη να αντικαθιστούν έναν κανόνα προβλεπόμενο από την οδηγία με άλλον περισσότερο δεσμευτικό. Ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος από πλευράς του άρθρου 30 της Συνθήκης.
Η τήρηση της επιταγής της πληροφορήσεως και προστασίας των καταναλωτών προϋποθέτει ότι οι καταναλωτές μπορούν, ανά πάσα στιγμή, ήτοι όχι μόνον κατά τον χρόνο της αγοράς αλλά και κατά τον χρόνο της καταναλώσεως του προϊόντος, να λαμβάνουν γνώση όλων των υποχρεωτικών ενδείξεων που προβλέπει η οδηγία. Συνεπώς, οι ενδείξεις αυτές πρέπει να περιέχονται υποχρεωτικά στην επισήμανση, είτε αναγραφόμενες σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους καταναλωτές του συγκεκριμένου κράτους ή της συγκεκριμένης περιοχής είτε υποδηλούμενες με άλλα μέσα όπως σχέδια, σύμβολα ή εικονογράμματα. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμά την ευκολία της κατανοήσεως των παρεχομένων πληροφοριών ενόψει όλων των περιστάσεων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-85/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hof van beroep te Brussel προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Groupement des producteurs, importateurs et agents generaux d' eaux minerales etrangeres, VZW (Piageme) κ.λπ.
και
Peeters NV,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30, 128 και 129 Α της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και του άρθρου 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann, P. Jann και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* οι εφεσείουσες της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενες από τους Guy Horsmans και Alois Puts, δικηγόρους Βρυξελλών,
* η Peeters NV (πρώην BVBA Peeters), εκπροσωπούμενη από τον Luc Dehond, δικηγόρο Λουβαίν,
* η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Jan Devadder, διευθυντή διοικήσεως του Υπουργείου Εξωτερικών,
* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Catherine de Salins, υποδιευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Philippe Martinet, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων της ιδίας υπηρεσίας,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Hendrik van Lier, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των εφεσειουσών, της Peeters NV, εκπροσωπουμένης από τον J. Danckaerts, δικηγόρο Λουβαίν, της Βελγικής Κυβερνήσεως, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Μιχαήλ Απέσσο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και την Άννα Ροκοφύλλου, σύμβουλο του Υφυπουργού Εξωτερικών, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον Mark Shaw, barrister, και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 6ης Απριλίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Μαρτίου 1994, το Hof van beroep te Brussel υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30, 128 και 129 Α της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και του άρθρου 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Groupement des producteurs, importateurs et agents generaux d' eaux minerales etrangeres (Piageme), της Societe generale des grandes sources d' eaux minerales francaises (SGGSEMF) και των εταιριών Evian, Apollinaris και Vittel (στο εξής: εφεσείουσες) και, αφετέρου, της εταιρίας Peeters (στο εξής: εφεσίβλητη).
3 Οι εφεσείουσες εισάγουν και διανέμουν στο Βέλγιο διάφορα γαλλικά και γερμανικά μεταλλικά νερά. Θεωρούν ότι η εφεσίβλητη, η οποία εμπορεύεται τα νερά αυτά στη φλαμανδόφωνη περιφέρεια του Βελγίου, ενεργεί κατά παράβαση της βελγικής νομοθεσίας, καθόσον οι φιάλες τις οποίες πωλεί φέρουν ετικέτες είτε στη γαλλική είτε στη γερμανική γλώσσα, ενώ στην περιοχή αυτή οι ενδείξεις πρέπει να είναι διατυπωμένες, κατ' εφαρμογήν του βελγικού βασιλικού διατάγματος της 13ης Νοεμβρίου 1986, στην ολλανδική γλώσσα.
4 Το άρθρο 11 του βασιλικού διατάγματος της 13ης Νοεμβρίου 1986, το οποίο αντικατέστησε, με ταυτόσημους όρους, το άρθρο 10 του βασιλικού διατάγματος της 2ας Οκτωβρίου 1980, προβλέπει τα εξής:
"Οι ενδείξεις που προβλέπονται από το άρθρο 2 καθώς και όσες προβλέπονται από ειδικές ρυθμίσεις πρέπει να αναγράφονται τουλάχιστον στη γλώσσα ή τις γλώσσες της περιοχής στην οποία διατίθενται προς πώληση τα τρόφιμα."
5 Οι εφεσείουσες, θεωρώντας ότι βλάπτονται, προσέφυγαν κατά της εφεσίβλητης ενώπιον του Rechtbank van koophandel te Leuven (Βέλγιο), δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και ζήτησαν να υποχρεωθεί η καθής εταιρία να παύσει τις πωλήσεις της επ' απειλή προστίμου.
6 Η καθής υποστήριξε ότι το άρθρο 11 του βασιλικού διατάγματος της 13ης Νοεμβρίου 1986 αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και στο άρθρο 14 της οδηγίας.
7 Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
"Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοείται ως:
α) επισήμανση: οι μνείες, ενδείξεις, εμπορικά ή βιομηχανικά σήματα, εικόνες ή σύμβολα που αναφέρονται σε ένα τρόφιμο και φέρονται σε κάθε συσκευασία, έγγραφο, πινακίδα, ετικέττα, δακτύλιο ή περιλαίμιο που συνοδεύουν ή αναφέρονται στο τρόφιμο αυτό.
(...)"
8 Το άρθρο 3 προβλέπει ορισμένες υποχρεωτικές ενδείξεις, οι οποίες είναι ουσιαστικά οι εξής:
* η ονομασία πωλήσεως
* ο κατάλογος των συστατικών
* η καθαρή ποσότητα (για τα προσυσκευασμένα τρόφιμα)
* η χρονολογία της ελάχιστης διατηρησιμότητας
* οι ιδιαίτερες συνθήκες διατηρήσεως και χρήσεως
* το όνομα ή η εμπορική επωνυμία και η διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας
* ο τόπος καταγωγής ή προελεύσεως στις περιπτώσεις που η παράλειψη της ενδείξεως αυτής θα ήταν δυνατόν να δημιουργήσει στον καταναλωτή εσφαλμένη εντύπωση σχετικά με τον πραγματικό τόπο καταγωγής ή προελεύσεως του τροφίμου, και
* οδηγίες χρήσεως στην περίπτωση που η παράλειψή τους δεν θα επέτρεπε τη σωστή χρήση του τροφίμου.
9 Το άρθρο 14 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
"Τα κράτη μέλη απέχουν από το να καθορίζουν, πέρα από ό,τι προβλέπεται στα άρθρα 3 έως 11, τους τρόπους σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να αναγράφονται οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2.
Εν τούτοις, τα κράτη μέλη πρέπει να απαγορεύουν το εμπόριο τροφίμων στην επικράτειά τους, αν οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεν γράφονται σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές, εκτός αν η πληροφόρηση του αγοραστή εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την αναγραφή των εν λόγω ενδείξεων σε πολλές γλώσσες."
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Rechtbank van koophandel te Leuven ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Αντίκειται το άρθρο 10 του βασιλικού διατάγματος της 2ας Οκτωβρίου 1980, όπως ισχύει σήμερα ως άρθρο 11 του βασιλικού διατάγματος της 13ης Νοεμβρίου 1986, στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και στο άρθρο 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ της 18ης Δεκεμβρίου 1978;"
11 Με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-369/89, Piageme κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-2971), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 14 της οδηγίας απαγορεύουν στις εθνικές νομοθεσίες να επιβάλλουν την αποκλειστική χρήση ορισμένης γλώσσας για την επισήμανση των τροφίμων χωρίς να προβλέπουν τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως μιας άλλης γλώσσας εύκολα καταληπτής από το αγοραστικό κοινό ή τη δυνατότητα εξασφαλίσεως της πληροφορήσεως του αγοραστή με άλλα μέσα.
12 Δικάζον επί εφέσεως ασκηθείσας εκ μέρους των εναγουσών, το Hof van beroep te Brussel ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Εμποδίζουν τα άρθρα 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 128 και 129 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, κράτος μέλος να ορίζει υποχρεωτικά, υπό το πρίσμα μιας εύκολα καταληπτής για τον καταναλωτή γλώσσας, τη χρησιμοποίηση μιας γλώσσας η οποία κατ' εξοχήν ομιλείται στην περιοχή στην οποία διατίθεται το προϊόν, όταν εν προκειμένω δεν αποκλείεται η χρησιμοποίηση μιας άλλης γλώσσας;
2) Πρέπει για την κρίση επί του ζητήματος αν ορισμένη ένδειξη σε επισήμανση ανταποκρίνεται στις κατά την έννοια του άρθρου 14 της οδηγίας λέξεις 'γλώσσα εύκολα καταληπτή' να λαμβάνονται αποκλειστικά υπόψη όλες οι αναγραφόμενες στην προσυσκευασία ενδείξεις σε συνδυασμό μεταξύ τους ή πρέπει επίσης να λαμβάνονται εν προκειμένω υπόψη και στοιχεία από τα οποία μπορεί λογικά να συναχθεί ότι οι καταναλωτές μπορούσαν να εξοικειωθούν με το προϊόν όπως, παραδείγματος χάρη, η ευρεία διάδοση του προϊόντος ή η ευρεία διαφήμισή του;
3) Πρέπει η κατά το άρθρο 14 της προαναφερθείσας οδηγίας 'πληροφόρηση του αγοραστή με άλλο τρόπο' να θεωρηθεί ότι έχει την έννοια ότι μπορεί και πρέπει εννοιολογικώς να αφορά τη δυνατότητα κατανοήσεως των στοιχείων που αναφέρονται στην επισήμανση συγκεκριμένου είδους προϊόντος ή αναφέρεται στο όλο πλαίσιο της συγκεκριμένης πωλήσεως ενός προϊόντος, εφόσον υφίστανται όλες οι κατά τα άρθρα 3 και 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ ενδείξεις κατά τρόπο εύκολα αντιληπτό για τον καταναλωτή;"
13 Στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 11 του επιδίκου βασιλικού διατάγματος δεν περιέχει καμία διάταξη απαγορεύουσα τη χρήση μιας άλλης εύκολα καταληπτής γλώσσας, αλλά ορίζει απλώς ότι οι προβλεπόμενες ενδείξεις πρέπει να αναγράφονται τουλάχιστον στη γλώσσα ή τις γλώσσες της περιοχής εντός της οποίας διατίθενται προς πώληση τα τρόφιμα. Συνεπώς, το βασιλικό διάταγμα επιτρέπει, πέραν της υποχρεωτικώς χρησιμοποιουμένης γλώσσας της συγκεκριμένης γλωσσικής περιφέρειας, την ταυτόχρονη χρήση και άλλων γλωσσών.
Επί του πρώτου ερωτήματος
14 Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα ερωτάται αν εθνική ρύθμιση καθιστώσα υποχρεωτική τη χρήση συγκεκριμένης γλώσσας για την επισήμανση των τροφίμων συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 14 της οδηγίας, έστω και αν δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη χρήση και άλλων γλωσσών.
15 Η έκφραση "γλώσσα εύκολα καταληπτή", η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 14 της οδηγίας, δεν ισοδυναμεί ούτε με την έκφραση "επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους" ούτε με την έκφραση "γλώσσα της περιοχής". Η έκφραση αυτή σκοπεί στην εξασφάλιση της πληροφορήσεως του καταναλωτή χωρίς να επιβάλλει τη χρήση συγκεκριμένης γλώσσας.
16 Αντιθέτως, άλλες κοινοτικές διατάξεις περί επισημάνσεως προβλέπουν ρητώς υποχρέωση χρήσεως της ή των επισήμων γλωσσών του κράτους μέλους στο έδαφος του οπίου διατίθενται τα προϊόντα [βλ., συναφώς, το άρθρο 8 της οδηγίας 92/27/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1992, σχετικά με την επισήμανση και το φύλλο οδηγιών των φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπους (ΕΕ L 113, σ. 8)].
17 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, με την προμνησθείσα απόφαση Piageme κ.λπ., το Δικαστήριο διαπίστωσε (σκέψη 16) ότι, αφενός, η επιβολή αυστηρότερης υποχρεώσεως από την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως εύκολα καταληπτής γλώσσας, ήτοι, π. χ., η επιβολή της αποκλειστικής χρήσεως της γλώσσας της περιοχής και, αφετέρου, η μη παροχή της δυνατότητας εξασφαλίσεως της πληροφορήσεως του καταναλωτή με άλλα μέσα βαίνουν πέραν των επιταγών της οδηγίας.
18 Η υποχρέωση χρησιμοποιήσεως ορισμένης γλώσσας για την επισήμανση των τροφίμων, έστω και αν δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη χρήση και άλλων γλωσσών, είναι επίσης αυστηρότερη από την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως εύκολα καταληπτής γλώσσας.
19 Όμως, ούτε το άρθρο 128 ούτε το άρθρο 129 Α της Συνθήκης επιτρέπουν στα κράτη μέλη να αντικαθιστούν έναν κανόνα προβλεπόμενο από την οδηγία με άλλον περισσότερο δεσμευτικό.
20 Ενόψει των ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος από πλευράς του άρθρου 30.
21 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 14 της οδηγίας απαγορεύει στα κράτη μέλη, ενόψει της υποχρεώσεως χρησιμοποιήσεως γλώσσας εύκολα καταληπτής από τους αγοραστές, να επιβάλλουν τη χρήση της γλώσσας που επικρατεί στην περιοχή εντός της οποίας διατίθεται προς πώληση το προϊόν, έστω και αν δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη χρήση και άλλης γλώσσας.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
22 Με το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ' ουσίαν, να πληροφορηθεί ποια είναι τα στοιχεία που μπορούν ή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να καθοριστεί αν οι υποχρεωτικές ενδείξεις ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις του άρθρου 14, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας. Τα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν μαζί.
23 Σκοπός του άρθρου 14 είναι να εξασφαλιστεί ότι ο καταναλωτής μπορεί εύκολα να λάβει γνώση των υποχρεωτικών ενδείξεων που προβλέπει η οδηγία.
24 Η τήρηση της επιταγής της πληροφορήσεως και προστασίας των καταναλωτών προϋποθέτει ότι οι καταναλωτές μπορούν, ανά πάσα στιγμή, να λαμβάνουν γνώση όλων των υποχρεωτικών ενδείξεων που προβλέπει η οδηγία, όχι μόνον κατά τον χρόνο της αγοράς, αλλά και κατά τον χρόνο της καταναλώσεως του προϊόντος. Η διαπίστωση αυτή ισχύει ιδιαίτερα όσον αφορά την ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας και τις ιδιαίτερες συνθήκες διατηρήσεως και χρήσεως του προϊόντος.
25 Εξάλλου, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τελικός καταναλωτής δεν είναι αναγκαστικά εκείνος ο οποίος αγόρασε τα τρόφιμα.
26 Συνεπώς, η προστασία του καταναλωτή δεν εξασφαλίζεται με μέτρα που δεν αφορούν τις περιλαμβανόμενες στην επισήμανση ενδείξεις, όπως, παραδείγματος χάριν, η παροχή πληροφοριών στο σημείο πωλήσεως του προϊόντος ή στο πλαίσιο μεγάλων εκστρατειών ενημερώσεως.
27 Όλες οι προβλεπόμενες από την οδηγία υποχρεωτικές ενδείξεις πρέπει να περιέχονται στην επισήμανση, αναγραφόμενες σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους αγοραστές ή υποδηλούμενες με άλλα μέσα όπως, παραδείγματος χάριν, σχέδια, σύμβολα ή εικονογράμματα.
28 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν τα στοιχεία που περιέχονται στην επισήμανση είναι ικανά να πληροφορήσουν πλήρως τους καταναλωτές σχετικά με τις υποχρεωτικές ενδείξεις που προβλέπει η οδηγία.
29 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται επίσης να εκτιμά, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν οι υποχρεωτικές ενδείξεις που αναγράφονται σε γλώσσα άλλη από την κυρίως ομιλουμένη γλώσσα στο κράτος μέλος ή στη συγκεκριμένη περιοχή μπορούν εύκολα να κατανοηθούν από τους καταναλωτές του εν λόγω κράτους ή της εν λόγω περιοχής.
30 Συναφώς, η εκτίμηση αυτή μπορεί να στηριχθεί σε διάφορα ενδεικτικά * όχι όμως και καθ' εαυτά καθοριστικά * στοιχεία, όπως η τυχόν ομοιότητα των λέξεων σε διάφορες γλώσσες, η γενική γνώση περισσοτέρων της μιας γλωσσών από τον συγκεκριμένο πληθυσμό ή η ύπαρξη ιδιαιτέρων περιστάσεων όπως η μεγάλη εκστρατεία ενημερώσεως ή η ευρεία διάδοση του προϊόντος, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να διαπιστωθεί η επαρκής πληροφόρηση του καταναλωτή.
31 Συνεπώς, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα προκήκει η απάντηση ότι όλες οι προβλεπόμενες από την οδηγία υποχρεωτικές ενδείξεις πρέπει να περιέχονται στην επισήμανση, αναγραφόμενες σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους καταναλωτές του συγκεκριμένου κράτους ή της συγκεκριμένης περιοχής ή υποδηλούμενες με άλλα μέσα όπως σχέδια, σύμβολα ή εικονογράμματα. Η ευκολία της κατανοήσεως των παρεχομένων πληροφοριών πρέπει να εκτιμάται ενόψει όλων των περιστάσεων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική, η Ελληνική, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1994 το Hof van beroep te Brussel, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 14 της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους, απαγορεύει στα κράτη μέλη, ενόψει της υποχρεώσεως χρησιμοποιήσεως γλώσσας εύκολα καταληπτής από τους αγοραστές, να επιβάλλουν τη χρήση της γλώσσας που επικρατεί στην περιοχή στην αγορά της οποίας διατίθεται το προϊόν, έστω και αν δεν αποκλείεται η ταυτόχρονη χρήση και άλλης γλώσσας.
2) Όλες οι προβλεπόμενες από την οδηγία 79/112 υποχρεωτικές ενδείξεις πρέπει να περιέχονται στην επισήμανση, αναγραφόμενες σε γλώσσα εύκολα καταληπτή από τους καταναλωτές του συγκεκριμένου κράτους ή της συγκεκριμένης περιοχής ή υποδηλούμενες με άλλα μέσα όπως σχέδια, σύμβολα ή εικονογράμματα. Η ευκολία της κατανοήσεως των παρεχομένων πληροφοριών πρέπει να εκτιμάται ενόψει όλων των περιστάσεων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Full & Egal Universal Law Academy