Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων * Παρεκκλίσεις * Απόφαση αφορώσα τον έλεγχο των αλλοδαπών * Απόφαση περί απομακρύνσεως αφορώσα κοινοτικό υπήκοο διαμένοντα νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους * Διαδικασία εξετάσεως της υποθέσεως και διατυπώσεως γνώμης από την αρμόδια αρχή * Υποχρέωση λήψεως της γνώμης της αρμόδιας αρχής πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί απομακρύνσεως από τη διοικητική αρχή
(Οδηγία 64/221 του Συμβουλίου, άρθρο 9 PAR 1)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων * Παρεκκλίσεις * Απόφαση αφορώσα τον έλεγχο των αλλοδαπών * Απόφαση περί απομακρύνσεως * Διαδικασία εξετάσεως της υποθέσεως και διατυπώσεως γνώμης από την αρμόδια αρχή * Αρμόδια αρχή * Επιβαλλόμενη προϋπόθεση * 'Ασκηση των καθηκόντων με πλήρη ανεξαρτησία * Διορισμός από τη διοικητική αρχή που αποφασίζει την απομάκρυνση * Επιτρέπεται
(Οδηγία 64/221 του Συμβουλίου, άρθρο 9 PAR 1)
Περίληψη
1. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, έχει την έννοια ότι, εκτός επειγουσών περιπτώσεων, απαγορεύει στη διοικητική αρχή την έκδοση αποφάσεως περί απομακρύνσεως κοινοτικού υπηκόου, ο οποίος διαμένει νομίμως στην εθνική επικράτεια και ο οποίος είτε κατέχει άδεια διαμονής είτε δεν υποχρεούται να κατέχει άδεια διαμονής, πριν διατυπώσει τη γνώμη της η αρμόδια αρχή.
2. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, δεν απαγορεύει τον διορισμό της αρμόδιας αρχής που καλείται να διατυπώσει γνώμη πριν από τη λήψη μέτρου περί απομακρύνσεως από τη διοικητική αρχή η οποία εκδίδει την απόφαση αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αρμόδια αρχή μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά της με πλήρη ανεξαρτησία, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο της αρχής που καλείται να λάβει τα προβλεπόμενα από την οδηγία μέτρα, και ότι ακολουθεί διαδικασία παρέχουσα στον ενδιαφερόμενο, υπό τους όρους που καθορίζει η οδηγία, τη δυνατότητα να προβάλλει τα μέσα άμυνάς του. Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εκτιμά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-175/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Court of Appeal, London, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen
και
Secretary of State for the Home Department,
ex parte: John Gallagher,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16)
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler και P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. B. Elmer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* ο John Gallagher, εκπροσωπούμενος από τους Robin Allen, QC, Peter Duffy και Tim Eicke, barristers, ενεργούντες κατ' εντολή του Stephen Grozz, solicitor,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον John E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τους David Pannick, QC, και Mark Shaw, barrister,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Christopher Docksey, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του John Gallagher, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουλίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Οκτωβρίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 10ης Φεβρουαρίου 1994, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Ιουνίου 1994, το Court of Appeal υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε ο Gallagher ενώπιον του Court of Appeal κατά της αποφάσεως περί απελάσεώς του που εξέδωσε ο Υπουργός Εσωτερικών (στο εξής: υπουργός), βάσει του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 2, του Prevention of Terrorism (Temporary Provisions) Act 1989 [νόμος για την πρόληψη της τρομοκρατίας (προσωρινές διατάξεις) του 1989, στο εξής: νόμος του 1989].
3 Το άρθρο 7 του νόμου του 1989 ορίζει τα εξής:
"1) Αν ο υπουργός πεισθεί ότι κάποιος
a) έχει αναμιχθεί στην εκτέλεση ή προετοιμασία τρομοκρατικών πράξεων ή στην εξώθηση σε τρομοκρατικές πράξεις που εμπίπτουν στο παρόν τμήμα του νόμου
(...) μπορεί να εκδώσει απόφαση περί απελάσεως αυτού.
2) Υπό την έννοια του παρόντος άρθρου, η απόφαση περί απελάσεως είναι μια απόφαση με την οποία απαγορεύεται η παρουσία ή η είσοδος ενός προσώπου στο Ηνωμένο Βασίλειο."
4 Το παράρτημα 2 του νόμου του 1989 επιτρέπει την υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με τις αποφάσεις περί απελάσεως. Οι παράγραφοι 3 και 4 αυτού προβλέπουν τα ακόλουθα:
"3) 1) Αν μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως περί απελάσεως το υπό απέλαση άτομο την αμφισβητεί, μπορεί:
a) να υποβάλει στον υπουργό γραπτές παρατηρήσεις με τις οποίες εκθέτει τους λόγους των αντιρρήσεών του
και
b) να συμπεριλάβει στις παρατηρήσεις αυτές αίτημα για προσωπική ακρόαση με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχει ορίσει ο υπουργός δυνάμει του πέμπτου εδαφίου κατωτέρω (...)
5) Αν κάποιος ασκήσει τα δικαιώματα αυτά εντός της τασσομένης προς τούτο προθεσμίας, η υπόθεση παραπέμπεται για γνωμοδότηση στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχει ορίσει ο υπουργός.
(...)
4) 1) Οσάκις ο υπουργός λαμβάνει παρατηρήσεις σχετικά με απόφαση περί απελάσεως, δυνάμει της παραγράφου 3 ανωτέρω, επανεξετάζει την υπόθεση εντός ευλόγου χρόνου μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων ή της εκθέσεως για την ακρόαση που ενδεχομένως πραγματοποιήθηκε σχετικά με την υπόθεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα παράγραφο.
2) Όταν επανεξετάζει μια υπόθεση κατ' εφαρμογήν της παρούσας παραγράφου, ο υπουργός λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που θεωρεί κρίσιμα και ιδιαιτέρως
a) τις παρατηρήσεις σχετικά με την υπόθεση που του υποβλήθηκαν κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 ανωτέρω
b) τη γνώμη του προσώπου ή των προσώπων στα οποία παρέπεμψε την υπόθεση κατ' εφαρμογήν της παραγράφου αυτής
και
c) την έκθεση για την ακρόαση σχετικά με την υπόθεση, που ενδεχομένως πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο αυτή.
(...)".
5 Το 1983 ο Gallagher, Ιρλανδός υπήκοος, καταδικάστηκε στην Ιρλανδία σε τριετή φυλάκιση για παράνομη κατοχή δύο τουφεκιών. Μεταξύ Μαΐου 1987 και Σεπτεμβρίου 1989 μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο προς αναζήτηση εργασίας. Πράγματι, εργάστηκε εκεί από τον Απρίλιο 1990 έως τον Σεπτέμβριο 1991.
6 Στις 24 Σεπτεμβρίου 1991 ο Gallagher συνελήφθη κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του νόμου του 1989. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1991 του κοινοποιήθηκε απόφαση περί απελάσεως βάσει του άρθρου 7 του νόμου του 1989, με την αιτιολογία ότι ο υπουργός ήταν πεπεισμένος ότι ο Gallagher "είχε αναμιχθεί στην εκτέλεση, προετοιμασία ή εξώθηση σε τρομοκρατικές ενέργειες που σχετίζονται με την κατάσταση στη Βόρεια Ιρλανδία".
7 Κατόπιν της απελάσεώς του, ο Gallagher αντιτάχθηκε στην απόφαση περί απελάσεως, σύμφωνα με το παράρτημα 2, παράγραφος 3, σημείο 1, του νόμου του 1989 υπέβαλε στον υπουργό γραπτές παρατηρήσεις με τις οποίες εξέθετε τους λόγους των αντιρρήσεών του και ζήτησε προσωπική ακρόαση με το πρόσωπο που είχε ορίσει ο υπουργός, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Πρεσβεία του Ηνωμένου Βασιλείου στο Δουβλίνο στις 6 Δεκεμβρίου 1991. Κατά την ακρόαση αυτή, το πρόσωπο που είχε ορίσει ο υπουργός δεν αποκάλυψε την ταυτότητά του ούτε παρέσχε οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά με τους λόγους της απελάσεως. Δυνάμει του παραρτήματος 2, παράγραφος 4, του νόμου του 1989, ο υπουργός επανεξέτασε την υπόθεση, χωρίς ωστόσο να τροποποιήσει την απόφασή του.
8 Ο Gallagher άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως περί απελάσεως, κατά της αποφάσεως περί μη ανακλήσεώς της, κατά της αποφάσεως περί ορισμού του συμβούλου με τον οποίο συναντήθηκε και της αποφάσεως του συμβούλου να μην αποκαλύψει την ταυτότητά του. Στην κατ' έφεση δίκη ο Gallagher υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι, σε αντίθεση προς τις επιταγές του άρθρου 9 της οδηγίας, είχε απελαθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο πριν του δοθεί η δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του κατά της αποφάσεως αυτής και να συναντήσει το πρόσωπο που είχε ορίσει ο υπουργός. Επιπλέον, ο Gallagher υποστήριξε ότι, λόγω του τρόπου διορισμού του, το πρόσωπο αυτό δεν ήταν αρμόδιο για τη διατύπωση της γνώμης που προβλέπει το άρθρο 9.
9 Έχοντας αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία της διατάξεως αυτής, το Court of Appeal αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Απαγορεύει το άρθρο 9 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, στον Secretary of State for the Home Department (Υπουργό Εσωτερικών) να εκδώσει απόφαση περί απελάσεως βάσει του άρθρου 7 του νόμου Prevention of Terrorism (Temporary Provisions) Αct 1989 [νόμου για την πρόληψη της τρομοκρατίας (προσωρινές διατάξεις) του 1989] πριν διατυπώσει γνώμη η 'αρμόδια αρχή' , εφόσον οι σχετικές διατάξεις του παραρτήματος 2 του νόμου του 1989 προβλέπουν ότι:
a) το υπό απέλαση πρόσωπο δικαιούται να υποβάλει παρατηρήσεις στην αρμόδια αρχή και
b) αν υποβληθούν παρατηρήσεις στην αρμόδια αρχή, ο υπουργός υποχρεούται να λάβει υπόψη τη γνώμη της αρχής αυτής και να επανεξετάσει το βάσιμο της εκδόσεως αποφάσεως περί απελάσεως πριν από την απέλαση του ατόμου από το Ηνωμένο Βασίλειο (εκτός αν το εν λόγω άτομο συμφωνεί να απομακρυνθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο);
2) Μπορεί το οριζόμενο από τον υπουργό πρόσωπο να ενεργήσει ως 'αρμόδια αρχή' κατά την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964;"
10 Με τα ερωτήματα αυτά, το Court of Appeal αναφέρεται στο άρθρο 9 της οδηγίας, χωρίς να διευκρινίζει αν ζητεί από το Δικαστήριο την ερμηνεία της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2 της διατάξεως αυτής.
11 Με τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι δυνάμει της νομοθεσίας του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με τους Ιρλανδούς υπηκόους, οι Ιρλανδοί υπήκοοι δεν υποχρεούνται να κατέχουν άδεια διαμονής για να μπορούν να κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, η απόφαση περί απελάσεως Ιρλανδού υπηκόου, ο οποίος εργάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στον οποίο δεν έχει χορηγηθεί άδεια διαμονής, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τάχθηκε υπέρ της ερμηνείας αυτής.
12 Το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
"1) Αν δεν χωρεί προσφυγή σε δικαστήριο ή αν η προσφυγή αυτή αναφέρεται μόνο στη νομιμότητα της αποφάσεως ή αν δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, η απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή η απόφαση περί απομακρύνσεως του κατόχου αδείας διαμονής από την επικράτεια λαμβάνεται από την διοικητική αρχή * εκτός επειγουσών περιπτώσεων * μόνο κατόπιν γνώμης αρμοδίας αρχής της χώρας υποδοχής, ενώπιον της οποίας ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δύναται να προβάλλει τα μέσα υπερασπίσεώς του και να δύναται να επικουρείται ή να εκπροσωπείται κατά τους διαδικαστικούς όρους που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία.
Η αρχή αυτή πρέπει να είναι άλλη από εκείνη που έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει την απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή την απόφαση περί απομακρύνσεως.
2) Οι αποφάσεις περί αρνήσεως εκδόσεως της πρώτης αδείας διαμονής, καθώς και οι αποφάσεις περί απομακρύνσεως προ της εκδόσεως της εν λόγω αδείας, υποβάλλονται προς εξέταση, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, στην αρχή εκείνη, η προηγουμένη γνώμη της οποίας προβλέπεται από την παράγραφο 1. Ο ενδιαφερόμενος επιτρέπεται τότε να αναλάβει αυτοπροσώπως την υπεράσπισή του, εκτός αν λόγοι ασφαλείας του κράτους αντιτίθενται στην υπεράσπιση αυτή."
13 Από το κείμενο του άρθρου 9 της οδηγίας προκύπτει ότι η παράγραφος 1 αυτού αναφέρεται στην απόφαση περί απομακρύνσεως ενός κατόχου αδείας διαμονής από το έδαφος κράτους μέλους, ενώ η παράγραφος 2 αφορά την απόφαση περί απομακρύνσεως που εκδίδεται πριν από τη χορήγηση αδείας διαμονής.
14 Επομένως, το άρθρο 9, παράγραφος 1, αφορά την περίπτωση υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος διαμένει ήδη νομίμως στο έδαφος άλλου κράτους μέλους. Τούτο συμβαίνει όχι μόνο στην περίπτωση του κατόχου αδείας διαμονής, αλλά και στην περίπτωση υπηκόου άλλου κράτους μέλους, ο οποίος, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους υποδοχής, δεν υποχρεούται να κατέχει άδεια διαμονής. Συνεπώς, η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή και σε απόφαση περί απομακρύνσεως, από το έδαφος κράτους μέλους, ενός υπηκόου άλλου κράτους μέλους.
Επί του πρώτου ερωτήματος
15 Με το πρώτο ερώτημά του, το Court of Appeal ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει την έννοια ότι η γνώμη της αρμόδιας αρχής μπορεί να δοθεί πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί απομακρύνσεως, δεδομένου ότι, σε περίπτωση προσφυγής του ενδιαφερομένου, η διοικητική αρχή που εξέδωσε την απόφαση αυτή υποχρεούται, εκτός επειγουσών περιπτώσεων, να την επανεξετάσει υπό το πρίσμα της γνώμης αυτής.
16 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας, σκοπεί να διασφαλίσει μια ελάχιστη διαδικαστική εγγύηση στα άτομα κατά των οποίων εκδίδεται απόφαση περί αρνήσεως ανανεώσεως της αδείας διαμονής ή στους κατόχους αδείας διαμονής κατά των οποίων εκδίδεται απόφαση περί απομακρύνσεως. Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται στην περίπτωση που δεν προβλέπεται δυνατότητα ασκήσεως ένδικης προσφυγής ή που η προσφυγή αυτή αναφέρεται μόνο στη νομιμότητα της αποφάσεως ή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, προβλέπει την παρέμβαση μιας αρμόδιας αρχής διαφορετικής από εκείνη που είναι αρμόδια για την έκδοση της αποφάσεως. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβάλλει τα μέσα υπερασπίσεώς του ενώπιον της αρχής αυτής και να επικουρείται ή να εκπροσωπείται κατά τους διαδικαστικούς όρους που προβλέπει η εθνική νομοθεσία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1990 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-297/88 και C-197/89, Dzodzi, Συλλογή 1990, σ. Ι-3763, σκέψη 62).
17 Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, η παρέμβαση της "αρμόδιας αρχής" που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, πρέπει να καθιστά δυνατόν τον εξαντλητικό έλεγχο όλων των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της σκοπιμότητας του αντιμετωπιζομένου μέτρου, πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως (αποφάσεις της 18ης Μαΐου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 115/81 και 116/81, Adoui και Cornuaille, Συλλογή 1982, σ. 1665, σκέψη 15, και της 22ας Μαΐου 1980 στην υπόθεση 131/79, Santillo, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 171, σκέψη 12). Το Δικαστήριο έχει επίσης διευκρινίσει ότι, εκτός επειγουσών περιπτώσεων, η διοικητική αρχή λαμβάνει την απόφασή της μόνον κατόπιν της γνωμοδοτήσεως της αρμόδιας αρχής (απόφαση της 5ης Μαρτίου 1980 στην υπόθεση 98/79, Pecastaing, Συλλογή 1980/Ι, σ. 367, σκέψη 17, και προαναφερθείσα απόφαση Dzodzi, σκέψη 62).
18 Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο σκοπός του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας επιτυγχάνεται, εφόσον ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που μνημονεύονται σ' αυτό. Εν προκειμένω, ο νόμος του 1989 επιτρέπει στα άτομα κατά των οποίων έχει εκδοθεί απόφαση περί απελάσεως να υποβάλουν παρατηρήσεις στην αρμόδια αρχή και υποχρεώνει, οσάκις συντρέχει περίπτωση, τον υπουργό να εξετάσει τη γνώμη της αρχής αυτής και να επανεξετάσει το βάσιμο της αποφάσεώς του, πριν απελάσει τον ενδιαφερόμενο από την επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου.
19 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
20 Πράγματι, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 19 των προτάσεών του, η διαφορά μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 9 έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στην παράγραφο 1, η γνώμη πρέπει να προηγείται της εκδόσεως της αποφάσεως, ενώ στις περιπτώσεις τις οποίες αφορά η παράγραφος 2, η γνώμη δίδεται μετά την έκδοση της αποφάσεως και αποκλειστικά κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, στην περίπτωση που αμφισβητεί την απόφαση αυτή.
21 Αν όμως το άρθρο 9, παράγραφος 1, ερμηνευόταν όπως προτείνει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ο κανόνας της παραγράφου 2 θα έχανε την ιδιαιτερότητά του έναντι του κανόνα της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.
22 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221 έχει την έννοια ότι, εκτός επειγουσών περιπτώσεων, απαγορεύει στη διοικητική αρχή την έκδοση αποφάσεως περί απομακρύνσεως πριν διατυπώσει τη γνώμη της η αρμόδια αρχή.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
23 Με το δεύτερο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας απαγορεύει να ορίζεται η αρμόδια αρχή, για την οποία γίνεται λόγος στη διάταξη αυτή, από τη διοικητική αρχή που εκδίδει την απόφαση περί απομακρύνσεως.
24 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η οδηγία δεν διευκρινίζει τον τρόπο διορισμού της αρμόδιας αρχής του άρθρου 9 αυτής. Δεν επιβάλλει η αρχή αυτή να είναι δικαστήριο ή να απαρτίζεται από δικαστές. Ούτε επιβάλλει τα μέλη της αρμόδιας αρχής να ορίζονται για συγκεκριμένη περίοδο. Η ουσία συνίσταται, αφενός, στο να αποδεικνύεται σαφώς ότι η αρχή ασκεί τα καθήκοντά της με πλήρη ανεξαρτησία και ότι δεν υπόκειται, αμέσως ή εμμέσως, κατά την άσκηση των καθηκόντων της, στον έλεγχο της αρχής η οποία καλείται να λάβει τα προβλεπόμενα στην οδηγία μέτρα και, αφετέρου, να ακολουθεί διαδικασία παρέχουσα στον ενδιαφερόμενο, υπό τους όρους που καθορίζει η οδηγία, τη δυνατότητα να προβάλλει τα μέσα άμυνάς του (προαναφερθείσα απόφαση Dzodzi, σκέψη 65, και προαναφερθείσα απόφαση Adoui και Cornuaille, σκέψη 16). Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εκτιμά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν τηρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
25 Όσον αφορά τον τύπο της γνώμης της αρμόδιας αρχής, από τον σκοπό που επιδιώκεται με το σύστημα που προβλέπει η οδηγία προκύπτει ότι η γνώμη αυτή πρέπει να κοινοποιείται νομοτύπως στον ενδιαφερόμενο, πλην όμως η οδηγία δεν απαιτεί να αναφέρει η γνώμη ονομαστικώς τα μέλη της αρχής ή την ιδιότητά τους (προαναφερθείσα απόφαση Adoui και Cornuaille, σκέψη 18), δεδομένου ότι η ονομαστική αυτή αναφορά έχει σημασία μόνο στον βαθμό που επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει την ανεξαρτησία και την αμεροληψία των προσώπων που απαρτίζουν την αρχή.
26 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν απαγορεύει να ορίζεται η αρμόδια αρχή, για την οποία γίνεται λόγος στη διάταξη αυτή, από τη διοικητική αρχή η οποία εκδίδει την απόφαση περί απομακρύνσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχή αυτή μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά της με πλήρη ανεξαρτησία και χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο της αρχής που καλείται να λάβει τα προβλεπόμενα από την οδηγία μέτρα. Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εκτιμά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 10ης Φεβρουαρίου 1994 το Court of Appeal, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας, έχει την έννοια ότι, εκτός επειγουσών περιπτώσεων, απαγορεύει στη διοικητική αρχή την έκδοση αποφάσεως περί απομακρύνσεως πριν διατυπώσει τη γνώμη της η αρμόδια αρχή.
2) Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας 64/221 δεν απαγορεύει τον διορισμό της αρμόδιας αρχής, για την οποία γίνεται λόγος στη διάταξη αυτή, από τη διοικητική αρχή η οποία εκδίδει την απόφαση περί απομακρύνσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αρχή αυτή μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά της με πλήρη ανεξαρτησία και χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο της αρχής που καλείται να λάβει τα προβλεπόμενα από την οδηγία μέτρα. Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εκτιμά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
Full & Egal Universal Law Academy