Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διαδικασία - αΑσκηση αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου βάσει ρήτρας διαιτησίας - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου προς εκδίκαση ανταγωγής - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΚΑΞ, άρθρο 42· Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 181· Συνθήκη ΕΚΑΕ, άρθρο 153)
Περίληψη
Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, οσάκις βασίζεται σε ρήτρα διαιτησίας, συνιστά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να εκδικάζει μόνον αγωγές που πηγάζουν από σύμβαση συναφθείσα από την Κοινότητα και περιλαμβάνουσα ρήτρα διαιτησίας ή που έχουν άμεση σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή.
Την προϋπόθεση αυτή πληροί ανταγωγή που έχει ως αντικείμενο την επιστροφή προκαταβληθέντων ποσών, εφόσον η σύμβαση ορίζει ότι, αν μετά την ολοκλήρωση του έργου δεν γίνει ικανοποιητική επίδειξη του λογισμικού, η Επιτροπή δικαιούται να απαιτήσει την ολική ή μερική επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών, πλέον τόκων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-114/94,
Intelligente systemen, Database toepassingen, Elektronische diensten BV (IDE), εταιρία ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Maassluis (Κάτω Ξώρες), εκπροσωπούμενη από τον J. A. M. van de Sande, δικηγόρο Ρότερνταμ, 102, Wijnhaven, Ρότερνταμ,
ενάγουσα και αντεναγομένη,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους A. C. Jessen και M. van der Woude, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
εναγομένης και αντενάγουσας,
που έχει ως αντικείμενο, αφενός, αγωγή με την οποία ζητείται η καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου της ανώτατης επιδοτήσεως που προβλέπεται στη συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και η καταβολή αποζημιώσεως και, αφετέρου, ανταγωγή με την οποία ζητείται η επιστροφή των προκαταβληθέντων από την Επιτροπή ποσών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch και R. Schintgen (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαρτίου 1996,
έχοντας υπόψη τη διάταξη της 12ης Σεπτεμβρίου 1996 περί επαναλήψεως της συζητήσεως,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Απριλίου 1994, η εταιρία ολλανδικού δικαίου Intelligente systemen, Database toepassingen, Elektronische diensten BV (στο εξής: IDE) άσκησε, δυνάμει των άρθρων 42 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, 181 της Συνθήκης ΕΚ και 153 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, αγωγή με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, αφενός μεν, στην καταβολή ποσού 376 500 ECU, που αποτελεί το υπόλοιπο της ανώτατης κοινοτικής επιδοτήσεως που προβλέπεται στη σύμβαση που συνήψε στις 31 Ιανουαρίου 1990 με το όργανο αυτό, πλέον εξωδικαστικών εξόδων ποσού 37 650 ECU και νομίμων τόκων οφειλομένων από 31 Μαου 1993, αφετέρου δε, στην καταβολή αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη η IDE λόγω της πταισματικής συμπεριφοράς της Επιτροπής κατά την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής.
2 Η Επιτροπή, με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιουλίου 1994, άσκησε ανταγωγή με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η IDE στην καταβολή ποσού 533 456 ECU, το οποίο αποτελεί το άθροισμα των ποσών που της προκατέβαλε σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως, πλέον τόκων 7,97 % ετησίως.
Η επίμαχη σύμβαση
3 Στις 31 Ιανουαρίου 1990, η Επιτροπή συνήψε με την IDE σύμβαση που είχε ως αντικείμενο την ανάπτυξη εκ μέρους της τελευταίας λογισμικού συστήματος σύμφωνα με τις προδιαγραφές που περιλαμβάνονταν σε τεχνικό παράρτημα της συμβάσεως. Το σχέδιο αυτό, αποκαλούμενο Domain Independent Intelligent Information and Services Network Interface (στο εξής: σχέδιο Disnet), αφορούσε την κατάρτιση ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οποίο συνίστατο σε μια ευφυή διαλογική επαφή επιτρέπουσα, κατά τρόπο εργονομικό και ενιαίο, την αναδίφηση διαφόρων πηγών πληροφορίας, καθώς και ενός δικτύου επιτρέποντος την πρόσβαση σε αλληλοσυνδεόμενες ηλεκτρονικές πηγές πληροφορίας.
4 Με τη σύμβαση αυτή, η IDE ανέλαβε την υποχρέωση να αναπτύξει αυτό το λογισμικό σύστημα (το toolkit, ήτοι τη βιβλιοθήκη χρηστικών υποπρογραμμάτων) σε συνεργασία με το ολλανδικό ερευνητικό ινστιτούτο TNO και το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ. Η προσαρμογή του λογισμικού στις ειδικές απαιτήσεις των πηγών πληροφορίας και η δημιουργία του δικτύου θα πραγματοποιούνταν από δώδεκα επιχειρήσεις διαφόρων κρατών μελών, τα περισσότερα από τα οποία είχαν στην κυριότητά τους βάσεις δεδομένων σχετικών με αγροτικές δραστηριότητες. Η IDE ήταν επίσης υπεύθυνη για τον συντονισμό μεταξύ των συμμετεχουσών επιχειρήσεων. Κατά την Επιτροπή, η ανάπτυξη της βιβλιοθήκης χρηστικών υποπρογραμμάτων αντιπροσώπευε περίπου το ένα τρίτο του συνολικού προϋπολογισμού του σχεδίου, το δε υπόλοιπο προοριζόταν για τη δημιουργία του δικτύου και τις εφαρμογές. Από τεχνική άποψη, η ανάπτυξη του δικτύου και οι εφαρμογές δεν μπορούσαν να αρχίσουν παρά μόνον αφότου οι κύριοι των βάσεων δεδομένων διέθεταν μια λειτουργική έκδοση της βιβιοθήκης χρηστικών υποπρογραμμάτων.
5 Το άρθρο 2 της συμβάσεως διευκρίνιζε ότι το σχέδιο Disnet έπρεπε να υλοποιηθεί εντός προθεσμίας 30 μηνών από της ενάρξεως εκτελέσεως του έργου.
6 Με το άρθρο 3.1 η IDE υποχρεούνταν να υποβάλλει στην Επιτροπή κάθε έξι μήνες έκθεση σχετική με την πρόοδο των εργασιών και τα επιτευχθέντα αποτελέσματα, συνοδευόμενη από απολογισμό περί των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Μετά την περάτωση του σχεδίου, η IDE υποχρεούνταν, σύμφωνα με το άρθρο 3.2, να προβεί σε επίδειξη της καλής λειτουργίας του στα γραφεία της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο ή σε άλλο τόπο αποδεκτό από την Επιτροπή. Με το άρθρο 3.3 η IDE υποχρεούνταν να υποβάλει στην Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της ολοκληρώσεως του προγραμματιζόμενου έργου όπως περιγράφεται στο τεχνικό παράρτημα, μια τελική έκθεση και ένα συγκεντρωτικό απολογισμό περί των πραγματοποιηθέντων εξόδων, συνοδευόμενο από τα δικαιολογητικά έγγραφα.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 4 της συμβάσεως, το κατ' εκτίμηση συνολικό κόστος του σχεδίου ανερχόταν σε 2 349 400 ECU. Η ανώτατη χρηματική συνεισφορά της Κοινότητας θα ανερχόταν σε 909 900 ECU, ήτοι στο 38,74 % του κόστους αυτού.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 5.1 της συμβάσεως, η Κοινότητα θα προκατέβαλλε στην IDE το 15 % της ανώτατης συνεισφοράς (ήτοι 136 485 ECU) εντός δύο μηνών από της ενάρξεως εκτελέσεως του σχεδίου. Εν συνεχεία, η πληρωμή θα γινόταν με περιοδικές καταβολές βάσει των απολογισμών εξόδων και κατόπιν εγκρίσεως από την Επιτροπή των εκθέσεων προόδου των εργασιών. Οι περιοδικές αυτές καταβολές θα θεωρούνταν απλές προκαταβολές έως ότου η Επιτροπή αποδεχθεί το τελικό προϋόν όπως περιγράφεται στο τεχνικό παράρτημα. Η Επιτροπή θα παρακρατούσε ποσό ίσο προς το 20 % της συνολικής επιδοτήσεως, εφόσον δεν ενέκρινε το προϋόν, καθώς και όλες τις εκθέσεις και τους απολογισμούς εξόδων. Σύμφωνα με το άρθρο 5.2, η Επιτροπή μπορούσε, έχοντας προηγουμένως ειδοποιήσει την IDE, να αναστείλει ή να τροποποιήσει τις πληρωμές, σε περίπτωση που θα προέκυπταν πλημμέλειες από τους ελέγχους, ιδίως αν το έργο δεν προχωρούσε σύμφωνα με το πρόγραμμα που περιγράφεται στο τεχνικό παράρτημα ή αν τα δηλωθέντα έξοδα δεν αντιστοιχούσαν στο πραγματοποιηθέν έργο ή απέκλιναν σημαντικά από το κατ' εκτίμηση προσδιορισθέν κόστος. Αν μετά την ολοκλήρωση των εργασιών δεν γινόταν ικανοποιητική επίδειξη του τελικού προϋόντος, η Επιτροπή θα μπορούσε να αξιώσει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5.3, την ολική ή μερική επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών, πλέον τόκων οι οποίοι θα άρχιζαν να τρέχουν μετά την πάροδο μηνός από την προβολή της αξιώσεως της Επιτροπής για επιστροφή. Στην περίπτωση αυτή, το επιτόκιο θα ήταν ίσο προς τον μέσον όρο, συν 2 %, των διατραπεζικών επιτοκίων που ίσχυαν για το ECU κατά τους τελευταίους τρεις μήνες πριν από την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο θα εζητείτο η επιστροφή.
9 Το άρθρο 6.1 διευκρίνιζε ότι η IDE θα έφερε την οικονομική και τεχνική ευθύνη του σχεδίου. Αν στην εκτέλεση του σχεδίου συμμετείχαν και άλλες επιχειρήσεις, η IDE θα ανελάμβανε την κατανομή της κοινοτικής επιδοτήσεως, ανάλογα με τη συμμετοχή των επιχειρήσεων αυτών. Το άρθρο 6.2 επέτρεπε την υπεργολαβία, υπό τον όρον ότι η Επιτροπή θα ενέκρινε τα σχέδια της σχετικής συμβάσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 6.3, η IDE έπρεπε να ενημερώνει την Επιτροπή για κάθε περιστατικό που θα μπορούσε να διακυβεύσει την ομαλή εκτέλεση της συμβάσεως. Το άρθρο 6.4 υποχρέωνε την IDE να διαβιβάζει αμελλητί στην Επιτροπή τα έγγραφα που αυτή θα ζητούσε, προκειμένου να ασκήσει τεχνικό και οικονομικό έλεγχο σχετικά με την εκτέλεση του προγραμματισθέντος έργου· ο έλεγχος αυτός θα μπορούσε ενδεχομένως να διενεργηθεί επί τόπου.
10 Σύμφωνα με το άρθρο 8 της συμβάσεως, η IDE έφερε την αποκλειστική ευθύνη για οποιαδήποτε ζημία που θα υφίστατο ή θα προκαλούσε σε τρίτους, στα πλαίσια της εκτελέσεως της συμβάσεως.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 9, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούσαν να τροποποιήσουν ή να συμπληρώσουν τη σύμβαση.
12 Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως εκ μέρους της IDE μιας ή περισσοτέρων από τις συμβατικές της υποχρεώσεις, η Επιτροπή θα μπορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 10, να την οχλήσει με συστημένη επιστολή έναντι αποδείξεως παραλαβής. Αν ο αντισυμβαλλόμενος δεν συμμορφωνόταν μετά την πάροδο μηνός από την όχληση αυτή, η Επιτροπή θα μπορούσε, χωρίς περαιτέρω διατυπώσεις, να καταγγείλει τη σύμβαση. Η σύμβαση θα μπορούσε επίσης να καταγγελθεί αν ο αντισυμβαλλόμενος, προκειμένου να λάβει την επιδότηση, προέβαινε σε ψευδείς δηλώσεις για τις οποίες μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνος. Και στις δύο περιπτώσεις, ο αντισυμβαλλόμενος θα έπρεπε να επιστρέψει αμέσως στην Επιτροπή το ποσόν της εισπραχθείσας επιδοτήσεως, πλέον τόκων υπολογιζομένων σύμφωνα με το προπαρατεθέν άρθρο 5.3.
13 Το άρθρο 14 όριζε ότι τα παραρτήματα αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα της συμβάσεως, απ' αυτά δε τα παραρτήματα το πρώτο περιείχε την τεχνική περιγραφή του σχεδίου και το τρίτο αφορούσε τους απολογισμούς εξόδων.
14 Σύμφωνα με το άρθρο 16, τη σύμβαση διείπε το δίκαιο του Λουξεμβούργο, το δε Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ήταν αποκλειστικά αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως
15 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ως ημερομηνία ενάρξεως του σχεδίου Disnet καθορίστηκε η 15η Μαρτίου 1990. Σύμφωνα με τις διατάξεις της συμβάσεως, το έργο θα έπρεπε να περατωθεί μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 1992.
16 Σύμφωνα με την πρώτη εξαμηνιαία έκθεση, το τεχνικό πρόγραμμα προχωρούσε σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, αλλά, κατά την Επιτροπή, μεταξύ των εταίρων της IDE είχαν εμφανιστεί ορισμένες ανησυχίες, καθόσον η σύνθεση του ομίλου δεν ήταν σταθερή και η IDE είχε παραλείψει να καταβάλει στις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στο σχέδιο το ποσοστό της κοινοτικής επιδοτήσεως που τους αναλογούσε.
17 Ένας διορισθείς από την Επιτροπή εμπειρογνώμονας, μετά από εξέταση που διενήργησε τον Οκτώβριο του 1991, διαπίστωσε σε έκθεση της 3ης Δεκεμβρίου 1991 ότι το σχέδιο δεν ήταν σύμφωνο με τους όρους της συμβάσεως και πρότεινε στην Επιτροπή να αναστείλει την οικονομική της υποστήριξη.
18 Το Μάιο του 1992 η Επιτροπή διέταξε τον οικονομικό έλεγχο του σχεδίου. Από την έκθεση των ορκωτών λογιστών της 22ας Ιουνίου 1992 προκύπτει ότι η IDE, χωρίς να ζητήσει τη σχετική έγκριση της Επιτροπής, υπεκμίσθωσε ορισμένες εργασίες σε ουγγρικές επιχειρήσεις. Η έκθεση, που κάλυπτε τους δεκαοκτώ πρώτους μήνες του σχεδίου, διατύπωσε αμφιβολίες όσον αφορά τη λογιστική και τους απολογισμούς εξόδων. Κατά συνέπεια, οι ορκωτοί λογιστές πρότειναν τη μείωση κατά 34 % των δηλωθέντων από την IDE εξόδων.
19 Τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1992 η Επιτροπή κάλεσε την IDE σε σύσκεψη στο Λουξεμβούργο για να συζητήσουν τα προβλήματα αυτά. Κατόπιν της συσκέψεως αυτής, το τεχνικό παράρτημα της συμβάσεως αναθεωρήθηκε. Η Επιτροπή, στην αλληλογραφία της με την IDE, τόνισε επιπλέον τη μη σταθερή σύνθεση του ομίλου, τις καθυστερήσεις όσον αφορά την παράδοση ορισμένων προϋόντων και κάποιες τεχνικές ανεπάρκειες.
20 Στις 12 Φεβρουαρίου 1993 η IDE και η Επιτροπή συμφώνησαν να παρατείνουν τη διάρκεια της συμβάσεως κατά έξι μήνες, ήτοι έως τις 15 Μαρτίου 1993.
21 Στις 11 Μαρτίου 1993 η IDE απέστειλε στην Επιτροπή τρεις δισκέτες με τον τίτλο «Disnet final beta release 3», συνοδευόμενες από ορισμένα έγγραφα.
22 Με έγγραφο της 30ής Απριλίου 1993 η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το προϋόν αυτό δεν ήταν σύμφωνο με τις προδιαγραφές του τεχνικού παραρτήματος. Επιπλέον, η Επιτροπή τόνισε ότι η IDE ουδέποτε κατέβαλε τα αναλογούντα ποσά της επιδοτήσεως στους εταίρους της που άλλαζαν διαρκώς και δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε την επίδειξη του τελικού προϋόντος. Η Επιτροπή πρότεινε ως φιλικό διακανονισμό τον περιορισμό της επιδοτήσεώς της στο 75 % του ανώτατου ποσού που προβλεπόταν στη σύμβαση (ήτοι σε 682 425 ECU) και τη μη καταβολή του υπολοίπου των οφειλομένων εντός των ορίων αυτών ποσών (ήτοι 148 969 ECU) παρά μόνον αν η IDE υπέβαλλε την τελική έκθεση και τον οριστικό απολογισμό εξόδων και απεδείκνυε ότι είχε εκπληρώσει όλες τις συμβατικές και οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι του συνόλου των νυν και προηγουμένων εταίρων της. Η IDE απέρριψε την πρόταση αυτή στις 31 Μαου 1993.
23 Με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1993 η Επιτροπή, στηριζόμενη στους όρους της συμβάσεως, κάλεσε την IDE να αποδείξει την καλή λειτουργία του προϋόντος της ενώπιον μιας επιτροπής αξιολογήσεως. Η εταιρία διατύπωσε επιφυλάξεις όσον αφορά την απόφαση αυτή, λόγω του ότι η Επιτροπή τής είχε αρχικώς γνωστοποιήσει ότι δεν επιθυμούσε την επίδειξη των αποτελεσμάτων του σχεδίου Disnet.
24 Η επιτροπή αξιολογήσεως αποτελούνταν από δύο υπαλλήλους της Επιτροπής, οι οποίοι δεν είχαν μετάσχει στο σχέδιο Disnet, και έναν εμπειρογνώμονα· πλέον των προσώπων αυτών, μετείχαν δύο παρατηρητές, ο ένας για λογαριασμό της Επιτροπής και ο άλλος για λογαριασμό της IDE.
25 Η επίδειξη πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουλίου 1993. Αντικείμενο της επιδείξεως αποτέλεσε η έκδοση του λογισμικού που είχε αποσταλεί στην Επιτροπή στις 11 Μαρτίου 1993· ωστόσο, από την έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως της 30ής Ιουλίου 1993, που συνετάγη από τους δύο υπαλλήλους της Επιτροπής, προκύπτει ότι εξετάστηκε επίσης μια πρόσφατη έκδοση, την εκπόνηση της οποίας είχε τελειώσει η IDE μετά τη λήξη της συμβάσεως.
26 Από την έκθεση αυτή και από την έκθεση της 2ας Αυγούστου 1993 που συνέταξε ο ορισθείς από την Επιτροπή παρατηρητής προκύπτει ότι το λογισμικό που υπέβαλε η IDE, και στις δύο εκδόσεις που εξετάστηκαν, ήταν ελαττωματικό: για παράδειγμα, η βιβλιοθήκη χρηστικών υποπρογραμμάτων αντιστοιχούσε μόνον κατά 50 έως 75 % στις προδιαγραφές του τεχνικού παραρτήματος, έλειπε δε το τμήμα εκείνο του σχεδίου Disnet που αφορούσε το δίκτυο. Το τρίτο μέλος της επιτροπής αξιολογήσεως ενέκρινε τα συμπεράσματα της εκθέσεως της 30ής Ιουλίου 1993. Ο παρατηρητής της IDE δεν υπέβαλε έκθεση.
27 Στις 7 Σεπτεμβρίου 1993 η Επιτροπή απέστειλε την έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως στην IDE. Με συνοδευτικό έγγραφο, η Επιτροπή ανέφερε ότι η IDE, ως αντισυμβαλλόμενος, παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του σχεδίου, ότι η τελική έκθεση που έλαβε στις 17 Μαου 1993 δεν ήταν ικανοποιητική, ότι ο απολογισμός εξόδων που κάλυπτε την πέμπτη εξαμηνιαία περίοδο δεν ήταν σύμφωνος με τη σύμβαση και ότι δεν είχε λάβει ούτε τον απολογισμό εξόδων για την έκτη εξαμηνιαία περίοδο ούτε τα αναγκαία έγγραφα για την εκτίμηση του συνολικού κόστους του σχεδίου. Η Επιτροπή τόνισε επιπλέον ότι δεν θα προέβαινε σε καμία πρόσθετη πληρωμή και ότι προετίθετο να αναζητήσει τα ήδη καταβληθέντα ποσά.
28 Στις 15 και 27 Σεπτεμβρίου 1993 η IDE γνωστοποίησε στην Επιτροπή τις επιφυλάξεις της σχετικά με την έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως, προβάλλοντας ότι η επίδειξη έλαβε χώρα υπό συνθήκες ιδιαίτερα δυσχερείς και αμφισβητώντας ορισμένες τεχνικές εκτιμήσεις που περιείχε η έκθεση αυτή.
29 Με έγγραφο της 29ης Ιουνίου 1994 η Επιτροπή ζήτησε από την IDE την επιστροφή ποσού 533 456 ECU, το οποίο αντιπροσώπευε το συνολικό ποσό της επιδοτήσεως που είχε καταβληθεί μέχρι τον Ιανουάριο του 1993.
Επί της αγωγής της IDE
30 Προς στήριξη της αγωγής της η IDE ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι, αφενός, εκπλήρωσε την υποχρέωσή της που αφορούσε την κατάρτιση λογισμικού συμφώνου προς τις προδιαγραφές του τεχνικού παραρτήματος της συμβάσεως και ότι, εξάλλου, δεν παρέβη καμία διάταξη της συμβάσεως αυτής. Αφετέρου, η άρνηση της Επιτροπής να της καταβάλει το σύνολο της ανώτατης κοινοτικής επιδοτήσεως συνιστά παράβαση των συμβατικών διατάξεων και της έχει προκαλέσει σημαντική ζημία, η οποία αντιστοιχεί ιδίως σε χρηματοοικονομικές δυσχέρειες τόσο σοβαρές ώστε αναγκάστηκε να πωλήσει σε χαμηλότερη από την αγοραία τιμή ένα ακίνητο το οποίο κατείχε προς εκμετάλλευση και αυτοκίνητα της εταιρίας, καθώς και να απολύσει προσωπικό. Κατά συνέπεια, οι δραστηριότητες της επιχειρήσεως έχουν περιέλθει σε στασιμότητα και η φήμη της έχει θιγεί.
31 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αγωγής της IDE για τον λόγο ότι η ενάγουσα όχι μόνο παρέδωσε ένα προϋόν το οποίο δεν ήταν σύμφωνο με τις συνομολογηθείσες τεχνικές προδιαγραφές, όπως αυτό προκύπτει από τα συμπεράσματα της εκθέσεως της επιτροπής αξιολογήσεως, αλλά παρέβη επίσης τα άρθρα 3.3, 6.1, 6.2 και 6.3 της συμβάσεως, καθόσον παρέλειψε να αποστείλει στην Επιτροπή πλήρη τελική έκθεση και απολογισμό εξόδων συνοδευόμενο από τα δικαιολογητικά έγγραφα, παρέλειψε να διαβιβάσει εμπροθέσμως μια λειτουργική έκδοση του λογισμικού Disnet στους λοιπούς μετέχοντες στο σχέδιο, οι οποίοι ένεκα τούτου δεν μπορούσαν να αρχίσουν τις δικές τους δραστηριότητες, δεν ενημέρωσε την Επιτροπή για τις συνεχείς αλλαγές που παρουσίαζε η σύνθεση του ομίλου, παρέλειψε να καταβάλει το οφειλόμενο τμήμα της κοινοτικής επιδοτήσεως που αναλογούσε στους εταίρους της και υπεκμίσθωσε σε τρίτους ορισμένες δραστηριότητες καλυπτόμενες από τη σύμβαση χωρίς να ζητήσει προηγουμένως την έγκριση της Επιτροπής. Περαιτέρω, από το άρθρο 8 της συμβάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν ευθύνεται για την προβαλλόμενη από την IDE ζημία, σε σχέση με την οποία άλλωστε η IDE δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Επί του αν το παραδοθέν από την IDE προϋόν είναι σύμφωνο προς τη σύμβαση
32 Προκειμένου να εκτιμηθεί αν το προϋόν που η IDE παρέδωσε κατά τη λήξη της συμφωνηθείσας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών προθεσμίας είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της συμβάσεως, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1 της συμβάσεως, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση εκπονήσεως του προϋόντος το οποίο περιγράφεται λεπτομερέστερα στο τεχνικό παράρτημα.
33 Ως αντιπαροχή, η Επιτροπή ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην IDE ορισμένο ποσό ως επιδότηση για την εκτέλεση, από την εταιρία αυτή, ενός έργου συνισταμένου στην εκπόνηση του λογισμικού Disnet.
34 Προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στην Επιτροπή να ελέγξει, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως της συμβάσεως, ότι ο αντισυμβαλλόμενος εκτελεί σωστά το έργο του και ότι η πρόοδος του σχεδίου συντελείται σύμφωνα με το πρόγραμμα που περιγράφεται στο τεχνικό παράρτημα, η σύμβαση επιβάλλει στην IDE την τήρηση ορισμένων δευτερευουσών υποχρεώσεων που αποβλέπουν στο να τηρείται η Επιτροπή ενήμερη για την πρόοδο των εργασιών, τα πραγματοποιούμενα έξοδα, καθώς και για κάθε περιστατικό το οποίο μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα του σχεδίου. Η IDE υποχρεούται συνεπώς, μεταξύ άλλων, να υποβάλλει περιοδικά στην Επιτροπή εκθέσεις σχετικά με την πρόοδο των εργασιών, συνοδευόμενες από απολογισμό εξόδων για την προηγούμενη περίοδο, να υποβάλλει στην Επιτροπή προς έγκριση τα σχέδια συμβάσεων υπεργολαβίας και να τηρεί ενήμερο το θεσμικό αυτό όργανο για κάθε συμβάν που μπορεί να διακυβεύσει την καλή εκτέλεση της συμβάσεως.
35 Κατά την περάτωση του έργου, η IDE υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 3.2 της συμβάσεως, να προβεί σε επίδειξη του προϋόντος αποδεικνύουσα την αίσια περάτωση του σχεδίου.
36 Επομένως, η IDE, με τη σύμβαση αυτή, ανέλαβε κυρίως να εκτελέσει μια κύρια υποχρέωση παραγωγής ενός αποτελέσματος, συνισταμένου στη δημιουργία ενός προϋόντος το οποίο πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά που καθορίζονται στη σύμβαση και στο τεχνικό της παράρτημα.
37 Από τη σύμβαση και το τεχνικό παράρτημα προκύπτει ειδικότερα ότι η IDE ανέλαβε την υποχρέωση να καταρτίσει εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας ένα πρόγραμμα για ηλεκτρονικό υπολογιστή, το οποίο, όπως καθίσταται ήδη σαφές από τον τίτλο του σχεδίου, πρέπει να συνίσταται, αφενός, σε μια ευφυή διαλογική επαφή επιτρέπουσα την ενιαία και εργονομική αναδίφηση διαφόρων πηγών πληροφορίας και, αφετέρου, σε ένα δίκτυο που να επιτρέπει την πρόσβαση σε αλληλοσυνδεόμενες ηλεκτρονικές πηγές πληροφορίας.
38 Σύμφωνα με την αρχική έκδοση, καθώς και σύμφωνα με την τροποποιηθείσα κατά το έτος 1992 και με έγγραφη συμφωνία των δύο μερών έκδοση, του τεχνικού παραρτήματος που επισυνάπτεται στη σύμβαση και αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 14, αναπόσπαστο τμήμα της, το παραδοτέο από την IDE τελικό προϋόν διαιρείται σε δύο διακριτά μέρη, ήτοι, αφενός, τη βιβλιοθήκη χρηστικών υποπρογραμμάτων του λογισμικού Disnet, που συνίσταται στην ανάπτυξη της διαλογικής επαφής που πρέπει να μπορεί να λειτουργεί υπό τα συστήματα DOS, Windows 3 και Unix, και, αφετέρου, το δίκτυο που πρέπει να πραγματοποιηθεί με την προσαρμογή του λογισμικού αυτού στις ειδικές απαιτήσεις των σχετικών πηγών πληροφορίας, καθώς και τις εφαρμογές που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν βάσει του συστήματος διαλογικής επαφής Disnet από ορισμένους οργανισμούς που μετέχουν στο σχέδιο. Βάσει της συμβάσεως, η IDE αναλαμβάνει την τεχνική και οικονομική ευθύνη του σχεδίου και οφείλει να εξασφαλίσει τον συντονισμό των εργασιών των μετεχόντων οργανισμών.
39 Το τεχνικό παράρτημα διευκρινίζει ότι το προϋόν το οποίο η IDE ανέλαβε να πραγματοποιήσει πρέπει να είναι «εμπορεύσιμο», όρος ο οποίος σημαίνει, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 89 έως 91 των προτάσεών του, ότι το προϋόν πρέπει να έχει τέτοιες ιδιότητες ώστε να είναι τεχνικά κατάλληλο και αρκούντως ελκυστικό για να μπορεί να διατεθεί προς πώληση και εκμετάλλευση στην αγορά.
40 Περαιτέρω, από τη σύγκριση της αρχικής εκδόσεως του τεχνικού παραρτήματος, σύμφωνα με την οποία θα προσφερόταν επιπλέον ένα βοήθημα υποβολής ερωτημάτων σε «φυσική γλώσσα» που θα χρησιμοποιούσε περιορισμένο συντακτικό και λεξιλόγιο, με την τροποποιηθείσα βάσει έγγραφης συμφωνίας των μερών έκδοση, στην οποία έχουν αφαιρεθεί ο όρος «επιπλέον» και η σχετική επεξηγηματική υποσημείωση, προκύπτει ότι το τελικό προϋόν πρέπει να περιλαμβάνει ένα τέτοιο βοήθημα υποβολής ερωτημάτων σε «φυσική γλώσσα».
41 Με την έκθεση που υπέβαλαν στις 30 Ιουλίου 1993, οι δύο υπάλληλοι της Επιτροπής που είχαν παραβρεθεί στην επίδειξη του παραδοθέντος από την IDE προϋόντος διαπίστωσαν ότι το προϋόν αυτό δεν ήταν σύμφωνο με τις προδιαγραφές του τεχνικού παραρτήματος. Η βιβλιοθήκη χρηστικών υποπρογραμμάτων του λογισμικού δεν αντιστοιχούσε παρά στο 50 έως 75 % των απαιτουμένων τεχνικών χαρακτηριστικών. Συγκεκριμένα, δεν εκπληρούσε παρά περιορισμένο αριθμό από τους επιδιωκόμενους από τη σύμβαση σκοπούς, ειδικότερα όσον αφορά τη γνωστική βάση και τη διαλογική επαφή των χρηστών σε «φυσική γλώσσα», και, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν συνιστούσε ολοκληρωμένο και εμπορεύσιμο προϋόν, καθόσον το παραδοθέν προϋόν ήταν ασταθές και έχρηζε περαιτέρω βελτιώσεων. Επιπλέον, έλειπε το τμήμα του σχεδίου που αφορούσε το δίκτυο και τις ειδικές εφαρμογές. Η έκθεση υπογράμμιζε ότι οι διαπιστώσεις αυτές ίσχυαν τόσο για την έκδοση του προϋόντος που παραδόθηκε από την IDE στις 11 Μαρτίου 1993 όσο και για μια νεότερη έκδοση η οποία ολοκληρώθηκε από την IDE μετά τη λήξη της συμβάσεως και εξετάστηκε επίσης κατά την επίδειξη.
42 Το τρίτο μέλος της επιτροπής αξιολογήσεως της επιδείξεως του προϋόντος της IDE ενέκρινε τα συμπεράσματα αυτά της εκθέσεως, όπως προκύπτει από έγγραφο που απέστειλαν στις 30 Ιουλίου 1993 τα δύο άλλα μέλη της επιτροπής αυτής στον υπάλληλο της Επιτροπής που ήταν αρμόδιος για την εποπτεία του σχεδίου Disnet και το οποίο η IDE επισύναψε στο δικόγραφο της αγωγής της.
43 Ο παρατηρητής που ορίστηκε από την Επιτροπή για να παραβρεθεί στην επίδειξη διατύπωσε, στην έκθεση που υπέβαλε στις 2 Αυγούστου 1993, ανάλογες επικρίσεις όσον αφορά το παραδοθέν από την IDE προϋόν.
44 Αντιθέτως, ο παρατηρητής της IDE που ήταν παρών στην επίδειξη δεν υπέβαλε έκθεση.
45 Η IDE θέτει κατ' αρχάς εν αμφιβόλω την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητα αυτής της επιτροπής αξιολογήσεως, για τον λόγο ότι ορίστηκε από την Επιτροπή και στη σύνθεσή της περιλαμβάνονταν δύο υπάλληλοι της Επιτροπής και ένας εμπειρογνώμονας αμειβόμενος από το όργανο αυτό. Επομένως, η IDE ζητεί τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης.
46 Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να τονιστεί ότι η σύμβαση δεν καθορίζει το όργανο ενώπιον του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί η επίδειξη της καλής λειτουργίας του τελικού προϋόντος.
47 Ωστόσο, η IDE, συνάπτοντας τη σύμβαση με την Επιτροπή, δέχθηκε κατ' ανάγκη ότι έπρεπε κατ' αρχήν να πραγματοποιηθεί επίδειξη του προϋόντος, σύμφωνα με το άρθρο 3.2, είτε στα γραφεία της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο είτε σε άλλον τόπο που θα ενέκρινε το όργανο αυτό και συμφώνησε έτσι να είναι η Επιτροπή εκείνη που θα κρίνει αν το προϋόν συμφωνεί με τις απαιτήσεις της συμβάσεως.
48 Έστω και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή όρισε όλα τα μέλη της επιτροπής αξιολογήσεως, πράγμα για το οποίο εξακολουθεί να υπάρχει αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων, η IDE δεν μπορεί να της προσάψει ότι παρέβη, ως εκ τούτου, τις συμβατικές υποχρεώσεις της, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν ρυθμίζεται από καμία διάταξη της συμβάσεως.
49 Δεύτερον, δεν αμφισβητείται ότι οι δύο υπάλληλοι της Επιτροπής δεν είχαν αναμιχθεί με το σχέδιο Disnet προτού οριστούν ως μέλη της επιτροπής αξιολογήσεως.
50 Τρίτον, πρέπει να τονιστεί ότι η IDE αναγνώρισε ρητώς ότι αποδέχθηκε τη σύνθεση της επιτροπής αξιολογήσεως.
51 Τέλος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, πέραν των τριών μελών της επιτροπής αυτής, παραβρέθηκαν στην επίδειξη δύο παρατηρητές, από τους οποίους ο ένας ενεργούσε για λογαριασμό της Επιτροπής και ο άλλος για λογαριασμό της IDE. Τα συμπεράσματα της εκθέσεως του παρατηρητή της Επιτροπής επιβεβαίωσαν πλήρως τα συμπεράσματα της εκθέσεως της επιτροπής αξιολογήσεως, ενώ ο παρατηρητής της IDE ουδεμία έκθεση υπέβαλε.
52 Επομένως, η IDE αποδέχθηκε εν προκειμένω να υποβληθεί στην κρίση της επιτροπής αξιολογήσεως και δεν απέδειξε, εξάλλου, ότι τα μέλη της επιτροπής αυτής ενήργησαν μεροληπτικά.
53 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο πρέπει να θεωρήσει ότι έχει επαρκώς ενημερωθεί από τις αξιολογήσεις που διατύπωσαν οι εμπειρογνώμονες που παρέστησαν στην επίδειξη του λογισμικού Disnet και οι οποίες περιλαμβάνονται στη δικογραφία, οπότε η αίτηση της IDE περί διενέργειας νέας πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί.
54 Η IDE ισχυρίζεται εν συνεχεία ότι η επίδειξη του προϋόντος της έγινε υπό εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, πράγμα το οποίο εξηγεί τα αρνητικά συμπεράσματα της επιτροπής αξιολογήσεως.
55 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
56 Συγκεκριμένα, η IDE ανέλαβε εν προκειμένω την υποχρέωση να πραγματοποιήσει επίδειξη αποδεικνύουσα την αίσια περάτωση του σχεδίου.
57 Από έγγραφο της 12ης Ιουλίου 1993, συνημμένο στο δικόγραφο της αγωγής, προκύπτει ότι ο νομικός σύμβουλος της IDE πρότεινε να διενεργηθεί η επίδειξη αυτή στο Λουξεμβούργο, σε συγκεκριμένο τόπο ο οποίος, κατά τη γνώμη του, διέθετε την κατάλληλη υποδομή. Η IDE ζήτησε επίσης να μετέχει στην επίδειξη ένα πρόσωπο της επιλογής της ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας. Η Επιτροπή αποδέχθηκε τις προτάσεις αυτές στις 14 Ιουλίου 1993.
58 Ένα έγγραφο του οργάνου αυτού, με ημερομηνία 16 Ιουλίου 1993, διευκρινίζει ότι παρασχέθηκαν τεχνικές διευκολύνσεις στην IDE προκειμένου να μπορέσει να φέρει σε πέρας την επίδειξη του προϋόντος της.
59 Δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι είχε επιτραπεί στην IDE να εγκαταστήσει και να δοκιμάσει το λογισμικό Disnet την προηγουμένη της επιδείξεως και ότι, στις 20 Ιουλίου 1993, συμφώνησε για τη διενέργεια της επιδείξεως αυτής, η οποία διήρκεσε περί τις πέντε ώρες.
60 Στην έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως τονίζεται ότι, κατά την αρχή της επιδείξεως, διαπιστώθηκαν ορισμένα τεχνικά προβλήματα, αλλ' ότι η IDE δέχθηκε να συνεχίσει την επίδειξη. Κατά την έκθεση, τα εν λόγω τεχνικά προβλήματα οφείλονταν όχι, όπως ισχυρίζεται η IDE, στον τόπο της επιδείξεως και στις ανεπάρκειες του διαθέσιμου δικτύου Unix, αλλά στην έλλειψη προσαρμογής του παραδοθέντος από την IDE προϋόντος. Ωστόσο, η Επιτροπή θεώρησε ότι τα προβλήματα αυτά δεν μπορούσαν να επηρεάσουν την πιστότητα της επιδείξεως.
61 Τέλος, από την έκθεση αξιολογήσεως προκύπτει ότι αντικείμενο της επιδείξεως ήταν όχι μόνο το προϋόν που παρέδωσε η IDE κατά τη λήξη της συμβάσεως, η οποία εξάλλου παρατάθηκε κατά έξι μήνες σε σχέση με την αρχικά προβλεφθείσα από τη σύμβαση προθεσμία, αλλά και η έκδοση του λογισμικού Disnet την οποία η IDE επεξεργάστηκε εκ νέου και ολοκλήρωσε μετά τη λήξη της ως άνω παραταθείσας συμβάσεως. Ωστόσο, η επιτροπή αξιολογήσεως διαπίστωσε ότι καμία από τις εκδόσεις αυτές δεν ήταν σύμφωνη προς τους όρους της συμβάσεως.
62 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίδειξη του σχεδίου Disnet διεξήχθη υπό κανονικές συνθήκες.
63 Η IDE υποστηρίζει τέλος, αφενός, ότι ο προϋπολογισμός που τέθηκε στη διάθεσή της από την Επιτροπή ήταν ανεπαρκής για να φέρει σε πέρας το συμφωνηθέν σχέδιο, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η πραγματοποίηση ορισμένων πρόσθετων εργασιών οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί στην αρχική σύμβαση, όπως το βοήθημα υποβολής ερωτημάτων σε «φυσική γλώσσα», και, αφετέρου, ότι το λογισμικό Disnet γνωρίζει σήμερα εμπορική επιτυχία στην αγορά.
64 Ούτε τα επιχειρήματα αυτά μπορούν να γίνουν δεκτά.
65 Πρέπει συγκεκριμένα να τονιστεί, αφενός, ότι η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση συνιστά σύμβαση επιδοτήσεως με την οποία η Κοινότητα αναλαμβάνει το βάρος μιας ανώτατης χρηματικής συνεισφοράς, ανερχομένης στο 38,74 % του πραγματικού κόστους του έργου που οφείλει να παράσχει η IDE μαζί με τους εταίρους της, δοθέντος ότι τα μέρη καθόρισαν το κατ' εκτίμηση συνολικό κόστος του σχεδίου σε 2 349 400 ECU.
66 Σύμφωνα με τη σύμβαση, η IDE αναλαμβάνει την οικονομική και τεχνική ευθύνη του σχεδίου και επιφορτίζεται με τον συντονισμό των εργασιών των μετεχόντων οργανισμών. Το προϋόν το οποίο ανέλαβε να πραγματοποιήσει εξακολουθεί να ανήκει κατά κυριότητα στον όμιλο τον οποίο διευθύνει.
67 Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως της συμβάσεως, τα μέρη συμφώνησαν εγγράφως, σύμφωνα με το άρθρο 9, να τροποποιήσουν ορισμένους όρους, ούτως ώστε, πέραν της παρατάσεως κατά έξι μήνες της συμβάσεως, προβλέφθηκε ότι το τελικό προϋόν θα περιελάμβανε ένα βοήθημα υποβολής ερωτημάτων σε «φυσική γλώσσα» που θα χρησιμοποιεί περιορισμένο συντακτικό και λεξιλόγιο, ενώ μια τέτοια λειτουργία δεν προβλεπόταν παρά ως επιπλέον παροχή στην αρχική μορφή του τεχνικού παραρτήματος.
68 Υπό τις συνθήκες αυτές, η IDE δεν μπορεί να αιτιάται την Επιτροπή ότι της διέθεσε ανεπαρκή προϋπολογισμό, εφόσον ανέλαβε ελεύθερα δεσμεύσεις για ένα σχέδιο για το οποίο ήταν πλήρως υπεύθυνη, εν πλήρει γνώσει του ύψους της επιδοτήσεως την οποία μπορούσε να προσδοκά από την Επιτροπή.
69 Επιβάλλεται η διαπίστωση, αφετέρου, ότι το αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως έγκειται αποκλειστικά στο αν η IDE πραγματοποίησε, πριν από τη συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών λήξη της συμβάσεως, ένα προϋόν σύμφωνο προς τις τεχνικές προδιαγραφές, οπότε ο ισχυρισμός της εταιρίας αυτής που αφορά την υποτιθέμενη σημερινή επιτυχία του Disnet δεν ασκεί εν πάση περιπτώσει επιρροή.
70 Ενόψει του συνόλου των προεκτεθεισών σκέψεων, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η IDE δεν εκπλήρωσε την κύρια υποχρέωση που υπείχε από τη σύμβαση, καθόσον το λογισμικό που παρέδωσε στις 11 Μαρτίου 1993 δεν ήταν σύμφωνο προς τις τεχνικές προδιαγραφές της συμβάσεως και οι λόγοι που προέβαλε για να δικαιολογήσει την ως άνω μη εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
71 Επομένως, η IDE αβασίμως αξιώνει από την Επιτροπή την ολοσχερή καταβολή της ανώτατης κοινοτικής επιδοτήσεως που προβλέπεται στη σύμβαση.
72 Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η κρίση ως προς το αν η IDE παρέβη, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, άλλες δευτερεύουσες συμβατικές υποχρεώσεις.
73 Το αίτημα να υποχρεωθεί η Επιτροπή στην καταβολή εξωδικαστικών εξόδων ποσού 37 650 ECU πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η IDE δεν απέδειξε ότι υποβλήθηκε πράγματι στα έξοδα αυτά λόγω πταισματικής συμπεριφοράς της Επιτροπής.
Επί της αποκαταστήσεως της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη η IDE
74 Με την αγωγή της η IDE ζητεί επιπλέον να της καταβληθεί αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που η εταιρία αυτή υπέστη λόγω της εκ μέρους της Επιτροπής παραβάσεως των συμβατικών υποχρεώσεών της, που συνίστανται στην άρνησή της να της καταβάλει το σύνολο του ποσού της προβλεπομένης ανώτατης κοινοτικής επιδοτήσεως.
75 Μια τέτοια αγωγή αποζημιώσεως εκ συμβατικής ευθύνης δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει παρά μόνον αν πληρούνταν τρεις προϋποθέσεις. Η IDE θα έπρεπε να αποδείξει, κατ' αρχάς, ότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις της, εν συνεχεία, ότι υπέστη ζημία και, τέλος, ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς της Επιτροπής και της ζημίας αυτής.
76 Η IDE όμως δεν απέδειξε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που της επέβαλλε η σύμβαση. Είναι αντιθέτως πρόδηλο ότι η άρνηση της Επιτροπής να καταβάλει το υπόλοιπο της κοινοτικής επιδοτήσεως στηριζόταν στον λόγο ότι το προϋόν που εκπόνησε η IDE δεν ήταν σύμφωνο προς τις προδιαγραφές της συμβάσεως.
77 Περαιτέρω, η IDE δεν απέδειξε τη ζημία την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη.
78 Οι διαπιστώσεις αυτές αρκούν για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το αίτημα της IDE περί καταβολής αποζημιώσεως είναι παντελώς αβάσιμο.
79 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή της IDE στο σύνολό της.
Επί της ανταγωγής της Επιτροπής
80 Με την ανταγωγή της, η Επιτροπή αξιώνει την επιστροφή όλων των ποσών που προκατέβαλε στην IDE κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, πλέον τόκων, σύμφωνα με το άρθρο 5.3 της συμβάσεως.
81 Η IDE ζητεί την απόρριψη της ανταγωγής αυτής ως απαράδεκτης ή, τουλάχιστον, ως αβάσιμης.
82 Όσον αφορά το παραδεκτό της ανταγωγής, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, βασιζόμενη σε ρήτρα διαιτησίας, συνιστά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικά, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να εκδικάζει μόνον αγωγές που πηγάζουν από σύμβαση συναφθείσα από την Κοινότητα και περιλαμβάνουσα ρήτρα διαιτησίας ή που έχουν άμεση σχέση με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση αυτή (βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, 426/85, Επιτροπή κατά Zoubek, Συλλογή 1986, σ. 4057, σκέψη 11).
83 Εν προκειμένω όμως η προϋπόθεση αυτή πληρούται αναμφισβήτητα, καθόσον το άρθρο 5.3 της συμβάσεως ορίζει ότι, αν μετά την αποπεράτωση του έργου δεν διενεργηθεί ικανοποιητική επίδειξη, η Επιτροπή δικαιούται να αξιώσει εντόκως την πλήρη ή μερική επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ποσών.
84 Όσον αφορά το βάσιμο της ανταγωγής, πρέπει να γίνει αναφορά στους όρους της συμβάσεως που συνήφθη μεταξύ των μερών.
85 Βάσει του άρθρου 1, η IDE ανέλαβε την υποχρέωση να εκπονήσει το προϋόν που περιγράφεται λεπτομερέστερα στο τεχνικό παράρτημα.
86 Κατά τη λήξη της συμβάσεως, η IDE υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 3.2, να προβεί σε επίδειξη αποδεικνύουσα την αίσια περάτωση του σχεδίου.
87 Βάσει του άρθρου 5.1, η Επιτροπή εκπληρώνει τη χρηματική συνεισφορά της προκαταβάλλοντας στην IDE το 15 % του ύψους της ανώτατης κοινοτικής επιδοτήσεως εντός προθεσμίας δύο μηνών από της ενάρξεως εκτελέσεως του σχεδίου. Εν συνεχεία, η Επιτροπή προβαίνει σε περιοδικές καταβολές κατά τη διάρκεια της εκτελέσεως της συμβάσεως. Όλες οι πληρωμές αυτές θεωρούνται ρητώς απλές προκαταβολές, έως ότου το όργανο αυτό αποδεχθεί το τελικό προϋόν όπως περιγράφεται στο τεχνικό παράρτημα.
88 Το άρθρο 5.3 προβλέπει ότι, ελλείψει επιδείξεως περί της αίσιας περατώσεως του σχεδίου, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει την πλήρη ή μερική επιστροφή των προκαταβληθέντων ποσών, πλέον τόκων, οι οποίοι αρχίζουν να τρέχουν μετά την πάροδο μηνός από την προβολή της αξιώσεως περί επιστροφής. Το εφαρμοζόμενο επιτόκιο αντιστοιχεί στον μέσον όρο, συν 2 %, των διατραπεζικών επιτοκίων που ισχύουν για τα ECU κατά τους τελευταίους τρεις μήνες πριν από την πρώτη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο η Επιτροπή προέβαλε την αξίωσή της.
89 Εν προκειμένω, όμως, τα μέλη της επιτροπής εμπειρογνωμόνων που διενήργησε την αξιολόγηση της επιδείξεως του παραδοθέντος από την IDE λογισμικού κατέληξαν ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι το προϋόν δεν ήταν σύμφωνο προς τις συμβατικές προδιαγραφές.
90 Επομένως, πληρούνται εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις ώστε η Επιτροπή να δικαιούται να αξιώσει, βάσει του άρθρου 5.3 της συμβάσεως, την επιστροφή του συνόλου των προκαταβληθέντων στην IDE ποσών.
91 Κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 5.3, πρέπει επομένως να υποχρεωθεί η IDE να επιστρέψει στην Επιτροπή το ποσό των 533 456 ECU, που αντιπροσωπεύει το συνολικό ποσό κοινοτικής επιδοτήσεως που προκατέβαλε το όργανο αυτό στον αντισυμβαλλόμενό του, πλέον τόκων προς 7,97 % ετησίως, οι οποίοι αρχίζουν να τρέχουν μετά την πάροδο μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή αξίωσε την επιστροφή των προκαταβολών, ήτοι από τις 29 Ιουλίου 1994.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
92 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η IDE ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αγωγή της Intelligente systemen, Database toepassingen, Elektronische diensten BV (IDE).
2) Υποχρεώνει την IDE να επιστρέψει το ποσό των 533 456 ECU, πλέον τόκων προς 7,97 % ετησίως, από της 29ης Ιουλίου 1994.
3) Καταδικάζει την IDE στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy