Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή λόγω παραβάσεως * Η προ της ασκήσεως της ένδικης προσφυγής φάση * Όχληση * Προσδιορισμός του αντικειμένου της διαφοράς * Αιτιολογημένη γνώμη * Λεπτομερής διατύπωση των αιτιάσεων * Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169 Συνθήκη ΕΚΑΕ, άρθρο 141)
Περίληψη
Ενόψει του σκοπού του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, το κείμενο του οποίου είναι όμοιο προς αυτό του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως ένδικης προσφυγής φάση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, όπου εντάσσεται το έγγραφο οχλήσεως, το εν λόγω έγγραφο αποσκοπεί στο να προσδιοριστεί το αντικείμενο της διαφοράς και να υποδειχθούν στο κράτος μέλος που καλείται να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του τα αναγκαία για την προετοιμασία της άμυνάς του στοιχεία. Δεδομένου ότι η δυνατότητα που έχει το οικείο κράτος μέλος να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του αποτελεί * ακόμα κι αν αυτό κρίνει ότι δεν χρειάζεται να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής * ουσιώδη εγγύηση που επιδιώχθηκε να διασφαλιστεί με τη Συνθήκη, η τήρηση αυτής της εγγυήσεως αποτελεί προϋπόθεση της νομότυπης διεξαγωγής της διαδικασίας αναγνωρίσεως της παραβάσεως κράτους.
Καίτοι εξ αυτού προκύπτει ότι στην αιτιολογημένη γνώμη του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να εκτίθενται με λογική πληρότητα και λεπτομερώς οι λόγοι που ώθησαν την Επιτροπή να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο κράτος παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να απαιτεί τόσο μεγάλη ακρίβεια όσον αφορά την όχληση η οποία δεν μπορεί, κατ' ανάγκην, να συνίσταται παρά σε μια πρώτη σύντομη περίληψη των αιτιάσεων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-135/94,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Antonio Aresu, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον Umbertο Leanza, προϊστάμενο της Υπηρεσίας Διπλωματικών Διαφορών του ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της Πρεσβείας της Ιταλίας, 5 rue Marie-Adelaide,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 89/618/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες (ΕΕ L 357, σ. 31), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία καθώς και από το άρθρο 161, τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), Κ. Ν. Κακούρη, J. L. Murray και G. Hirsch, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Απριλίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Μαΐου 1994, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήταν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 89/618/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες (ΕΕ L 357, σ. 31, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία καθώς και από το άρθρο 161, τρίτο εδάφιο, και το άρθρο 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
2 Σύμφωνα με το άρθρο 12 της οδηγίας, "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο είκοσι τέσσερις μήνες μετά την έκδοσή της. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή για τη λήψη των μέτρων αυτών καθώς και για τις ενδεχόμενες μεταγενέστερες τροποποιήσεις".
Επί του παραδεκτού
3 Η Ιταλική Δημοκρατία αμφισβητεί ότι το έγγραφο οχλήσεως της 20ής Μαΐου 1992 αποτελεί έγκυρη πράξη κινήσεως της διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως του άρθρου 141 της Συνθήκης. Βασικώς ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ενήργησε αποστέλλοντας το έγγραφο οχλήσεως με τυποποιημένο περιεχόμενο, σε συνημμένο κατάλογο του οποίου μνημονεύονταν διάφορες οδηγίες, μεταξύ των οποίων και η αποτελούσα το αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής, και ότι δήλωσε ότι ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ αντί του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Τούτο συνεπάγεται, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το απαράδεκτο της υπό κρίση προσφυγής.
4 Πρέπει να υπομνηστεί ότι το κείμενο του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ είναι όμοιο προς αυτό του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
5 Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, εν όψει του σκοπού της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας λόγω παραβάσεως, το έγγραφο οχλήσεως έχει ως σκοπό να προσδιοριστεί το αντικείμενο της διαφοράς και να υποδειχθούν στο κράτος μέλος, που καλείται να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, τα αναγκαία στοιχεία για την προετοιμασία της άμυνάς του (βλ. την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, 274/83, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1985, σ. 1077, σκέψη 19).
6 Δεδομένου ότι η δυνατότητα που έχει το οικείο κράτος μέλος να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του αποτελεί * ακόμα κι αν αυτό κρίνει ότι δεν χρειάζεται να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής * ουσιώδη εγγύηση που επιδιώχθηκε να διασφαλιστεί με τη Συνθήκη, η τήρηση αυτής της εγγυήσεως αποτελεί προϋπόθεση της νομότυπης διεξαγωγής της διαδικασίας αναγνωρίσεως της παραβάσεως κράτους (η ίδια απόφαση, σκέψη 20).
7 Καίτοι εξ αυτού προκύπτει ότι στην αιτιολογημένη γνώμη του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να εκτίθενται με λογική πληρότητα και λεπτομερώς οι λόγοι που ώθησαν την Επιτροπή να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το συγκεκριμένο κράτος παρέβη υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να απαιτεί τόσο μεγάλη ακρίβεια όσον αφορά την όχληση η οποία δεν μπορεί, κατ' ανάγκην, να συνίσταται παρά σε μια πρώτη σύντομη περίληψη των αιτιάσεων (η ίδια απόφαση, σκέψη 21).
8 Συναφώς, από τη σχετική δικογραφία προκύπτει ότι, με το έγγραφο οχλήσεως της 20ής Μαΐου 1992, η Επιτροπή γνώρισε στην Ιταλική Κυβέρνηση ότι, βάσει των στοιχείων που διέθετε, ήταν υποχρεωμένη να εικάσει ότι οι αναφερόμενες στον συνημμένο κατάλογο οδηγίες δεν είχαν μεταφερθεί στο ιταλικό δίκαιο. Στον εν λόγω κατάλογο περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και η επίμαχη εν προκειμένω οδηγία, η οποια ρητώς μνημονευόταν ως οδηγία Ευρατόμ. Αυτήν την έλλειψη παραθέσεως των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΕ επανόρθωσε η Επιτροπή στην αιτιολογημένη γνώμη της 25ης Μαΐου 1993 όπου έγινε αποκλειστικά αναφορά στη διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως του άρθρου 141 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ενώ στο κύριο σώμα της εν λόγω γνώμης έγινε αναφορά στα άρθρα 161, τρίτο εδάφιο, και 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης αυτής. Στις ίδιες διατάξεις αναφέρθηκε η Επιτροπή και με το δικόγραφο της προσφυγής.
9 Εξ αυτού έπεται ότι η πραγματική αιτίαση της Επιτροπής, δηλαδή η μη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, δεν τροποποιήθηκε κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
10 Κατά συνέπεια, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπορούσε να αμφιβάλλει ότι η Επιτροπή της είχε προσάψει, λόγω της μη εκ μέρους της μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, παράβαση από πλευράς της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
11 Υπό τις συνθήκες αυτές, η μη αναφορά, στο έγγραφο οχλήσεως, των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΕ δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας της Ιταλικής Δημοκρατίας.
12 Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να κηρυχτεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
13 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη έχοντας θεσπίσει τις διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 27 Νοεμβρίου 1991, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από την αιτίασή της περί παραβάσεως των άρθρων 161, τρίτο εδάφιο, και 192, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, που δεν μνημονεύονται στο διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης.
14 Η Ιταλική Δημοκρατία δεν αρνείται το ότι η οδηγία δεν μεταφέρθηκε στο εσωτερικό της δίκαιο εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
15 Κατόπιν τούτου, η προβαλλομένη εν προκειμένω απο την Επιτροπή παράβαση πρέπει να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένη.
16 Κατά συνέπεια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
17 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 89/618/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1989, σχετικά με την ενημέρωση του πληθυσμού για τα εφαρμοστέα μέτρα προστασίας της υγείας και την ακολουθητέα συμπεριφορά σε περίπτωση έκτακτου κινδύνου από ακτινοβολίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy