Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος * Χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς απαλλασσομένων της εισφοράς * Παραγωγοί που είχαν αναστείλει τις παραδόσεις τους δυνάμει του καθεστώτος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας ή μετατροπής * Χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς * Κανόνας περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, αποκλείων τους εκδοχείς πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής, οι οποίοι είχαν λάβει ποσότητα αναφοράς δυνάμει άλλων διατάξεων του συστήματος πρόσθετης εισφοράς * Ανίσχυρο * Ευχέρεια ή υποχρέωση της αρμόδιας εθνικής αρχής να χορηγεί ειδική ποσότητα αναφοράς * Δεν υπάρχει
(Kανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, άρθρο 3α PAR 1)
2. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα * Πρόσθετη εισφορά επί του γάλακτος * Χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς απαλλασσομένων της εισφοράς * Παραγωγοί που είχαν αναστείλει τις παραδόσεις τους δυνάμει του καθεστώτος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας ή μετατροπής * Χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς * Παραγωγός αποκλεισθείς από τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς, κατ' εφαρμογήν κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, κηρυχθέντος ανισχύρου * Διάδοχος ο οποίος άρχισε την παραγωγή ως υπομισθωτής πριν καταστεί, εκ κληρονομίας, και κύριος της εκμεταλλεύσεως, υπό την επιφύλαξη της μισθώσεως * Ευχέρεια ή υποχρέωση της αρμόδιας εθνικής αρχής να χορηγεί ειδική ποσότητα αναφοράς * Δεν υπάρχει * Παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης * Δεν υπάρχει
(Κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς 764/89 και 1639/91, άρθρο 3α PAR 1)
Περίληψη
1. H αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο ούτε είχε την ευχέρεια, δυνάμει του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, ιδίως δε δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, να χορηγήσει προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς, απαλλασσόμενη της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος, σε παραγωγό, ο οποίος είχε λάβει αρχική ποσόστωση για μια αυτοτελή εκμετάλλευση και ο οποίος, κατόπιν λύσεως της εταιρίας της οποίας ήταν εταίρος, αναδέχθηκε την περιουσία και ανέλαβε τις δραστηριότητες της λυθείσας εταιρίας και κατέστη ο μόνος διαχειριστής της εκμεταλλεύσεως της εταιρίας αυτής, τηρώντας συγχρόνως * σιωπηρώς * την αναληφθείσα προηγουμένως από την εν λόγω εταιρία δέσμευση μη εμπορίας.
Συγκεκριμένα, ο παραγωγός, προκειμένου να αξιώσει να του χορηγηθεί προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς στο πλαίσιο της σχετικής ρυθμίσεως, πρέπει όχι μόνον να έχει μετάσχει, ως παραγωγός ή ως διάδοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως, σε σύστημα μη εμπορίας όπως αυτό που καθιερώνει ο κανονισμός 1078/77, αλλά και να μην έχει τύχει ποσότητας αναφοράς υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 857/84. Μολονότι, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω παραγωγός την πληροί, διότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η μη τήρηση μιας απλής διατυπώσεως, όπως η εκ μέρους του διαδόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως ρητή ανάληψη της δεσμεύσεως να συνεχίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε ο δικαιοπάροχός του, συνεπάγεται τον αποκλεισμό του διαδόχου αυτού από το σύστημα μη εμπορίας, όπως αν δεν είχε πράγματι τηρήσει τη δέσμευση μη εμπορίας, όσον αφορά, όμως, τη δεύτερη προϋπόθεση, δεν την πληροί, δεδομένου ότι ο εν λόγω παραγωγός έχει ήδη λάβει αρχική ποσόστωση, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 2, για τα άλλα αγροκτήματα στα οποία είχε συνεχίσει τη γαλακτοκομία.
Το γεγονός ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, κηρύχθηκε ανίσχυρο με την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-264/90, Wehrs (Συλλογή 1992, σ. Ι-6285), καθόσον αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους εκδοχείς πριμοδοτήσεως χορηγηθείσας δυνάμει του κανονισμού 1078/77, οι οποίοι έλαβαν ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84, προς τους οποίους μπορεί να εξομοιωθεί ο εν λόγω παραγωγός, δεν συνεπάγεται ούτε υποχρέωση ούτε ευχέρεια για την αρμόδια εθνική αρχή για τη χορήγηση στον παραγωγό αυτό προσωρινής ή οριστικής ειδικής ποσότητας αναφοράς, απαλλασσόμενης της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος.
Συγκεκριμένα, οι συνέπειες που μπορούν ενδεχομένως να αντληθούν, στις εθνικές έννομες τάξεις, από την κήρυξη του ανισχύρου μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου εξαρτώνται, εν πάση περιπτώσει, άμεσα από το κοινοτικό νομικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν της εν λόγω κηρύξεως του ανισχύρου. Όσον αφορά όμως ένα πολύπλοκο σύστημα όπως αυτό των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, το σχετικό νομικό πλαίσιο, όπως ίσχυε μετά την κήρυξη του ανισχύρου του κανόνα περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως με την απόφαση Wehrs και πριν από την έκδοση του κανονισμού 2055/93, δεν επέτρεπε αφ' εαυτού, δηλαδή χωρίς την αναμόρφωση του συστήματος, να χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς σ' έναν τέτοιο παραγωγό.
2. H αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο ούτε είχε την ευχέρεια, δυνάμει του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμούς 764/89 και 1639/91, ιδίως δε δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού αυτού, να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς, απαλλασσόμενη της πρόσθετης εισφοράς επί του γάλακτος, σε παραγωγό, ο οποίος άρχισε την παραγωγή σε μια εκμετάλλευση ως υπομισθωτής, μετά τη λήξη της βάσει του κανονισμού 1078/77 περιόδου μη εμπορίας, πριν καταστεί, στη συνέχεια, και κύριος της εκμεταλλεύσεως αυτής, υπό την επιφύλαξη της συμβάσεως μισθώσεως, δεδομένου ότι ο εν λόγω παραγωγός, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εκμετάλλευση του μεταβιβάσθηκε εμπροθέσμως εκ κληρονομίας ή με ανάλογη προς την κληρονομία πράξη, μπορούσε, ως κληρονόμος, να αξιώσει αυτή την ποσότητα αναφοράς μόνον υπό τους ίδιους όρους με τον ίδιο τον κληρονομούμενο και ότι η ισχύουσα ρύθμιση δεν επέτρεπε τη χορήγηση της ποσότητας αναφοράς σε κανέναν από τους δικαιοπαρόχους του.
Το γεγονός ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, κηρύχθηκε ανίσχυρο με την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-264/90, Wehrs (Συλλογή 1992, σ. Ι-6285), καθόσον έθετε, για τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς σε έναν από τους δικαιοπαρόχους του παραγωγού, προϋπόθεση την οποία αυτός δεν πληρούσε, δεν επέφερε καμία μεταβολή όσον αφορά την υποχρέωση ή την ευχέρεια της αρμόδιας εθνικής αρχής να χορηγήσει ειδική προσωρινή ποσότητα αναφοράς στον παραγωγό αυτό. Πράγματι, αυτή η κήρυξη του ανισχύρου δεν μπορούσε αφ' εαυτής, χωρίς την αναμόρφωση του συστήματος των ποσοτήτων αναφοράς την οποία κατέστησε αναγκαία, να συνεπάγεται τη γένεση δικαιώματος λήψεως τέτοιας ποσότητας υπέρ του δικαιοπαρόχου του.
Το γεγονός ότι το άρθρο 3α, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1639/91, δεν επιτρέπει τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στον παραγωγό αυτό δεν συνιστά εις βάρος του παραγωγού παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον αυτός, μολονότι μπορεί να επικαλεστεί την ιδιότητα του κληρονόμου, δεν μπορεί να αξιώσει, υπό την ιδιότητα αυτή, περισσότερα απ' ό,τι οι δικαιοπάροχοί του, οι οποίοι δεν μπορούσαν να αξιώσουν τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-127/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice, Queen' s Bench Division (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen
και
Ministry of Agriculture, Fisheries and Food,
ex parte: H. & R. Ecroyd Holdings Ltd και John Rupert Ecroyd,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 84, σ. 2), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 150, σ. 35),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann (εισηγητή), P. Jann και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Leger
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η H. & R. Ecroyd Holdings Ltd και ο John Rupert Ecroyd, εκπροσωπούμενοι από τον N. Green και την S. Lee, barristers, εντολοδόχους του W. Neville, solicitor,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον S. Braviner, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενο από τους K. Parker, QC, και A. McNab, barrister,
* η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Α. Bos, κύριο νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
* το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους A. Brautigam, νομικό σύμβουλο, και J.-P. Hix, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Rozet, νομικό σύμβουλο, και X. Lewis, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της H. & R. Ecroyd Holdings Ltd και του John Rupert Ecroyd, εκπροσωπουμένων από τον N. Green και την S. Lee, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον S. Braviner, επικουρούμενο από τους K. Parker και A. McNab, του Συμβουλίου, εκπροσωπουμένου από τον A. Brautigam, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον H.-J. Rabe, δικηγόρο Αμβούργου, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Οκτωβρίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 27ης Οκτωβρίου 1993 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Μαΐου 1994, το High Court of Juctice, Queen' s Bench Division, υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ L 84, σ. 2), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 150, σ. 35).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο έξι αυτοτελών προσφυγών οι οποίες ασκήθηκαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά ισαρίθμων αποφάσεων, με τις οποίες το Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων (στο εξής: Υπουργείο) αρνήθηκε τη χορήγηση γαλακτοκομικής ποσοστώσεως στους προσφεύγοντες.
3 Κατόπιν όμως διατάξεως του αιτούντος δικαστηρίου με την οποία αποσύρθηκαν τα ερωτήματα που αφορούσαν τέσσερις από αυτές τις ένδικες διαφορές, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε, με διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 1994, τη διαγραφή της υποθέσεως καθόσον αφορούσε τους διαδίκους των διαφορών αυτών.
4 Συνεπώς, υποβάλλονται στο Δικαστήριο μόνον τα ερωτήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο των δύο κυρίων δικών τις οποίες κίνησαν αντιστοίχως η εταιρία H. & R. Ecroyd Holdings Ltd (στο εξής: Ecroyd Limited) και ο John Rupert Ecroyd (στο εξής: Rupert Ecroyd).
Νομικό πλαίσιο
5 Στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), θέσπισε την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
6 Δεδομένου ότι η κατάσταση της αγοράς αυτής χαρακτηριζόταν από σημαντικά και αυξανόμενα πλεονάσματα στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 17 Μαΐου 1977, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1078/77, περί θεσπίσεως, μεταξύ άλλων, καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (JO L 131, σ. 1). Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, προϋπόθεση για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως ήταν η έγγραφη δέσμευση του παραγωγού να μην εμπορεύεται γάλα ούτε γαλακτοκομικά προϊόντα παραγόμενα στην εκμετάλλευσή του επί πενταετία.
7 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προέβλεπε τους εξής τρόπους υπολογισμού και καταβολής των πριμοδοτήσεων μη εμπορίας:
"Η πριμοδότηση μη εμπορίας υπολογίζεται βάσει της ποσότητας γάλακτος ή ισοδύναμης ποσότητας γαλακτοκομικών προϊόντων που παραδόθηκε από τον παραγωγό κατά το ημερολογιακό έτος 1976.
(...)
Ποσό ανερχόμενο στο 50 % της πριμοδοτήσεως καταβάλλεται εντός του πρώτου τριμήνου της περιόδου μη εμπορίας.
Το υπόλοιπο καταβάλλεται σε δύο ισόποσες δόσεις, εκάστη των οποίων ανέρχεται στο 25 % της πριμοδοτήσεως, κατά τη διάρκεια του τρίτου και του πέμπτου έτους, εφόσον ο δικαιούχος αποδεικνύει στις αρμόδιες αρχές ότι οι δεσμεύσεις του άρθρου 2 έχουν τηρηθεί."
8 Κατά το άρθρο 6 του ανωτέρω κανονισμού, σε κάθε διάδοχο γεωργικής εκμεταλλεύσεως μπορούσε να καταβληθεί το υπόλοιπο της πριμοδοτήσεως που είχε χορηγηθεί στον δικαιοπάροχό του, υπό την προϋπόθεση ότι ο διάδοχος θα δεσμευόταν εγγράφως να συνεχίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει ο δικαιοπάροχός του.
9 Το 1984 διαπιστώθηκε ότι, προς αποκατάσταση της ισορροπίας στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων, ήταν αναγκαία συμπληρωματικά μέτρα. Με το άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68, το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 10), θεσπίστηκε σύστημα συμπληρωματικών εισφορών, οφειλομένων από κάθε παραγωγό ή από κάθε αγοραστή γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων και υπολογιζομένων επί των ποσοτήτων που υπερβαίνουν μια ατομική ετήσια ποσότητα αναφοράς, αποκαλούμενη "γαλακτοκομική ποσόστωση". Το σύστημα αυτό, καθιερωθέν αρχικώς για περίοδο πέντε ετών, εξακολουθεί έκτοτε να ισχύει, αφού έχει υποστεί διάφορες τροποποιήσεις.
10 Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς που χορηγούνται εντός κάθε κράτους μέλους στους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες δεν μπορεί να υπερβεί μια συνολική εγγυημένη ποσότητα ίση προς το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν σε επιχειρήσεις επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γάλακτος ή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων εντός κάθε κράτους μέλους κατά τη διάρκεια ενός έτους αναφοράς.
11 Οι γενικοί κανόνες εφαρμογής της πρόσθετης εισφοράς θεσπίστηκαν με τον προπαρατεθέντα κανονισμό 857/84.
12 'Οσον αφορά τους παραγωγούς, ο κανονισμός αυτός προέβλεπε με το άρθρο 2 ότι η ποσότητα αναφοράς ήταν ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε ο παραγωγός κατά το ημερολογιακό έτος 1981, προσαυξημένη κατά 1 %. Εντούτοις, τα κράτη μέλη μπορούσαν να προβλέπουν ότι, στο έδαφός τους, η εν λόγω ποσότητα αναφοράς ήταν ίση με την ποσότητα γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παραδόθηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή το ημερολογιακό έτος 1983, πολλαπλασιαζόμενη με ποσοστό καθοριζόμενο κατά τρόπον ώστε να μη γίνεται υπέρβαση της εγγυημένης ποσότητας για κάθε κράτος μέλος. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η ποσότητα αναφοράς καθορίστηκε βάσει του έτους 1983.
13 Ο κανονισμός 857/84 δεν προέβλεπε δυνατότητα χορηγήσεως γαλακτοκομικής ποσοστώσεως στους κοινώς αποκαλουμένους "παραγωγούς Slom", οι οποίοι, λόγω της συμμετοχής τους στο προσωρινό σύστημα μη εμπορίας του κανονισμού 1078/77, δεν είχαν παραδώσει ή πωλήσει γάλα κατά τη διάρκεια του έτους που είχε οριστεί ως έτος αναφοράς για τη χορήγηση ποσοστώσεων.
14 Κατόπιν της εκδόσεως αποφάσεων με τις οποίες το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο τον κανονισμό 857/84, καθόσον δεν προέβλεπε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς Slom (αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, 120/86, Mulder, Συλλογή 1988, σ. 2321, και 170/86, von Deetzen, Συλλογή 1986, σ. 2355), το Συμβούλιο εξέδωσε τον προπαρατεθέντα κανονισμό 764/89, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 857/84 και προέβλεψε την προσωρινή χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς (ή "ποσοστώσεως Slom") στους παραγωγούς Slom που πληρούσαν ορισμένες προϋποθέσεις.
15 Κατά το νέο άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, προστεθέν με τον κανονισμό 764/89, η αίτηση χορηγήσεως ποσοστώσεως έπρεπε να υποβληθεί από τον παραγωγό εντός προθεσμίας τριών μηνών αρχομένης από τις 29 Μαρτίου 1989.
16 Το άρθρο 3α, παράγραφος 2, όριζε ότι η ειδική ποσότητα αναφοράς ήταν ίση προς ορισμένο ποσοστό της ποσότητας γάλακτος που είχε παραδώσει ο παραγωγός κατά τους δώδεκα ημερολογιακούς μήνες που προηγήθηκαν του μηνός καταθέσεως της αιτήσεως χορηγήσεως πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο παραγωγός δεν είχε απολέσει το δικαίωμα πριμοδοτήσεως.
17 Εντούτοις, από την παράγραφο 1 του άρθρου 3α προκύπτει ότι δεν μπορούσαν να λάβουν ποσόστωση Slom οι εκδοχείς πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, οι οποίοι είχαν λάβει και αρχική ποσόστωση υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του ιδίου κανονισμού (ο λεγόμενος κανόνας "της μη σωρεύσεως").
18 Κατόπιν της εκδόσεως διαφόρων αποφάσεων, ιδίως δε της αποφάσεως της 21ης Μαρτίου 1991, C-314/89, Rauh (Συλλογή 1991, σ. Ι-1647, στο εξής: απόφαση Rauh), που αφορούσαν την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 3α, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 13 Ιουνίου 1991, τον προπαρατεθέντα κανονισμό 1639/91, με τον οποίο τροποποιήθηκε, μια ακόμη φορά, η ρύθμιση των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων.
19 'Ετσι, στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 προστέθηκε ένα δεύτερο εδάφιο, η δεύτερη περίπτωση του οποίου ορίζει τα εξής: "στον παραγωγό ο οποίος απέκτησε την εκμετάλλευση, εκ κληρονομίας ή με ανάλογο τρόπο, μετά τη λήξη της δέσμευσης που είχε αναλάβει ο κληρονομούμενος δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, αλλά πριν από τις 29 Ιουνίου 1989, παρέχεται προσωρινά, μετά από αίτησή του η οποία πρέπει να διατυπωθεί εντός τριμήνου από την 1η Ιουλίου 1991, μια ειδική ποσότητα αναφοράς (...)". Η κατηγορία αυτή παραγωγών αποκαλείται κοινώς "Slom II".
20 Με την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-264/90, Wehrs (Συλλογή 1992, σ. Ι-6285, στο εξής: απόφαση Wehrs), το Δικαστήριο έκρινε ότι τo άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, ήταν ανίσχυρο, κατά το μέτρο που απέκλειε τη χορήγηση ποσοστώσεων Slom στους παραγωγούς οι οποίοι είχαν αναδεχθεί εκμετάλλευση μετέχουσα στο σύστημα μη εμπορίας δυνάμει του κανονισμού 1078/77, και προς τους οποίους είχαν, εκ του λόγου αυτού, μεταβιβασθεί ποσοστώσεις μη εμπορίας, εάν οι παραγωγοί αυτοί είχαν ήδη λάβει αρχική ποσόστωση δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84 (παραγωγοί Slom III).
21 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1993, για τη χορήγηση μιας ειδικής ποσότητας αναφοράς σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 187, σ. 8), εξεδόθη προς θεραπεία του ανισχύρου αυτού, ορίζοντας ότι οι εκδοχείς πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, που είχαν αποκλεισθεί από το ευεργέτημα του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84 διότι είχαν λάβει ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 2 του ιδίου κανονισμού, είχαν δικαίωμα να λάβουν, κατόπιν αιτήσεως υποβαλλομένης στην αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993, ειδική ποσότητα αναφοράς, εφόσον πληρούσαν ορισμένες προϋποθέσεις.
Πραγματικό πλαίσιο
Ecroyd Limited
22 Η εταιρία Ecroyd Limited αγοράστηκε το 1966 από τον Richard Ecroyd και από εκπροσώπους διαφόρων οικογενειακών συμφερόντων, μεταξύ των οποίων οι "trustees" ενός "Children' s settlement trust" (στο εξής: Children' s settlement), συσταθέντος το 1965 από τον Richard Ecroyd για τα τέκνα του.
23 Η Ecroyd Limited ήταν μισθώτρια εννέα αγροκτημάτων των οποίων κύριοι ήταν η οικογένεια Ecroyd και το Children' s settlement.
24 Το 1976 η Ecroyd Limited και η εταιρία Fountain Farming συνέστησαν από κοινού την εταιρία Credenhill Farming (στο εξής: Credenhill Farming). Τέσσερα από τα εννέα προαναφερθέντα αγροκτήματα, μεταξύ των οποίων το αποκαλούμενο Lyvers Ocle, υπεκμισθώθηκαν από την Ecroyd Limited στην Credenhill Farming.
25 Στην Credenhill Farming επετράπη να μετάσχει σε σύστημα μη εμπορίας για χρονικό διάστημα πέντε ετών, με έναρξη τη 14η Νοεμβρίου 1980 και λήξη την 13 Νοεμβρίου 1985.
26 Εξάλλου, η Ecroyd Limited συνέχισε να παράγει γάλα στα πέντε αγροκτήματα που εκμεταλλευόταν ως μισθώτρια και για τα οποία είχε λάβει το 1984, κατόπιν αιτήσεώς της, αρχική ποσόστωση δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84.
27 Μεταξύ 1980 και 1984, η σύνθεση της εταιρίας Credenhill Farming μεταβλήθηκε επανειλημμένως. Εν τέλει, ενώ οι δύο εναπομείναντες εταίροι ήταν η Ecroyd Limited και o Richard Ecroyd, η Credenhill Farming λύθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1984, κατόπιν της αποχωρήσεως του Richard Ecroyd. Τα περιουσιακά στοιχεία και τις δραστηριότητες της εταιρίας αυτής αναδέχθηκε η Ecroyd Limited.
28 Θεωρώντας ότι δεσμεύεται από την υποχρέωση μη εμπορίας που είχε αναλάβει η Credenhill Farming, η Ecroyd Limited δεν παρήγαγε γάλα, κατά τη διάρκεια του υπολοίπου της πενταετίας για την οποία είχε αναληφθεί η δέσμευση αυτή, στις εκτάσεις γαιών τις οποίες εκμεταλλευόταν στο παρελθόν η λυθείσα εταιρία, χωρίς εντούτοις να αναλάβει σχετική έγγραφη δέσμευση.
29 Η Ecroyd Limited υπέβαλε δύο αιτήσεις για τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς για τις εκτάσεις που εκμεταλλευόταν προηγουμένως η Credenhill Farming. Η πρώτη αίτηση υποβλήθηκε τον Αύγουστο του 1989 κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 764/89, ο οποίος χορηγούσε δικαίωμα λήψεως ποσοστώσεων Slom, και η δεύτερη τον Σεπτέμβριο του 1991, κατόπιν της εκδόσεως των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C-189/89, Spagl (Συλλογή 1990, σ. Ι-4539), και C-217/89, Pastaetter (Συλλογή 1990, σ. Ι-4585), και της αποφάσεως Rauh. Οι δύο αιτήσεις απορρίφθηκαν από το Υπουργείο. Ως εκ τούτου, η Ecroyd Limited στράφηκε δικαστικώς κατά του Υπουργείου, ισχυριζόμενη ότι εδικαιούτο να λάβει ποσόστωση Slom.
30 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Ecroyd Limited ισχυρίστηκε κατ' αρχάς ότι, παρά το γεγονός ότι οι άλλοι εταίροι της Credenhill Farming είχαν αποχωρήσει από την εταιρία ενώ ίσχυε το σύστημα μη εμπορίας και, ως εκ τούτου, αυτή διαχειριζόταν την επιχείρηση για δικό της λογαριασμό, δεν υπήρξε μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως της Credenhill Farming προς την Ecroyd Limited, υπό την έννοια του άρθρου 6 του κανονισμού 1078/77 κατά συνέπεια, δεν ήταν αναγκαίο να αναλάβει η Ecroyd Limited νέα δέσμευση μη εμπορίας, πολλώ μάλλον διότι δεσμευόταν, εν πάση περιπτώσει, καθ' όλη τη διάρκεια της επίδικης περιόδου, από την υποχρέωση που είχε αναλάβει η Credenhill Farming. Η Ecroyd Limited ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε τηρήσει πλήρως τους όρους της δεσμεύσεως μη εμπορίας. Τέλος, όσον αφορά τον κανόνα της μη σωρεύσεως, η Ecroyd Limited εξέθεσε ότι το γεγονός ότι είχε λάβει αρχική ποσόστωση για άλλη εκμετάλλευση δεν την εμπόδιζε, κατά την απόφαση Wehrs, να λάβει ποσόστωση Slom για την εκμετάλλευση που διαχειριζόταν προηγουμένως η Credenhill Farming.
31 Κατά την άποψη του Υπουργείου, στις 30 Σεπτεμβρίου 1984 επήλθε μεταβίβαση από έναν παραγωγό προς άλλον, δηλαδή από την Credenhill Farming προς την Ecroyd Limited. Δεδομένου ότι η δεύτερη δεν ανέλαβε δέσμευση μη εμπορίας κατά την ανάληψη της εκμεταλλεύσεως της Credenhill Farming, συνεπάγεται ότι αυτή δεν δικαιούται να λάβει ειδική ποσότητα αναφοράς. Εάν, παρά ταύτα, η Credenhill Farming και η Ecroyd Limited πρέπει πράγματι να θεωρηθούν ως ο ίδιος "παραγωγός", τότε η Ecroyd Limited παρέβη τη δέσμευσή της να μην παράγει γάλα στην εκμετάλλευσή της και, συνεπώς, απώλεσε το δικαίωμα λήψεως πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, διότι, κατά την περίοδο κατά την οποία ίσχυε το σύστημα μη εμπορίας, συνέχισε τη γαλακτοπαραγωγή στα πέντε αγροκτήματα που είχαν υπεκμισθωθεί στην Credenhill Farming. Η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην υπόθεση Wehrs δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση της προσφεύγουσας, διότι η απόφαση αυτή αφορά μόνον την κατάσταση των εκδοχέων πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, ιδιότητα την οποία δεν έχει η Ecroyd Limited.
32 Το Υπουργείο προσέθεσε ότι, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι ο κανονισμός 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, είναι ανίσχυρος, καθόσον απέκλειε τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς σε παραγωγούς ευρισκομένους στην ίδια κατάσταση με την προσφεύγουσα, το Υπουργείο δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, την εξουσία να χορηγήσει ποσόστωση στην προσφεύγουσα πριν το Συμβούλιο εκδώσει τα αναγκαία μέτρα.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Έχει το καθού Υπουργείο την εξουσία και/ή την υποχρέωση, να χορηγήσει προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς στην προσφεύγουσα και/ή ή να την αντιμετωπίσει ως εάν της είχε χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς:
i) κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου και/ή
ii) κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-264/90, Wehrs,
εφόσον
α) η προσφεύγουσα ήταν εταίρος εταιρίας η οποία διαχειριζόταν την εκμετάλλευση και είχε αναλάβει δέσμευση μη εμπορίας
β) όλοι οι άλλοι εταίροι αποχώρησαν από την εταιρία πριν από τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας, έκτοτε δε την εκμετάλλευση του αγροκτήματος για το οποίο είχε αναληφθεί η δέσμευση μη εμπορίας συνέχισε για δικό της λογαριασμό η προσφεύγουσα
γ) μετά την αποχώρηση των λοιπών εταίρων, η προσφεύγουσα δεν παρήγαγε γάλα στην εκμετάλλευση κατά τον εναπομένοντα χρόνο ισχύος της αρχικής δεσμεύσεως μη εμπορίας την οποία είχε αναλάβει η εταιρία
δ) μετά την αποχώρηση των λοιπών εταίρων, η προσφεύγουσα δεν ανέλαβε εγγράφως νέα δέσμευση, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, να συνεχίσει τη δέσμευση μη εμπορίας που είχε αναλάβει η εταιρία
ε) η προσφεύγουσα είχε λάβει αρχική ποσόστωση για μια αυτοτελή εκμετάλλευση;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, από πότε γεννάται αυτή η εξουσία και/ή υποχρέωση;
2) Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι ότι το καθού Υπουργείο δεν έχει αυτή την εξουσία και/ή την υποχρέωση, είναι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, παράνομο και ανίσχυρο καθόσον αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς υπό τις ανωτέρω περιστάσεις;
3) Αν η απάντηση στο ερώτημα 2 είναι ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 είναι παράνομο και ανίσχυρο καθόσον αποκλείει τη χορήγηση γαλακτοκομικής ποσοστώσεως στην προσφεύγουσα, έχει το καθού Υπουργείο την εξουσία και/ή την υποχρέωση να χορηγήσει γαλακτοκομική ποσόστωση στην προσφεύγουσα και/ή να την αντιμετωπίσει ως εάν της είχε χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς, πριν θεσπιστούν νέες κοινοτικές διατάξεις που θα θεραπεύουν ή θα λαμβάνουν υπόψη το ανίσχυρο του επιμάχου μέτρου;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, από πότε γεννάται αυτή η εξουσία και/ή υποχρέωση;
4) Αν η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι ότι το καθού Υπουργείο έχει την εξουσία και/ή την υποχρέωση να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στην προσφεύγουσα και/ή να την αντιμετωπίσει ως εάν της είχε χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς, προτού το Συμβούλιο των Υπουργών θεσπίσει νέα ρύθμιση και/ή κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-264/90, Wehrs, δικαιούται κατ' αρχήν η προσφεύγουσα να απαιτήσει αποζημίωση από το καθού Υπουργείο λόγω της αρνήσεως αυτού να της χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς;
5) Αν η απάντηση στο ερώτημα 4 είναι ότι η προσφεύγουσα δικαιούται αποζημιώσεως από το καθού Υπουργείο, βάσει ποιων κανόνων πρέπει να υπολογιστεί το ύψος της αποζημιώσεως αυτής;"
Rupert Ecroyd
34 Το Lyvers Ocle, ένα από τα εννέα αγροκτήματα που ανήκαν στην οικογένεια Ecroyd και στο Children' s settlement, είχε ανατεθεί, υπό καθεστώς trust, στους trustees του δευτέρου. Υπενθυμίζεται ότι τα εννέα αυτά αγροκτήματα είχαν εκμισθωθεί στην Ecroyd Limited.
35 Το Lyvers Ocle ήταν επίσης ένα από τα τέσσερα αγροκτήματα που υπεκμίσθωσε η Ecroyd Limited στην Credenhill Farming, η οποία τα εκμεταλλευόταν, υπό καθεστώς μη εμπορίας, από τις 14 Νοεμβρίου 1980 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1984. Έκτοτε, η εκμετάλλευση του εν λόγω αγροκτήματος, καθώς και των τριών άλλων, ανελήφθη από την Ecroyd Limited, η οποία τήρησε τη δέσμευση μη εμπορίας μέχρι την ημερομηνία λήξεώς της, τη 13η Νοεμβρίου 1985.
36 Σύμφωνα με τους όρους του Children' s settlement, ο Rupert Ecroyd, ως ένα από τα τέσσερα τέκνα του Richard Ecroyd, είχε το δικαίωμα να λάβει το ένα τέταρτο της περιουσίας του trust την ημέρα που θα συμπλήρωνε το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, δηλαδή στις 22 Ιουνίου 1983.
37 Στη συνέχεια, οι trustees και οι δικαιούχοι αποφάσισαν να διανείμουν τα αγροκτήματα μεταξύ των τέκνων αντί να τα πωλήσουν και να διανείμουν το προϊόν της πωλήσεως. Στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, ο Rupert Ecroyd ζήτησε να του δοθεί το Lyvers Ocle ως αντάλλαγμα της συμμετοχής του στην περιουσία του trust.
38 Τον Απρίλιο του 1987, ο Rupert Ecroyd κατέστη υπομισθωτής της Ecroyd Limited για το Lyvers Ocle, όπου άρχισε να παράγει γάλα με την αρχική ποσόστωση που του είχε μεταβιβάσει η Ecroyd Limited.
39 Στις 22 Δεκεμβρίου 1989 η εκμετάλλευση Lyvers Ocle μεταβιβάστηκε στον Rupert Ecroyd από τους trustees του Children' s settlement. Κατόπιν αυτού, ο Rupert Ecroyd κατέστη συγχρόνως κύριος και υπομισθωτής των εν λόγω εκτάσεων. Υποχρεώθηκε να καταβάλει ποσό 40 877 λιρών στερλινών (UK ), ως αντιστάθμισμα της διαφοράς μεταξύ της αξίας του μεριδίου του επί της περιουσίας του trust, το οποίο εδικαιούτο δυνάμει του Children' s settlement, και της αξίας της μεταβιβασθείσας ιδιοκτησίας.
40 Στις 25 Σεπτεμβρίου 1991 ο Rupert Ecroyd ζήτησε να του χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς για το Lyvers Ocle, εμφανιζόμενος ως ο διάδοχος της Credenhill Farming. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από το Υπουργείο.
41 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο Rupert Ecroyd ισχυρίστηκε ότι, εφόσον απέκτησε το Lyvers Ocle εκ κληρονομίας ή με ανάλογη προς κληρονομία πράξη, μετά τη λήξη της δεσμεύσεως μη εμπορίας που είχε αναλάβει η Credenhill Farming, αλλά πριν από τις 29 Ιουνίου 1989, και υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση ποσοστώσεως Slom εντός τριών μηνών μετά την 1η Ιουλίου 1991, είχε δικαίωμα, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1639/91, να λάβει ποσόστωση για το Lyvers Ocle. Ο Rupert Ecroyd ισχυρίστηκε ότι, μολονότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε τυπικώς μόλις στις 22 Δεκεμβρίου 1989, είχε, κατ' ουσίαν, ήδη αναλάβει την εκμετάλλευση πριν από την ημερομηνία που καθορίζει ο κανονισμός.
42 Το Υπουργείο αντέτεινε ότι ο προσφεύγων δεν πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς του κανονισμού 1639/91. Συναφώς, το Υπουργείο επισήμανε ότι, δεδομένου ότι ο προσφεύγων απέκτησε την εκμετάλλευση μόλις στις 22 Δεκεμβρίου 1989, δεν πληρούσε την προϋπόθεση της προθεσμίας που προβλέπει ο κανονισμός 1639/91, ο οποίος απαιτεί να έχει αποκτηθεί η εκμετάλλευση εκ κληρονομίας πριν από τις 29 Ιουνίου 1989. Εξ άλλου, το Υπουργείο παρατήρησε ότι οι δικαιοπάροχοί του, αιτούντες την ποσόστωση ως κύριοι, ήταν οι trustees του Children' s settlement, που δεν είχαν μετάσχει σε σύστημα μη εμπορίας. Τέλος, ο προσφεύγων δεν απέκτησε το Lyvers Ocle εκ κληρονομίας, αλλά μάλλον ως αντάλλαγμα των δικαιωμάτων που είχε στην περιουσία του trust.
43 Ως εκ τούτου, το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) 'Εχει το καθού Υπουργείο την εξουσία και/ή την υποχρέωση, να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στον προσφεύγοντα και/ή ή να τον αντιμετωπίσει ως εάν του είχε χορηγηθεί τέτοια ποσότητα:
i) κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 και 1639/91 του Συμβουλίου και/ή
ii) κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-264/90, Wehrs,
εφόσον
α) ο προσφεύγων ήταν δικαιούχος μεριδίου επί της περιουσίας του 'Children' s settlement' , το οποίο περιελάμβανε μεταξύ άλλων εκτάσεις γαιών, και απέκτησε πλήρη εξουσία επί του μεριδίου του στο 'settlement' αυτό κατά τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του το 1983
β) οι εν λόγω εκτάσεις γαιών είχαν εκμισθωθεί από τους 'trustees' του 'Children' s settlement' στην Η & R Ecroyd Ltd, η οποία τις εκμεταλλευόταν
γ) μέρος των εκτάσεων αυτών υπομισθώθηκε στη συνέχεια από μια εταιρία, την Credenhill Farming, η οποία τις εκμεταλλευόταν και μεταξύ των εταίρων της οποίας περιλαμβανόταν η Η & R Ecroyd Ltd
δ) η Credenhill Farming ανέλαβε δέσμευση μη εμπορίας κατά τον κανονισμό 1078/77 του Συμβουλίου, όσον αφορά την εκμετάλλευσή της, δηλαδή τις εκτάσεις γαιών που υπομίσθωνε κατά τα ανωτέρω
ε) όλοι οι άλλοι εταίροι αποχώρησαν από την εταιρία Credenhill Farming πριν από τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας, έκτοτε δε την εκμετάλλευση του αγροκτήματος για το οποίο είχε αναληφθεί η δέσμευση μη εμπορίας ανέλαβε για δικό της λογαριασμό η Η & R Ecroyd Ltd
στ) η Credenhill Farming και, στη συνέχεια, η Η & R Ecroyd Ltd τήρησαν τους όρους της δεσμεύσεως μη εμπορίας. Ειδικότερα, μετά την αποχώρηση των λοιπών εταίρων της εταιρίας, η Η & R Ecroyd Ltd δεν παρήγαγε γάλα στην εκμετάλλευση κατά τον εναπομένοντα χρόνο ισχύος της αρχικής δεσμεύσεως μη εμπορίας την οποία είχε αναλάβει η εταιρία
ζ) μετά την αποχώρηση των λοιπών εταίρων της εταιρίας, η Η & R Ecroyd Ltd δεν δεσμεύθηκε εγγράφως, σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1078/77, να συνεχίσει τη δέσμευση μη εμπορίας που είχε αναλάβει η δικαιοπάροχος εταιρία
η) η Η & R Ecroyd Ltd είχε λάβει αρχική ποσόστωση για άλλη εκμετάλλευση
θ) το 1987, μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου μη εμπορίας, μέρος των εκτάσεων για τις οποίες είχε αναληφθεί αρχικώς δέσμευση μη εμπορίας από την Credenhill Farming υπεκμισθώθηκε από την Η & R Ecroyd Ltd στον προσφεύγοντα, ο οποίος τις εκμεταλλεύεται έκτοτε
ι) τον Δεκέμβριο του 1989, η πλήρης κυριότητα επί των εν λόγω εκτάσεων μεταβιβάστηκε, διατηρουμένης της μισθώσεως από την H & R Ecroyd Ltd, στον προσφεύγοντα από τους 'trustees' του 'Children' s settlement' , ως αντάλλαγμα των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος στο πλαίσιο του 'Children' s settlement'
ια) για την εν λόγω μεταβίβαση ο προσφεύγων κατέβαλε στους 'trustees' , ως αντιστάθμισμα, ποσό ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της αξίας του μεριδίου του προσφεύγοντος στο πλαίσιο του Children' s settlement και της αξίας του μεταβιβαζομένου ακινήτου, λαμβανομένου υπόψη του ότι για τις εν λόγω εκτάσεις δεν υπήρχε ειδική ποσότητα αναφοράς;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, από πότε γεννάται αυτή η εξουσία και/ή η υποχρέωση;
2) Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι ότι το καθού Υπουργείο δεν έχει αυτήν την εξουσία και/ή την υποχρέωση, είναι το άρθρο 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 764/89 και 1639/91 του Συμβουλίου, έγκυρο καθόσον αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στον παραγωγό αυτόν;
3) Ειδικότερα, αν η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα 1 είναι ότι το καθού Υπουργείο δεν έχει αυτήν την εξουσία και/ή την υποχρέωση, διότι ο προσφεύγων δεν πληροί την προϋπόθεση του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1639/91, σύμφωνα με την οποία η εκμετάλλευση πρέπει να έχει αποκτηθεί πριν από τις 29 Ιουνίου 1989, είναι έγκυροι οι προπαρατεθέντες κανονισμοί, καθόσον αποκλείουν τους παραγωγούς που απέκτησαν εκμετάλλευση εκ κληρονομίας ή με ανάλογη προς κληρονομία πράξη μετά τις 29 Ιουνίου 1989;
4) Αν η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί, είναι παράνομo και ανίσχυρo καθόσον δεν επιτρέπει τη χορήγηση γαλακτοκομικής ποσοστώσεως στον προσφεύγοντα, έχει το καθού Υπουργείο την εξουσία και/ή την υποχρέωση να χορηγήσει γαλακτοκομική ποσόστωση στον προσφεύγοντα και/ή να τον αντιμετωπίσει ως εάν του είχε χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς, πριν θεσπιστούν νέες κοινοτικές διατάξεις που θα θεραπεύουν ή θα λαμβάνουν υπόψη το ανίσχυρο του επίμαχου μέτρου;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, από πότε γεννάται αυτή η εξουσία και/ή η υποχρέωση;
5) Αν η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα είναι ότι το καθού Υπουργείο είχε την εξουσία και/ή την υποχρέωση να χορηγήσει στον προσφεύγοντα ειδική ποσότητα αναφοράς και/ή να τον αντιμετωπίσει ως εάν του είχε χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς, προτού το Συμβούλιο των Υπουργών θεσπίσει νέα ρύθμιση και/ή κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-264/90, Wehrs, δικαιούται κατ' αρχήν ο προσφεύγων να ζητήσει αποζημίωση από το καθού Υπουργείο λόγω της αρνήσεως του δευτέρου να του χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς;
6) Αν η απάντηση στο ερώτημα 5 είναι ότι ο προσφεύγων δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση από το καθού Υπουργείο, βάσει ποιων κανόνων πρέπει να υπολογισθεί το ύψος της αποζημιώσεως αυτής;"
Επί των ερωτημάτων της υποθέσεως Ecroyd Limited
Επί του πρώτου ερωτήματος
44 Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν, δυνάμει του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, ιδίως δε δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του πρώτου κανονισμού, η αρμόδια εθνική αρχή υπεχρεούτο να χορηγήσει προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στα σημεία α' έως ε' του πρώτου αυτού ερωτήματος ή εάν είχε την ευχέρεια να το πράξει. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εάν, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Wehrs, η αρμόδια εθνική αρχή υπεχρεούτο να χορηγήσει προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις ή εάν είχε την ευχέρεια να το πράξει.
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου ερωτήματος
45 Πρέπει κατ' αρχάς να διευκρινιστεί ότι ο παραγωγός, προκειμένου να αξιώσει να του χορηγηθεί προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς στο πλαίσιο της σχετικής με την παρούσα υπόθεση ρυθμίσεως, πρέπει όχι μόνον να έχει μετάσχει, ως παραγωγός ή ως διάδοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως, σε σύστημα μη εμπορίας όπως αυτό που καθιερώνει ο κανονισμός 1078/77, αλλά επίσης να μην έχει λάβει ποσότητα αναφοράς υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84.
46 'Οσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι, κατόπιν της λύσεως της Credenhill Farming, η Ecroyd Limited αναδέχθηκε την περιουσία και ανέλαβε τις δραστηριότητες της εταιρίας αυτής και κατέστη η μόνη διαχειρίστρια της εκμεταλλεύσεως, τηρώντας συγχρόνως * σιωπηρώς * την αναληφθείσα προηγουμένως από την Credenhill Farming δέσμευση μη εμπορίας.
47 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 1078/77 είχε ως κύριο στόχο την αποκατάσταση της ισορροπίας στη χαρακτηριζομένη από σημαντικά πλεονάσματα αγορά του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, μέσω της θεσπίσεως συστήματος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
48 Από το σύστημα που καθιέρωσε ο κανονισμός αυτός προκύπτει ότι η μη εμπορία για περίοδο πέντε ετών αποτελούσε το ουσιώδες κριτήριο για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως.
49 Η εν τοις πράγμασι τήρηση, από διάδοχο γεωργικής εκμεταλλεύσεως όπως η Ecroyd Limited, της υποχρεώσεως που είχε αναλάβει ο δικαιοπάροχός του να μην εμπορεύεται γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας ανταποκρίνεται τόσο στο κριτήριο όσο και στον στόχο που εκτίθενται ανωτέρω.
50 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η μη τήρηση μιας απλής διατυπώσεως, όπως η εκ μέρους του διαδόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως ρητή ανάληψη της δεσμεύσεως να συνεχίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε ο δικαιοπάροχός του, συνεπάγεται τον αποκλεισμό του διαδόχου αυτού από το σύστημα μη εμπορίας, όπως αν δεν είχε πράγματι τηρήσει τη δέσμευση μη εμπορίας.
51 Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η αίτηση της Ecroyd Limited να της χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς δεν μπορούσε να απορριφθεί με την αιτιολογία ότι δεν δεσμεύθηκε εγγράφως να συνεχίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει ο δικαιοπάροχός της.
52 'Οσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση κατά την οποία, προκειμένου να μπορεί ο παραγωγός να αξιώσει να του χορηγηθεί προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς, δεν πρέπει να έχει λάβει ποσότητα αναφοράς υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84, υπενθυμίζεται ότι η Ecroyd Limited είχε ήδη λάβει αρχική ποσόστωση δυνάμει της διατάξεως αυτής για τα πέντε αγροκτήματα στα οποία είχε συνεχίσει τη γαλακτοκομία (βλ. σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως).
53 Συνεπώς, η Ecroyd Limited δεν πληρούσε τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση, την οποία προέβλεπε η τότε ισχύουσα ρύθμιση.
54 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο, δυνάμει του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, ιδίως δε δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, να χορηγήσει ειδική προσωρινή ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στα σημεία α' έως ε' του πρώτου αυτού ερωτήματος ούτε είχε την ευχέρεια να το πράξει.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου ερωτήματος
55 Υπενθυμίζεται κατ' αρχάς ότι, κατά την απόφαση Wehrs, το άρθρο 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, είναι ανίσχυρο καθόσον αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους εκδοχείς πριμοδοτήσεως χορηγηθείσας δυνάμει του κανονισμού 1078/77, οι οποίοι έλαβαν ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84.
56 Η Ecroyd Limited προέβαλε κατ' ουσίαν με τις παρατηρήσεις της ότι, εφόσον βρισκόταν σε κατάσταση παρόμοια με αυτήν του Wehrs, το Υπουργείο όφειλε, κατόπιν της εν λόγω αποφάσεως, να της αναγνωρίσει ex tunc δικαίωμα να λάβει ειδική ποσότητα αναφοράς, χωρίς να αναμείνει τη θέσπιση νέας ρυθμίσεως από το Συμβούλιο, στην οποία το Συμβούλιο προέβη με την έκδοση του κανονισμού 2055/93, διότι, εν προκειμένω, κατόπιν της διαπιστώσεως του παρανόμου, εξακολουθούσε να υφίσταται ένα έγκυρο και εφαρμοστέο σύστημα.
57 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
58 Συναφώς, χωρίς καν να χρειάζεται εκτενής ανάλυση των αποτελεσμάτων της αποφάσεως του Δικαστηρίου, η οποία διαπιστώνει, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, το εν όλω ή εν μέρει ανίσχυρο μιας πράξεως κοινοτικού οργάνου, έναντι των διοικητικών εθνικών αρχών που είναι αρμόδιες για τον τομέα που αφορά η πράξη αυτή, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι συνέπειες που μπορούν ενδεχομένως να αντληθούν, στις εθνικές έννομες τάξεις, από μια τέτοια κήρυξη του ανισχύρου εξαρτώνται, εν πάση περιπτώσει, άμεσα από το κοινοτικό νομικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν της εν λόγω κηρύξεως του ανισχύρου.
59 Όσον αφορά όμως ένα πολύπλοκο σύστημα όπως αυτό των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όπως προκύπτει κατ' ουσίαν από τις παραγράφους 76 έως 87 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα και όπως επιβεβαιώνεται από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2055/93, το σχετικό με την παρούσα υπόθεση νομικό πλαίσιο, όπως ίσχυε μετά την κήρυξη του ανισχύρου του κανόνα της μη σωρεύσεως με την απόφαση Wehrs και πριν από την έκδοση του κανονισμού 2055/93, δεν επέτρεπε αφ' εαυτού, δηλαδή χωρίς την αναμόρφωση του συστήματος, να χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς σε παραγωγό ευρισκόμενο στην κατάσταση της Ecroyd Limited.
60 Κατά συνέπεια, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Wehrs, να χορηγήσει προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις ούτε είχε την ευχέρεια να το πράξει.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
61 Με το δεύτερο ερώτημα, ερωτάται κατ' ουσίαν αν το άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, είναι ανίσχυρο, κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς που τελούν υπό τις περιστάσεις που εκτίθενται στα σημεία α' έως ε' του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
62 'Οπως προκύπτει από τις σκέψεις 45 έως 52 της παρούσας αποφάσεως, η κατάσταση της Ecroyd Limited μπορεί να εξομοιωθεί με την κατάσταση του εκδοχέα πριμοδοτήσεως χορηγηθείσας δυνάμει του κανονισμού 1078/77, ο οποίος έχει λάβει ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84.
63 Συνεπώς, ενόψει της αποφάσεως Wehrs, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, είναι ανίσχυρο, κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς που τελούν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις.
Επί του τρίτου ερωτήματος
64 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, σε περίπτωση που το άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, είναι ανίσχυρο, κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς σε παραγωγούς τελούντες υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, η αρμόδια εθνική αρχή υποχρεούται να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς πριν θεσπιστούν νέες κοινοτικές διατάξεις θεραπεύουσες το διαπιστωθέν ανίσχυρο ή εάν, τουλάχιστον, έχει την ευχέρεια να το πράξει.
65 Ενόψει των απαντήσεων που δόθηκαν στο δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος και στο δεύτερο ερώτημα, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, πριν θεσπιστούν άλλες κοινοτικές διατάξεις θεραπεύουσες το διαπιστωθέν ανίσχυρο, η αρμόδια εθνική αρχή δεν υποχρεούται να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, ούτε έχει την ευχέρεια να το πράξει.
Επί του τετάρτου και πέμπτου ερωτήματος
66 Ενόψει των απαντήσεων που δόθηκαν στα προηγούμενα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα.
Επί των ερωτημάτων της υποθέσεως Rupert Ecroyd
Επί του πρώτου ερωτήματος
67 'Οπως ακριβώς και στην υπόθεση Ecroyd Limited, ενδείκνυται να χωρισθεί το ερώτημα αυτό σε δύο αυτοτελή σκέλη, με το ένα εκ των οποίων ερωτάται αν η αρμόδια εθνική αρχή υπεχρεούτο, δυνάμει του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμούς 764/89 και 1639/91, ιδίως δε δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού αυτού, να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις περιστάσεις που εκτίθενται στα σημεία α' έως ια' του ερωτήματος αυτού ή εάν είχε την ευχέρεια να το πράξει, με το δε άλλο σκέλος ερωτάται αν, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Wehrs, η αρμόδια εθνική αρχή υπεχρεούτο να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις ή αν είχε την ευχέρεια να το πράξει.
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου ερωτήματος
68 Πρέπει κατ' αρχάς να υπομνηστεί ότι, κατά τον κανονισμό 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, ιδίως δε με το άρθρο 3α του κανονισμού αυτού, προβλεπόταν η χορήγηση ειδικής προσωρινής ποσότητας αναφοράς σε δύο κατηγορίες παραγωγών, δηλαδή στους παραγωγούς που είχαν αναλάβει και τηρήσει δέσμευση μη εμπορίας δυνάμει του κανονισμού 1078/77 και στους παραγωγούς οι οποίοι, αφού ανέλαβαν την εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας, τήρησαν την αναληφθείσα από τον δικαιοπάροχό τους δέσμευση, υπό την προϋπόθεση, και στις δύο περιπτώσεις, ότι δεν είχαν ήδη λάβει ποσότητα αναφοράς υπό τις συνθήκες που καθορίζονται από άλλες διατάξεις του συστήματος πρόσθετης εισφοράς.
69 Με την απόφαση Rauh, διευκρινίστηκε ότι το άρθρο 3α έχει την έννοια ότι επιτρέπει, υπό τους όρους που καθορίζει, τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στον παραγωγό, ο οποίος, μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας, ανέλαβε γεωργική εκμετάλλευση, εκ κληρονομίας ή με ανάλογη προς κληρονομία πράξη, υπό τους ίδιους όρους με τον ίδιο τον κληρονομούμενο (σκέψεις 19 και 25).
70 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το άρθρο 3α τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1639/91, προκειμένου να καταστεί δυνατό στους παραγωγούς, που βρίσκονταν στην κατάσταση που περιγράφεται στην προηγούμενη σκέψη και δεν είχαν υποβάλει αίτηση εμπροθέσμως ή των οποίων η αίτηση είχε απορριφθεί, να υποβάλουν αίτηση για πρώτη φορά ή εκ νέου.
71 'Οσον αφορά την εκμετάλλευση την αποκαλούμενη Lyvers Ocle, ο Rupert Ecroyd υποστηρίζει ότι δικαιούται ποσοστώσεως Slom II, διότι ανέλαβε την εκμετάλλευση εκ κληρονομίας ή με ανάλογη προς κληρονομία πράξη, μετά τη λήξη της δεσμεύσεως της Credenhill Farming και της Ecroyd Limited, αλλά πριν από τις 29 Ιουνίου 1989. Προς στήριξη της απόψεώς του, ο Rupert Ecroyd ισχυρίζεται, πρώτον, ότι, κατά τους όρους του trust, απέκτησε το 1983 το δικαίωμα να λάβει το ένα τέταρτο της περιουσίας του trust, το οποίο περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, το Lyvers Ocle, δεύτερον, ότι το Lyvers Ocle τού μεταβιβάστηκε από τους trustees προκειμένου να συνεχίσει τη διαχείριση της εκμεταλλεύσεως και, τέλος, ότι η συμφωνία που του επέτρεψε να αρχίσει να διαχειρίζεται την εκμετάλλευση Lyvers Ocle το 1987, η οποία χαρακτηρίζεται ως σύμβαση υπομισθώσεως ή απλώς ως οικογενειακή συμφωνία, αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των όρων της διαδοχής.
72 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
73 Συγκεκριμένα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εκμετάλλευση Lyvers Ocle μεταβιβάστηκε στον Rupert Ecroyd εμπροθέσμως, εκ κληρονομίας ή με ανάλογη προς κληρονομία πράξη, τούτο δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 69 της παρούσας αποφάσεως, ο προσφεύγων εδικαιούτο να λάβει ποσόστωση μόνον "υπό τους ίδιους όρους με τον ίδιο τον κληρονομούμενο". Κανένα όμως από τα πρόσωπα που μπορούν να θεωρηθούν ως κληρονομούμενοι στην παρούσα υπόθεση δεν είχε δικαίωμα να λάβει ειδική ποσότητα αναφοράς κατά το άρθρο 3α, ιδίως δε κατά την παράγραφο 1, τελευταίο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμούς 764/89 και 1639/91. Πράγματι, ούτε οι trustees και, γενικότερα, οι κύριοι του Lyvers Ocle, ούτε η Ecroyd Limited μπορούσαν να αξιώσουν τέτοια ποσόστωση, διότι οι πρώτοι ουδέποτε είχαν λάβει μέρος σε σύστημα μη εμπορίας και η δεύτερη είχε ήδη λάβει αρχική ποσόστωση δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84 και, συνεπώς, ενέπιπτε στον κανόνα της μη σωρεύσεως που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
74 Συνεπώς, στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο, δυνάμει του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμούς 764/89 και 1639/91, ιδίως δε δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού αυτού, να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις περιστάσεις που εκτίθενται στα σημεία α' έως ια' του πρώτου ερωτήματος, ούτε είχε την ευχέρεια να το πράξει.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου ερωτήματος
75 Υπό το φως των συλλογισμών που εκτίθενται στη σκέψη 73 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι η κήρυξη του ανισχύρου του κανόνα της μη σωρεύσεως με την απόφαση Wehrs δεν μπορεί να αφορά τον Rupert Ecroyd, έστω και εμμέσως, παρά μόνον εάν θεωρηθεί ότι αυτός ανέλαβε εμπροθέσμως την εκμετάλλευση της Ecroyd Limited, εκ κληρονομίας ή με ανάλογη προς κληρονομία πράξη.
76 Δεδομένου όμως ότι ο κληρονόμος ή ο εξομοιούμενος προς αυτόν διάδοχος μετέχει, εν πάση περιπτώσει, της τύχης του κληρονομουμένου και λαμβανομένου υπόψη ότι η Ecroyd Limited δεν μπορούσε να αξιώσει από τις εθνικές αρχές τη χορήγηση ποσοστώσεως Slom κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Wehrs και πριν από την έκδοση του κανονισμού 2055/93 (βλ. σκέψη 59 της παρούσας αποφάσεως), διαπιστώνεται ότι ούτε ο Rupert Ecroyd είχε δικαίωμα να λάβει τέτοια ποσόστωση κατόπιν της αποφάσεως αυτής.
77 Συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Wehrs, η αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις ούτε είχε την ευχέρεια να το πράξει.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
78 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν εάν το άρθρο 3α, ιδίως δε η παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμούς 764/89 και 1639/91, είναι ανίσχυρο υπό το πρίσμα της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς που τελούν υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στα σημεία α' έως ια' του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος.
79 'Οπως προκύπτει από τους συλλογισμούς που αναπτύχθηκαν προς στήριξη της απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, το άρθρο 3α όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1639/91, σκοπούσε στο να επιτραπεί η χορήγηση στους παραγωγούς που "κληρονόμησαν" γαλακτοκομική εκμετάλλευση μετά τη λήξη της δεσμεύσεως μη εμπορίας του δικαιοπαρόχου τους ποσοστώσεως υπό τους ίδιους όρους με τον ίδιο τον δικαιοπάροχο.
80 Συνεπώς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο Rupert Ecroyd ανέλαβε την εκμετάλλευση Lyvers Ocle εκ κληρονομίας ή με ανάλογη προς κληρονομία πράξη, θα μπορούσε να προσδοκά ευλόγως ότι θα λάβει ποσόστωση μόνον υπό τους ίδιους όρους με τον κληρονομούμενο.
81 Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ο κληρονομούμενος, είτε ήταν η Ecroyd Limited είτε οι κύριοι του Lyvers Ocle, δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να λάβει ποσόστωση Slom, όπως εξετέθη στη σκέψη 73 της παρούσας αποφάσεως.
82 Ενόψει των ανωτέρω, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, από την εξέταση του άρθρου 3α, ιδίως δε της παραγράφου 1, τελευταίο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμούς 764/89 και 1639/91, κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς που τελούν υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στα σημεία α' έως ια' του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του υπό το πρίσμα της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί του τρίτου, τετάρτου, πέμπτου και έκτου ερωτήματος
83 Ενόψει των απαντήσεων στα προηγούμενα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο, το τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
84 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 27ης Οκτωβρίου 1993 το High Court of Justice, Queen' s Bench Division, αποφαίνεται:
Όσον αφορά την Ecroyd Limited
1) Η αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, ιδίως δε δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, να χορηγήσει ειδική προσωρινή ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στα σημεία α' έως ε' του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος ούτε είχε την ευχέρεια να το πράξει.
2) Η αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-264/90, Wehrs, να χορηγήσει προσωρινή ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις ούτε είχε την ευχέρεια να το πράξει.
3) Tο άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89, είναι ανίσχυρο, κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς που τελούν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις.
4) Πριν θεσπιστούν άλλες κοινοτικές διατάξεις θεραπεύουσες το διαπιστωθέν ανίσχυρο, η αρμόδια εθνική αρχή δεν υποχρεούται να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις ούτε έχει την ευχέρεια να το πράξει.
Όσον αφορά τον Rupert Ecroyd
1) H αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο, δυνάμει του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89 και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991, ιδίως δε δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού αυτού, να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις περιστάσεις που εκτίθενται στα σημεία α' έως ια' του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος ούτε είχε την ευχέρεια να το πράξει.
2) Kατόπιν της εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Wehrs, η αρμόδια εθνική αρχή δεν υπεχρεούτο να χορηγήσει ειδική ποσότητα αναφοράς στους παραγωγούς που τελούσαν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις ούτε είχε την ευχέρεια να το πράξει.
3) Aπό την εξέταση του άρθρου 3α, ιδίως δε της παραγράφου 1, τελευταίο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τους κανονισμούς 764/89 και 1639/91, κατά το μέτρο που αποκλείει τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς που τελούν υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του υπό το πρίσμα της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Full & Egal Universal Law Academy