Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή γεωργική πολιτική * Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ * Διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών * Πεδίο εφαρμογής * Δαπάνες πραγματοποιηθείσες από κράτος μέλος για παρεμβάσεις σκοπούσες στη ρύθμιση των γεωργικών αγορών * Επείγουσα δράση για την προμήθεια γεωργικών προϊόντων προοριζομένων για τον πληθυσμό της Σοβιετικής Ενώσεως * Περιλαμβάνεται
(Κανονισμοί 729/70 και 598/91 του Συμβουλίου)
2. Γεωργία * ΕΓΤΠΕ * Εκκαθάριση λογαριασμών * Άρνηση αναλήψεως δαπανών οφειλομένων σε παρατυπίες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας * Αμφισβήτηση από το οικείο κράτος μέλος * Βάρος αποδείξεως
(Κανονισμοί 729/70 και 598/91 του Συμβουλίου)
Περίληψη
1. Δεδομένου ότι ο κανονισμός 598/91, σχετικά με την ανάληψη επείγουσας δράσης για την προμήθεια γεωργικών προϊόντων προοριζομένων για τον πληθυσμό της Σοβιετικής Ενώσεως, στηρίζεται στο άρθρο 43 της Συνθήκης και δεδομένου ότι η δράση που σχεδιάζει πρέπει να υλοποιηθεί πρωτίστως διά της διαθέσεως των γεωργικών προϊόντων που είχαν αποθεματοποιηθεί κατόπιν μέτρων παρεμβάσεως, πράγμα που θεωρείται ως δυνάμενο να συντελέσει στη ρύθμιση των γεωργικών αγορών, η εν λόγω δράση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 729/70, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, οπότε οι δαπάνες στις οποίες προβαίνουν τα κράτη μέλη, για τον σκοπό αυτό, αποτελούν το αντικείμενο διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, αποφασίζεται ο καταλογισμός των δαπανών είτε στον κοινοτικό προϋπολογισμό είτε στο οικείο κράτος μέλος, ανάλογα με το αν οι εν λόγω δαπάνες αντιστοιχούν ή όχι σε δαπάνες που έχουν διενεργηθεί "σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες".
2. Οσάκις η Επιτροπή αρνείται να χρεώσει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες για τον λόγο ότι αυτές έχουν προκύψει από παραβάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας καταλογιστέες σε κράτος μέλος, στο εν λόγω κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι πληρούνται οι όροι της χρηματοδοτήσεως που δεν έγινε δεκτή. Το ίδιο αυτό βάρος αποδείξεως βαρύνει το κράτος μέλος ως προς το οποίο η Επιτροπή εκτιμά, βάσει των συνιστώντων αποδείξεις αποτελεσμάτων της αναλύσεως δειγμάτων και κατόπιν επιθεωρήσεως των εγκαταστάσεων παραγωγής, ότι δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωση να ελέγξει κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, πριν αποδεσμεύσει την εγγύηση παραδόσεως και καταβάλει στον παραγωγό το αναφερόμενο στην προσφορά του ποσό, την ποιότητα του κονσερβοποιημένου κρέατος που παραδόθηκε στο πλαίσιο της επείγουσας δράσης για την προμήθεια γεωργικών προϊόντων προοριζομένων για τον πληθυσμό της Σοβιετικής Ενώσεως που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 598/91.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-198/94,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Umberto Leanza, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Maurizio Fiorilli, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaide,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Eugenio de March, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Alberto Dal Ferro, δικηγόρο Vicenza, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως C(94) 1011 τελικό της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1994, για την εκκαθάριση των λογαριασμών της Ιταλίας δυνάμει ορισμένων δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1991,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann (εισηγητή) και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Leger
γραμματέας: H. Α. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Ιουλίου 1994, η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε, σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως C(94) 1011 τελικό της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1994, για την εκκαθάριση των λογαριασμών της Ιταλίας δυνάμει ορισμένων δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1991, κατά το μέτρο που με την απόφαση αυτή αποκλείστηκε από την κοινοτική χρηματοδότηση το ποσό των 18 934 858 259 ιταλικών λιρών (LIT). Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε υπό τα στοιχεία 94/281/ΕΚ στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, L 120, σ. 59.
Η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 598/91 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 1991, σχετικά με την ανάληψη επείγουσας δράσης για την προμήθεια γεωργικών προϊόντων προοριζομένων για τον πληθυσμό της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΕ L 67, σ. 19), ορίζει στο άρθρο 2 ότι, για την εφαρμογή της δράσης, η Κοινότητα χορηγεί δωρεάν στη Σοβιετική Ένωση τα γεωργικά προϊόντα που διαθέτει λόγω μέτρων παρέμβασης. Οι χρηματοδοτικές δαπάνες για την προμήθεια των ανωτέρω προϊόντων αναλαμβάνονται από την Κοινότητα και η προμήθεια ανατίθεται βάσει διαγωνισμού. Τα έξοδα μεταφοράς αναλαμβάνονται από την Κοινότητα εφόσον η χώρα που επωφελείται από τη δράση δεν παραλαμβάνει η ίδια τα προϊόντα από την Κοινότητα.
3 Το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού αναθέτει στην Επιτροπή την εκτέλεση της δράσης. Σύμφωνα με την προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου διαδικασία, το εν λόγω όργανο εξέδωσε, στις 11 Ιουνίου 1991, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1582/91, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 598/91 (EE L 147, σ. 20).
4 Σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 1582/91, προκηρύσσεται διαγωνισμός για την προμήθεια κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος παρεμβάσεως.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού, η προμήθεια περιλαμβάνει, αφενός, τη μεταποίηση και συσκευασία του κρέατος αυτού και, αφετέρου, την πραγματική παράδοση του κονσερβοποιημένου κρέατος στον οργανισμό που θα οριστεί από την Επιτροπή για τη μεταφορά της ενισχύσεως σε τρόφιμα μέχρι τον προορισμό της.
6 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, προβλέπει ότι οι αιτούντες υποβάλλουν τις προσφορές τους εγγράφως στους εθνικούς οργανισμούς παρεμβάσεως.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 4, οι οργανισμοί παρεμβάσεως διαβιβάζουν στην Επιτροπή τις υποβληθείσες προσφορές. Με βάση τις ληφθείσες προσφορές, το εν λόγω κοινοτικό όργανο αποφασίζει είτε να καθορίσει ένα μέγιστο ποσό κόστους είτε να μην προβεί στην ανάθεση της προμήθειας. Σε περίπτωση που καθορίζεται μέγιστο ποσό κόστους, γίνονται αποδεκτές μόνον οι προσφορές που δεν υπερβαίνουν το ποσό αυτό. Εντός τριών εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της κοινοποιήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής στα κράτη μέλη, ο αρμόδιος οργανισμός παρεμβάσεως ανακοινώνει την απόφαση αυτή σε όλους όσους έχουν υποβάλει προσφορά. Όταν γίνεται αποδεκτή μια προσφορά, η σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί την ημερομηνία της κοινοποιήσεως από τον οργανισμό παρεμβάσεως στον ανάδοχο.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 8, ο ανάδοχος οφείλει να μεριμνά ώστε το κονσερβοποιημένο κρέας να βρίσκεται και να διατηρείται σε αποθήκη υπό μορφή ευκόλως αναγνωρίσιμων παρτίδων.
9 Το άρθρο 9 προβλέπει ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως είναι αρμόδιοι για την επίβλεψη όλων των διακινήσεων και των εργασιών που έχουν σχέση με τις εν λόγω ποσότητες βοείου κρέατος μέχρι την ανάληψη του κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος από τον μεταφορέα. Η επίβλεψη πρέπει να περιλαμβάνει, πρώτον, τον συνεχή φυσικό έλεγχο για να εξακριβώνεται εάν όλη η ποσότητα του κρέατος που παραλαμβάνεται χρησιμοποιείται για την παρασκευή κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος σύμφωνα με τις προδιαγραφές που καθορίζονται στο παράρτημα Ι και, δεύτερον, σε περίπτωση πραγματικής παραδόσεως, τον φυσικό έλεγχο για να διαπιστωθεί αν το κονσερβοποιημένο κρέας που έχει παραχθεί και αποθηκευθεί αντιστοιχεί πλήρως στο κονσερβοποιημένο κρέας που θα παραδοθεί. Για κάθε σύμβαση προμήθειας συντάσσεται έκθεση που αναφέρει τα πορίσματα της επίβλεψης. Εάν τα αποτελέσματα αυτά θεωρηθούν ικανοποιητικά από τον αρμόδιο υπάλληλο, ο τελευταίος χορηγεί στον ανάδοχο το κατάλληλο πιστοποιητικό.
10 Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, όλη η ποσότητα κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος παραδίδεται στον μεταφορέα έναντι παραλαβής πιστοποιητικού αναλήψεως.
11 Το άρθρο 11 προβλέπει ότι, όταν υποβληθεί αίτηση πληρωμής, συνοδευομένη από τα πιστοποιητικά αναλήψεως και καταλληλότητας, ο οικείος οργανισμός παρεμβάσεως καταβάλλει αμέσως στον ανάδοχο το ποσό που είχε καθοριστεί στην προσφορά του.
12 Η εγγύηση για την εκτέλεση της προμήθειας, που κατατίθεται στον οργανισμό παρεμβάσεως, αποδεσμεύεται, σύμφωνα με το άρθρο 12, αμέσως μόλις ο ανάδοχος προσκομίσει στον οργανισμό παρεμβάσεως τα δύο προμνημονευθέντα πιστοποιητικά.
13 O κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), προβλέπει, στα άρθρα 2 και 3, ότι χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ μόνο οι δαπάνες που διενεργούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
Η διαφορά
14 Κατόπιν διαγωνισμού που διοργανώθηκε κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1582/91, επελέγησαν ορισμένες εταιρίες του ιταλικού ομίλου ΒΕCA ως ανάδοχοι όσον αφορά ένα τμήμα της συμβάσεως προμήθειας κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος με προορισμό τον πληθυσμό της Σοβιετικής Ενώσεως. Κατόπιν τούτου, μεταποιήθηκε από ορισμένες εταιρίες του ομίλου αυτού το προερχόμενο από τον γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως (BALM) κρέας. Ειδικότερα, μια σημαντική παρτίδα κρέατος μεταποιήθηκε και κονσερβοποιήθηκε από την εταιρία Nuova Irpinia στο εργοστάσιό της του Avellino.
15 Ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως (ΑΙΜΑ) στον οποίο είχε ανατεθεί, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1582/91, ο έλεγχος της κανονικής εκτελέσεως των εργασιών μεταποιήσεως και κονσερβοποιήσεως ανέθεσε στο εθνικό ινστιτούτο κονσερβοποιήσεως τροφίμων (INCA) την επίβλεψη των σχετικών με το βόειο κρέας εργασιών. Δεδομένου ότι το INCA πιστοποίησε ότι οι προερχόμενες από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας Nuova Irpinia κονσέρβες ανταποκρίνονται στα χαρακτηριστικά που απαιτεί ο κανονισμός 1582/91, ο ΑΙΜΑ κατέβαλε στην ανάδοχο επιχείρηση το ποσό που αντιστοιχούσε στη μεταποίηση του βοείου κρέατος και αποδέσμευσε τη σχετική εγγύηση. Η μεταφορά των κονσερβών στους πληθυσμούς των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών πραγματοποιήθηκε από την εταιρία μεταφορών Wesotra.
16 Οι αρχές ορισμένων από τις δημοκρατίες αυτές αμφισβήτησαν την καταλληλότητα προς βρώση των κατά τα ανωτέρω παραδοθεισών κονσερβών και κατόπιν αυτού η Επιτροπή διεξήγαγε έρευνα. Μεταξύ άλλων, προέβη στην επιθεώρηση των εγκαταστάσεων της εταιρίας Nuova Irpinia και στην ανάλυση διαφόρων σειρών δειγμάτων προκειμένου να ελέγξει την ποιότητα του υπόπτου προϊόντος.
17 Τα πορίσματα της έρευνας αυτής έπεισαν την Επιτροπή ότι οι διατυπωθείσες αιτιάσεις ήσαν βάσιμες και ότι η αιτία της ακαταλληλότητας προς βρώση του παραδοθέντος στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες κονσερβοποιημένου κρέατος οφείλετο στην ανεπαρκή αποστείρωση των κονσερβών από την εταιρία Nuova Irpinia. Καθώς δεν ήταν δυνατή η αναγνώριση αυτών των παρτίδων κονσερβών, η Επιτροπή έκρινε αναγκαία την επιστροφή στη χώρα καταγωγής του συνόλου της παραγωγής της εταιρίας Nuova Irpinia. Οι αναλύσεις που έγιναν στις κονσέρβες ύστερα από την επιστροφή αυτή επιβεβαίωσαν τη σχετική εκτίμηση της Επιτροπής.
Η επίδικη απόφαση
18 Η Επιτροπή αποφάσισε, όπως ήταν επόμενο, να αποκλείσει της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ το ποσό των 18 934 858 259 LIΤ, το οποίο αντιστοιχούσε στις δαπάνες που ανέλαβε το ταμείο αυτό σχετικά με το κονσερβοποιημένο κρέας που είχε παραχθεί στις εγκαταστάσεις της εταιρίας Nuova Irpinia για λογαριασμό του BECA. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση ερείδεται, κυρίως, στην ακόλουθη αιτιολογία:
* αποκαλύφθηκε ότι ένα σημαντικό μέρος των κονσερβών που παρασκευάστηκαν στις εγκαταστάσεις της εταιρίας Nuova Irpinia και χορηγήθηκαν στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες ήταν ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση
* η αιτία της αλλοιώσεως ενός μέρους του εμπορεύματος πρέπει να αναζητηθεί στην ανεπαρκή αποστείρωσή του προς μεταποίηση κρέατος
* ολόκληρο το ύποπτο εμπόρευμα χρειάστηκε να αποσυρθεί και να καταστραφεί δεδομένου ότι οι ακατάλληλες κονσέρβες δεν ήσαν, κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών, αναγνωρίσιμες ανά παρτίδα
* κατόπιν επιθεωρήσεως που πραγματοποιήθηκε από υπαλλήλους της Επιτροπής στις εγκαταστάσεις της εταιρίας Nuova Irpinia αποκαλύφθηκε ότι κατά τη διάρκεια του κύκλου παραγωγής είχαν διαπραχθεί πολυάριθμες παρατυπίες και ότι οι ιταλικές ελεγκτικές αρχές δεν τις είχαν επισημάνει
* ως εκ τούτου, προκύπτει ότι οι συνεχείς φυσικοί έλεγχοι που έπρεπε να διενεργούνται σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού 1582/91 δεν ήσαν ούτε αξιόπιστοι ούτε πλήρεις
* κατά συνέπεια, κακώς ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως κατέβαλε τα επίδικα έξοδα μεταποιήσεως.
Οι προβαλλόμενοι με την προσφυγή λόγοι ακυρώσεως
19 Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, από την ανάλυση των εν λόγω κανονισμών προκύπτει ότι η προμήθεια κονσερβοποιημένου βοείου κρέατος αποτελεί, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού για τη συσκευασία του κρέατος παρεμβάσεως, το αντικείμενο συμβάσεων μεταξύ της Επιτροπής και των αναδόχων επιχειρήσεων. Με βάση την ανάλυση αυτή, αναπτύσσονται δύο αλληλοεξαρτώμενοι λόγοι ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι, ενόψει της συμβατικής φύσεως της εννόμου σχέσεως μεταξύ BECA και Επιτροπής, το εν λόγω κοινοτικό όργανο όφειλε να ενεργήσει σύμφωνα με τους διέποντες τη σχετική σύμβαση κανόνες δικαίου. Με τον δεύτερο λόγο, αμφισβητεί τη διαδικασία και τα πορίσματα της διενεργηθείσας από την Επιτροπή έρευνας.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως
20 Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η κατ' αυτής απόφαση της Επιτροπής στερείται νομικής βάσεως. Συναφώς, παρατηρεί ότι η σύμβαση προμηθείας συνήφθη μεταξύ της Επιτροπής και του BECA, στο πλαίσιο μιας ανθρωπιστικής πρωτοβουλίας η οποία δεν εμπίπτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής, οπότε επί των εννόμων σχέσεων που γεννήθηκαν στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας αυτής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις και οι αρχές που προσιδιάζουν στην πολιτική αυτή. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή είχε την υποχρέωση, μετά την εκ μέρους των αρχών των χωρών προορισμού άρνηση παραλαβής των εμπορευμάτων, να ελέγξει την ύπαρξη και την προέλευση των προσαπτομένων ελαττωμάτων, με κατ' αντιμωλία εξέταση των εμπλεκομένων μερών, δηλαδή της επιχειρήσεως που είχε μεταποιήσει το εμπόρευμα, του εθνικού οργανισμού παρεμβάσεως και της επιφορτισμένης με τη μεταφορά εταιρίας. Σε περίπτωση που θα αποδεικνυόταν η ακαταλληλότητα προς βρώση του προϊόντος, ο δε προμηθευτής δεν θα απεδείκνυε ότι δεν ήταν υπεύθυνος, ο τελευταίος θα έπρεπε να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά. Η προσφεύγουσα κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνο σε περίπτωση διαπιστωμένης αδυναμίας ανακτήσεως των καταβληθέντων έναντι της προμήθειας ποσών θα μπορούσε η Επιτροπή, ενδεχομένως, να στραφεί κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας.
21 Η Επιτροπή ανταπαντά ότι ο κανονισμός 598/91 εντάσσεται πλήρως στο πλαίσιο της κοινής αγροτικής πολιτικής. Συναφώς, παρατηρεί ότι, δεδομένου ότι οι ανθρωπιστικές δράσεις έχουν επίσης ως σκοπό τη μείωση των αποθεμάτων παρεμβάσεως, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των μέσων ασκήσεως γεωργικής πολιτικής. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο υπογραμμίζει τους ισχυρισμούς του υπενθυμίζοντας ιδίως τις δωρεάν διανομές στα πλέον άπορα άτομα.
22 Η Επιτροπή, μολονότι αρνείται την ύπαρξη συμβατικής σχέσεως μεταξύ αυτής και των αναδόχων επιχειρήσεων, ιδίως του BECA, παρατηρεί επίσης ότι το ζήτημα αν υφίσταται σύμβαση μεταξύ της Επιτροπής και του BECA ουδεμία σημασία έχει εν προκειμένω διότι η προσβαλλομένη απόφαση απλώς αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τις παράτυπες πληρωμές του ΑΙΜΑ προς την ανάδοχο επιχείρηση, λόγω της αθετήσεως της υποχρεώσεως επιβλέψεως των εμπορευμάτων που ο εν λόγω οργανισμός υπείχε από το άρθρο 9 του κανονισμού 1582/91.
23 Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 598/91 ρητώς στηρίζεται στο άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ, νυν Συνθήκης ΕΚ, που αφορά την κοινή γεωργική πολιτική. Από την πρώτη και δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι η σχεδιασθείσα δράση, καίτοι επιδιώκουσα κατ' ουσίαν σκοπό ανθρωπιστικής βοήθειας * λόγος για τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης στήριξε επίσης τον κανονισμό αυτόν στο άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΟΚ *, έπρεπε να υλοποιηθεί πρωτίστως διά της διαθέσεως των γεωργικών προϊόντων που είχαν αποθεματοποιηθεί κατόπιν μέτρων παρεμβάσεως. Εξάλλου, θεωρήθηκε ότι αυτή η διάθεση αποθεμάτων προϊόντων παρεμβάσεως μπορούσε να συντελέσει στη ρύθμιση των γεωργικών αγορών. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 729/70, χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων, οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών. Εξάλλου, το άρθρο 3 του κανονισμού 598/91 παραπέμπει, καθόσον αφορά τον καθορισμό της λογιστικής αξίας των χορηγηθέντων στη Σοβιετική Ένωση προϊόντων, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 13 του κανονισμού 729/70 διαδικασία.
24 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η αποτελούσα το αντικείμενο του κανονισμού 598/91 επείγουσα δράση σχετικά με την προμήθεια γεωργικών προϊόντων στον πληθυσμό της Σοβιετικής Ενώσεως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 729/70. Κατά συνέπεια, οι σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, και, ειδικότερα, της Ιταλικής Δημοκρατίας, εμπίπτουν στους κανόνες λειτουργίας και χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων.
25 Όπως όμως προκύπτει τόσο από τα άρθρα 2, 3 και 5, παράγραφος 2, στοιχείο β', του κανονισμού 729/70 όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 11/76, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 93), οι δαπάνες στις οποίες προβαίνουν τα κράτη μέλη για παρεμβάσεις σκοπούσες στη ρύθμιση των γεωργικών αγορών, καθώς και οι λοιπές δαπάνες που εμπίπτουν στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, αποτελούν το αντικείμενο διαδικασίας εκκαθαρίσεως λογαριασμών, κατά τη διάρκεια της οποίας αποφασίζεται, ανάλογα με το αν οι επιβαρύνσεις αντιστοιχούν ή όχι σε δαπάνες που έχουν διενεργηθεί "σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες", ο καταλογισμός αυτών των επιβαρύνσεων είτε στον κοινοτικό προϋπολογισμό είτε στο οικείο κράτος μέλος.
26 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως
27 Η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά τη συλλογή των σχετικών με την ελαττωματική ποιότητα του εμπορεύματος αποδεικτικών στοιχείων, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και τούτο σε βάρος του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως που ήταν επιφορτισμένος με την επίβλεψη των εργασιών μεταποιήσεως του προϊόντος.
28 Συναφώς, η Ιταλική Δημοκρατία παρατηρεί ότι η Επιτροπή ανέθεσε στην επιχείρηση που είχε πραγματοποιήσει τη μεταφορά των κονσερβών στα εδάφη της πρώην Σοβιετικής Ενώσεως και η οποία, επομένως, ήταν, όσον αφορά την αναληφθείσα δράση, όχι μόνον αναμεμειγμένη αλλά και συμβατικώς υπεύθυνη έναντι της Επιτροπής, να συλλέξει και να της αποστείλει τα δείγματα που έπρεπε να αναλυθούν χωρίς καν να συμμετάσχουν στην ενέργεια αυτή οι ιταλικές αρχές.
29 Εξάλλου, η προσφεύγουσα κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή προκειμένου να λάβει την επίδικη απόφαση δεν αποδεικνύεται η ευθύνη του ΑΙΜΑ όσον αφορά τη μη επίτευξη του στόχου της κοινοτικής δράσεως, πράγμα που καθιστά παράνομο, λόγω καταχρήσεως εξουσίας, το μέτρο της ανακτήσεως.
30 Η Επιτροπή αμφισβητεί τις αιτιάσεις αυτές.
31 Όσον αφορά τα προβαλλόμενα διαδικαστικά ελαττώματα κατά την διεξαγωγή των αποδείξεων, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η δειγματοληψία στην οποία αναφέρεται η Ιταλική Κυβέρνηση πραγματοποιήθηκε από τις τοπικές αρχές και όχι από την επιφορτισμένη με τη μεταφορά επιχείρηση.
32 Όσον αφορά την προβαλλόμενη ανεπάρκεια των αποδείξεων στις οποίες στηρίχθηκε η επίδικη απόφαση, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι έχει επαρκώς αποδειχθεί τόσο ότι η ακαταλληλότητα προς βρώση του κρέατος οφειλόταν στην κακή αποστείρωση κατά τη φάση της μεταποιήσεως όσο και ότι η υποχρέωση επιβλέψεως που υπείχε ο ΑΙΜΑ δεν εκπληρώθηκε σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού 1582/91.
33 Προκειμένου περί του προβαλλομένου διαδικαστικού ελαττώματος κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, επισημαίνεται ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι οι διατυπωθείσες επί του σημείου αυτού από την Ιταλική Δημοκρατία αιτιάσεις είναι βάσιμες, η απόρριψη των επιμάχων αποδείξεων δεν μπορεί, αυτή καθ' εαυτή, να συνεπάγεται και την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Πράγματι, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι τα αποτελέσματα των αναλύσεων του επιστραφέντος στην Ιταλία κρέατος, ως προς τις οποίες η Ιταλική Δημοκρατία δεν προβάλλει καμιά διαδικαστική παρατυπία, αρκούσαν, αυτά καθ' εαυτά, για να παράσχουν την απόδειξη που ήταν αναγκαία για τη λήψη της αποφάσεώς της. Κατ' αυτόν τον τρόπο, έστω και αν δεν υπήρχαν οι αμφισβητούμενες από την Ιταλική Κυβέρνηση αποδείξεις, το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν θα ήταν διαφορετικό.
34 Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση που προβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση στο πλαίσιο του παρόντος λόγου ακυρώσεως, συγκεκριμένα το ανεπαρκές των αποδείξεων επί των οποίων στηρίζεται η προσβαλλομένη πράξη, πρέπει να διαπιστωθεί, πρώτον, ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, αφενός, αποδείχθηκε, ιδίως από τα αποτελέσματα των αναλύσεων που έγιναν από τα ιταλικά εργαστήρια, ότι ένα μέρος του αποσταλέντος στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες κονσερβοποιημένου κρέατος ήταν αλλοιωμένο και, αφετέρου, οι ίδιες αυτές αναλύσεις, των οποίων η προσφεύγουσα κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την κανονική διενέργεια, έδειξαν ότι πιθανή αιτία της αλλοιώσεως του εμπορεύματος ήταν η έλλειψη αποστειρώσεως.
35 Δεύτερον, από την εκ μέρους υπαλλήλων της Επιτροπής επιθεώρηση των εγκαταστάσεων όπου είχε μεταποιηθεί το εν λόγω κρέας, αποκαλύφθηκε ότι κατά την παραγωγή του ελαττωματικού κονσερβοποιημένου κρέατος είχαν διαπραχθεί παρατυπίες και ότι οι ιταλικές αρχές, οι οποίες έφεραν δυνάμει του άρθρου 9 του κανονισμού 1582/91 την υποχρέωση επιβλέψεως, δεν τις είχαν επισημάνει.
36 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, οσάκις η Επιτροπή αρνείται να χρεώσει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες για τον λόγο ότι αυτές έχουν προκύψει από παραβάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας καταλογιστέες σε κράτος μέλος, στο εν λόγω κράτος εναπόκειται να αποδείξει ότι πληρούνται οι όροι της χρηματοδοτήσεως που δεν έγινε δεκτή (απόφαση της 20ής Μαΐου 1992, C-385/89, Ελλάς κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-3225, σκέψη 30). Η νομολογία αυτή ισχύει επίσης σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη όπου η Επιτροπή, βάσει συνιστώντων αποδείξεις αποτελεσμάτων της αναλύσεως δειγμάτων και κατόπιν επιθεωρήσεως των εγκαταστάσεων παραγωγής, εκτιμά ότι το οικείο κράτος μέλος δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωση να ελέγξει κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο την ποιότητα του κονσερβοποιημένου κρέατος πριν αποδεσμεύσει την εγγύηση παραδόσεως και καταβάλει στον παραγωγό το αναφερόμενο στην προσφορά του ποσό.
37 Εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία δεν παρέσχε κανένα συγκεκριμένο και σημαντικό στοιχείο που να επιτρέπει να αμφισβητηθεί η ορθότητα των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε η Επιτροπή και των αναλόγων ενεργειών της.
38 Κατά συνέπεια, και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
39 Εκ των ανωτέρω απορρέει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ιταλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy