Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προδικαστικά ερωτήματα * Υποβολή στο Δικαστήριο * Εθνικό δικαστήριο υπό την έννοια του άρθρου 177 της Συνθήκης * Έννοια * Δικαστής αποφαινόμενος στο πλαίσιο διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας * Αποκλείεται η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρ. 177)
Περίληψη
Καίτοι το άρθρο 177 της Συνθήκης δεν εξαρτά την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο από την ύπαρξη κατ' αντιδικίαν διαδικασίας κατά τη διάρκεια της οποίας το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα, εντούτοις από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιον αυτών διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας έχουσας προορισμό να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα.
Συνεπώς, δικαστήριο που ενεργεί ως διοικητική αρχή, αποφαινόμενο, στο πλαίσιο της αποκαλουμένης διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας, επί αιτήσεως περί εγκρίσεως του καταστατικού μιας εταιρίας με σκοπό την εγγραφή της στο οικείο βιβλίο, δεν μπορεί να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα το ανωτέρω δικαστήριο ενεργεί εκτός οποιασδήποτε διαφοράς, δεδομένου ότι διαφορά, και συνεπώς αντιδικία, ως εάν είχε ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως, μπορεί να δημιουργηθεί μόνον από της απορρίψεως της αιτήσεως περί εγκρίσεως του καταστατικού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-111/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale civile e penale di Milano (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο υποθέσεως εκουσίας δικαιοδοσίας (giurisdizione volontaria) εκκρεμούσας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατόπιν αιτήσεως του
Job Centre Coop. arl,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 48, 55, 59, 60, 66, 86 και 90 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, προεδρεύοντα του τμήματος, F. A. Schockweiler, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), J. L. Murray και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* ο Job Centre Coop. arl, εκπροσωπούμενος από τους Pietro Ichino, Guglielmo Burragato και Caterina Rucci, δικηγόρους Μιλάνου,
* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και Bernd Kloke, Regierungsrat στο ίδιο υπουργείο,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Marie-Jose Jonczy, νομικό σύμβουλο, και τον Nicola Annecchino, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Job Centre Coop. arl, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Danilo Del Gaizo, avvocato dello Stato, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τη Marie-Jose Jonczy και τον Enrico Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, κατά τη συνεδρίαση της 23ης Μαρτίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Ιουνίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 31ης Μαρτίου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Απριλίου 1994, το Tribunale civile e penale di Milano υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 48, 55, 59, 60, 66, 86 και 90 της Συνθήκης ΕΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο αιτήσεως περί εγκρίσεως της ιδρυτικής πράξεως της εταιρίας Job Centre (στο εξής: JCC) υποβληθείσας από τους εκπροσώπους της ενώπιον του Tribunale civile e penale di Milano, κατά το άρθρο 2330, παράγραφος 3, του ιταλικού αστικού κώδικα.
3 Ο JCC είναι ένας υπό ίδρυση συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, του οποίου η έδρα βρίσκεται στο Μιλάνο. Κατά το καταστατικό του, η δραστηριότητά του θα συνίσταται μεταξύ άλλων στη μεσολάβηση μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως εργασίας και στη διάθεση σε τρίτους εργαζομένων προσωρινής απασχολήσεως. Ο σκοπός του συνίσταται στο να παρέχει σε εργαζομένους και επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως του αν είναι μέλη του, τη δυνατότητα να επωφεληθούν των υπηρεσιών του στην ιταλική και κοινοτική αγορά εργασίας.
4 Στην Ιταλία, η αγορά εργασίας υπόκειται σε υποχρεωτικό σύστημα μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού, το οποίο διαχειρίζονται δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας. Το σύστημα αυτό ρυθμίζεται με τον νόμο 264 της 29ης Απριλίου 1949. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του νόμου αυτού απαγορεύει οποιαδήποτε μεσολαβητική δραστηριότητα μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως αμειβομένης εργασίας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται χαριστικώς. Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του νόμου 1369 της 23ης Οκτωβρίου 1960 απαγορεύει την παρεμβολή μεσολαβητών ή παρενθέτων προσώπων στις σχέσεις εργασίας, η δε παράβαση της απαγορεύσεως αυτής επισύρει ιδίως ποινικές κυρώσεις.
5 Ενώπιον του Tribunale civile e penale di Milano, ο JCC ισχυρίστηκε ότι οι απαγορεύσεις της ιδιωτικής μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και της διαθέσεως εργαζομένων προσωρινής απασχολήσεως αντίκεινται προς το κοινοτικό δίκαιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
"1) Μπορούν να θεωρηθούν οι εθνικές διατάξεις περί μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και περί προσωρινής απασχολήσεως, αν ληφθεί υπόψη ότι χαρακτηρίζονται ως γενικού συμφέροντος καθόσον σκοπούν να προστατεύσουν τους εργαζομένους και την εθνική οικονομία, ως συνδεόμενες με την άσκηση δημοσίας εξουσίας υπό την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 66 και 55 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας;
2) Μπορούν οι κοινοτικές διατάξεις που επικαλούνται οι αιτούντες, ελλείψει συγκεκριμένων εκτελεστικών διατάξεων στον εν λόγω τομέα, να θεωρηθούν ως έχουσες άμεση εφαρμογή (με συνέπεια να διακυβεύονται οι σκοποί γενικού συμφέροντος που επιδιώκουν οι ισχύοντες ιταλικοί νόμοι στον τομέα της μεσολαβήσεως για την εύρεση εργασίας ή εργατικού δυναμικού και της προσωρινής απασχολήσεως) και παρέχουν το δικαίωμα σε κάθε φορέα, δημόσιο ή ιδιωτικό, να ασκεί, χωρίς κανέναν ειδικό έλεγχο ή άδεια, οποιαδήποτε δραστηριότητα μεσολαβήσεως μεταξύ ζητήσεως και προσφοράς εργασίας και/ή προσωρινής διαθέσεως εργατικού δυναμικού σε τρίτους, όταν το κράτος μέλος δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει πλήρως με τον δικό του διοικητικό μηχανισμό τη ζήτηση υπηρεσιών που παρουσιάζει η αγορά εργασίας;"
6 H Eπιτροπή και Ιταλική Κυβέρνηση προέβαλαν αντιρρήσεις ως προς το παραδεκτό των υποβληθέντων ερωτημάτων. Ισχυρίστηκαν ιδίως ότι τα ερωτήματα αυτά υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας που αποκαλείται διαδικασία "εκουσίας δικαιοδοσίας", η οποία δεν πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως επιλύουσας διαφορά κατόπιν μιας κατ' αντιδικίαν διαδικασίας, με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή να έχει διοικητικό χαρακτήρα.
7 Από την εξέταση της δικογραφίας προκύπτει ότι, στην Ιταλία, η αίτηση περί εγκρίσεως του καταστατικού μιας εταιρίας εξετάζεται στο πλαίσιο διαδικασίας "giurisdizione volontaria". Εν προκειμένω, η αίτηση υποβλήθηκε ενώπιον του Tribunale civile e penale di Milano. Κατά το άρθρο 2330, παράγραφος 3, του ιταλικού αστικού κώδικα, το Tribunale, αν διαπιστώσει ότι το καταστατικό της εταιρίας πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου, διατάσσει, αφού ακούσει τον εισαγγελέα, την εγγραφή της εταιρίας στο οικείο βιβλίο. Το άρθρο 2331, παράγραφος 1, ορίζει ότι η εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα από της εγγραφής στο οικείο βιβλίο. Το πρόσωπο που δικαιούται κατά νόμο να ζητήσει την έγκριση του καταστατικού ή την εγγραφή της εταιρίας στο οικείο βιβλίο μπορεί να ασκήσει κατά της απορριπτικής αποφάσεως το ένδικο μέσο που προβλέπεται αντιστοίχως στα άρθρα 2330, παράγραφος 4, ή 2189, παράγραφος 3, του ιταλικού αστικού κώδικα.
8 Κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις επί της ερμηνείας της Συνθήκης και των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού προσθέτει ότι "Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο."
9 Καίτοι η διάταξη αυτή δεν εξαρτά την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο από την ύπαρξη κατ' αντιδικίαν διαδικασίας κατά τη διάρκεια της οποίας το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα (βλ., ως την πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 17ης Μαΐου 1994, C-18/93, Corsica Ferries, Συλλογή 1994, σ. Ι-1783, σκέψη 12), εντούτοις από το άρθρο 177 προκύπτει ότι τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο μόνον εφόσον εκκρεμεί ενώπιον αυτών διαφορά και εφόσον καλούνται να αποφανθούν στο πλαίσιο διαδικασίας έχουσας προορισμό να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα (διατάξεις της 18ης Ιουνίου 1980, 138/80, Borker, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 315, σκέψη 4, και της 5ης Μαρτίου 1986, 318/85, Greis Unterweger, Συλλογή 1986, σ. 955, σκέψη 4).
10 Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
11 Το αιτούν δικαστήριο, όταν αποφαίνεται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις και στο πλαίσιο διαδικασίας "giurisdizione volontaria" επί αιτήσεως περί εγκρίσεως του καταστατικού μιας εταιρίας με σκοπό την εγγραφή της στο οικείο βιβλίο, επιτελεί μη δικαιοδοτική λειτουργία, η οποία άλλωστε, σε άλλα κράτη μέλη, ανατίθεται σε διοικητικές αρχές. Συγκεκριμένα, ενεργεί ως διοικητική αρχή χωρίς, συγχρόνως, να καλείται να επιλύσει μια διαφορά. Μόνο στην περίπτωση που ο δικαιούμενος κατά το εθνικό δίκαιο να ζητήσει την έγκριση του καταστατικού ασκήσει ένδικο μέσο κατά της αρνήσεως εγκρίσεως και, κατά συνέπεια, εγγραφής στο οικείο βιβλίο, μπορεί να θεωρηθεί ότι το επιληφθέν δικαστήριο επιτελεί, υπό την έννοια του άρθρου 177, λειτουργία δικαιοδοτικής φύσεως έχουσα ως αντικείμενο την ακύρωση πράξεως προσβάλλουσας δικαίωμα του αιτούντος (βλ. την απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1974, 32/74, Haaga, Συλλογή τόμος 1974, σ. 491).
12 Επομένως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί των ερωτημάτων που υπέβαλε το Tribunale civile e penale di Milano.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
13 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
αποφασίζει:
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν είναι αρμόδιο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunale civile e penale di Milano με τη διάταξή του περί παραπομπής της 31ης Μαρτίου 1994.
Full & Egal Universal Law Academy