Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Πράξεις των οργάνων * Αιτιολόγηση * Υποχρέωση * Έκταση * Μέτρα διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές προϊόντων υποκειμένων στην κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 190 κανονισμοί 2198/90 και 3797/90 της Επιτροπής)
2. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά * Μέτρα διασφαλίσεως κατά την εισαγωγή κατεψυγμένων φραουλών, όπως διαμορφώθηκαν με τους κανονισμούς 2198/90 και 3797/90 * Αρχή της αναλογικότητας * Παραβίαση * Δεν υφίσταται
(Κανονισμοί 2198/90 και 3797/90 της Επιτροπής)
Περίληψη
1. Η υποχρεωτική κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της συγκεκριμένης πράξεως. Πρέπει εξ αυτής να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίσουν τους λόγους που επέβαλαν τη λήψη του μέτρου και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του.
Από αυτής της απόψεως, οι κανονισμοί 2198/90 και 3797/90, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές κατεψυγμένων φραουλών, δεν είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένοι, καθόσον από τις αιτιολογικές σκέψεις τους προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ το σύστημα ελαχίστων τιμών εισαγωγής λόγω των κινδύνων διαταραχής της αγοράς που δημιουργούσε η μη τήρηση των τιμών που είχαν συμφωνηθεί με τις προμηθεύτριες χώρες, η αισθητή αύξηση των εισαγομένων ποσοτήτων και το αισθητά χαμηλότερο επίπεδο τιμών των εισαγομένων προϊόντων σε σχέση με το επίπεδο τιμών των κοινοτικών προϊόντων.
2. Στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά, τα μέτρα διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές κατεψυγμένων φραουλών καταγωγής Πολωνίας, τα οποία θεσπίστηκαν και διατηρήθηκαν σε ισχύ με τους κανονισμούς 2198/90 και 3797/90, σε μια κατάσταση όπου υπήρχε κίνδυνος σοβαρής διαταραχής της κοινοτικής αγοράς που θα μπορούσε να υπονομεύσει την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 39 της Συνθήκης, δεν συνιστούν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Πράγματι, η Επιτροπή δεν παραβίασε την εν λόγω αρχή επιβάλλοντας, στο πλαίσιο του κανονισμού 2198/90, ελάχιστη τιμή εισαγωγής η οποία δεν ελάμβανε υπόψη την ποιότητα των εισαχθεισών φραουλών αλλά μόνο τον τρόπο μεταποιήσεώς τους, δεδομένου ότι, αφενός, πριν τεθεί σε ισχύ ο εν λόγω κανονισμός, οι πολωνικές αρχές είχαν αναλάβει την υποχρέωση ότι οι εξαγωγικές επιχειρήσεις της χώρας τους θα τηρούσαν μια μέση τιμή εξαγωγής, συμφωνούμενη για κάθε περίοδο εμπορίας και καθοριζόμενη για τις κατεψυγμένες φράουλες συνολικώς, άνευ ποιοτικής διακρίσεως και, αφετέρου, ότι μέχρι να τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 3797/90, οι πολωνικές αρχές δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν, ιδίως διά της χορηγήσεως πιστοποιητικών εξαγωγής, τον έλεγχο της ποιότητας των εξαγομένων φραουλών και κατά συνέπεια οι τελωνειακές αρχές της Κοινότητας δεν ήταν σε θέση, μέχρι την ημερομηνία αυτή, να διασφαλίσουν τον αποτελεσματικό και ομοιόμορφο έλεγχο των ελαχίστων τιμών κατά ποιότητα εισαγομένων φραουλών.
Εξάλλου, η Επιτροπή κατά μείζονα λόγο δεν παρέβη την αρχή αυτή προβλέποντας τη μετατροπή της ελάχιστης τιμής, της εκφρασμένης σε ECU, σε εθνικό νόμισμα βάσει των γεωργικών τιμών μετατροπής, που ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1676/85, διότι, αφενός, η εν λόγω διάταξη επιβάλλει τη χρησιμοποίηση αυτών ακριβώς των τιμών μετατροπής, όσον αφορά τα νομοθετήματα της κοινής γεωργικής πολιτικής, αφετέρου δε, η τιμή εισαγωγής στην οποία κατέληγε η πραγματοποιούμενη κατ' αυτόν τον τρόπο μετατροπή δεν υπερέβαινε το αναγκαίο για την αποτελεσματικότητα των μέτρων διασφαλίσεως επίπεδο.
Τέλος, η διάρκεια εφαρμογής του κανονισμού 3797/90 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολική, διότι καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής οι όροι εισαγωγής κατεψυγμένων φραουλών προελεύσεως τρίτων χωρών δεν υπέστησαν ουσιώδη μεταβολή.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-205/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Baden-Wuerttemberg (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Binder GmbH & Co. International
και
Hauptzollamt Stuttgart-West,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2198/90 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1990, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές κατεψυγμένων φραουλών, κατεψυγμένων σμέουρων, προσωρινά διατηρουμένων φραουλών και προσωρινά διατηρουμένων σμέουρων, καταγωγής Πολωνίας (EE L 198, σ. 53), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3797/90 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων ημικατεψυγμένων κόκκινων φρούτων καταγωγής Πολωνίας και Γιουγκοσλαβίας (EE L 365, σ. 22),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, L. Sevon και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή της συντονιστικής υπηρεσίας για νομικά και θεσμικά θέματα των Κοινοτήτων, και την Gloria Calvo Diaz, abogado del Estado, της υπηρεσίας κοινοτικών δικαστικών διαφορών,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Claudia Schmidt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της αιτούσας της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενης από τον δικηγόρο Στουτγκάρδης Felix Kuebler, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την Gloria Calvo Diaz, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την Claudia Schmidt, κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Απριλίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 6ης Ιουλίου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Ιουλίου 1994, το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα, το μεν πρώτο σχετικό με το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2198/90 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1990, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές κατεψυγμένων φραουλών, κατεψυγμένων σμέουρων, προσωρινά διατηρουμένων φραουλών και προσωρινά διατηρουμένων σμέουρων, καταγωγής Πολωνίας (EE L 198, σ. 53), το δε δεύτερο σχετικό με το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 3797/90 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων ημικατεψυγμένων κόκκινων φρούτων καταγωγής Πολωνίας και Γιουγκοσλαβίας (EE L 365, σ. 22).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Binder GmbH Co. International (στο εξής: Binder) και του Hauptzollamt Stuttgart-West σχετικής με τις εξισωτικές εισφορές που κλήθηκε να καταβάλει η εν λόγω επιχείρηση για την εισαγωγή στη Γερμανία κατεψυγμένων φραουλών προελεύσεως Πολωνίας.
3 O κανονισμός (ΕΟΚ) 426/86 του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 1986, για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (EE L 49, σ. 1), καθιέρωσε σύστημα ενισχύσεων στην παραγωγή και ρυθμίσεως του εμπορίου με τις τρίτες χώρες, προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα των μεταποιημένων κοινοτικών προϊόντων που έχουν ως βάση τα οπωροκηπευτικά. Κατά το άρθρο 1, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, επί των διατηρουμένων σε κατάψυξη φρούτων, χωρίς προσθήκη ζάχαρης.
4 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, ορίζει:
"Αν, εντός της Κοινότητας, η αγορά ενός ή περισσοτέρων από τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 υφίσταται ή ενδέχεται να υποστεί, λόγω εισαγωγών ή εξαγωγών, σοβαρές διαταραχές που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης, μπορούν να εφαρμοστούν κατάλληλα μέτρα στις εμπορικές συναλλαγές με τις τρίτες χώρες έως ότου εκλείψουν οι διαταραχές ή η απειλή διαταραχών."
5 Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 521/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 251), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ για την εφαρμογή του κανονισμού 426/86, προβλέπει ότι, για να εκτιμηθεί αν συντρέχει τέτοια περίπτωση, λαμβάνονται ιδίως υπόψη:
"α) ο όγκος των πραγματοποιουμένων ή των προβλεπομένων εισαγωγών ή των εξαγωγών
β) οι διαθέσιμες ποσότητες των προϊόντων στην αγορά της Κοινότητος
γ) οι τιμές που εφαρμόζονται στην αγορά της Κοινότητος για τα εγχώρια προϊόντα ή η προβλεπόμενη εξέλιξη των τιμών αυτών και ιδίως η τάση τους για υπερβολική πτώση ή άνοδο σε σχέση με τις τιμές των τελευταίων ετών
δ) οι τιμές που εφαρμόζονται στην αγορά της Κοινότητος αφού αναχθούν σε συγκρίσιμο στάδιο για προϊόντα προελεύσεως τρίτων χωρών και ιδίως η τάση τους για υπερβολική πτώση, αν η ανωτέρω κατάσταση εμφανίζεται λόγω των εισαγωγών".
6 Μεταξύ των δυναμένων να ληφθούν μέτρων διασφαλίσεως περιλαμβάνεται η θέσπιση συστήματος ελάχιστης τιμής εισαγωγής με παράλληλη καταβολή εξισωτικής εισφοράς (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ', πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 521/77). Τα μέτρα αυτά "δεν είναι δυνατόν να ληφθούν παρά κατά το μέτρο και για τη διάρκεια που κρίνονται απολύτως αναγκαία (...). Δύνανται να περιοριστούν σε ορισμένες προελεύσεις, καταγωγές, προορισμούς, ποιότητες ή εμφανίσεις (...)" (άρθρο 2, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού).
7 Βάσει των διατάξεων αυτών, η Επιτροπή εξέδωσε τους επίμαχους κανονισμούς.
8 Ο κανονισμός 2198/90 επέβαλε ελάχιστη τιμή εισαγωγής, μεταξύ άλλων, στις κατεψυγμένες φράουλες, χωρίς προσθήκη ζάχαρης, καταγωγής Πολωνίας, ορίζοντας ότι οποιαδήποτε εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων σε τιμή χαμηλότερη της ελάχιστης θα συνεπάγεται την καταβολή εξισωτικής εισφοράς. Ο κανονισμός ήταν εφαρμοστέος έως τις 31 Δεκεμβρίου 1990.
9 Ο κανονισμός 3797/90 παρέτεινε την ισχύ του συστήματος ελαχίστων τιμών με παράλληλη καταβολή εξισωτικής εισφοράς μέχρι τις 31 Μαρτίου 1991. Καθόρισε όμως διαφορετικές ελάχιστες τιμές ανάλογα με το αν τα φρούτα ήταν ολόκληρα ή όχι.
10 Η εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού παρατάθηκε μέχρι τις 31 Ιουλίου 1991, κατόπιν μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου 1991, αντιστοίχως με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 810/91 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1991 (EE L 82, σ. 49), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2152/91 της Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 1991 (EE L 200, σ. 16).
11 Η Binder εισήγαγε από την Πολωνία κατεψυγμένες φράουλες, χωρίς προσθήκη ζάχαρης, από τον Νοέμβριο του 1990 έως τον Σεπτέμβριο του 1991. Κατόπιν έρευνας, το Hauptzollamt Stuttgart-West σχημάτισε την πεποίθηση ότι η Binder δεν τηρούσε τις ελάχιστες τιμές που είχε επιβάλει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Κατά συνέπεια, της επέβαλε εξισωτικές εισφορές.
12 Η Binder ζήτησε από το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg να αναστείλει ή, ενδεχομένως, να ακυρώσει την απόφαση περί επιβολής αυτών των εισφορών. Η αιτούσα επιχείρηση διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι οι κανονισμοί 2198/90 και 3797/90 δεν ήσαν έγκυροι για τους εξής λόγους: πρώτον, δεν υπήρχε διαταραχή ή απειλή διαταραχής της αγοράς, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που κατέθεσε στη δικογραφία δεύτερον, οι επίμαχοι κανονισμοί δεν ήσαν επαρκώς αιτιολογημένοι τρίτον, τα ληφθέντα μέτρα διασφαλίσεως δεν τηρούσαν την αρχή της αναλογικότητας. Ως προς τον τελευταίο αυτόν λόγο, η αιτούσα της κύριας δίκης διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι ο κανονισμός 2198/90 δεν διέκρινε μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών φραουλών, ότι προέβαινε σε συγκεκαλυμμένη αύξηση της ελάχιστης τιμής εισαγωγής, λόγω συνδέσεως με το "πράσινο" ECU, και ότι η διάρκεια εφαρμογής των επίμαχων μέτρων ήταν υπερβολική.
13 Προκειμένου να απαντήσει στα επιχειρήματα αυτά, το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Είναι ανίσχυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2198/90 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1990, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές κατεψυγμένων φραουλών, κατεψυγμένων σμέουρων, προσωρινά διατηρουμένων φραουλών και προσωρινά διατηρουμένων σμέουρων, καταγωγής Πολωνίας (EE L 198 της 28ης Ιουλίου 1990, σ. 53), καθόλη τη διάρκεια εφαρμογής του μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1990;
2) Είναι ανίσχυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3797/90 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων ημικατεψυγμένων κόκκινων φρούτων καταγωγής Πολωνίας και Γιουγκοσλαβίας (EE L 365 της 28ης Δεκεμβρίου 1990, σ. 22), κατά την αρχική διάρκεια εφαρμογής του μέχρι τις 31 Μαρτίου 1991, καθώς και κατά τη διάρκεια της παρατάσεως εφαρμογής του μέχρι τις 31 Ιουλίου 1991 και, κατόπιν, μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου 1991 [κανονισμοί (ΕΟΚ) 810/91 και 2152/91 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1991 και της 22ας Ιουλίου 1991, αντιστοίχως, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 3797/90 (EE L 82 της 28ης Μαρτίου 1991, σ. 49 L 200 της 23ης Ιουλίου 1991, σ. 16)];"
14 Με τα δύο αυτά ερωτήματα, που μπορούν να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα του κύρους των κανονισμών 2198/90 και 3797/90 σε συνάρτηση με τα διάφορα επιχειρήματα που προέβαλε η Binder ενώπιόν του. Επιβάλλεται, συνεπώς, να εξεταστούν διαδοχικώς τα επιχειρήματα αυτά.
Επί της υπάρξεως σοβαρής διαταραχής της αγοράς
15 Η Binder υποστηρίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων του άρθρου 1 του κανονισμού 521/77, η κοινοτική αγορά κατεψυγμένων φραουλών δεν αντιμετώπισε σοβαρή διαταραχή ή κίνδυνο σοβαρής διαταραχής κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Στηριζόμενη σε έκθεση της Zentrale Markt- und Preisberichtstelle fuer Erzeugnisse der Land-, Forst- und Ernaehrungswirtschaft GmbH (κέντρο παρακολουθήσεως των αγορών και των τιμών προϊόντων γεωργίας, δασοκομίας και του τομέα διατροφής), η αιτούσα της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι η αύξηση των εισαγωγών κατεψυγμένων φραουλών που παρατηρήθηκε το 1990 οφειλόταν στο ότι η κοινοτική παραγωγή δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της κοινοτικής βιομηχανίας μεταποιήσεως φραουλών της ποικιλίας Senga Sengana, της οποίας η παραγωγή ήταν σχεδόν ανύπαρκτη στην Κοινότητα. Σημειώνει ακόμα ότι οι παραγόμενες εντός της Κοινότητας ποσότητες φραουλών που προορίζονται για μεταποίηση ήσαν πολύ μικρές κατά την περίοδο εκείνη, καθόσον η αγορά νωπών φρούτων δεν ήταν πλέον πλεονασματική όπως ήταν κατά τα τρία προηγούμενα έτη. Τονίζει επίσης ότι η τιμή των προϊόντων αυτών παρέμεινε γενικώς σταθερή μεταξύ των ετών 1989 και 1993 και ότι η μέση τιμή των κατεψυγμένων φραουλών που εισήχθησαν από την Πολωνία ήταν υψηλότερη κατά το 1990 και 1991 απ' ό,τι το 1989.
16 Η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως των επιμάχων κανονισμών υπήρχαν σοβαροί κίνδυνοι διαταραχής της αγοράς. Ισχυρίζονται ότι μετά το 1989 οι πολωνικές αρχές δεν μπορούσαν πλέον να ελέγξουν τις εξαγωγές κατεψυγμένων φραουλών και, κατά συνέπεια, να διασφαλίσουν την τήρηση των συμφωνιών αυτοπεριορισμού που είχαν συναφθεί σχετικώς μεταξύ της Πολωνίας και της Κοινότητας. Για τον λόγο αυτό, οι εισαγωγές κατεψυγμένων φραουλών προελεύσεως Πολωνίας σημείωσαν σημαντική αύξηση κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1990, με αποτέλεσμα την κάθετη πτώση των τιμών στην κοινοτική αγορά. Κατά την Επιτροπή, τα έγγραφα που προσκόμισε η Binder και τα οποία αφορούν μία μόνο ποικιλία φραουλών δεν μπορούν να θέσουν υπό αμφισβήτηση, αυθαιρέτως, ως προς τη μια ή την άλλη ποικιλία, τα πορίσματα αυτής της αναλύσεως, η οποία αφορούσε το σύνολο της αγοράς φραουλών, κατεψυγμένων και μη.
17 Σύμφωνα με πάγια νομολογία (βλ. αποφάσεις της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wuensche, Συλλογή 1984, σ. 1995, σκέψη 21, και της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-296/93 και C-307/93, Γαλλία και Ιρλανδία κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32), πρέπει να εξετασθεί μήπως η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση της καταστάσεως της σχετικής αγοράς.
18 Επιβάλλεται κατ' αρχάς να τονισθεί ότι η Binder δεν αμφισβητεί ότι η συμφωνία αυτοπεριορισμού των εξαγωγών κατεψυγμένων φραουλών που είχε συναφθεί μεταξύ της Πολωνίας και της Κοινότητας για την περίοδο εμπορίας 1989/90 δεν τηρήθηκε και ότι δεν κατέστη δυνατόν να συναφθεί ανάλογη συμφωνία για την περίοδο εμπορίας 1990/91.
19 Εξάλλου, από τις επίσημες στατιστικές που προσκόμισε η Επιτροπή προκύπτει ότι ο όγκος των εισαγωγών κατεψυγμένων φραουλών στην Κοινότητα έφθασε, ήδη από το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 1990, σε ύψος ανάλογο εκείνου των εισαγωγών που πραγματοποιήθηκαν σε καθένα από τα δύο προηγούμενα έτη. Η αύξηση αυτή των εισαχθεισών ποσοτήτων, οφειλόμενη αποκλειστικώς στις εισαγωγές από την Πολωνία, συνοδεύθηκε από αισθητή πτώση, της τάξεως του 30 %, της τιμής των εισαγωγών κατά την ίδια αυτή περίοδο.
20 Από τα στοιχεία που κατέθεσε στη δικογραφία η Binder δεν αποδεικνύεται ότι η αύξηση των εισαγωγών από την Πολωνία είχε ως κύρια, αν όχι μοναδική, αιτία την αδυναμία της κοινοτικής παραγωγής να καλύψει τις ανάγκες της κοινοτικής βιομηχανίας μεταποιήσεως. Αφενός, δεν προκύπτει ότι ήταν αδύνατη η εκ μέρους των μεταποιητικών βιομηχανιών υποκατάσταση των εισαγομένων από την Πολωνία φραουλών από φράουλες κοινοτικής παραγωγής. Αφετέρου, όπως τονίζει ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 36 των προτάσεών του, μολονότι η ανεπάρκεια της κοινοτικής παραγωγής μπορεί να εξηγήσει την αύξηση του όγκου των εισαγωγών, ωστόσο αδυνατεί να εξηγήσει τη μείωση της τιμής των εισαγωγών που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1990. Αντιθέτως, είναι πολύ πιο εύλογο να θεωρηθεί ότι το χαμηλό επίπεδο τιμής εισαγωγής ώθησε τις μεταποιητικές βιομηχανίες να στραφούν περισσότερο προς τα εισαγόμενα προϊόντα.
21 Εξάλλου, η Binder δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί τις σημειωθείσες εξελίξεις των τιμών μετά την εφαρμογή των μέτρων διασφαλίσεως προκειμένου να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις λήψεως τέτοιων μέτρων. Πρέπει επίσης να υπογραμμιστεί, όπως σημειώνει ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 40 των προτάσεών του, ότι η μέση τιμή των φραουλών που εισήχθησαν από την Πολωνία υπό κατεψυγμένη μορφή ήταν χαμηλότερη κατά τα έτη 1990 και 1991 απ' ό,τι ήταν το 1989, αντιθέτως προς τα όσα ισχυρίζεται η Binder.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως δεχθείσα ότι υφίστατο κίνδυνος σοβαρής διαταραχής της κοινοτικής αγοράς που θα μπορούσε να υπονομεύσει την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΚ.
Επί της αιτιολογίας των επιμάχων κανονισμών
23 Η Binder ισχυρίζεται ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών δεν προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκαν οι ελάχιστες τιμές και δεν καθίσταται δυνατό να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τα κριτήρια του άρθρου 1 του κανονισμού 521/77.
24 Η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι οι αιτιολογικές σκέψεις των επιμάχων κανονισμών αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους επιβλήθηκαν και κατόπιν παρατάθηκαν τα επίμαχα μέτρα.
25 Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως προαναφερθείσα υπόθεση Γαλλία και Ιρλανδία κατά Επιτροπής, σκέψη 72), η υποχρεωτική κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της συγκεκριμένης πράξεως. Πρέπει εξ αυτής να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίσουν τους λόγους που επέβαλαν τη λήψη του μέτρου και το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του.
26 Από τις αιτιολογικές σκέψεις των επιμάχων κανονισμών προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή θέσπισε και διατήρησε σε ισχύ το σύστημα ελαχίστων τιμών εισαγωγής λόγω των κινδύνων διαταραχής της αγοράς που δημιουργούσε η μη τήρηση των τιμών που είχαν συμφωνηθεί με τις προμηθεύτριες χώρες, η αισθητή αύξηση των εισαγομένων ποσοτήτων και το αισθητά χαμηλότερο επίπεδο τιμών των εισαγομένων προϊόντων σε σχέση με το επίπεδο τιμών των κοινοτικών προϊόντων.
27 Συνεπώς, οι επίμαχοι κανονισμοί δεν είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένοι.
Επί της αναλογικότητας των ληφθέντων μέτρων
28 Η Binder ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την αρχή της αναλογικότητας εκδίδοντας τον κανονισμό 2198/90, καθόσον δεν προέβλεψε διαφορετικές ελάχιστες τιμές εισαγωγής αναλόγως της κατηγορίας των κατεψυγμένων φραουλών, αντιθέτως προς ό,τι είχε πράξει με τον κανονισμό 3797/90.
29 Η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση αντιτάσσουν ότι οι κοινοτικές αρχές όφειλαν να λάβουν μέτρα διασφαλίσεως για το σύνολο της αγοράς και όχι για κάποια ποιότητα φραουλών αυθαιρέτως καθοριζόμενη. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι, δεδομένου ότι οι πολωνικές αρχές δεν είχαν κατά την περίοδο εκείνη τη δυνατότητα να χορηγούν πιστοποιητικά εξαγωγής βάσει των οποίων θα μπορούσε να ελεγχθεί η ποσότητα των εισαγομένων κατεψυγμένων φραουλών, ήταν αδύνατον να γίνει διαφοροποίηση. Ευθύς ως οι πολωνικές αρχές έθεσαν σε εφαρμογή σύστημα ελέγχου που παρείχε τη δυνατότητα αυτή, η διαφοροποίηση έγινε.
30 Από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στη δικογραφία προκύπτει ότι πριν τεθούν σε ισχύ τα επίμαχα μέτρα διασφαλίσεως οι πολωνικές αρχές είχαν αναλάβει την υποχρέωση ότι οι εξαγωγικές επιχειρήσεις της χώρας τους θα τηρούσαν μια μέση τιμή εξαγωγής, συμφωνούμενη για κάθε περίοδο εμπορίας και καθοριζόμενη για τις κατεψυγμένες φράουλες συνολικώς, άνευ ποιοτικής διακρίσεως. Προκύπτει, επίσης, ότι μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1991 οι πολωνικές αρχές δεν ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν, ιδίως διά της χορηγήσεως πιστοποιητικών εξαγωγής, τον έλεγχο της ποιότητας των εξαγομένων φραουλών και κατά συνέπεια οι τελωνειακές αρχές της Κοινότητας δεν ήταν σε θέση, μέχρι της ημερομηνίας αυτής, να διασφαλίσουν τον αποτελεσματικό και ομοιόμορφο έλεγχο των ελαχίστων τιμών κατά ποιότητα εισαγομένων φραουλών. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή μπορούσε, χωρίς να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, να αποφασίσει την επιβολή ελάχιστης τιμής εισαγωγής, η οποία δεν ελάμβανε υπόψη την ποιότητα των εισαγομένων φραουλών, αλλά μόνον τον τρόπο μεταποιήσεώς τους.
31 Η Binder ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι οι ελάχιστες τιμές εκφράζονταν σε ECU και μετατρέπονταν σε εθνικό νόμισμα βάσει των γεωργικών τιμών μετατροπής που όριζε το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1676/85 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουνίου 1985, σχετικά με την αξία της λογιστικής μονάδας και τις τιμές μετατροπής που πρέπει να εφαρμόζονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής (EE L 164, σ. 1). Η αιτούσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι η χρησιμοποίηση αυτών των τιμών μετατροπής είχε ως συνέπεια την αυθαίρετη αύξηση των εκφραζομένων σε εθνικό νόμισμα ελαχίστων τιμών εισαγωγής σε σχέση με το ύψος που οι τιμές αυτές θα έφθαναν αν η μετατροπή γινόταν βάσει της κεντρικής ισοτιμίας που είχε καθοριστεί για το εθνικό νόμισμα σε σχέση με το ECU.
32 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι τη χρησιμοποίηση των γεωργικών τιμών μετατροπής επιβάλλουν οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού 1676/85. Ισχυρίζεται, στη συνέχεια, ότι αυτός ο τρόπος υπολογισμού, που είχε πράγματι ως συνέπεια αύξηση της τάξεως του 13 έως 14 % των τιμών εισαγωγής, δικαιολογούνταν από την ανάγκη αναπροσαρμογής των τιμών εισαγωγής οι οποίες δεν είχαν μεταβληθεί από διετίας στο πλαίσιο των συμφωνιών αυτοπεριορισμού που είχαν συναφθεί μεταξύ της Επιτροπής και της Πολωνίας.
33 Επιβάλλεται σχετικώς να τονισθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1676/85, η μετατροπή σε νόμισμα κράτους μέλους ποσών εκφραζομένων σε ECU γίνεται με βάση τις γεωργικές τιμές μετατροπής, όσον αφορά τα νομοθετήματα της κοινής γεωργικής πολιτικής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα νομοθετήματα που στηρίζονται άμεσα ή έμμεσα στο άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ (βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α', του εν λόγω κανονισμού). Συνεπώς, οι ελάχιστες τιμές εισαγωγής που καθόρισαν οι επίμαχοι κανονισμοί έπρεπε να εκφραστούν στο νόμισμα του κράτους μέλους εισαγωγής με βάση τις γεωργικές τιμές μετατροπής.
34 Εξάλλου, λαμβανομένων υπόψη των μέσων τιμών που καθόριζαν οι συμφωνίες αυτοπεριορισμού για τις προηγούμενες περιόδους εμπορίας (845 ECU ανά τόνο για την περίοδο 1986/87 860 ECU ανά τόνο για την περίοδο 1987/88 και 880 ECU ανά τόνο για τις περιόδους 1988/89 και 1989/90) και του προστατευτικού χαρακτήρα των επίμαχων μέτρων, δεν αποδεικνύεται ότι το ποσό των 88 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα που καθορίστηκε για τις κατεψυγμένες φράουλες, άνευ προσθήκης ζάχαρης, με τον κανονισμό 2198/90 ούτε, εξάλλου, το ποσό των 92 ECU ανά 100 χιλιόγραμμα που καθορίστηκε με τον κανονισμό 3797/90 υπερέβησαν το αναγκαίο για την αποτελεσματικότητα των μέτρων διασφαλίσεως επίπεδο, όπως επιβάλλει η νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1988, 77/86, National Dried Fruit Trade Association, Συλλογή 1986, σ. 757, σκέψη 22).
35 Η Binder θεωρεί, τρίτον, ότι η διάρκεια των μέτρων διασφαλίσεως ήταν υπερβολική. Κατά την άποψή της, οι τιμές εισαγωγής είχαν υπερβεί τις τιμές της κοινοτικής αγοράς ήδη από το τέλος του 1990, οπότε τα μέτρα διασφαλίσεως έπρεπε να καταργηθούν από 1ης Ιανουαρίου 1991.
36 Η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι, μολονότι είναι αληθές ότι οι τιμές εισαγωγής υπερέβησαν τις τιμές της κοινοτικής αγοράς, ωστόσο οι κίνδυνοι διαταραχής της αγοράς διατηρήθηκαν μέχρι και το τέλος του 1991, διότι οι συνθήκες παραγωγής και εξαγωγής των τρίτων χωρών δεν μεταβλήθηκαν. Η Επιτροπή επισημαίνει, ειδικότερα,ότι δεν συνήφθη καμία συμφωνία με τις αρχές των χωρών εξαγωγής κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
37 Η αιτούσα της κύριας δίκης αμφισβητεί τη σκοπιμότητα διατηρήσεως των επίμαχων μέτρων μόνο για τον μετά το τέλος του 1990 χρόνο. Συνεπώς, τα επιχειρήματά της δεν βάλλουν κατά του κανονισμού 2198/90, ο οποίος δεν είχε πλέον εφαρμογή μετά το χρονικό αυτό σημείο. Εξάλλου, καθόλη τη διάρκεια εφαρμογής του κανονισμού 3797/90, που παρατάθηκε δύο φορές, οι συνθήκες της κοινοτικής αγοράς και, ιδίως, οι συνθήκες εισαγωγής κατεψυγμένων φραουλών προελεύσεως τρίτων χωρών δεν σημείωσαν ουσιώδη μεταβολή. Ειδικότερα, οι κοινοτικές αρχές δεν κατόρθωσαν να συνάψουν συμφωνίες με τις τρίτες χώρες σχετικά με τους όρους εισαγωγής των εν λόγω προϊόντων στην Κοινότητα. Εξάλλου, από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στη δικογραφία προκύπτει ότι η αύξηση των εισαγωγών προελεύσεως Πολωνίας συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου και ότι η τιμή των προϊόντων αυτών εξακολούθησε να είναι σαφώς χαμηλότερη από την τιμή των κοινοτικών προϊόντων. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υπερβολική η διάρκεια των μέτρων διασφαλίσεως.
38 Συνεπώς, από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων διαπιστώνεται ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να πλήξουν το κύρος του κανονισμού 2198/90 ή του κανονισμού 3797/90.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
39 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 6ης Ιουλίου 1994 το Finanzgericht Baden-Wuerttemberg, αποφαίνεται:
Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να πλήξουν το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2198/90 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1990, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές κατεψυγμένων φραουλών, κατεψυγμένων σμέουρων, προσωρινά διατηρουμένων φραουλών και προσωρινά διατηρουμένων σμέουρων, καταγωγής Πολωνίας, ή του κανονισμού (ΕΟΚ) 3797/90 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, περί των μέτρων διασφαλίσεως που πρέπει να εφαρμοστούν στις εισαγωγές ορισμένων ημικατεψυγμένων κόκκινων φρούτων καταγωγής Πολωνίας και Γιουγκοσλαβίας.
Full & Egal Universal Law Academy