Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή λόγω παραβάσεως * Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο * Κατάσταση που πρέπει να ληφθεί υπόψη * Κατάσταση κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
Περίληψη
Στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης και με την οποία αμφισβητείται αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο εθνική νομοθεσία, τυχόν τροποποιήσεις της νομοθεσίας αυτής είναι αδιάφορες για την κρίση επί του αντικειμένου της προσφυγής, εφόσον δεν τέθηκαν σε εφαρμογή πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-123/94,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τη Μαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της ιδίας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από την Αικατερίνη Σαμώνη-Ράντου, βοηθό ειδικό νομικό σύμβουλο στην Ειδική Νομική Υπηρεσία Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την Εύη Σκανδάλου, νομικό συνεργάτη στην ίδια υπηρεσία, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας εν ισχύι τις διατάξεις του άρθρου 70 του αναγκαστικού νόμου 2545/1940 και της αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων 46508 της 10/17 Μαΐου 1976 (όπως έχει τροποποιηθεί), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. B. Elmer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Απριλίου 1994, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας εν ισχύι τις διατάξεις του άρθρου 70 του αναγκαστικού νόμου 2545/1940 και της αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων 46508 της 10ης/17ης Μαΐου 1976 (όπως έχει τροποποιηθεί), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, από το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ και από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33, στο εξής: κανονισμός 1612/68).
2 Οι προμνησθείσες ελληνικές διατάξεις επιβάλλουν, όσον αφορά την πρόσληψη καθηγητών σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών, αυστηρότερους όρους στους αλλοδαπούς, συμπεριλαμβανομένων των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, σε σχέση με τους όρους που ισχύουν για τους 'Ελληνες υπηκόους.
3 Συγκεκριμένα, από την απόφαση 46508 προκύπτει ότι για την πρόσληψη αλλοδαπών καθηγητών απαιτείται έγκριση χορηγουμένη από τον διευθυντή Ιδιωτικής Εκπαιδεύσεως του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κατόπιν υποβολής ορισμένων δικαιολογητικών τα οποία απαριθμούνται στην απόφαση. Για την ανανέωση της εγκρίσεως επιβάλλεται επίσης η υποβολή πολλών δικαιολογητικών, μεταξύ των οποίων και ιατρικό πιστοποιητικό.
4 Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 70, παράγραφοι 1, 2 και 4, του αναγκαστικού νόμου 2545/1940, σε φροντιστήρια μπορούν να διδάσκουν μόνον οι έχοντες τα προσόντα που απαιτούνται για τους διδάσκοντες σε δημόσια σχολεία. Ο αρμόδιος όμως υπουργός μπορεί να αποφαίνεται ότι τα προσόντα των Ελλήνων υπηκόων που δεν πληρούν αυτόν τον όρο είναι επαρκή.
5 Εκτιμώντας ότι η εν λόγω ρύθμιση συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος των υπηκόων των άλλων κρατών μελών και επομένως αντίκειται προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης και προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1612/68, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία, την 1η Ιουλίου 1992, έγγραφο οχλήσεως με το οποίο την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία δεν απάντησε στο εν λόγω έγγραφο, η Επιτροπή της κοινοποίησε, στις 26 Αυγούστου 1993, αιτιολογημένη γνώμη καλώντας την να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως. Επειδή η αιτιολογημένη γνώμη έμεινε αναπάντητη, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την παρούσα προσφυγή.
6 Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι οι επίδικοι κανόνες δεν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Προβάλλει ωστόσο ότι προσεχώς θα δημοσιευθεί προεδρικό διάταγμα με το οποίο εξομοιώνονται οι όροι για την πρόσληψη υπηκόων των άλλων κρατών μελών με τους όρους που απαιτούνται για την πρόσληψη Ελλήνων υπηκόων και, κατά συνέπεια, η προσφυγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου.
7 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1994 στην υπόθεση C-80/92, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1019), οι τροποποιήσεις που εισάγονται στην εθνική νομοθεσία δεν επηρεάζουν την κρίση επί του αντικειμένου προσφυγής κατά παραβάσεως κράτους μέλους, εφόσον δεν τέθηκαν σε εφαρμογή πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
8 Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί η παράβαση σύμφωνα με το αιτητικό της Επιτροπής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
9 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Εφόσον η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1. Η Ελληνική Δημοκρατία, διατηρώντας εν ισχύι τις διατάξεις του άρθρου 70 του αναγκαστικού νόμου 2545/1940 και της αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων 46508 της 10ης/17ης Μαΐου 1976 (όπως έχει τροποποιηθεί), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, από το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ και από το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
2. Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy