Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα - Αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος - Δεν επιτρέπονται - Δικαιολογία - Άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης - Προϋποθέσεις εφαρμογής - Παραχώρηση αποκλειστικών δικαιωμάτων στις Κάτω Ξώρες
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 37, 90 και 169)
Περίληψη
Η παραχώρηση από κράτος μέλος σε οριζομένη προς τούτο επιχείρηση αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προοριζομένου για δημόσια διανομή αντίκειται προς το άρθρο 37 της Συνθήκης, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά είναι ικανά να επηρεάσουν απευθείας τους όρους διαθέσεως των προϋόντων μόνον των επιχειρηματιών ή πωλητών των άλλων κρατών μελών και εισάγουν επομένως δυσμενή διάκριση έναντι των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη εξαγωγέων.
Από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 90 της Συνθήκης προκύπτει ότι μπορεί να γίνει επίκληση της παραγράφου 2 από κράτος μέλος προκειμένου να δικαιολογηθεί η παραχώρηση σε επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος αποκλειστικών δικαιωμάτων τα οποία αντίκεινται ιδίως προς το άρθρο 37 της Συνθήκης, εφόσον η εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που της έχει ανατεθεί μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με τη χορήγηση τέτοιων δικαιωμάτων και εφόσον η ανάπτυξη του εμπορίου δεν επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας. Συναφώς, για τη μη εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης σε επιχείρηση επιφορτισμένη με υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος αρκεί η εφαρμογή των κανόνων αυτών να εμποδίζει, νομικά ή πραγματικά, την εκπλήρωση των ειδικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η επιχείρηση αυτή, χωρίς να είναι αναγκαίο να απειλείται η ίδια η επιβίωση της επιχειρήσεως.
Πρώτον, ως προς το αν το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών απέδειξε, επαρκώς κατά νόμο, ότι τα εν λόγω αποκλειστικά δικαιώματα είναι αναγκαία για να εκπληρώσει η επιχείρηση, στην οποία έχουν παραχωρηθεί, την ιδιαίτερη αποστολή που της έχει ανατεθεί, απόκειται βεβαίως στο κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 90, παράγραφος 2, να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Εντούτοις, αυτό το βάρος αποδείξεως δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι του σημείου να απαιτείται από το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, το οποίο εξέθεσε λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους, σε περίπτωση καταργήσεως των προσαπτομένων μέτρων, η εκπλήρωση, υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους, της αποστολής γενικού οικονομικού συμφέροντος με την οποία είναι επιφορτισμένη μια επιχείρηση θα ετίθετο, κατά τη γνώμη τους, σε κίνδυνο, να προχωρήσει περαιτέρω προκειμένου να αποδείξει, κατά τρόπο θετικό, ότι κανένα άλλο νοητό, εξ υποθετικού ορισμού, μέτρο δεν μπορεί να διασφαλίσει την εκπλήρωση της εν λόγω αποστολής υπό τους αυτούς όρους.
Συγκεκριμένα, στο μέτρο που η Επιτροπή, στην οποία απόκειται να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου αυτό να ελέγξει αν υφίσταται παράβαση, περιορίστηκε κυρίως σε αμιγώς νομική επιχειρηματολογία για να απορρίψει τα επιχειρήματα που επικαλείται το εν λόγω κράτος για να δικαιολογήσει τη διατήρηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ως προς το βάσιμο των νομικών λόγων που προέβαλε η Επιτροπή ενώ δεν απόκειται στο Δικαστήριο, με βάση παρατηρήσεις γενικού χαρακτήρα, να προβεί σε εξέταση, συνεπαγόμενη κατ' ανάγκην εκτίμηση οικονομικών, χρηματοοικονομικών και κοινωνικών στοιχείων, των μέτρων που θα μπορούσε να λάβει ένα κράτος μέλος προκειμένου να εξασφαλίσει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στη χώρα με κόστος όσο το δυνατόν χαμηλότερο και με αίσθημα ευθύνης έναντι του κοινωνικού συνόλου.
Δεύτερον, ως προς το αν τα εν λόγω αποκλειστικά δικαιώματα επηρεάζουν την ανάπτυξη του εμπορίου σε βαθμό ο οποίος αντίκειται προς το συμφέρον της Κοινότητας, στην Επιτροπή απέκειτο, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως, να ορίσει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, το συμφέρον της Κοινότητας σε σχέση με το οποίο πρέπει να αποτιμηθεί η ανάπτυξη των συναλλαγών και να αποδείξει πώς, ελλείψει κοινής πολιτικής στον οικείο τομέα, η ανάπτυξη των απευθείας συναλλαγών μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών, παράλληλα με την ανάπτυξη του εμπορίου μεταξύ μεγάλων δικτύων, θα ήταν δυνατή, εν όψει ιδίως των υφισταμένων ικανοτήτων και τρόπων μεταφοράς και διανομής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-157/94,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Richard B. Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και Berend J. Drijber, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
υποστηριζομένη από το
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από τη Lindsey Nicoll, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον David Anderson, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου, 14, boulevard Roosevelt,
παρεμβαίνον,
κατά
Βασιλείου των Κάτω Ξωρών, εκπροσωπουμένου από τους Adrian Bos, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, Jaap W. de Zwaan και Johannes S. van den Oosterkamp, αναπληρωτές νομικούς συμβούλους στο ίδιο υπουργείο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία των Κάτω Ξωρών, 5, rue C. M. Spoo,
καθού,
υποστηριζομένου από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπουμένη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Jean-Marc Belorgey, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 8 Β, boulevard Joseph II,
και την
Ιρλανδία, εκπροσωπουμένη από τον Μichael A. Buckley, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τον John D. Cooke, SC, και την Jennifer Payne, barrister, με τόπο επιδόσεων στo Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιρλανδίας, 28, route d'Arlon,
παρεμβαίνουσες,
με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, χορηγώντας αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προοριζομένου για δημόσια διανομή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 37 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, C. Gulmann, H. Ragnemalm και M. Wathelet, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray, D. A. O. Edward (εισηγητή), J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματείς: Η. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαου 1996, κατά τη διάρκεια της οποίας η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τους Richard B. Wainwright και Berend J. Drijber, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας από τον Nicholas Green, barrister, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών από τον Johannes S. van den Oosterkamp, η Γαλλική Δημοκρατία από τους Marc Perrin de Brichambaut, προϋστάμενο στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και Jean-Marc Belorgey, και η Ιρλανδία από τον Paul Gallagher, SC, και την Jennifer Payne,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Νοεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιουνίου 1994, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, χορηγώντας αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προοριζομένου για δημόσια διανομή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 30 και 37 της Συνθήκης ΕΚ.
2 Στις Κάτω Ξώρες, το άρθρο 34 του Elektriciteitswet της 16ης Νοεμβρίου 1989 (νόμου περί ρυθμίσεως της παραγωγής, της εισαγωγής, της μεταφοράς και της πωλήσεως ηλεκτρικού ρεύματος, Staatsblad 535, στο εξής: EW) ορίζει:
«1. Εισαγωγή ηλεκτρικού ρεύματος προοριζομένου για δημόσια διανομή επιτρέπεται να γίνει μόνον από την οριζομένη προς τούτο επιχείρηση.
2. Η παράγραφος 1 δεν έχει εφαρμογή προκειμένου περί εισαγωγής ρεύματος τάσεως μικρότερης των 500 V.»
3 Προς τούτο ορίστηκε, με υπουργική απόφαση της 20ής Μαρτίου 1990 (Staatscourant της 22ας Μαρτίου 1990), η NV Samenwerkende Elektriciteitsproduktiebedrijven (στο εξής: SEP).
4 Σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 1, του EW, απαγορεύεται η παράδοση σε τρίτον ηλεκτρικού ρεύματος εισαγομένου από οποιονδήποτε πλην της SEP. Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής με το άρθρο 34, παράγραφος 1, συνάγεται ότι οι τελικοί καταναλωτές έχουν το δικαίωμα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, υπό τον όρον ότι αυτό θα χρησιμοποιηθεί για τις δικές τους ανάγκες και μόνον.
5 Εκτιμώντας ότι η ολλανδική νομοθεσία παρείχε κατ' αυτόν τον τρόπο στη SEP αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής ηλεκτρικού ρεύματος προοριζομένου για δημόσια διανομή (εφόσον επρόκειτο για ηλεκτρικό ρεύμα με τάση υψηλότερη των 500 V) και, επομένως, αντέβαινε προς τα άρθρα 30 και 37 της Συνθήκης, η Επιτροπή, με έγγραφο της 9ης Αυγούστου 1991 και σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης, όχλησε την Ολλανδική Κυβέρνηση ζητώντας να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί της προσαπτομένης παραβάσεως εντός προθεσμίας δύο μηνών.
6 Με έγγραφο της 12ης Νοεμβρίου 1991, η Ολλανδική Κυβέρνηση αμφισβήτησε την ύπαρξη παραβάσεως και επικαλέστηκε ορισμένα επιχειρήματα ικανά να δικαιολογήσουν τη διατήρηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής της SEP βάσει των άρθρων 36 και 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ.
7 Στις 26 Νοεμβρίου 1992, η Επιτροπή έστειλε αιτιολογημένη γνώμη στο Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, με την οποία απέρριψε τα επιχειρήματα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως και υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι οι προβλεπόμενες στα άρθρα 36 και 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης εξαιρέσεις δεν ίσχυαν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
8 Δεδομένου ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1993, ενέμεινε στη θέση της, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
9 Με δύο διατάξεις της 6ης Δεκεμβρίου 1994, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου επέτρεψε στη Γαλλική Δημοκρατία και την Ιρλανδία να παρέμβουν υπέρ του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών· με διάταξη της ίδιας ημέρας, επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
Ως προς το αν συμβιβάζονται τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής προς τα άρθρα 30 και 37 της Συνθήκης
10 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η ύπαρξη εθνικού μονοπωλίου εισαγωγής της SEP εμποδίζει, αφενός, τους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών να πωλούν την παραγωγή τους εντός της ολλανδικής επικράτειας σε άλλους πελάτες πλην του μονοπωλίου αυτού και, αφετέρου, τους ευρισκομένους στην ολλανδική επικράτεια πιθανούς πελάτες να επιλέγουν ελεύθερα τις πηγές εφοδιασμού τους σε ηλεκτρικό ρεύμα από τα άλλα κράτη μέλη.
11 Επομένως, κατά την Επιτροπή, τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής της SEP είναι ικανά να περιορίζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και, ως μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, αντίκεινται προς το άρθρο 30 της Συνθήκης. Συγχρόνως, τα δικαιώματα αυτά συνιστούν δυσμενή διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 37 της Συνθήκης όχι μόνον έναντι των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη εξαγωγέων, αλλά και έναντι των εγκατεστημένων στο οικείο κράτος μέλος καταναλωτών.
12 Κατ' αρχάς, πρέπει να εξεταστούν τα σχετικά με το άρθρο 37 επιχειρήματα.
Επί του άρθρου 37 της Συνθήκης
13 Σύμφωνα με το άρθρο 37, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη διαρρυθμίζουν προοδευτικώς τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα κατά τρόπον ώστε με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου να αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών. Η υποχρέωση αυτή ισχύει για κάθε οργανισμό με τον οποίο κράτος μέλος, νομικά ή πραγματικά, ελέγχει, διευθύνει ή επηρεάζει αισθητά, άμεσα ή έμμεσα, τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών και ισχύει επίσης και επί των κατά παραχώρηση κρατικών μονοπωλίων. Εξάλλου, το άρθρο 37, παράγραφος 2, επιβάλλει στα κράτη μέλη να απέχουν ιδίως από κάθε νέο μέτρο αντίθετο προς τις αρχές της παραγράφου 1.
14 Επομένως, χωρίς να απαιτεί την κατάργηση των εν λόγω μονοπωλίων, η διάταξη αυτή επιβάλλει επιτακτικά τη διαρρύθμισή τους έτσι ώστε να διασφαλίζεται κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου η πλήρης εξάλειψη των δυσμενών διακρίσεων που εμπίπτουν στη διάταξη αυτή (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1976, 59/75, Manghera κ.λπ., Συλλογή τόμος 1976, σ. 27, σκέψη 5). Εξάλλου, ήδη πριν από τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η διάταξη αυτή απαγόρευε στα κράτη μέλη να εισάγουν νέες δυσμενείς διακρίσεις του ιδίου τύπου με τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1.
15 οΟπως το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει με τις αποφάσεις του Manghera κ.λπ., όπ.π. (σκέψη 12), και της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. I-4747, σκέψη 44), τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής συνεπάγονται, έναντι των εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη εξαγωγέων, δυσμενή διάκριση η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 37, παράγραφος 1. Συγκεκριμένα, τέτοια δικαιώματα είναι ικανά να επηρεάσουν άμεσα τους όρους διαθέσεως των προϋόντων μόνον των επιχειρηματιών ή πωλητών των άλλων κρατών μελών.
16 Εντούτοις, η Ολλανδική Κυβέρνηση αμφισβητεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για αποκλειστικά δικαιώματα που συνεπάγονται δυσμενή διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης, καθόσον οι τελικοί καταναλωτές είναι ελεύθεροι να εισάγουν ηλεκτρικό ρεύμα για τις ανάγκες τους και επομένως οι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη εξαγωγείς έχουν το δικαίωμα να παρέχουν ηλεκτρικό ρεύμα σε οποιονδήποτε στις Κάτω Ξώρες.
17 Πάντως, δεν αμφισβητείται ότι, δυνάμει της ολλανδικής νομοθεσίας, μόνο στη SEP επιτρέπεται να εισάγει ηλεκτρικό ρεύμα προοριζόμενο για δημόσια διανομή. Επομένως, οι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη εξαγωγείς μπορούν να παρέχουν ηλεκτρικό ρεύμα μόνο σε περιορισμένη κατηγορία τελικών καταναλωτών και υφίστανται ως εκ τούτου δυσμενή διάκριση ως προς τους όρους διαθέσεως σε σχέση με τη SEP, στην οποία και μόνον επιτρέπεται να εισάγει ηλεκτρικό ρεύμα προκειμένου να το διανέμει ή να το πωλεί ιδίως σε εταιρίες διανομής.
18 Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι, για να ισχύει η προβλεπομένη στο άρθρο 37, παράγραφος 1, απαγόρευση κάθε διακρίσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών, δεν είναι απαραίτητο να καλύπτουν τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής συγκεκριμένου προϋόντος το σύνολο των εισαγωγών, αλλ' αρκεί τα δικαιώματα αυτά να αντιστοιχούν σε τέτοιο ποσοστό ώστε να παρέχουν στο μονοπώλιο τη δυνατότητα να επηρεάζει αισθητά τις εισαγωγές (βλ., ομοίως, την προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 41). Δεν αμφισβητείται ότι αυτό συμβαίνει με τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής της SEP ως προς το ηλεκτρικό ρεύμα που προορίζεται για δημόσια διανομή.
19 Η Ολλανδική Κυβέρνηση αμφισβητεί επίσης ότι η SEP μπορεί να θεωρηθεί μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 37 της Συνθήκης, καθόσον έχει ως κύρια αποστολή τον σχεδιασμό, τη θέση σε λειτουργία παραγωγικών μονάδων και την από κοινού ανάληψη των εξόδων παραγωγής και μεταφοράς σε εθνικό επίπεδο και, επομένως, δεν ασκεί εμπορικές κατά κυριολεξία δραστηριότητες.
20 Εντούτοις, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το άρθρο 37 της Συνθήκης προϋποθέτει κατάσταση στην οποία οι εθνικές αρχές είναι σε θέση να ελέγχουν ή να διευθύνουν συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών ή ακόμη να τις επηρεάζουν αισθητά μέσω οργανισμού συνεστημένου προς τούτο ή κατά παραχώρηση μονοπωλίου (απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-387/93, Banchero, Συλλογή 1995, σ. Ι-4663, σκέψη 26, και παρατιθέμενη εκεί νομολογία), πράγμα που συμβαίνει, ως εκ της φύσεώς τους, με τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής.
21 Τέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μόνον η εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις άσκηση αποκλειστικών δικαιωμάτων και όχι η κατοχή τους απαγορεύεται από το άρθρο 37 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, η άσκηση των δικαιωμάτων εισαγωγής της SEP δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, καθόσον όλο το προοριζόμενο για δημόσια διανομή ηλεκτρικό ρεύμα, είτε εγχώριο είτε εισαγόμενο, μεταφέρεται μέσω της SEP και όλοι οι τελικοί καταναλωτές στις Κάτω Ξώρες προμηθεύονται ηλεκτρικό ρεύμα υπό τους αυτούς ακριβώς όρους. Συναφώς, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η SEP, στα πλαίσια του σχεδιασμού της, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εισαγωγές και είναι μάλιστα υποχρεωμένη να εισάγει, όταν η εισαγωγή είναι πιο συμφέρουσα σε σχέση με τον εφοδιασμό από ολλανδικές εταιρίες παραγωγής.
22 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο αναγνώρισε με την προμνησθείσα απόφαση Manghera κ.λπ. (σκέψεις 9 και 10) ότι ο σκοπός του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν επιτυγχάνεται εάν δεν διασφαλίζεται, σε κράτος μέλος εντός του οποίου υπάρχει μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα, η ελεύθερη κυκλοφορία προερχομένων από τα άλλα κράτη μέλη εμπορευμάτων ανάλογων με εκείνα που αποτελούν το αντικείμενο του εθνικού μονοπωλίου.
23 Αυτή όμως η ελεύθερη κυκλοφορία εμποδίζεται από την ύπαρξη αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής σε κράτος μέλος, οσάκις αφαιρεί από τους επιχειρηματίες των άλλων κρατών μελών τη δυνατότητα να προσφέρουν τα προϋόντα τους σε πελάτες επιλογής τους στο εν λόγω κράτος μέλος. Εξάλλου, στην προκειμένη περίπτωση, κάθε εισαγωγή πρέπει να εντάσσεται στο πλαίσιο του εκπονηθέντος από τη SEP σχεδιασμού.
Επί των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης
24 Δεδομένου ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής της SEP αντίκεινται προς το άρθρο 37 της Συνθήκης, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν αντίκεινται προς το άρθρο 30 ούτε, κατά συνέπεια, αν μπορούν ενδεχομένως να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης.
25 Ωστόσο, πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν τα επίδικα αποκλειστικά δικαιώματα μπορούν να δικαιολογηθούν, όπως ισχυρίζεται η Ολλανδική Κυβέρνηση, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
Επί των αντλουμένων από το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης δικαιολογητικών λόγων
26 Κατ' αρχάς, πρέπει να εξεταστεί το κυρίως προβαλλόμενο από την Επιτροπή επιχείρημα ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, προκειμένου να δικαιολογηθούν κρατικά μέτρα ασυμβίβαστα προς τους κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης σε κρατικά μέτρα που αντίκεινται προς τους κανόνες της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων
27 Το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης απαγορεύει γενικώς στα κράτη μέλη, όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, να θεσπίζουν ή να διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚ, ιδίως προς τους κανόνες των άρθρων 6 και 85 έως 94. Η διάταξη αυτή συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγούν σε ορισμένες επιχειρήσεις αποκλειστικά δικαιώματα και κατ' αυτόν τον τρόπο να τις καθιστούν μονοπώλιο.
28 Το άρθρο 90, παράγραφος 2, προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης, ιδίως στους κανόνες του ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει, νομικά ή πραγματικά, την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί, με την επιφύλαξη ωστόσο ότι η ανάπτυξη του εμπορίου δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας.
29 Με την απόφαση της 6ης Ιουλίου 1982, 188/80, 189/80 και 190/80, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 2545, σκέψη 12), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το άρθρο 90 αφορά μόνον τις επιχειρήσεις για τη συμπεριφορά των οποίων τα κράτη αναλαμβάνουν ιδιαίτερη ευθύνη λόγω της επιρροής που μπορούν να ασκούν στη συμπεριφορά αυτή και ότι η διάταξη αυτή, αφενός, υπογραμμίζει ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις, με την επιφύλαξη των διευκρινίσεων που παρέχει η παράγραφος 2, υπόκεινται στο σύνολο των κανόνων της Συνθήκης και, αφετέρου, επιτάσσει στα κράτη μέλη να τηρούν τους κανόνες αυτούς στις σχέσεις τους με τις επιχειρήσεις αυτές.
30 Ενόψει των διαπιστώσεων αυτών, το άρθρο 90, παράγραφος 1, έχει την έννοια ότι αποσκοπεί στο να αφαιρέσει από τα κράτη μέλη τη δυνατότητα να μετέρχονται των σχέσεών τους με τις επιχειρήσεις αυτές με σκοπό την καταστρατήγηση των απαγορεύσεων άλλων κανόνων της Συνθήκης οι οποίες απευθύνονται απευθείας σε αυτά, όπως οι απαγορεύσεις των άρθρων 30, 34 και 37, υποχρεώνοντας ή οδηγώντας τις επιχειρήσεις αυτές στην υιοθέτηση συμπεριφοράς η οποία, ως προς τα κράτη μέλη, θα αντέβαινε προς τους προαναφερθέντες κανόνες.
31 Στο πλαίσιο αυτό, η παράγραφος 2 της διατάξεως αυτής ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος επιχειρήσεις μπορούν κατ' εξαίρεση να μην υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης.
32 Από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 90, όπως το περιεχόμενό τους καθορίστηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί την παράγραφο 2 για να δικαιολογήσει την παραχώρηση σε επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος αποκλειστικών δικαιωμάτων αντιθέτων ιδίως προς το άρθρο 37 της Συνθήκης, εφόσον η εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που της έχει ανατεθεί μπορεί να διασφαλιστεί μόνο με τη χορήγηση τέτοιων δικαιωμάτων και εφόσον η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας.
33 Υπ' αυτές τις συνθήκες, πρέπει επίσης να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει επικουρικώς η Επιτροπή, πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις αυτές.
Ως προς την αναγκαιότητα των επιδίκων αποκλειστικών δικαιωμάτων για την εκπλήρωση της αποστολής της SEP
34 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η SEP μπορεί να θεωρηθεί επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα προς απόδειξη του ότι πληρούνται εν προκειμένω οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, και ιδίως του ότι η εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης θα εμπόδιζε άμεσα ή έμμεσα την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής της SEP.
35 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι από τις αποφάσεις της 19ης Μαου 1993, C-320/91, Corbeau (Συλλογή 1993, σ. Ι-2533, σκέψη 16), και της 27ης Απριλίου 1994, C-393/92, Almelo κ.λπ. (Συλλογή 1992, σ. Ι-1477, σκέψη 49), προκύπτει ιδίως ότι το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης επιτρέπει μέτρα αντίθετα προς τη Συνθήκη μόνον εφόσον είναι αναγκαία για την εκπλήρωση από την οικεία επιχείρηση της γενικού οικονομικού συμφέροντος αποστολής της υπό οικονομικώς αποδεκτές συνθήκες και, επομένως, εφόσον είναι αναγκαία για τη χρηματοοικονομική ισορροπία της επιχειρήσεως αυτής καθαυτής. Επίσης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση όφειλε να αποδείξει ότι υφίσταται, σε περίπτωση καταργήσεως των επιδίκων αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής, κίνδυνος να λάβουν τη μερίδα του λέοντος οι εισαγωγείς ηλεκτρικού ρεύματος οι οποίοι θα συγκέντρωναν τις πιο επικερδείς δραστηριότητες αφήνοντας τις λιγότερο επικερδείς στη SEP, ότι ένας τέτοιος κίνδυνος θα ήταν ικανός να διακυβεύσει την οικονομική βιωσιμότητά της και ότι δεν υπάρχουν άλλα μέτρα εμποδίζοντα λιγότερο τις συναλλαγές, τα οποία θα ήσαν επίσης ικανά να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εν λόγω δημόσιας υπηρεσίας, όπως, μεταξύ άλλων, η αντιστάθμιση των δαπανών που συνδέονται με τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας μεταξύ, αφενός, της SEP και, αφετέρου, των εισαγωγέων.
36 Πρέπει να εξεταστεί διαδοχικά, αφενός, αν η υποστηριζομένη από την Επιτροπή ερμηνεία, η οποία περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, είναι ορθή και, αφετέρου, αν οι περί αποδείξεως αξιώσεις που προβάλλει κατά της Ολλανδικής Κυβερνήσεως είναι εν προκειμένω βάσιμες.
37 Ως διάταξη εισάγουσα παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης, το άρθρο 90, παράγραφος 2, πρέπει να ερμηνεύεται στενά.
38 Πάντως, η ίδια η διατύπωση του άρθρου 90, παράγραφος 2, δείχνει ότι επιτρέπονται παρεκκλίσεις από τους κανόνες της Συνθήκης εφόσον είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί σε επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος.
39 Εξάλλου, με την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής, (Συλλογή 1991, σ. Ι-1223, σκέψη 12), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, επιτρέποντας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, παρεκκλίσεις από τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης, το άρθρο 90, παράγραφος 2, αποσκοπεί στον συγκερασμό του συμφέροντος των κρατών μελών να χρησιμοποιούν ορισμένες επιχειρήσεις, ιδίως του δημόσιου τομέα, ως όργανο οικονομικής ή φορολογικής πολιτικής με το συμφέρον της Κοινότητας προς τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού και προστασία της ενότητας της κοινής αγοράς.
40 Ενόψει του ως άνω οριζομένου συμφέροντος των κρατών μελών, δεν μπορεί να τους απαγορευθεί να λαμβάνουν υπόψη, οσάκις καθορίζουν τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος τις οποίες αναθέτουν σε ορισμένες επιχειρήσεις, σκοπούς που αφορούν την εθνική πολιτική τους και να προσπαθούν να τους επιτύχουν μέσω υποχρεώσεων και δεσμεύσεων που επιβάλλουν στις εν λόγω επιχειρήσεις.
41 Επιπλέον, πρέπει να υπομνηστεί ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση Almelo κ.λπ. (σκέψη 48), το Δικαστήριο δέχθηκε, σχετικά με περιφερειακή επιχείρηση επιφορτισμένη με τη διανομή ηλεκτρικού ρεύματος, ότι συνιστά αποστολή γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, η συνεχής παροχή ηλεκτρικής ενεργείας, στο σύνολο της παραχωρηθείσας περιοχής, σε όλους τους καταναλωτές, τοπικούς διανομείς ή τελικούς καταναλωτές, στις ανά πάσα στιγμή ζητούμενες ποσότητες, με ομοιόμορφη τιμολόγηση και υπό όρους που μπορούν να ποικίλλουν μόνο σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που ισχύουν για όλους τους πελάτες.
42 Ομοίως, η Επιτροπή, με την απόφασή της 91/50/ΕΟΚ, της 16ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με μια διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΟΚ [IV/32.732 - IJsselcentrale (IJC) και άλλοι] (ΕΕ L 28, σ. 32), έχει ήδη δεχθεί ότι μια επιχείρηση η οποία έχει ως κύρια αποστολή να μεριμνά για την αξιόπιστη και αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος δημόσιας διανομής ηλεκτρικού ρεύματος στην εθνική επικράτεια με το χαμηλότερο δυνατό κόστος και κατά τρόπο ορθολογικό για την εταιρία παρέχει υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2.
43 Επομένως, συνάγεται ότι, για τη μη εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης σε επιχείρηση επιφορτισμένη με υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, αρκεί η εφαρμογή των κανόνων αυτών να εμποδίζει, νομικά ή πραγματικά, την εκπλήρωση των ειδικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η επιχείρηση αυτή. Δεν είναι αναγκαίο να απειλείται η ίδια η επιβίωση της επιχειρήσεως.
44 Ως προς το ζήτημα αν, στην προκειμένη περίπτωση, η Ολλανδική Κυβέρνηση απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής της SEP είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που της έχει ανατεθεί, πρέπει να τονιστεί ότι, με το έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή αρκέστηκε κυρίως στη διαπίστωση ότι το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών δεν μπορούσε πλέον να διατηρήσει, έναντι των άλλων κρατών μελών, αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής στον τομέα του ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία ήσαν, κατά την άποψή της, ασυμβίβαστα προς τα άρθρα 30 και 37 της Συνθήκης.
45 Στην απάντησή της, η Ολλανδική Κυβέρνηση παρέθεσε λεπτομερή περιγραφή της λειτουργίας του εθνικού συστήματος παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, όπως αυτό είχε μετά την έκδοση του ΕW, και υπενθύμισε ειδικότερα ότι, κατά το άρθρο 2 του νόμου αυτού, η ανατεθείσα στη SEP αποστολή συνίσταται στο να μεριμνά, από κοινού με τις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, «για την καλή λειτουργία του εθνικού συστήματος ηλεκτροδοτήσεως με το χαμηλότερο δυνατό κόστος και αίσθημα ευθύνης έναντι του κοινωνικού συνόλου». Αφού, μεταξύ άλλων, εξέφρασε τη λύπη της, διότι η Επιτροπή δεν εξέτασε, στο έγγραφο οχλήσεως, το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, μολονότι είχε αναγνωρίσει, με την προμνησθείσα απόφασή της 91/50/ΕΟΚ, ότι η SEP εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, η Ολλανδική Κυβέρνηση εξήγησε τους λόγους για τους οποίους, κατά τη γνώμη της, σε περίπτωση καταργήσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής της SEP, θα κλονιζόταν σοβαρά όλο το σύστημα δημόσιας παροχής ηλεκτρικού ρεύματος.
46 Με την αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή δεν υπεισήλθε σε διάλογο ως προς το σημείο αυτό, αλλά μάλλον ενέκυψε σε νομικές σκέψεις σύμφωνα με τις οποίες ενέμενε στην άποψή της ότι η διατήρηση των επίδικων αποκλειστικών δικαιωμάτων ήταν ασυμβίβαστη προς τα άρθρα 30 και 37 της Συνθήκης. Ως προς το άρθρο 90, παράγραφος 2, η Επιτροπή αρκέστηκε στη δήλωση ότι η διάταξη αυτή δεν είχε εφαρμογή σε κρατικά μέτρα που αντιβαίνουν προς τα άρθρα αυτά και ότι, εν πάση περιπτώσει, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι τα προσαπτόμενα μέτρα ήσαν ανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
47 Με τις παρατηρήσεις της επί της αιτιολογημένης γνώμης, η Ολλανδική Κυβέρνηση περιέγραψε λεπτομερέστερα το εθνικό σύστημα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και επέκρινε το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν θεωρούσε αρκετά σημαντικό το ζήτημα αν ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά, αν υπέκειτο μόνο στις ελεύθερες δυνάμεις της αγοράς. Επέμεινε ιδιαίτερα στους αδιάσπαστους δεσμούς που υπάρχουν μεταξύ των διαφόρων στοιχείων του ολλανδικού συστήματος και ιδίως μεταξύ των δικαιωμάτων εισαγωγής και της υποχρεώσεως διατηρήσεως του κόστους της δημόσιας παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ΕW.
48 Η Επιτροπή συνέχισε, στο δικόγραφο της προσφυγής της, να περιορίζεται, κατ' ουσίαν, στην υπόμνηση των νομικών επιχειρημάτων της, όπως αυτά προκύπτουν ιδίως από τις σκέψεις 34 και 35 της παρούσας αποφάσεως. Επιπλέον προσέθεσε ότι από κανένα στοιχείο δεν διαφαίνεται ότι η κατάργηση των επίδικων αποκλειστικών δικαιωμάτων θα ασκούσε στα θετικά οικονομικά αποτελέσματα που σημείωσε η SEP ιδίως το 1993 τέτοια πίεση, ώστε η SEP δεν θα μπορούσε πλέον να εκπληρώσει την ανατεθείσα σ' αυτήν αποστολή. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν προέβη σε ανάλυση των διαφόρων παραγόντων που επισήμανε η Ολλανδική Κυβέρνηση.
49 Ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ολλανδική Κυβέρνηση επανέλαβε την ανάλυσή της, σύμφωνα με την οποία η SEP θα μπορούσε να επιτελέσει τα ανατεθέντα σ' αυτήν έργα μόνον εφόσον οι εισαγωγές ηλεκτρικού ρεύματος προοριζομένου για δημόσια διανομή πραγματοποιούνταν μέσω αυτής. Ενέμεινε πάλι στην άποψη ότι το καθεστώς εισαγωγής συνιστά αναπόσπαστο στοιχείο του συνόλου του εθνικού συστήματος παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, το οποίο δεν μπορεί να αξιολογείται μεμονωμένα, αλλά πρέπει να συνδυάζεται με το συνολικό σύστημα σχεδιασμού που έθεσε σε ισχύ ο EW και διαχειρίζεται η SEP. Συναφώς, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι το καθεστώς εισαγωγής θεσπίστηκε προκειμένου να μη θιγεί αυτό το σύστημα σχεδιασμού από ανεξάρτητες εισαγωγές εταιριών παραγωγής και διανομής και ότι η κατάργησή του θα αφαιρούσε από το σύστημα αυτό τον λόγο υπάρξεως και την αποτελεσματικότητά του.
50 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή εμμένει στο ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η διατήρηση των επίδικων αποκλειστικών δικαιωμάτων δημιουργεί τα απαραίτητα έσοδα για την εκπλήρωση της ανατεθείσας στη SEP αποστολής. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση όχι μόνο δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να προσδιοριστεί αριθμητικά η χρηματοοικονομική σημασία του μονοπωλίου εισαγωγής της SEP, αλλα και δεν απέδειξε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της καταργήσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων και της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων δημοσίας υπηρεσίας της SEP.
51 Βεβαίως, πρέπει να υπομνηστεί ότι, προκειμένου περί παρεκκλίσεως από τους θεμελιώδεις κανόνες της Συνθήκης, στο κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης απόκειται να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής.
52 Εντούτοις, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 37 έως 43 της παρούσας αποφάσεως, αντιθέτως προς τη θέση της Επιτροπής, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου να πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης, να απειλείται η χρηματοοικονομική ισορροπία ή η οικονομική βιωσιμότητα της επιφορτισμένης με τη διαχείριση υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος επιχειρήσεως. Αρκεί, σε περίπτωση που δεν υπάρχουν τα επίδικα δικαιώματα, να εμποδίζεται η εκπλήρωση της ανατεθείσας στην επιχείρηση ιδιαίτερης αποστολής, όπως αυτή καθορίζεται από τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις που τη βαρύνουν.
53 Επιπλέον, από την προμνησθείσα απόφαση Corbeau (σκέψεις 14 έως 16) προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2, πληρούνται ιδίως εφόσον η διατήρηση των δικαιωμάτων αυτών είναι αναγκαία για να μπορέσει ο κάτοχός τους να εκπληρώσει την αποστολή γενικού οικονομικού συμφέροντος που του έχει ανατεθεί υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους.
54 Είναι αναμφισβήτητο ότι, σε περίπτωση καταργήσεως των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής της SEP, όχι μόνον ορισμένοι καταναλωτές αλλά και οι εταιρίες διανομής θα κατέφευγαν σε ξένες αγορές για τον εφοδιασμό τους, οσάκις οι εκεί ισχύουσες τιμές ήσαν χαμηλότερες από τις τιμές της SEP. Συγκεκριμένα, η δυνατότητα αυτή θα ήταν ένα από τα κύρια ζητήματα του ανοίγματος της αγοράς.
55 Ενόψει των εγγενών χαρακτηριστικών του ηλεκτρικού ρεύματος και των μεθόδων παραγωγής του, της μεταφοράς και της διανομής του, όπως αυτά υπάρχουν στις Κάτω Ξώρες, είναι επίσης πρόδηλον ότι ένα τέτοιο άνοιγμα της αγοράς θα προκαλούσε ουσιώδεις μεταβολές της διαχειρίσεως του εθνικού συστήματος εφοδιασμού, ιδίως όσον αφορά την επιβληθείσα στη SEP υποχρέωση να συμβάλλει, μέσω του σχεδιασμού που έχει αναλάβει, στην εύρυθμη λειτουργία του προαναφερθέντος συστήματος με το χαμηλότερο δυνατό κόστος και με αίσθημα ευθύνης έναντι του κοινωνικού συνόλου.
56 Εξάλλου, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε αυτό το πρόδηλο γεγονός, αλλά αρκέστηκε να απαριθμήσει, με γενικότητες, ορισμένα μέτρα που θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί αντί των επιδίκων δικαιωμάτων, όπως η αντιστάθμιση του κόστους που συνδέεται με τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας μεταξύ, αφενός, της SEP και, αφετέρου, των εισαγωγέων.
57 Πάντως επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, παραπέμποντας κατ' αυτόν τον τρόπο, με γενικότητες, σε ορισμένα μέτρα αντί των επιδίκων δικαιωμάτων, η Επιτροπή ούτε έλαβε υπόψη της τις τονισθείσες από την Ολλανδική Κυβέρνηση ιδιαιτερότητες του εθνικού συστήματος παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ούτε εξέτασε συγκεκριμένα αν αυτά τα μέτρα θα παρείχαν στη SEP τη δυνατότητα να εκπληρώσει την αποστολή γενικού οικονομικού συμφέροντος που της έχει ανατεθεί, τηρουμένων των υποχρεώσεων και των δεσμεύσεων που της επιβλήθηκαν και των οποίων η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ούτε τον θεμιτό χαρακτήρα τους ούτε τη νομιμότητά τους.
58 Μολονότι είναι αλήθεια ότι στο κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 90, παράγραφος 2, απόκειται να αποδείξει ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, ωστόσο το βάρος αποδείξεως δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι του σημείου να απαιτείται από αυτό το κράτος μέλος, οσάκις εκθέτει εμπεριστατωμένα τους λόγους για τους οποίους, σε περίπτωση καταργήσεως των προσαπτομένων μέτρων, η εκπλήρωση, υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους, της ανατεθείσας σε επιχείρηση αποστολής γενικού οικονομικού συμφέροντος θα ετίθετο, κατά τη γνώμη του, σε κίνδυνο, να προχωρήσει περαιτέρω προκειμένου να αποδείξει, κατά τρόπο θετικό, ότι κανένα άλλο νοητό, εξ υποθετικού ορισμού, μέτρο δεν μπορεί να διασφαλίσει την εκπλήρωση της εν λόγω αποστολής υπό τους αυτούς όρους.
59 Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της διαδικασίας αναγνωρίσεως παραβάσεως κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης, στην Επιτροπή απόκειται να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου το Δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη της παραβάσεως αυτής (βλ. απόφαση της 25ης Μαου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών, Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6).
60 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι σκοπός της προβλεπομένης στο άρθρο 169 της Συνθήκης προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητικής διαδικασίας είναι να παράσχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να συμμορφωθεί οικειοθελώς προς τις επιταγές της Συνθήκης ή, ενδεχομένως, να του δώσει την ευκαιρία να δικαιολογήσει τη θέση του (βλ., ομοίως, απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, 85/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1986, σ. 1149, σκέψη 11). Αυτό ακριβώς έπραξε η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλούμενη, ήδη με την απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής, ορισμένα επιχειρήματα ικανά να δικαιολογήσουν τη διατήρηση των επίδικων αποκλειστικών δικαιωμάτων βάσει, ιδίως, του άρθρου 90, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
61 Η αιτιολογημένη γνώμη πρέπει να περιέχει συνεκτική και λεπτομερή έκθεση των λόγων που δημιούργησαν στην Επιτροπή την πεποίθηση ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παρέβη μία από τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-4405, σκέψη 16). Εν προκειμένω, οι συναφώς προβαλλόμενοι από την Επιτροπή λόγοι συνιστούσαν κυρίως νομικές σκέψεις δυνάμει των οποίων οι προβαλλόμενοι από την Ολλανδική Κυβέρνηση δικαιολογητικοί λόγοι δεν ήσαν κρίσιμοι.
62 Αντικείμενο του ενδεχομένου δικογράφου της προσφυγής της Επιτροπής είναι να διευκρινίσει, σε συνάρτηση με την προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητική διαδικασία, τις αιτιάσεις επί των οποίων η Επιτροπή καλεί το Δικαστήριο να αποφανθεί καθώς και, κατά τρόπο τουλάχιστον συνοπτικό, τα πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται οι αιτιάσεις αυτές (βλ., ιδίως, την προμνησθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 28). Εν προκειμένω, η Επιτροπή περιορίστηκε κυρίως σε αμιγώς νομική επιχειρηματολογία.
63 Μετά τον ανωτέρω προσδιορισμό του πλαισίου της διαφοράς, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί του βασίμου των νομικών λόγων που προβάλλει η Επιτροπή. Βεβαίως δεν απόκειται στο Δικαστήριο, με βάση παρατηρήσεις γενικού χαρακτήρα που διατυπώνονται κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, να επιδοθεί σε εξέταση, κατ' ανάγκην ενέχουσα εκτίμηση οικονομικών, χρηματοοικονομικών και κοινωνικών στοιχείων, των μέτρων που ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να λάβει προκειμένου να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό της χώρας σε ηλεκτρικό ρεύμα με το χαμηλότερο δυνατό κόστος και με αίσθημα ευθύνης έναντι του κοινωνικού συνόλου.
64 Ενόψει των ανωτέρω και, ιδίως, του ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τη νομική προσέγγιση επί της οποίας στηρίζονταν τόσο η αιτιολογημένη γνώμη όσο και η προσφυγή της Επιτροπής, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προβεί, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, σε εξέταση του ζητήματος αν, παραχωρώντας στη SEP αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών υπερέβη πράγματι τα όρια του αναγκαίου προκειμένου να παράσχει στον οργανισμό αυτόν τη δυνατότητα να εκπληρώσει, υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους, την ανατεθείσα σ' αυτόν αποστολή γενικού οικονομικού συμφέροντος.
65 Ωστόσο, πρέπει να υπομνηστεί ότι, για να μπορούν να μην υπόκεινται τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής της SEP στην εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, αυτής, πρέπει επιπλέον να μην επηρεάζεται η ανάπτυξη των συναλλαγών σε βαθμό αντικείμενο προς το συμφέρον της Κοινότητας.
Ως προς το αν επηρεάζεται η ανάπτυξη των ενδοκοινοτικών συναλλαγών
66 Τόσο κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διοικητική φάση όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ολλανδική Κυβέρνηση εξήγησε, χωρίς να αντικρουστεί από την Επιτροπή, ότι οι εισαγωγές ηλεκτρικού ρεύματος που πραγματοποίησε η SEP αποτελούσαν, κατά τα τελευταία έτη, περίπου το 15 % της ολικής εσωτερικής ζητήσεως ηλεκτρικού ρεύματος και ότι, στην Ευρωπαϋκή ήΕνωση, μόνον η Ιταλία εμφανίζει ανάλογο ποσοστό εισαγωγών. Η Ολλανδική Κυβέρνηση δήλωσε επίσης ότι η υφισταμένη ικανότητα των διασυνοριακών γραμμών εγγίζει έτσι τα όρια της, λαμβανομένης υπόψη της αναγκαίας για τις επείγουσες περιπτώσεις εφεδρικής ικανότητας.
67 Η Επιτροπή αρκέστηκε να υπενθυμίσει ότι, για να μην υπόκεινται ορισμένα μέτρα στην εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, πρέπει όχι μόνον η εφαρμογή αυτή να εμποδίζει άμεσα ή έμμεσα την εκπλήρωση της ανατεθείσας ιδιαίτερης αποστολής, αλλά και να μη θίγεται το συμφέρον της Κοινότητας, χωρίς ωστόσο να παράσχει κάποια εξήγηση προς απόδειξη του ότι, λόγω των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής της SEP, οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές ηλεκτρικού ρεύματος αναπτύχθηκαν και εξακολουθούν να αναπτύσσονται σε βαθμό που αντίκειται προς το συμφέρον της Κοινότητας.
68 Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή όφειλε να προβεί στην απόδειξη αυτή.
69 Συγκεκριμένα, ενόψει των εξηγήσεων της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, στην Επιτροπή απέκειτο, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη της προβαλλομένης παραβάσεως, να ορίσει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, το συμφέρον της Κοινότητας σε σχέση με το οποίο πρέπει να αποτιμηθεί η ανάπτυξη των συναλλαγών. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης αναθέτει ρητά στην Επιτροπή να μεριμνά για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου και να απευθύνει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις προς τα κράτη μέλη.
70 Στην προκειμένη περίπτωση, ο καθορισμός αυτός επιβαλλόταν, καθόσον μάλιστα η μόνη απευθείας ισχύουσα κοινοτική πράξη περί συναλλαγών ηλεκτρικού ρεύματος, ήτοι η οδηγία 90/547/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1990, για τη διαμετακόμιση ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των μεγάλων δικτύων (ΕΕ L 313, σ. 30), διαπιστώνει ρητά, στην έκτη αιτιολογική της σκέψη, ότι υπάρχει μεταξύ των μεγάλων ηλεκτρικών δικτύων υψηλής τάσεως των ευρωπαϋκών χωρών εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας του οποίου η σημασία αυξάνεται από έτος σε έτος.
71 Δοθέντος ότι η Επιτροπή ρητώς αναφέρει ότι η προσφυγή της αφορά μόνον τα αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής της SEP και όχι άλλα δικαιώματα που υπάρχουν ιδίως στον τομέα της μεταφοράς και της διανομής, σ' αυτήν απέκειτο επομένως να αποδείξει ειδικότερα πώς, ελλείψει κοινής πολιτικής στον οικείο τομέα, η ανάπτυξη των απευθείας συναλλαγών μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών, παράλληλα με την ανάπτυξη του εμπορίου μεταξύ μεγάλων δικτύων, θα ήταν δυνατή ενόψει ιδίως των υφισταμένων ικανοτήτων και τρόπων μεταφοράς και διανομής.
72 Από το σύνολο των σκέψεων αυτών προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
73 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη και τα κοινοτικά όργανα που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, η Γαλλική Δημοκρατία και η Ιρλανδία, που άσκησαν παρέμβαση, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy