Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Πράξεις των οργάνων - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - Περιεχόμενο - Κανονισμοί - Παράλειψη ρητής μνείας της αρχής της αναλογικότητας - Παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως - Δεν συντρέχει
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 3 Β και 190· κανονισμός 519/94 του Συμβουλίου)
2 Διαδικασία - Παρέμβαση - Δικόγραφο με αντικείμενο την υποστήριξη των αιτημάτων ενός των διαδίκων, στο οποίο όμως αναπτύσσεται άλλη επιχειρηματολογία - Παραδεκτόν
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 37, εδ. 4)
3 Κοινή εμπορική πολιτική - Κανονιστική ρύθμιση από τα κοινοτικά όργανα - Εξουσία εκτιμήσεως - Δικαστικός έλεγχος - Όρια - Κανονισμός 519/94 - Ποσοστώσεις εισαγωγής ορισμένων παιχνιδιών προελεύσεως Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας - Πεπλανημένη εκτίμηση - Δεν συντρέχει
(Κανονισμός 519/94 του Συμβουλίου)
4 Κοινή εμπορική πολιτική - Κανονιστική ρύθμιση από τα κοινοτικά όργανα - Θέσπιση νέου ενιαίου συστήματος εισαγωγών σε κοινοτικό επίπεδο - Ρόλος του Συμβουλίου - Λαμβάνεται υπόψη το γενικό συμφέρον της Κοινότητας - Υποχρέωση επιβεβαιώσεως των προηγουμένων επιλογών που έχουν πραγματοποιήσει τα κράτη μέλη - Δεν συντρέχει
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 4· κανονισμός 519/94 του Συμβουλίου)
5 Κοινή εμπορική πολιτική - Εμπορικές συναλλαγές με τις τρίτες χώρες - Ποσοστώσεις εισαγωγής - Επιτρέπονται - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 110)
6 Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Αναλογικότητα - Κανονισμός 519/94 θεσπίζων ποσοστώσεις εισαγωγών για ορισμένα παιχνίδια καταγωγής Κίνας - Εξουσία εκτιμήσεως του κοινοτικού νομοθέτη σε θέματα κοινής εμπορικής πολιτικής - Δικαστικός έλεγχος - Όρια
7 Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Ίση μεταχείριση - Προσβολή - Μη συγκρίσιμες καταστάσεις - Δεν συντρέχει
(Κανονισμός 519/94 του Συμβουλίου)
Περίληψη
8 Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, που επιβάλλεται από το άρθρο 190 της Συνθήκης, εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και, προκειμένου για πράξεις που προορίζονται να τύχουν γενικής εφαρμογής, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στο να αναφέρει, αφενός, την όλη κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή της και, αφετέρου, τους γενικούς στόχους που επιδιώκει. Αν η αμφισβητούμενη πράξη αποκαλύπτει το ουσιώδες του επιδιωκόμενου από το κοινοτικό όργανο σκοπού, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για κάθε μία από τις τεχνικές επιλογές στις οποίες προέβη.
Συναφώς, μολονότι είναι αληθές ότι η αρχή της αναλογικότητας, όπως θεσπίζεται στο άρθρο 3 Β, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, αποτελεί γενική αρχή της κοινοτικής έννομης τάξεως, δεν μπορεί να απαιτείται από το Συμβούλιο, προκειμένου να συμμορφούται προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως που του επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 190 της Συνθήκης, να αναφέρει ρητώς την αρχή αυτή στις αιτιολογικές σκέψεις ενός κανονισμού, εφόσον από τον επίδικο κανονισμό προκύπτει ότι τα μέτρα που προβλέπει είναι αναγκαία για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων, σύμφωνα με την αρχή αυτή της αναλογικότητας.
9 Το άρθρο 37, εδάφιο 4, του Οργανισμού του Δικαστηρίου δεν εμποδίζει ο παρεμβαίνων να προβάλει επιχειρήματα διαφορετικά από τα επιχειρήματα του διαδίκου που υποστηρίζει, αρκεί να σκοπεί στην υποστήριξη των αιτημάτων του διαδίκου αυτού ή στην απόρριψη των αιτημάτων του αντιδίκου.
Συναφώς, η επιχειρηματολογία του παρεμβαίνοντος σχετικά με την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την αρχή της αναλογικότητας, όπως θεσπίζεται στο άρθρο 3 Β, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, αφορά τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας, τον οποίο προέβαλε κυρίως η καθής κυβέρνηση, και σκοπεί στην υποστήριξη των αιτημάτων της κυβερνήσεως αυτής.
10 Τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των αναγκαίων για την πραγματοποίηση της κοινής εμπορικής πολιτικής μέσων. Στον τομέα αυτό, ο οποίος προϋποθέτει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων, ο δικαστικός έλεγχος, ιδίως όταν η εν λόγω πράξη έχει γενική ισχύ, πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο ότι τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίες, ότι συνέβησαν πράγματι τα περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και ότι δεν χώρησε ούτε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών, ούτε ενέργεια κατά κατάχρηση εξουσίας.
Εξάλλου, η διακριτική ευχέρεια που έχει στη διάθεσή του το Συμβούλιο κατά την εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη φύση και το περιεχόμενο των διατάξεων που πρέπει να θεσπιστούν, αλλά σε ορισμένο βαθμό, και στη διάγνωση βασικών στοιχείων, υπό την έννοια ιδίως ότι επιτρέπεται στο Συμβούλιο να στηριχθεί, ενδεχομένως, σε συνολικό πόρισμα. Πράγματι, μολονότι το Συμβούλιο υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που διαθέτει δεν μπορεί να απαιτείται ότι, πριν από την έκδοση πράξεως γενικής ισχύος, θα προβεί σε ενδελεχή μελέτη όλων των εν λόγω οικονομικών τομέων.
Προκειμένου για τη θέσπιση νέου καθεστώτος εισαγωγών ορισμένων παιχνιδιών προελεύσεως Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας με τον κανονισμό 519/94, ο οποίος προβλέπει τον καθορισμό ποσοστώσεων εισαγωγής, η εξουσία εκτιμήσεως του Συμβουλίου ουδόλως περιορίστηκε από το γεγονός ότι το όργανο αυτό είχε αποφασίσει ότι το σημείο εκκινήσεως του νέου καθεστώτος πρέπει να είναι η ελευθέρωση των εισαγωγών. Πράγματι, κατ' αντίθεση προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, η κατάργηση κάθε ποσοτικού περιορισμού στις εισαγωγές καταγωγής τρίτων χωρών δεν συνιστά κανόνα δικαίου προς τον οποίο το Συμβούλιο υποχρεούται κατ' αρχήν να συμμορφώνεται, αλλά το αποτέλεσμα επιλογής του οργάνου αυτού κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του.
11 Προκειμένου για τη θέσπιση του νέου ενιαίου καθεστώτος σε κοινοτική κλίμακα εφαρμοστέου στις εισαγωγές ορισμένων τρίτων χωρών, που προοριζόταν να υποκαταστήσει το προϋπάρχον καθεστώς το οποίο προέκυπτε από τις επιλογές που είχαν πραγματοποιήσει τα διάφορα κράτη μέλη μεμονωμένα, το Συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γενικό συμφέρον της Κοινότητας στο σύνολό του και δεν δεσμεύεται, κατά την άσκηση της εξουσίας του εκτιμήσεως, από τις πραγματοποιηθείσες στο παρελθόν ατομικές επιλογές των κρατών μελών, ειδάλλως θα παραβιαζόταν ο ρόλος του οργάνου αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης, για την πραγματοποίηση του έργου που έχει ανατεθεί στην Κοινότητα. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί ότι συντρέχει πεπλανημένη εκτίμηση λόγω του ότι το νέο καθεστώς διαφέρει κατ' ουσίαν από το προϋσχύσαν.
12 Το άρθρο 110 της Συνθήκης δεν δύναται να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύεται στην Κοινότητα να λαμβάνει οποιοδήποτε μέτρο είναι δυνατόν να επηρεάσει τις συναλλαγές με τρίτες χώρες. Πράγματι, καθώς προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση της διατάξεως, ο στόχος που συνίσταται στη συμβολή στην προοδευτική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς συναλλαγές δεν μπορεί να υποχρεώνει τα όργανα να ελευθερώνουν τις εισαγωγές καταγωγής τρίτων χωρών όταν τέτοιου είδους διάβημα είναι προφανώς αντίθετο προς τα συμφέροντα της Κοινότητας.
13 Στο πλαίσιο του ελέγχου της αναλογικότητας που πραγματοποιείται στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, όπου τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, μόνον ο προδήλως απρόσφορος χαρακτήρας του μέτρου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του μέτρου αυτού. Ειδικότερα, όταν για τη θέσπιση μιας ρυθμίσεως ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα της ρυθμίσεως και τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι καταφανώς εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που ο εν λόγω νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο εκδόσεως της ρυθμίσεως. Αυτός ο περιορισμός του ελέγχου του Δικαστηρίου επιβάλλεται ιδιαιτέρως όταν, κατά την πραγματοποίηση της κοινής οργανώσεως των αγορών, το Συμβούλιο υποχρεούται να συμβιβάσει διιστάμενα συμφέροντα και, συνεπώς, να επιλέγει μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών λύσεων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του. Συναφώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί ωστόσο να υποκαταστήσει το Συμβούλιο στην εκτίμησή του περί του αν τα μέτρα που έλαβε ο κοινοτικός νομοθέτης ήταν ή όχι πρόσφορα, στον βαθμό που δεν αποδείχθηκε ότι τα μέτρα αυτά ήταν εμφανώς απρόσφορα για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού.
14 Δεν προσβάλλεται η αρχή της ισότητας, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται παρόμοιες καταστάσεις να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, εκτός αν η διαφορά στη μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς, η διαφορά της διαδικασίας κατά τον καθορισμό των ποσοστώσεων εισαγωγής, στον κανονισμό 519/94 του Συμβουλίου που θεσπίζει τις ποσοστώσεις εισαγωγών ορισμένων παιχνιδιών προελεύσεως Κίνας, αναλόγως του αν εμπίπτουν στο γενικό ενιαίο καθεστώς που θεσπίστηκε με τον εν λόγω κανονισμό ή στα μέτρα επιτηρήσεως και διασφαλίσεως που προβλέπονται στον ίδιο κανονισμό, στο μέτρο που η κατάσταση των ποσοστώσεων αυτών δεν είναι συγκρίσιμη. Πράγματι, δεν μπορεί να απαιτείται οι διαδικαστικές λεπτομέρειες του προσβαλλομένου κανονισμού για τις μελλοντικές τροποποιήσεις του θεσπιζομένου καθεστώτος να εφαρμόζονται στον ίδιο τον καθορισμό του καθεστώτος αυτού από το Συμβούλιο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-150/94,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τον John E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Christopher Vajda, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από την
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπουμένη από τους Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και Gereon Thiele, Assessor στο ίδιο υπουργείο, D-53107 Βόννη,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τους Bjarne Hoff-Nielsen, νομικό σύμβουλο, και Guus Houttuin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Alessandro Morbilli, γενικό διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθού,
υποστηριζομένου από
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον Alberto Navarro Gonzαlez, γενικό διευθυντή της υπηρεσίας κοινοτικών και θεσμικών διαφορών, και την Gloria Calvo Dνaz, abogado del Estado, της νομικής υπηρεσίας του κράτους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel Servais,
και
την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Eric L. White και Patrick Hetsch, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνοντες,
">που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 519/94 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994, για το κοινό καθεστώς εισαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1765/82, (ΕΟΚ) 1766/82 και (ΕΟΚ) 3420/83 (ΕΕ L 67, σ. 89), στο μέτρο που εφαρμόζεται στα παιχνίδια που εμπίπτουν στις δασμολογικές κλάσεις ΕΣ/ΣΟ 9503 41, 9503 49 και 9503 90,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini (εισηγητή) και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Lιger
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιουνίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιουνίου 1994, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 519/94 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1994, για το κοινό καθεστώς εισαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 1765/82, (ΕΟΚ) 1766/82 και (ΕΟΚ) 3420/83 (ΕΕ L 67, σ. 89, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), στο μέτρο που εφαρμόζεται στα παιχνίδια που εμπίπτουν στις δασμολογικές κλάσεις ΕΣ/ΣΟ 9503 41, 9503 49 και 9503 90.
Επί της υφισταμένης προ του προσβαλλομένου κανονισμού καταστάσεως
2 Πριν από τη θέση σε ισχύ του προσβαλλομένου κανονισμού, οι εισαγωγές των προϋόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου διέπονταν από πλείονες κανονισμούς του Συμβουλίου. Όσον αφορά, συγκεκριμένα, τις εισαγωγές καταγωγής Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας (στο εξής: Κίνα), το Συμβούλιο είχε θεσπίσει τον κανονισμό (EOK) 1766/82, της 30ής Ιουνίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών απο τη Λαϋκή Δημοκρατία της Κίνας (ΕΕ L 195, σ. 21), που αφορούσε τις εισαγωγές που δεν υπέκειντο σε ποσοτικούς περιορισμούς, και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3420/83, της 14ης Νοεμβρίου 1983, για τα καθεστώτα εισαγωγής προϋόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου που δεν έχουν ελευθερωθεί στο επίπεδο της Κοινότητας (ΕΕ L 346, σ. 6), που αφορούσε ιδίως τις εισαγωγές προελεύσεως Κίνας που δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1766/82.
3 Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 3420/83, η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των προϋόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα III του ιδίου κανονισμού, υπέκειτο σε ποσοτικούς περιορισμούς σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, που αναφέρονται στο παράρτημα αυτό. Σύμφωνα με το άρθρο 3, πριν από την 1η Δεκεμβρίου κάθε έτους, το Συμβούλιο έπρεπε να ορίζει, σύμφωνα με το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, τις ποσοστώσεις εισαγωγής που θα άνοιγαν τα κράτη μέλη έναντι των διαφόρων χωρών κρατικού εμπορίου, για τα προϋόντα αυτά. Η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου προέβλεπε ότι, ελλείψει τέτοιας αποφάσεως, οι υφιστάμενες ποσοστώσεις ανανεώνονταν, προσωρινώς, για το επόμενο έτος.
4 Δυνάμει των άρθρων 7 έως 10 του κανονισμού 3420/83 κάθε τροποποίηση που κράτος μέλος θεωρεί ότι πρέπει να επέλθει στο καθεστώς εισαγωγής που καθορίζεται με τον κανονισμό μπορεί να υποβάλλεται σε κοινοτική διαδικασία προηγουμένης διαβουλεύσεως η οποία καταλήγει σε απόφαση της Επιτροπής ή, σε περίπτωση αντιρρήσεως προβληθείσας εκ μέρους κράτους μέλους, του Συμβουλίου.
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3420/83 προέβλεπε εξάλλου τη δυνατότητα κράτους μέλους να υπερβεί το ύψος των ποσοστώσεων ή να ανοίξει δυνατότητες εισαγωγής όταν δεν προβλέπεται καμία ποσόστωση. Δυνάμει της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, εφόσον ένα κράτος μέλος, το οποίο μόνο διατηρεί ποσοτικό περιορισμό εισαγωγής, σχεδιάζει την κατάργηση ή την αναστολή του περιορισμού αυτού, πληροφορεί σχετικά τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, η οποία θεσπίζει το σχεδιαζόμενο μέτρο εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών, χωρίς να κινήσει τη διαδικασία των άρθρων 7 έως 10 του κανονισμού.
6 Μεταξύ των προϋόντων που εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 3420/83 αναφέρονται τα παιχνίδια, η εισαγωγή των οποίων υπέκειτο σε ποσοτικούς περιορισμούς στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ελλάδα. Οι περιορισμοί αυτοί εφαρμόζονταν όχι μόνο στα παιχνίδια προελεύσεως Κίνας, αλλά και στα παιχνίδια καταγωγής όλων των χωρών κρατικού εμπορίου που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του κανονισμού. Κατά την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας, το παράρτημα ΙΙΙ τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3784/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση, λόγω της προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, των παραρτημάτων Ι και ΙΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) 3420/83 για τα καθεστώτα εισαγωγής προϋόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου που δεν έχουν ελευθερωθεί στο επίπεδο της Κοινότητας (ΕΕ L 346, σ. 6), για να συμπεριλάβει, ιδίως, τους ισπανικούς περιορισμούς στην εισαγωγή παιχνιδιών.
7 Ο κανονισμός 3420/83 τροποποιήθηκε, τελευταία, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2456/92 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1992, για τον καθορισμό των ποσοστώσεων εισαγωγής που πρέπει να ανοιχθούν από τα κράτη μέλη έναντι των χωρών κρατικού εμπορίου το 1992 (ΕΕ L 252, σ. 1). Ο κανονισμός 2456/92 καθόριζε τις ποσοστώσεις που πρέπει να ανοιχθούν το 1992 και προέβλεπε, στο άρθρο 5, ότι το σύστημα αυτόματης ανανεώσεως που προέκυπτε από το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 3420/83 δεν ίσχυε για το 1993, λόγω της ανάγκης αντικαταστάσεως του υφισταμένου καθεστώτος από έναν κοινοτικό μηχανισμό καλύπτοντα όλους τους εναπομείναντες στις 31 Δεκεμβρίου 1992 περιορισμούς (πέμπτη αιτιολογική σκέψη). Όσον αφορά τα παιχνίδια προελεύσεως Κίνας, το παράρτημα VIII του κανονισμού 2456/92 καθόριζε ποσοστώσεις για τη Γερμανία και την Ισπανία.
8 Κανένας νέος κανονισμός για τον καθορισμό των ποσοστώσεων εισαγωγής δεν εκδόθηκε για το 1993. Εντούτοις, η Επιτροπή επέτρεψε εθνικά μέτρα, μεταξύ των οποίων ιδίως ποσοστώσεις για την εισαγωγή στην Ισπανία παιχνιδιών προελεύσεως Κίνας.
Επί του προσβαλλομένου κανονισμού
9 Ο προσβαλλόμενος κανονισμός, που άρχισε να ισχύει από τις 15 Μαρτίου 1994, κατάργησε τους κανονισμούς 1766/82 και 3420/83. Στην πρώτη αιτιολογική του σκέψη, επισημαίνεται ότι «η κοινή εμπορική πολιτική θα πρέπει να βασίζεται σε ενιαίες αρχές», ενώ με τους κανονισμούς 1766/82 και 3420/83 διατηρήθηκαν εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις που επέτρεπαν στα κράτη μέλη να εξακολουθούν να εφαρμόζουν εθνικά μέτρα στην εισαγωγή προϋόντων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου. Σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, «για να επιτευχθεί μεγαλύτερη ενοποίηση του καθεστώτος εισαγωγών, είναι ανάγκη να καταργηθούν οι εξαιρέσεις και οι παρεκκλίσεις που προέρχονται από τα εθνικά μέτρα εμπορικής πολιτικής που εξακολουθούν να ισχύουν, και ιδίως οι ποσοτικοί περιορισμοί που διατηρούνται από κράτη μέλη δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3420/83». Η πέμπτη και η έκτη αιτιολογική σκέψη διευκρινίζουν ότι η αρχή της ελευθερώσεως των εισαγωγών πρέπει να αποτελεί το σημείο εκκινήσεως για την ενοποίηση αυτή, πλην «ενός περιορισμένου αριθμού προϋόντων καταγωγής Κίνας». Όπως διευκρινίζει η έκτη αιτιολογική σκέψη, «λόγω του βαθμού ευαισθησίας ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας», τα προϋόντα αυτά πρέπει να υπόκεινται σε ποσοτικούς περιορισμούς και μέτρα επιτηρήσεως που εφαρμόζονται σε κοινοτικό επίπεδο.
10 Ο προσβαλλόμενος κανονισμός προβλέπει στο άρθρο 1, παράγραφος 2, ότι η εισαγωγή στην Κοινότητα των προϋόντων που αφορά είναι ελεύθερη και δεν υπόκειται συνεπώς σε κανέναν ποσοτικό περιορισμό, με την επιφύλαξη ενδεχομένως των κοινοτικών μέτρων διασφαλίσεως και ποσοστώσεων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ. Το άρθρο 1, παράγραφος 3, ορίζει ότι η εισαγωγή των προϋόντων του παραρτήματος ΙΙΙ υπόκειται σε κοινοτική επιτήρηση. Τα παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ αφορούν αποκλειστικά τα προϋόντα καταγωγής Κίνας.
11 Το παράρτημα ΙΙ θεσπίζει ποσοστώσεις για ορισμένες κατηγορίες παιχνιδιών προελεύσεως Κίνας. Συγκεκριμένα, ετήσιες ποσοστώσεις 200 798 000 ECU, 83 851 000 ECU και 508 016 000 ECU είχαν καθοριστεί, αντιστοίχως, για τα παιχνίδια που υπάγονται στους κωδικούς ΕΣ/ΣΟ 9503 41 (παιχνίδια παραγεμισμένα που αναπαριστούν ζώα ή μη ανθρώπινες υπάρξεις), 9503 49 (άλλα παιχνίδια που αναπαριστούν ζώα ή μη ανθρώπινες υπάρξεις) και 9503 90 (άλλα παιχνίδια).
12 Άλλα προϋόντα, τα οποία προηγουμένως αποτελούσαν αντικείμενο εθνικών περιορισμών, μεταξύ των οποίων ιδίως τα άλλα σύνολα και παιχνίδια για κατασκευές, τα παιχνίδια-αινίγματα (puzzles) και τα παιγχνιόχαρτα που εμπίπτουν στους κωδικούς ΕΣ/ΣΟ 9503 30, 9503 60 και 9504 40 αντιστοίχως.
13 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επικαλείται πέντε λόγους ακυρώσεως οι οποίοι αντλούνται, πρώτον, από την έλλειψη ορθής ή προσήκουσας αιτιολογίας του προσβαλλομένου κανονισμού, δεύτερον, από την παράλειψη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ή από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, τρίτον, από τον αυθαίρετο χαρακτήρα των επιδίκων ποσοστώσεων, τέταρτον, από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και, πέμπτον, από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
Επί του λόγου που αντλείται από την έλλειψη ορθής ή προσήκουσας αιτιολογίας
14 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, του προσβαλλομένου κανονισμού δεν αιτιολογείται προσηκόντως, κατά παράβαση της υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ.
15 Οι στόχοι ενοποιήσεως του καθεστώτος εισαγωγών και της ελευθερώσεως των εισαγωγών, που αναφέρονται στην τέταρτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, έπρεπε να είχαν καταλήξει στην κατάργηση των εισέτι υφισταμένων εθνικών ποσοτικών περιορισμών. Αντιθέτως, στην έκτη αιτιολογική σκέψη είχε ανακοινωθεί η θέσπιση, για τα προϋόντα του παραρτήματος ΙΙ στο οποίο περιλαμβάνονται τα επίδικα παιχνίδια, εξαιρέσεως από την αρχή της ελευθερώσεως η οποία, ως εξαίρεση, έπρεπε να έχει αιτιολογηθεί ειδικά από το Συμβούλιο.
16 Το Συμβούλιο όμως επικαλέστηκε μόνον την «ευαισθησία ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας», χωρίς να επισημάνει τα κριτήρια βάσει των οποίων οι εν λόγω τομείς κρίθηκαν ευαίσθητοι ούτε τους λόγους για τους οποίους οι τομείς αυτοί είναι ευαίσθητοι μόνο στις εισαγωγές από την Κίνα και όχι από κάθε άλλη τρίτη χώρα και ως προς τους οποίους ήταν αναγκαία η αντικατάσταση εθνικού περιοριστικού μέτρου με περιοριστικό μέτρο σε κοινοτικό επίπεδο.
17 Επί του τελευταίου αυτού σημείου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει ιδιαίτερα ότι, κατά τον χρόνο θέσεως σε ισχύ του προσβαλλομένου κανονισμού, το Βασίλειο της Ισπανίας ήταν το μόνο κράτος μέλος που επέβαλε περιορισμό στην εισαγωγή των επιδίκων παιχνιδιών. Ο περιορισμός αυτός περιοριζόταν στις απ' ευθείας εισαγωγές προς την Ισπανία και αφορούσε λιγότερο του 2 % των κοινοτικών εισαγωγών των επιδίκων προϋόντων. Συνεπώς, το Συμβούλιο έπρεπε να διευκρινίσει γιατί ήταν αναγκαίο να αντικατασταθεί περιοριστικό μέτρο σε κράτος μέλος, το οποίο είχε ελάχιστο αποτέλεσμα σε κοινοτικό επίπεδο, με περιορισμό ο οποίος, αντιθέτως, θα είχε ουσιωδέστατη συνέπεια σε κοινοτικό επίπεδο. Επιπλέον, το Συμβούλιο δεν μπορεί να προβάλει ότι οι επίδικες ποσοστώσεις αφορούν την προστασία της κοινοτικής βιομηχανίας στο σύνολό της και όχι μόνο την ισπανική βιομηχανία παιχνιδιών, δεδομένου ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν παρέχει καμία αιτιολογία επ' αυτού, το Συμβούλιο δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο αποδεικνύον ότι η κοινοτική βιομηχανία απαιτούσε τέτοια προστασία και, εξάλλου, το Συμβούλιο παρέλειψε να προβεί σε έρευνα για να αποδείξει ότι τούτο συνέβαινε εν προκειμένω.
18 Εν πάση περιπτώσει, η θέσπιση των επιδίκων ποσοστώσεων δεν αποτελεί μεταβατικό μέτρο, συμφυές στην ολοκλήρωση της κοινής εμπορικής πολιτικής, αλλά εξαίρεση της γενικής αρχής ελευθερώσεως των εισαγωγών.
19 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι το Συμβούλιο δεν αιτιολόγησε ούτε την επιλογή θεσπίσεως ποσοστώσεων σε κοινοτικό επίπεδο αντί περιφερειακού μέτρου διασφαλίσεως, η θέσπιση του οποίου προβλεπόταν εντούτοις ρητώς στο άρθρο 17 του προσβαλλομένου κανονισμού. Δεν εξήγησε δε ούτε τη μέθοδο υπολογισμού των επιδίκων ποσοστώσεων. Εφόσον το Συμβούλιο είχε αποφασίσει μείζονα μεταβολή πολιτικής, ήταν εντούτοις ουσιώδες να παράσχει βάσιμους λόγους για να δικαιολογήσει την επιλογή του.
20 Τέλος, η παρασχεθείσα από το Συμβούλιο με το υπόμνημα αντικρούσεως εξήγηση, στηριζόμενη στην αύξηση των κινεζικών εισαγωγών, είναι, αφενός, ανεπαρκής για να δικαιολογήσει τη θέσπιση των επιδίκων ποσοστώσεων ελλείψει κάθε εξετάσεως των αποτελεσμάτων των εισαγωγών αυτών στην κοινοτική βιομηχανία παιχνιδιού. Αφετέρου, εφόσον η εξήγηση αυτή είχε δοθεί επί τη ευκαιρία προσφυγής στηριζομένης, μεταξύ άλλων, επί ελλείψεως αιτιολογίας, δεν μπορεί να ανορθώσει την ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλομένης πράξεως. Ομοίως, το Συμβούλιο με το υπόμνημά του αντικρούσεως προσπάθησε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ήταν αναγκαίο να επαναφέρει τις εγκριθείσες το 1994 εισαγωγές στο επίπεδο του 1991· πάντως, το διάβημα αυτό παρέμεινε άνευ αποτελέσματος εφόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αναφέρει τίποτα επ' αυτού.
21 Η Γερμανική Κυβέρνηση συντάσσεται, κατ' ουσίαν, με την επιχειρηματολογία της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Προσθέτει ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να αιτιολογήσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό ενόψει της αρχής της αναλογικότητας του άρθρου 3 Β, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ. Η διάταξη αυτή επιβάλλει στα κοινοτικά όργανα ειδική υποχρέωση αιτιολογήσεως και τα υποχρεώνει ιδίως να λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα των κρατών μελών.
22 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Ισπανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι οι έξι πρώτες αιτιολογικές σκέψεις του προσβαλλομένου κανονισμού δεν περιγράφουν απλώς την όλη κατάσταση και τους γενικούς στόχους του προσβαλλομένου κανονισμού, μεταξύ άλλων, την αντικατάσταση όλων των κανόνων που ίσχυαν πριν στις εισαγωγές, ελευθερωμένες ή όχι, από ένα ενιαίο κοινό καθεστώς ως απαραίτητο συμπλήρωμα της ολοκληρώσεως της εσωτερικής αγοράς. Οι αιτιολογικές αυτές σκέψεις επισημαίνουν επίσης τον λόγο για τον οποίο καθορίστηκε σε κοινοτικό επίπεδο η ποσόστωση και ο οποίος έγκειται στην «ευαισθησία ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας». Περαιτέρω, η τρίτη αιτιολογική σκέψη εξηγεί ακριβώς τον λόγο για τον οποίο η λύση πρέπει να αναζητηθεί σε κοινοτικό επίπεδο.
23 Το Συμβούλιο προσθέτει ότι, αντίθετα προς την άποψη που υποστήριξε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, οι επίδικες ποσοστώσεις δεν συνιστούν εξαίρεση της αρχής ελευθερώσεως των εμπορικών συναλλαγών, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του καθεστώτος που θεσπίστηκε με τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Ο κανονισμός αυτός δεν θεσπίζει τη γενική αρχή ελευθερώσεως των εμπορικών συναλλαγών αλλά της ενοποιήσεως των καθεστώτων εισαγωγής. Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα κυβέρνηση, οι εν λόγω ποσοστώσεις δεν έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο χωριστής αιτιολογίας.
24 Όσον αφορά το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως σχετικά με την έλλειψη αιτιολογίας ως προς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας του άρθρου 3 Β της Συνθήκης, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η παρεμβαίνουσα, μολονότι φέρεται ότι διατυπώνει συμπληρωματικές μόνον παρατηρήσεις επί των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε το προσφεύγον, στην πραγματικότητα προβάλλει νέο λόγο ακυρώσεως κατά παράβαση του άρθρου 37, παράγραφος 4, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Ο λόγος αυτός πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι το άρθρο 3 Β της Συνθήκης δεν απαιτεί οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων να προβλέπουν ειδική αιτιολογία ως προς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
25 Προτού εξεταστούν οι διάφορες αιτιάσεις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η οποία παρενέβη υπέρ του Ηνωμένου Βασιλείου, υπενθυμίζεται ότι, όπως ορθώς παρατήρησε το Συμβούλιο, κατά πάγια νομολογία μετά την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1968, 5/67, Beus (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 705), η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της οικείας πράξεως και, προκειμένου για πράξεις που προορίζονται να τύχουν γενικής εφαρμογής, η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στο να αναφέρει, αφενός, την όλη κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή της και, αφετέρου, τους γενικούς στόχους που επιδιώκει.
26 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι, αν η αμφισβητούμενη πράξη αποκαλύπτει το ουσιώδες του επιδιωκόμενου από το κοινοτικό όργανο σκοπού, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις τεχνικές επιλογές στις οποίες προέβη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986, 250/84, Eridania κ.λπ., Συλλογή 1986, σ. 117, σκέψη 38).
27 Εν προκειμένω, το Συμβούλιο περιέγραψε κατ' αρχάς την όλη κατάσταση και τους στόχους που επρόκειτο να επιδιώξει επισημαίνοντας ότι η ολοκλήρωση της κοινής εμπορικής πολιτικής στον τομέα του καθεστώτος που ισχύει στις εισαγωγές ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς (τρίτη αιτιολογική σκέψη).
28 Εν συνεχεία, το Συμβούλιο εξήγησε ότι, για να επιτύχει τους στόχους αυτούς, πρέπει να καταργηθούν οι εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις που προέρχονται από τα εθνικά μέτρα εμπορικής πολιτικής που εξακολουθούν να ισχύουν (τέταρτη αιτιολογική σκέψη) και ότι η ελευθέρωση των εισαγωγών πρέπει να αποτελεί το σημείο εκκινήσεως του κοινοτικού καθεστώτος (πέμπτη αιτιολογική σκέψη).
29 Τέλος, το Συμβούλιο διευκρίνισε συγκεκριμένα τους στόχους που επιδιώκει με τη θέσπιση των επιδίκων ποσοστώσεων επισημαίνοντας ότι οι ποσοστώσεις αυτές είναι αναγκαίες λόγω της ευαισθησίας ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας (έκτη αιτιολογική σκέψη).
30 Διαπιστώνεται ότι, στο σύνολό της, η αιτιολογία αυτή περιλαμβάνει σαφή περιγραφή της πραγματικής καταστάσεως και των επιδιωκομένων στόχων η οποία, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, είναι προφανώς επαρκής.
31 Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρέθηκε από τα προβληθέντα από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επιχειρήματα.
32 Πρώτον, εφόσον πρόκειται για πράξη γενικής ισχύος, το Συμβούλιο δεν υποχρεούνταν να αναφέρει στην αιτιολογία του προσβαλλομένου κανονισμού τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του προκειμένου να κρίνει ότι ορισμένοι τομείς της κοινοτικής βιομηχανίας ήταν ευαίσθητοι στις εισαγωγές προελεύσεως Κίνας. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο δεν υποχρεούνταν να περιγράψει την εξέλιξη των εισαγωγών των εν λόγω προϋόντων ούτε να παράσχει οικονομική ανάλυση των τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας που αφορούσαν οι εισαγωγές αυτές.
33 Δεύτερον, στο πλαίσιο πράξεως που σκοπεί να καταργήσει εθνικούς περιορισμούς και εξαιρέσεις, για την τελειοποίηση της κοινής εμπορικής πολιτικής, το Συμβούλιο δεν υποχρεούται να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ορισμένοι περιορισμοί έχουν τεθεί σε εφαρμογή σε κοινοτικό επίπεδο. Αντιθέτως, στην περίπτωση που εξαιρετικές συνθήκες επιβάλλουν τη θέση σε εφαρμογή περιοριστικών μέτρων σε μια ή περισσότερες περιφέρειες της Κοινότητας, παρεκκλίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο από τον ενιαίο χαρακτήρα της κοινής εμπορικής πολιτικής, το Συμβούλιο υποχρεούται να παράσχει ειδική αιτιολογία.
34 Τρίτον, μολονότι είναι αληθές ότι η θέσπιση των επιδίκων ποσοστώσεων αποτελεί εξαίρεση από την ελευθέρωση των εισαγωγών η οποία, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, πρέπει να αποτελεί το σημείο εκκινήσεως του κοινοτικού καθεστώτος, παρατηρείται ότι η κατάργηση κάθε ποσοτικού περιορισμού για τις εισαγωγές καταγωγής τρίτων χωρών δεν αποτελεί κανόνα δικαίου προς τον οποίο το Συμβούλιο πρέπει κατ' αρχήν να συμμορφώνεται, αλλά το αποτέλεσμα επιλογής που έχει πραγματοποιήσει το όργανο αυτό κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του. Αφετέρου, διαπιστώνεται ότι το Συμβούλιο εξήγησε τους λόγους που το οδήγησαν να προβλέψει ποσοστώσεις για ορισμένα συγκεκριμένα προϋόντα.
35 Τέταρτον, εφόσον το Συμβούλιο εξέθεσε τους επιδιωκόμενους στόχους, δεν υποχρεούνταν να δικαιολογήσει τις τεχνικής φύσεως πραγματοποιηθείσες επιλογές, και ιδίως την επιλογή των επιδίκων ποσοστώσεων. Συναφώς, είναι συνεπώς άνευ σημασίας το ότι το Συμβούλιο εξήγησε μόνον κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας ότι έπρεπε να επαναφέρει τις εγκριθείσες το 1994 εισαγωγές στο επίπεδο του 1991.
36 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως σχετικά με την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την αρχή της αναλογικότητας, διαπιστώνεται κατ' αρχάς ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει το Συμβούλιο, δεν παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 37, παράγραφος 4, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Πράγματι, η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει ο παρεμβαίνων να προβάλει επιχειρήματα διαφορετικά από τα επιχειρήματα του διαδίκου που υποστηρίζει, αρκεί να σκοπεί στην υποστήριξη των αιτημάτων του διαδίκου αυτού ή στην απόρριψη των αιτημάτων του αντιδίκου (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 549). Εν προκειμένω, το εν λόγω επιχείρημα αφορά τον λόγο που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας, τον οποίο προέβαλε η καθής κυβέρνηση, και σκοπεί στην υποστήριξη των αιτημάτων της κυβερνήσεως αυτής. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο.
37 Εντούτοις, παρατηρείται ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν είναι βάσιμη. Μολονότι είναι αληθές ότι η αρχή της αναλογικότητας, όπως θεσπίζεται στο άρθρο 3 Β, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, αποτελεί γενική αρχή της κοινοτικής έννομης τάξεως δεν μπορεί να απαιτείται να αναφέρεται ρητώς στις αιτιολογικές σκέψεις (βλ., όσον αφορά την αρχή της επικουρικότητας, που θεσπίζεται στο δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου 3 Β, την απόφαση της 13ης Μαου 1997, C-233/94, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 1997, σ. Ι-2405, σκέψη 28).
38 Εν πάση περιπτώσει, παρατηρείται ότι επισημαίνοντας, στην έκτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, ότι οι ποσοτικές ποσοστώσεις πρέπει να επιβληθούν «για έναν περιορισμένο αριθμό προϋόντων καταγωγής Λαϋκής Δημοκρατίας της Κίνας», λόγω της ευαισθησίας ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας, το Συμβούλιο εξήγησε ότι τέτοια μέτρα λαμβάνονται μόνο στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
39 Για τους λόγους αυτούς, ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει επομένως να απορριφθεί.
Επί της παραλείψεως εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ή της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεώς τους
40 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι, κατά την έκδοση του άρθρου 1 του προσβαλλομένου κανονισμού, το Συμβούλιο παρέλειψε να εκτιμήσει ορθώς τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεώς τους, οπότε συνεπάγεται η παρανομία των διατάξεων αυτών.
41 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπενθυμίζει συναφώς ότι, πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού, ο μόνος περιορισμός που ίσχυε στα επίδικα παιχνίδια ήταν η ισπανική ποσόστωση και υποστηρίζει ότι οι επίδικες ποσοστώσεις θέσπισαν περιορισμούς ισχύοντες σε όλα τα κράτη μέλη, οι οποίοι μειώνουν το επίπεδο του κοινοτικού εμπορίου σχεδόν κατά 50 % για ορισμένα από τα επίδικα παιχνίδια. Ασφαλώς, αν δικαιολογείται από τις περιστάσεις, το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να μεταβάλει τόσο θεαματικά τη θέση του. Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο δεν διέθετε επαρκή στοιχεία βάσει των οποίων μπορούσε να προβεί σε ορθή εκτίμηση των κρισίμων πραγματικών περιστατικών.
42 Για μια τέτοια εκτίμηση έπρεπε να έχουν ληφθεί υπόψη στοιχεία όπως:
- η θέση και η κατάσταση της βιομηχανίας παιχνιδιών στην Ισπανία και στα άλλα κράτη μέλη·
- η ισορροπία των συμφερόντων μεταξύ των διαφόρων συνισταμένων της κοινοτικής βιομηχανίας παιχνιδιών, των καταναλωτών, των λιανικών πωλητών και των διανομέων·
- τα αποτελέσματα των θεσπισθέντων μέτρων και των άλλων προβλεπομένων μέτρων, όπως τα εθνικά μέτρα διασφαλίσεως·
- η ισορροπία των συμφερόντων της Κοινότητας στις ελεύθερες συναλλαγές και στον προστατευτισμό.
43 Αντί να λάβει υπόψη το σύνολο των στοιχείων αυτών, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη μόνο την αύξηση του επιπέδου των κινεζικών εξαγωγών χωρίς να εξετάσει τα αποτελέσματά της στην κοινοτική βιομηχανία. Το Συμβούλιο παρέλειψε να εκτιμήσει τη ζημία που ενδεχομένως προκαλείται στην κοινοτική βιομηχανία και δεν εξέτασε το μέγεθος, τη δομή, την παραγωγή, τη δυνατότητα παραγωγής και την αποδοτικότητα του εν λόγω τομέα. Το Συμβούλιο δεν παρέσχε καμία απόδειξη, πλην της αυξήσεως των κινεζικών εξαγωγών, περί του ότι η κοινοτική βιομηχανία παιχνιδιών είχε ανάγκη προστασίας, η οποία της χορηγήθηκε με τις επίδικες ποσοστώσεις. Περαιτέρω, το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι διέθετε κρίσιμα για την υπόθεση πραγματικά στοιχεία για να εκτιμήσει το δυναμικό εξαγωγής της κινεζικής βιομηχανίας ή τα αποτελέσματα των υφισταμένων περιορισμών εισαγωγής.
44 Η παράλειψη ορθής εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών εκπλήσσει ακόμα περισσότερο, εφόσον, δυνάμει του άρθρου 5 επ. του προσβαλλομένου κανονισμού, πριν από τη θέσπιση κάθε περιορισμού εισαγωγής πρέπει να διεξάγεται έρευνα ανά περίπτωση. Τέτοιου είδους εξέταση ήταν επίσης αναγκαία εν προκειμένω λόγω του ότι πλέον του 98 % των επιδίκων εισαγωγών είχαν ελευθερωθεί πριν από τη θέσπιση του προσβαλλομένου κανονισμού. Ακόμα και όταν δεν υπάρχει ρητή διάταξη, τα κοινοτικά όργανα υποχρεούνται, δυνάμει των θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου, να προβαίνουν σε πλήρη εκτίμηση των κρισίμων πραγματικών στοιχείων προτού επιβάλλουν περιορισμούς σε ήδη ελευθερωθέν εμπόριο.
45 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει επίσης ότι, εφόσον, σύμφωνα με τον στόχο του άρθρου 110 της Συνθήκης ΕΚ, το σημείο εκκινήσεως του προσβαλλομένου κανονισμού ήταν η ελευθέρωση των εισαγωγών, οι επίδικες ποσοστώσεις, επειδή θεσπίζουν περιορισμούς σε κοινοτικό επίπεδο, έπρεπε να θεσπιστούν ως εξαιρέσεις της αρχής ελευθερώσεως και επομένως να αποτελέσουν αντικείμενο συσταλτικής ερμηνείας. Τούτο δεν αναιρείται από το ότι οι επίδικες ποσοστώσεις αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του προσβαλλομένου κανονισμού. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, στηριζόμενη στην αναλογία μεταξύ του νέου εμπορικού καθεστώτος που θεσπίζεται με τον κανονισμό αυτό και του καθεστώτος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, παρατηρεί ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ αποτελεί επίσης αναπόσπαστο τμήμα των κανόνων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας ενώ συγχρόνως αποτελεί εξαίρεση της θεμελιώδους αρχής του άρθρου 30 και πρέπει επομένως να αποτελεί αντικείμενο συσταλτικής ερμηνείας.
46 Τέλος, νέοι περιορισμοί στο εμπόριο παιχνιδιών μεταξύ Κοινότητας και Κίνας είναι τόσο σημαντικοί και έχουν τέτοια αποτελέσματα στο επίπεδο των εμπορικών συναλλαγών ώστε είναι οιονεί ποινικού χαρακτήρα και πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ιδιαιτέρως ενδελεχούς εξετάσεως.
47 Η Γερμανική Κυβέρνηση συντάσσεται με την προβληθείσα από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επιχειρηματολογία όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται στην πλάνη εκτιμήσεως. Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι το Συμβούλιο παρέλειψε να λάβει υπόψη το άρθρο 110 της Συνθήκης, που αφορά τη διαδοχική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές. Μολονότι είναι αληθές ότι η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει στην Κοινότητα να θεσπίζει κάθε μέτρο δυνάμενο να επηρεάζει τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες, πρέπει περαιτέρω ένα τέτοιο μέτρο να είναι αναγκαίο και οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου να αποτελούν τη νομική βάση του. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο παρέλειψε να επισημάνει τις διατάξεις που δύνανται να δικαιολογήσουν τις ποσοστώσεις.
48 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Ισπανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, τονίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός καλύπτει όλους τους τομείς της οικονομίας και αντικαθιστά όλους τους κανόνες που ίσχυαν προηγουμένως στις εισαγωγές, ελευθερωμένες ή όχι, με ένα ενιαίο κοινοτικό καθεστώς. Κατά τη θέσπιση των επιδίκων ποσοστώσεων, το Συμβούλιο προέβη σε συμβιβασμό των αντικρουομένων συμφερόντων διαφόρων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας παιχνιδιών και πραγματοποίησε περίπλοκες πολιτικές επιλογές.
49 Δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου όμως, όταν πρόκειται για εκτίμηση σύνθετων καταστάσεων, και ιδίως όταν οι καταστάσεις αυτές εμπίπτουν στο πλαίσιο του άρθρου 113 της Συνθήκης, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Επομένως, η νομιμότητα μέτρου κοινής εμπορικής πολιτικής μπορεί να αμφισβητηθεί λόγω πλάνης εκτιμήσεως μόνον εάν προκύπτει ότι το μέτρο αυτό είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο. Συγκεκριμένα, όταν το Συμβούλιο εκτιμά τα μελλοντικά αποτελέσματα διατάξεων που θεσπίζει, τα οποία δεν μπορούν να προβλεφθούν με βεβαιότητα, η εκτίμησή του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής μόνον εάν προκύπτει ότι είναι προδήλως εσφαλμένη ενόψει των πληροφοριακών στοιχείων που διέθετε κατά τον χρόνο θεσπίσεως των εν λόγω διατάξεων. Επιπλέον, η διακριτική εξουσία του Συμβουλίου κατά την εκτίμηση περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως εκτείνεται επίσης, σε ορισμένο μέτρο, στη διαπίστωση των δεδομένων στοιχείων.
50 Το Συμβούλιο παρατηρεί ότι, εν προκειμένω, οι υφιστάμενοι εθνικοί περιορισμοί ήταν απλώς ένα από τα στοιχεία που έπρεπε να λάβει υπόψη κατά την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού. Το Συμβούλιο έλαβε υπόψη το ύψος των εισαγωγών προελεύσεως Κίνας, τα αποτελέσματα των εισαγωγών αυτών στην κοινοτική βιομηχανία, το δυναμικό εξαγωγής της κινεζικής βιομηχανίας και το ύψος των τιμών, καθώς και τους υφιστάμενους περιορισμούς εισαγωγής, σε κοινοτικό ή εθνικό επίπεδο. Η πραγματοποιηθείσα από την προσφεύγουσα κυβέρνηση σύγκριση μεταξύ των αποτελεσμάτων των υφισταμένων πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού ισπανικών περιορισμών και των αποτελεσμάτων του εν λόγω κανονισμού στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία. Πράγματι, οι επίδικες ποσοστώσεις όχι μόνον δεν αποτελούν προέκταση των εθνικών περιορισμών, αλλά υποτίθεται ότι προστατεύουν την κοινοτική βιομηχανία στο σύνολό της.
51 Όσον αφορά το επιχείρημα που η Γερμανική Κυβέρνηση αντλεί από το άρθρο 110 της Συνθήκης, δεν προεβλήθη από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και δεν τεκμηριώνεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο· επομένως, πρέπει να απορριφθεί. Εν πάση περιπτώσει, η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το Συμβούλιο να θεσπίζει, βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης, ποσοστώσεις που ισχύουν στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες.
52 Τέλος, το Συμβούλιο θεωρεί ότι ούτε η προσφεύγουσα κυβέρνηση ούτε η παρεμβαίνουσα απέδειξαν ότι διέθετε ακατάλληλα στοιχεία, ότι ενήργησε χωρίς καμία πληροφορία, ότι εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο ή ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
53 Υπενθυμίζεται, εκ προοιμίου, όπως επισήμανε το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνουσες προς στήριξη των αιτημάτων του, ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των αναγκαίων για την πραγματοποίηση της κοινής εμπορικής πολιτικής μέσων (αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1982, 245/81, Edeka, Συλλογή 1982, σ. 2745, σκέψη 27· της 28ης Οκτωβρίου 1982, 52/81, Faust κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 3745, σκέψη 27· της 7ης Μαου 1987, 256/84, Koyo Seiko κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1899, σκέψη 20· 258/84, Nippon Seiko κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1923, σκέψη 34, και 260/84, Minebea κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1975, σκέψη 28).
54 Σε μια τέτοια περίπτωση, η οποία προϋποθέτει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο ότι τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας, ότι συνέβησαν πράγματι τα περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και ότι δεν χώρησε ούτε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών, ούτε ενέργεια κατά κατάχρηση εξουσίας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Μαρτίου 1990, C-156/87, Gestetner Holdings κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-781, σκέψη 63). Επομένως, τούτο ισχύει πολλώ μάλλον εν προκειμένω που η εν λόγω πράξη έχει γενική ισχύ.
55 Περαιτέρω, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διακριτική ευχέρεια που έχει στη διάθεσή του το Συμβούλιο κατά την εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη φύση και το περιεχόμενο των διατάξεων που πρέπει να θεσπιστούν, αλλά, σε ορισμένο βαθμό, και στη διάγνωση βασικών στοιχείων, υπό την έννοια ιδίως ότι επιτρέπεται στο Συμβούλιο να στηριχθεί, ενδεχομένως, σε συνολικό πόρισμα (απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, 166/78, Ιταλία κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 247, σκέψη 14). Πράγματι, μολονότι το Συμβούλιο υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που διαθέτει, δεν μπορεί να απαιτείται ότι, πριν από την έκδοση πράξεως γενικής ισχύος, θα προβεί σε ενδελεχή μελέτη όλων των εν λόγω οικονομικών τομέων.
56 Κατά τα λοιπά, δεν μπορεί να προβληθεί, όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα κυβέρνηση, ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα είναι οιονεί ποινικού χαρακτήρα και πρέπει επομένως να αποτελέσουν αντικείμενο ιδιαιτέρως προσεκτικής εξετάσεως. Επ' αυτού, αρκεί η παρατήρηση ότι η επιβολή ποσοστώσεων εισαγωγής δεν έχει καμία σχέση με τη συμπεριφορά που καταλογίζεται συγκεκριμένα σε ορισμένα υποκείμενα δικαίου, δεν έχει κανένα κατασταλτικό σκοπό και δεν έχει χαρακτήρα επιβολής κυρώσεων οιασδήποτε μορφής.
57 Ενόψει της επιχειρηματολογίας που ανέπτυξαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Γερμανική Κυβέρνηση, η οποία παρενέβη προς υποστήριξή της, διαπιστώνεται ότι, αφενός, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από την παράλειψη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, πρώτον, δεν αμφισβητείται ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη το ουσιώδες μερίδιο των κινεζικών εισαγωγών στην κοινοτική αγορά και τη σημαντική αύξηση των εισαγωγών αυτών.
58 Δεύτερον, αντίθετα προς ό,τι υποστήριξε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Συμβούλιο δεν υποχρεούνταν να προβεί σε αυτοτελή εκτίμηση της καταστάσεως των εν λόγω τομέων στα διάφορα κράτη μέλη, εφόσον η απόφασή του έπρεπε να στηριχθεί στα συμφέροντα της Κοινότητας στο σύνολό της και όχι στα συμφέροντα των κρατών μελών μεμονωμένα.
59 Τρίτον, από την υπομνησθείσα στη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως νομολογία προκύπτει ότι, εφόσον ο κανονισμός καλύπτει το σύνολο των κοινοτικών εισαγωγών καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών, το Συμβούλιο δεν υποχρεούνταν, κατά την έκδοση του κανονισμού, να προβεί σε λεπτομερή ανάλυση των διαφόρων πτυχών των οικείων οικονομικών κλάδων στην Κοινότητα, και συγκεκριμένα των συμφερόντων των διαφόρων επιχειρηματιών του τομέα των παιχνιδιών στην Κοινότητα.
60 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Συμβούλιο στήριξε τη θέσπιση των επιδίκων μέτρων σε επαρκή εκτίμηση των κρισίμων στοιχείων.
61 Αφενός, προκειμένου να εξακριβωθεί αν, εν προκειμένω, το Συμβούλιο υπερέβη τα όρια της εξουσίας του εκτιμήσεως ή την άσκησε κατά τρόπο προδήλως πεπλανημένο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, πρώτον, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας κυβερνήσεως στηρίζεται σε ανακριβή υπόθεση.
62 Είναι αληθές ότι, πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού, το καθεστώς εισαγωγής των επιδίκων προϋόντων προέκυπτε ιδίως από τις επιλογές που είχαν πραγματοποιήσει τα διάφορα κράτη μέλη μεμονωμένα. Εντούτοις, κατά τη θέσπιση του νέου ενιαίου καθεστώτος σε κοινοτική κλίμακα, το Συμβούλιο δεν υποχρεούνταν να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα συμφέροντα των διαφόρων κρατών μελών, αλλά το γενικό συμφέρον της Κοινότητας στο σύνολό του.
63 Συγκεκριμένα, οι πραγματοποιηθείσες στο παρελθόν ατομικές επιλογές των κρατών μελών δεν δεσμεύουν το Συμβούλιο κατά την άσκηση της εξουσίας του εκτιμήσεως, ειδάλλως θα παραβιαζόταν ο ρόλος του οργάνου αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης ΕΚ, για την πραγματοποίηση του έργου που έχει ανατεθεί στην Κοινότητα.
64 Επομένως, εναπέκειτο στη διακριτική ευχέρεια του Συμβουλίου, προβαίνοντας σε νέα εκτίμηση της πραγματικής καταστάσεως προς το συμφέρον της Κοινότητας, να προβεί σε διαφορετικές επιλογές απ' αυτές που είχαν πραγματοποιήσει τα κράτη μέλη και δεν μπορεί να συναχθεί ότι συντρέχει πεπλανημένη εκτίμηση λόγω του ότι το νέο καθεστώς διαφέρει κατ' ουσίαν από το προϋσχύσαν.
65 Δεύτερον, όπως απέδειξε ο γενικός εισαγγελέας στις παραγράφους 132 έως 139 των προτάσεών του, για τη θέσπιση των επιδίκων ποσοστώσεων, το Συμβούλιο δεν υποχρεούνταν να αποδείξει ότι η κοινοτική βιομηχανία παιχνιδιών είχε ήδη υποστεί ζημία λόγω των εισαγωγών καταγωγής Κίνας. Αντιθέτως, το Συμβούλιο μπορούσε νομοτύπως να κρίνει ότι οι διαταραχές αυτές μπορούσαν να αποφευχθούν και να στηρίξει την εκτίμησή του στον απλό κίνδυνο διαταραχής, που μπορούσε ορθώς να συναχθεί από την αύξηση των εισαγωγών παιχνιδιών καταγωγής Κίνας.
66 Τρίτον, πρέπει να εξετασθούν τα επιχειρήματα σχετικά με το άρθρο 110 της Συνθήκης, που δεν διατυπώθηκαν μόνον από την παρεμβαίνουσα Γερμανική Κυβέρνηση, αλλά και από την προσφεύγουσα Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
67 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή δεν δύναται να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύεται στην Κοινότητα να λαμβάνει οποιοδήποτε μέτρο είναι δυνατό να επηρεάσει τις συναλλαγές με τρίτες χώρες (αποφάσεις της 5ης Μαου 1981, 112/80, Dόrbeck, Συλλογή 1981, σ. 1095, σκέψη 44, και Edeka, προαναφερθείσα, σκέψη 24). Καθώς προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση της διατάξεως, ο στόχος που συνίσταται στη συμβολή στην προοδευτική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς συναλλαγές δεν μπορεί να υποχρεώνει τα όργανα να ελευθερώνουν τις εισαγωγές καταγωγής τρίτων χωρών όταν τέτοιου είδους διάβημα είναι προφανώς αντίθετο προς τα συμφέροντα της Κοινότητας. Επομένως, το Συμβούλιο μπορούσε νομίμως να κρίνει ότι η πραγματική κατάσταση επέβαλε την εφαρμογή ποσοστώσεων επί των επιδίκων προϋόντων.
68 Τέταρτον, η εξουσία εκτιμήσεως του Συμβουλίου ουδόλως περιορίστηκε από το γεγονός ότι το όργανο αυτό είχε αποφασίσει ότι το σημείο εκκινήσεως του νέου καθεστώτος πρέπει να είναι η ελευθέρωση των εισαγωγών. Επ' αυτού, η προταθείσα από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναλογία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης, αφενός, και η ελευθέρωση των εισαγωγών και οι εξαιρέσεις της, αφετέρου, δεν ασκούν επιρροή. Όπως διευκρινίστηκε στη σκέψη 34 ανωτέρω, και κατ' αντίθεση προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, η κατάργηση κάθε ποσοτικού περιορισμού στις εισαγωγές καταγωγής τρίτων χωρών δεν συνιστά κανόνα δικαίου προς τον οποίο το Συμβούλιο υποχρεούται κατ' αρχήν να συμμορφώνεται, αλλά το αποτέλεσμα επιλογής του οργάνου αυτού κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του.
69 Πέμπτον, τέλος, στο μέτρο που προσάπτεται στο Συμβούλιο ότι δεν πραγματοποίησε, πριν από τη θέσπιση των επιδίκων μέτρων, έρευνα ανάλογη με αυτήν που προβλέπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός για την επιβολή μέτρων διασφαλίσεως και επιτηρήσεως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συγχέεται με τον λόγο που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της ισότητας, που θα εξεταστεί στη συνέχεια.
70 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, υπό την τελευταία αυτή επιφύλαξη, ο λόγος που αντλείται από την παράλειψη εκτιμήσεως ή την προδήλως πεπλανημένη εκτίμηση δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί του αυθαιρέτου χαρακτήρα των επιδίκων ποσοστώσεων
71 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι, εφόσον δεν υπάρχει επαρκής αιτιολογία και ορθή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, οι θεσπισθείσες με τον προσβαλλόμενο κανονισμό ποσοστώσεις είναι αυθαίρετες, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας των περιοριστικών αποτελεσμάτων τους επί των εισαγωγών.
72 Επ' αυτού, αρκεί η παρατήρηση ότι, όπως ορθώς παρατήρησαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ο αυθαίρετος χαρακτήρας των επιδίκων ποσοστώσεων συνάγεται από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλομένου κανονισμού και την παράλειψη ορθής εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών από το Συμβούλιο, που αποτελούν αντικείμενο των δύο πρώτων λόγων ακυρώσεως.
73 Εφόσον ο λόγος αυτός συγχέεται με τους δύο πρώτους και οι λόγοι αυτοί δεν είναι βάσιμοι, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
74 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, υποστηριζόμενη από τη Γερμανική Κυβέρνηση, θεωρεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή αυτή απαιτεί ότι, όταν λαμβάνεται μέτρο για να απαγορευθεί ή να περιοριστεί η άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, πρέπει να είναι κατάλληλο και αναγκαίο για την πραγματοποίηση των επιδιωκομένων στόχων, ότι, όταν πρέπει να πραγματοποιηθεί επιλογή μεταξύ πλειόνων μέτρων, πρέπει να επιλεγεί το ολιγότερο δεσμευτικό και, τέλος, τα εξ αυτού προκύπτοντα μειονεκτήματα να μην είναι δυσανάλογα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους. Στην περίπτωση διακριτικής ευχέρειας κατά την άσκηση νομοθετικής εξουσίας, το θεσπιζόμενο μέτρο δεν πρέπει να είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
75 Εν προκειμένω, ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία της ισπανικής βιομηχανίας παιχνιδιών, εφόσον το μόνο περιοριστικό μέτρο που υφίστατο κατά τον χρόνο εκδόσεως του προσβαλλομένου κανονισμού εφαρμοζόταν από το Βασίλειο της Ισπανίας.
76 Σύμφωνα με την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, οι επίδικες ποσοστώσεις δεν είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού αυτού και δεν συνιστούν το λιγότερο δεσμευτικό μέτρο μεταξύ αυτών που το Συμβούλιο μπορούσε να θεσπίσει. Συναφώς, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναπτύσσει επιχειρηματολογία με τρία σκέλη.
77 Πρώτον, δεν είναι προσήκον να αντικαθίσταται περιφερειακή ποσόστωση με κοινοτική, διότι τέτοιο διάβημα δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από τη μέριμνα μεγαλύτερης ενοποιήσεως. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προσθέτει ότι από τον προσβαλλόμενο κανονισμό δεν προκύπτει ότι τα μέτρα διασφαλίσεως μπορούν να είναι μόνον προσωρινά ούτε ότι αφορούν μόνον τους μελλοντικούς κινδύνους που μπορεί να απειλήσουν την κοινοτική βιομηχανία. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται συναφώς ότι, εν πάση περιπτώσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως του προσβαλλομένου κανονισμού, το Συμβούλιο μπορούσε να προβλέψει μέτρα περιφερειακού χαρακτήρα και συγχρόνως μόνιμης ισχύος.
78 Δεύτερον, οι ποσοστώσεις καθορίστηκαν κατά τρόπο που προκάλεσε μείωση των εισαγωγών των εν λόγω προϋόντων περίπου 50 % σε σχέση με το προηγούμενο έτος, πράγμα που είναι υπερβολικό λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης προστασίας της ισπανικής βιομηχανίας.
79 Τρίτον, η εφαρμογή περιορισμών σε κοινοτικό επίπεδο είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του προσβαλλομένου κανονισμού που προβλέπουν εξέταση ανά περίπτωση πριν από τη θέσπιση νέων μέτρων επιτηρήσεως ή προστασίας.
80 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Ισπανική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, κρίνει ότι ενήργησε σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, καθορίζοντας ως στόχο να διασφαλίσει ότι η κανονιστική ρύθμιση των εμπορικών συναλλαγών της Κοινότητας με τις τρίτες χώρες θα αντανακλά σαφώς την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη την ευαισθησία της κοινοτικής βιομηχανίας στον εν λόγω τομέα.
81 Το Συμβούλιο αναφέρει ιδίως ότι, λόγω της ανησυχητικής αυξήσεως των εισαγωγών των εν λόγω παιχνιδιών προελεύσεως Κίνας και του μεριδίου τους στην κοινοτική αγορά, δυναμένων να απειλήσουν την κοινοτική βιομηχανία, προσπάθησε να βρει μια ισορροπία μεταξύ της κατάλληλης προστασίας της βιομηχανίας αυτής και της διατηρήσεως ικανοποιητικού επιπέδου εμπορίου με την Κίνα, καθορίζοντας τις ποσοστώσεις στο επίπεδο των πραγματοποιηθεισών το 1991 εισαγωγών.
82 Κατά το Συμβούλιο, ο ίδιος βαθμός προστασίας δεν μπορούσε να επιτευχθεί με τη χρήση μέτρων επιτηρήσεως ή μέτρων προστασίας σε περιφερειακό επίπεδο, εφόσον επρόκειτο να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της κοινοτικής βιομηχανίας και όχι τα συμφέροντα της βιομηχανίας ενός μόνον κράτους μέλους. Περαιτέρω, τα περιφερειακά μέτρα διασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 17 του προσβαλλομένου κανονισμού είναι μόνον προσωρινού και εξαιρετικού χαρακτήρα και έχουν σκοπό μόνον να εμποδίσουν τη μελλοντική αύξηση των εισαγωγών που ζημιώνουν την κοινοτική βιομηχανία. Αν οι επίδικες ποσοστώσεις είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της μεταβάσεως από το παλαιό στο νέο καθεστώς εισαγωγών, δεν είναι κατ' ανάγκην προσωρινού χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί η διάρκεια της ισχύος τους.
83 Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι θα μπορούσαν να είχαν θεσπιστεί ολιγότερο επαχθή ή ολιγότερο περιοριστικά μέσα για την επίτευξη του επιδιωκομένου στόχου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαθιστά το Συμβούλιο στην εκτίμησή του περί του αν τα μέτρα που έλαβε ο κοινοτικός νομοθέτης ήταν ή όχι πρόσφορα, στον βαθμό που δεν αποδείχθηκε ότι τα μέτρα αυτά ήταν εμφανώς απρόσφορα για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού (απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-4973).
84 Πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά τα τρία σκέλη του τετάρτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
85 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, αφενός, προκύπτει ρητώς από την έκτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού ότι, με τον καθορισμό των επιδίκων ποσοστώσεων, το Συμβούλιο θέλησε να λάβει υπόψη την ευαισθησία ορισμένων τομέων της κοινοτικής βιομηχανίας στο σύνολό της και όχι της βιομηχανίας ενός συγκεκριμένου κράτους μέλους.
86 Αφετέρου, και εν πάση περιπτώσει, στο σύστημα του προσβαλλομένου κανονισμού, που επιδιώκει να θεσπίσει ενιαίο καθεστώς για όλη την Κοινότητα, μέτρα που αφορούν μόνον μια ή περισσότερες περιοχές μπορούν να επιτραπούν, όπως επισημαίνει η δέκατη αιτιολογική σκέψη μόνον κατ' εξαίρεση και όταν δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση, πρέπει δε να έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο Συμβούλιο ότι επέλεξε μέτρα τα οποία, ενόψει των σκοπών του προσβαλλομένου κανονισμού, πρέπει κατά το δυνατόν να αποφεύγονται και ότι ο προσωρινός χαρακτήρας τους δεν επιτρέπει να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι κίνδυνοι που απειλούν τους οικείους τομείς της κοινοτικής βιομηχανίας.
87 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, υπενθυμίζεται ότι, σε έναν τομέα όπου, όπως εν προκειμένω, τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως, μόνον ο προδήλως απρόσφορος χαρακτήρας του μέτρου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα του μέτρου αυτού. Ειδικότερα, όταν για τη θέσπιση μιας ρυθμίσεως ο κοινοτικός νομοθέτης είναι αναγκασμένος να εκτιμήσει τα μελλοντικά αποτελέσματα της ρυθμίσεως και τα αποτελέσματα αυτά δεν μπορούν να προβλεφθούν με ακρίβεια, η εκτίμησή του δεν μπορεί να επικριθεί παρά μόνον εφόσον προκύπτει ότι αυτή είναι καταφανώς εσφαλμένη ενόψει των στοιχείων που ο εν λόγω νομοθέτης διέθετε κατά τον χρόνο εκδόσεως της ρυθμίσεως. Αυτός ο περιορισμός του ελέγχου του Δικαστηρίου επιβάλλεται ιδιαιτέρως όταν, κατά την πραγματοποίηση της κοινής οργανώσεως αγορών, το Συμβούλιο υποχρεούται να συμβιβάσει διιστάμενα συμφέροντα και, συνεπώς, να επιλέγει μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών λύσεων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του (προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, σκέψεις 90 και 91).
88 Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το ύψος της απορρέουσας από τις επίδικες ποσοστώσεις προστασίας υπερέβη αυτό που ήταν αναγκαίο για να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι από το Συμβούλιο στόχοι.
89 Κατ' αρχάς, το Συμβούλιο μπόρεσε να εκτιμήσει ορθώς ότι, για να αντιμετωπιστεί η ασκούμενη από τις εισαγωγές παιχνιδιών προελεύσεως Κίνας πίεση, απλά μέτρα επιτηρήσεως θα ήταν ανεπαρκή για την προστασία των συμφερόντων της κοινοτικής βιομηχανίας.
90 Στη συνέχεια, καθορίζοντας τις ποσοστώσεις εισαγωγής στο επίπεδο του 1991, που ήταν σημαντικά ανώτερο των προηγουμένων ετών, το Συμβούλιο προσπάθησε να συμβιβάσει τις απαιτήσεις προστασίας της κοινοτικής βιομηχανίας με τη διατήρηση ικανοποιητικού επιπέδου εμπορίου με την Κίνα, κατά τρόπον που δεν μπορεί να επικριθεί από το Δικαστήριο.
91 Τέλος, μολονότι δεν αποκλείεται να ήταν δυνατή η χρησιμοποίηση και άλλων μέσων προς επίτευξη του επιδιωκομένου αποτελέσματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί ωστόσο να υποκαταστήσει το Συμβούλιο στην εκτίμησή του περί του αν τα μέτρα που έλαβε ο κοινοτικός νομοθέτης ήταν ή όχι πρόσφορα, στον βαθμό που δεν αποδείχθηκε ότι τα μέτρα αυτά ήταν εμφανώς απρόσφορα για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού (προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, σκέψη 94). Εν προκειμένω, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν απέδειξε ότι οι επίδικες ποσοστώσεις καθορίστηκαν σε προδήλως ακατάλληλο ύψος.
92 Όσον αφορά το τρίτο σκέλος, αφορά κατ' ουσίαν τη διαφορά μεταξύ του γενικού περιεχομένου των επιδίκων ποσοστώσεων και των διαδικασιών έρευνας που προβλέπονται για την εφαρμογή μέτρων επιτηρήσεως ή διασφαλίσεως. Επομένως, θα εξεταστεί στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.
93 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, υπό την τελευταία αυτή επιφύλαξη, ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
94 Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο ακυρώσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, στο μέτρο που αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο δύο κατηγορίες προϋόντων. Αφενός, τα προϋόντα που αποτελούσαν ήδη αντικείμενο εθνικών περιορισμών υπόκεινταν σε μέτρα διασφαλίσεως ή επιτηρήσεως, χωρίς να έχει διεξαχθεί η τυπική διαδικασία έρευνας και χωρίς να έχει δοθεί στους ενδιαφερόμενους το δικαίωμα να υποβάλουν παρατηρήσεις. Αφετέρου, όλα τα άλλα προϋόντα που αφορά ο προσβαλλόμενος κανονισμός μπορούν να υπόκεινται σε τέτοια μέτρα μόνον μετά από κοινοτική έρευνα και αφού τηρηθούν τα δικαιώματα άμυνας των τρίτων ενδιαφερομένων.
95 Η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, δεδομένου ότι, και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για θέσπιση νέου περιορισμού. Πράγματι, η επέκταση σε κοινοτικό επίπεδο περιορισμού, ο οποίος στο παρελθόν είχε εθνικό χαρακτήρα, μπορεί να χαρακτηριστεί μόνον ως νέος περιορισμός. Εξάλλου, τα επίδικα προϋόντα έχουν de facto ελευθερωθεί εφόσον ο μόνος υφιστάμενος περιορισμός κατά τη στιγμή της ενάρξεως ισχύος του προσβαλλομένου κανονισμού, δηλαδή αυτός που εφαρμοζόταν από το Βασίλειο της Ισπανίας, αφορούσε μόνον το 2 % του συνόλου των εισαγωγών των ιδίων προϋόντων στην Κοινότητα. Επομένως, η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως δεν αποκλείεται βάσει μιας αμιγώς τυπικής διακρίσεως μεταξύ προϋόντων που έχουν ήδη ελευθερωθεί και προϋόντων που δεν έχουν ελευθερωθεί πριν από την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού.
96 Το Συμβούλιο, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή αντικρούουν τον ισχυρισμό αυτό προβάλλοντας ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αντιμετωπίζει απλώς διαφορετικά διαφορετικές καταστάσεις.
97 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η γενική αρχή της ισότητας, που αποτελεί μέρος των θεμελιωδών αρχών του κοινοτικού δικαίου, απαγορεύει παρόμοιες καταστάσεις να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως, εκτός αν η διαφορά στη μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 13).
98 Εν προκειμένω όμως, το Συμβούλιο θέσπισε νέο ενιαίο κοινοτικό καθεστώς, που προοριζόταν να καταργήσει τις εθνικές εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις που εξακολουθούσαν να ισχύουν. Όπως διευκρινίστηκε στο πλαίσιο εξετάσεως του δευτέρου λόγου, το Συμβούλιο ήταν ελεύθερο να εκτιμήσει, προς το κοινοτικό συμφέρον, εάν μπορούσε να προβλέψει περιορισμούς στην εισαγωγή ορισμένων προϋόντων, χωρίς να δεσμεύεται από τις επιλογές που είχαν πραγματοποιήσει στο παρελθόν τα διάφορα κράτη μέλη.
99 Αντιθέτως, τα μέτρα επιτηρήσεως και διασφαλίσεως που μπορούν να εφαρμοστούν μετά την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού και βάσει των διατάξεών του συνιστούν τροποποίηση της οικονομίας του καθεστώτος που ετέθη σε ισχύ από το Συμβούλιο και, συνεπώς, μπορούν να υπόκεινται στις διαδικασίες έρευνας που το Συμβούλιο κρίνει πρόσφορες.
100 Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να απαιτείται οι διαδικαστικές λεπτομέρειες του προσβαλλομένου κανονισμού για τις μελλοντικές τροποποιήσεις του θεσπιζομένου καθεστώτος να εφαρμόζονται στον ίδιο τον καθορισμό του καθεστώτος αυτού από το Συμβούλιο. Αφενός, ο καθορισμός των επιδίκων ποσοστώσεων δεν μπορεί να εξαρτάται από λεπτομέρειες εφαρμογής που δεν έχουν ακόμη προβλεφθεί. Αφετέρου, η απόφαση αυτή έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο εκτιμήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου στο πλαίσιο της θεσπίσεως του νέου καθεστώτος.
101 Επομένως, η κατάσταση των επιδίκων ποσοστώσεων δεν μπορεί να συγκριθεί με την κατάσταση των μέτρων επιτηρήσεως ή διασφαλίσεως που μπορούν να ληφθούν εν συνεχεία, δυνάμει του προσβαλλομένου κανονισμού. Συνεπώς, αντιμετωπίζοντας με διαφορετικό τρόπο καταστάσεις διαφορετικές, οι επίδικες διατάξεις δεν παραβιάζουν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, οπότε αυτός ο λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
102 Εφόσον οι προβληθέντες από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου λόγοι είναι αβάσιμοι, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
103 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ηττήθηκε, πρέπει, όπως ζητά το Συμβούλιο, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρενέβησαν στη διαφορά φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Ισπανίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy