Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Κοινοτικό δίκαιο * Αρχές * Ίση μεταχείριση * Διάκριση λόγω ιθαγένειας * Έννοια * Εθνικά μέτρα εφαρμοστέα σε κάθε πρόσωπο που υπάγεται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους * Δεν εμπίπτουν * Εθνική νομοθεσία εξαρτώσα την άσκηση πολιτικής αγωγής στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας από την εκ μέρους του παθόντος παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας στον πληρεξούσιό του * Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 6, 52 και 59)
2. Κοινοτικό δίκαιο * Αρχές * Θεμελιώδη δικαιώματα * Διασφάλιση του σεβασμού τους από το Δικαστήριο * Συμβιβαστό εθνικής ρυθμίσεως που δεν εντάσσεται στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου * Εκτίμηση του Δικαστηρίου * Αποκλείεται
Περίληψη
1. Το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, έχει την έννοια, σε συνδυασμό με τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης, ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να επιβάλλει με τη νομοθεσία του στον παθόντα, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει πολιτική αγωγή στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, την υποχρέωση να παράσχει στον πληρεξούσιό του ειδική πληρεξουσιότητα, έστω και αν το δίκαιο του κράτους μέλους του οποίου ο παθών έχει την ιθαγένεια δεν προβλέπει τον τύπο αυτό.
2. Εφόσον μια εθνική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο, εφόσον επιληφθεί προδικαστικώς σχετικής υποθέσεως, υποχρεούται να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορέσει αυτό να κρίνει αν η ρύθμιση αυτή συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα, για τον σεβασμό των οποίων μεριμνά το Δικαστήριο, όπως αυτά προκύπτουν ειδικότερα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα αυτή σε σχέση με τις εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες δεν εντάσσονται στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-177/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Pretura circondariale di Roma, sezione distaccata di Frascati (Ιταλία), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Gianfranco Perfili
πολιτικώς ενάγουσα: Lloyd' s of London
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, 5 και 6 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler (εισηγητή), J. L. Murray και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Leger
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* o G. Perfili, κατηγορούμενος στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τους Α. Rossotti και D. Vicini, δικηγόρους Ρώμης,
* η εταιρία Lloyd' s of London, εκπροσωπουμένη από τον Α. Giorgetti, δικηγόρο Μιλάνου,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους A. Aresu και P. van Nuffel, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 2ας Ιουνίου 1994, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Ιουνίου 1994, ο Vice Pretore της Pretura circondariale di Roma, sezione distaccata di Frascati, υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, 5 και 6 της ίδιας Συνθήκης και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, της 4ης Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την άσκηση πολιτικής αγωγής από την ασφαλιστική εταιρία Lloyd' s of London (στο εξής: Lloyd' s) κατόπιν της ασκήσεως ποινικής διώξεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά του Perfili.
3 Από τη δικογραφία που διαβίβασε το αιτούν δικαστήριο καθώς και από τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι της κύριας δίκης και η Επιτροπή προκύπτει ότι η Lloyd' s διόρισε για την Ιταλία γενικό αντιπρόσωπο δυνάμει δημοσίου εγγράφου γενικής πληρεξουσιότητας (power of attorney), το οποίο καταρτίστηκε κατά το αγγλικό δίκαιο και ήταν σύμφωνο προς τη Σύμβαση της Χάγης, της 5ης Οκτωβρίου 1961, που καταργεί την υποχρέωση επικυρώσεως των αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων.
4 Ο Gianfranco Perfili, κοσμηματοπώλης στην Colonna (Ρώμη), συνήψε σύμβαση ασφαλίσεως κατά κλοπής με τη Lloyd' s. Δύο έτη μετά τη σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως, ο ασφαλιζόμενος υπέβαλε στην ασφαλιστική εταιρία δήλωση κλοπής κοσμημάτων.
5 Κατόπιν προκαταρκτικής εξετάσεως, οι ιταλικές δικαστικές αρχές άσκησαν ποινική δίωξη κατά του Perfili ενώπιον της Pretura di Roma για το έγκλημα της ψευδούς καταγγελίας αξιόποινης πράξεως και της απόπειρας απάτης, συντρεχουσών επιβαρυντικών περιστάσεων. Ο γενικός αντιπρόσωπος της Lloyd' s για την Ιταλία παρέσχε ειδική πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με τους ιταλικούς δικονομικούς κανόνες, σε δικηγόρο, προκειμένου να ασκηθεί πολιτική αγωγή για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας στο πλαίσιο της ποινικής διώξεως που είχε ασκηθεί κατά του Perfili.
6 Kατά το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 78 του ιταλικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, το οποίο αφορά την άσκηση πολιτικής αγωγής, επιβάλλει στον παθόντα, ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει διά πληρεξουσίου πολιτική αγωγή στο πλαίσιο της ποινικής δίκης, να παράσχει στον πληρεξούσιο αυτό ειδική πληρεξουσιότητα. Η Lloyd' s δεν μπορεί να ασκήσει πολιτική αγωγή, επειδή το έγγραφο γενικής πληρεξουσιότητας που έχει χορηγήσει στον γενικό αντιπρόσωπό της στην Ιταλία δεν του έχει παράσχει ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία που κινήθηκε κατά του Perfili. Κατά το αγγλικό δίκαιο όμως, η δήλωση βουλήσεως για τη χορήγηση της εξουσίας αυτής στον αντιπρόσωπο μπορεί να περιλαμβάνεται στο έγγραφο γενικής πληρεξουσιότητας.
7 Το εθνικό δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υφίσταται προδήλως άνιση μεταχείριση μεταξύ, αφενός, του παθόντος ιταλικής ιθαγένειας και, αφετέρου, του παθόντος αγγλικής ιθαγένειας, ο οποίος επιδιώκει την προάσπιση των αστικού δικαίου συμφερόντων του δι' ειδικού πληρεξουσίου. Πράγματι, ο Βρετανός υπήκοος κωλύεται να εκφράσει τη βούλησή του, οι δε δυνατότητές του προς άσκηση πολιτικής αγωγής περιορίζονται λόγω του ότι στην Ιταλία υφίσταται θεσμός ο οποίος δεν προβλέπεται από τη δική του εθνική έννομη τάξη.
8 O Vice Pretore, διερωτώμενος κατά πόσον οι ιταλικοί δικονομικοί κανόνες συνάδουν προς τα άρθρα 3, 5 και 6 της Συνθήκης καθώς και προς το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα προσβάσεως σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, νομίμως λειτουργούν, το οποίο αποφασίζει είτε επί των διαφορών αστικής φύσεως είτε επί πάσης κατηγορίας ποινικής φύσεως, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα δύο ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Αντιβαίνει το άρθρο 78 του ισχύοντος ιταλικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προς τα άρθρα 3, 5 και 6 της Συνθήκης της Ρώμης, επειδή επιβάλλει στους κοινοτικούς υπηκόους, εν προκειμένω σε έναν Βρετανό υπήκοο, να καταρτίζουν, εφόσον προτίθενται, ως παθόντες, να ασκήσουν πολιτική αγωγή, έγγραφο ειδικής νομικής φύσεως, το οποίο δεν προβλέπεται από την έννομη τάξη τους και συνίσταται στην παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας για την άσκηση πολιτικής αγωγής, αν ληφθεί υπόψη ότι κατά το αγγλικό δίκαιο η ειδική αυτή πληρεξουσιότητα θα μπορούσε να είναι περιττή, επειδή περιλαμβάνεται στη γενική πληρεξουσιότητα (power of attorney);
2) Αντιβαίνει το προαναφερθέν άρθρο 78 προς το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, της 4ης Νοεμβρίου 1950, και είναι η Σύμβαση αυτή κρίσιμη για την προκειμένη δίκη;"
Επί του πρώτου ερωτήματος
9 Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, κατά παγία νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του άρθρου 177 της Συνθήκης, περί του αν ένα εθνικό μέτρο συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ. απόφαση της 6ης Ιουλίου 1995, C-62/93, BP Σουπεργκάζ, Συλλογή 1995, σ. Ι-1883, σκέψη 13). Τουναντίον, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα στοιχεία ερμηνείας που ανάγονται στο κοινοτικό δίκαιο και του δίδουν ενδεχομένως τη δυνατότητα να κρίνει κατά πόσον οι εθνικές διατάξεις συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο.
10 Διαπιστώνεται στη συνέχεια ότι το άρθρο 2 της Συνθήκης περιγράφει την αποστολή και τους στόχους της Κοινότητας, οι οποίοι εξαγγέλλονται στο άρθρο 3 (βλ. αποφάσεις της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/81, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1982, σ. 4005, σκέψη 28, και της 29ης Σεπτεμβρίου 1987, 126/86, Gimenez Zaera, Συλλογή 1987, σ. 3697, σκέψη 10).
11 Τα άρθρα 2 και 3 της Συνθήκης αφορούν ειδικότερα τη δημιουργία κοινής αγοράς, εντός της οποίας τα εμπορεύματα, τα πρόσωπα, οι υπηρεσίες και τα κεφάλαια μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα υπό συνθήκες ανόθευτου ανταγωνισμού. Η επίτευξη του σκοπού αυτού διασφαλίζεται, μεταξύ άλλων, με την απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγένειας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 της Συνθήκης και αποτελεί το αντικείμενο του ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου.
12 Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να θεωρηθεί ότι με το πρώτο ερώτημα ερωτάται αν το άρθρο 6 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να επιβάλλει με τη νομοθεσία του στον παθόντα, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει πολιτική αγωγή στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, την υποχρέωση να παράσχει στον πληρεξούσιό του ειδική πληρεξουσιότητα, αν ληφθεί υπόψη ότι το δίκαιο του κράτους μέλους του οποίου ο παθών έχει την ιθαγένεια δεν προβλέπει τον τύπο αυτό.
13 Κατά το άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, εντός του πεδίου εφαρμογής της και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγένειας.
14 Η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο αυτό ισχύει επομένως μόνον με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της Συνθήκης (βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 1977, 8/77, Sagulo, Συλλογή τόμος 1977, σ. 441, σκέψη 11).
15 Στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας, ο κανόνας αυτός τέθηκε σε εφαρμογή, όσον αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, με τα άρθρα 52 έως 58 και, όσον αφορά τις υπηρεσίες, με τα άρθρα 59 έως 66 της Συνθήκης.
16 Η εθνική ρύθμιση που διέπει τη διαδικασία ασκήσεως πολιτικής αγωγής αφορά την ευχέρεια ασφαλιστικής εταιρίας εγκατεστημένης σε άλλο κράτος μέλος να προασπίζει τα αστικού δικαίου συμφέροντά της εντός του κράτους υποδοχής και πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης περί ελευθερίας εγκαταστάσεως ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εντός του κράτους υποδοχής.
17 Κατά πάγια εντούτοις νομολογία, τα άρθρα 6, 52 και 59, απαγορεύοντας σε κάθε κράτος μέλος να συναρτά, εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, τον τρόπο εφαρμογής του δικαίου του προς την ιθαγένεια, δεν αφορούν τις διαφορές μεταχειρίσεως που ενδέχεται να προκύπτουν μεταξύ των κρατών μελών από τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών, εφόσον οι νομοθεσίες αυτές εφαρμόζονται σε όλα τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και ασχέτως της ιθαγενείας τους (βλ. αποφάσεις της 28ης Ιουνίου 1978, 1/78, Kenny, Συλλογή τόμος 1978, σ. 461, σκέψη 18, της 7ης Μαΐου 1992, C-251/90 και C-252/90, Wood και Cowie, Συλλογή 1992, σ. Ι-2873, σκέψη 19, και της 3ης Ιουλίου 1979, 185/78 έως 204/78, Van Dam en Zonen κ.λπ., Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 143, σκέψη 10).
18 Το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο καθώς και τα νομικά και πραγματικά στοιχεία που παρέσχε στο Δικαστήριο δεν δίνουν στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να εξετάσει αν και υπό ποιες προϋποθέσεις η υπό κρίση εθνική ρύθμιση, εφαρμοζομένη ανεξαρτήτως ιθαγενείας, συνιστά ενδεχομένως αδικαιολόγητο εμπόδιο για την ελευθερία εγκαταστάσεως ή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
19 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6 της Συνθήκης, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, έχει την έννοια, σε συνδυασμό με τα άρθρα 52 και 59, ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να επιβάλλει με τη νομοθεσία του στον παθόντα, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει πολιτική αγωγή στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, την υποχρέωση να παράσχει στον πληρεξούσιό του ειδική πληρεξουσιότητα, έστω και αν το δίκαιο του κράτους μέλους του οποίου ο παθών έχει την ιθαγένεια δεν προβλέπει τον τύπο αυτό.
Eπί του δευτέρου ερωτήματος
20 Κατά παγία νομολογία, όταν πρόκειται για εθνική ρύθμιση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο, εφόσον επιληφθεί προδικαστικώς σχετικής υποθέσεως, υποχρεούται να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορέσει αυτό να κρίνει αν η ρύθμιση αυτή συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα, για τον σεβασμό των οποίων μεριμνά το Δικαστήριο, όπως αυτά προκύπτουν ειδικότερα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αντιθέτως, το Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα αυτή σε σχέση με τις εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες δεν εντάσσονται στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου (βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-159/90, Society for the protection of unborn children Ireland, Συλλογή 1991, σ. Ι-4685, σκέψη 31).
21 Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 2ας Ιουνίου 1994 ο Vice Pretore της Pretura circondariale di Roma, sezione distaccata di Frascati, αποφαίνεται:
Το άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, έχει την έννοια, σε συνδυασμό με τα άρθρα 52 και 59, ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να επιβάλλει με τη νομοθεσία του στον παθόντα, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει πολιτική αγωγή στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, την υποχρέωση να παράσχει στον πληρεξούσιό του ειδική πληρεξουσιότητα, έστω και αν το δίκαιο του κράτους μέλους του οποίου ο παθών έχει την ιθαγένεια δεν προβλέπει τον τύπο αυτό.
Full & Egal Universal Law Academy