Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών * Τερματικός εξοπλισμός τηλεπικοινωνιών * Οδηγία 91/263 * Εκτέλεση από τα κράτη μέλη * Εθνικές διατάξεις αναπαράγουσες απλώς το κείμενο της οδηγίας 86/361, για το πρώτο στάδιο της αμοιβαίας αναγνώρισης των εγκρίσεων τύπου του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού * Δεν αρκούν
(Οδηγίες 86/361 και 91/263 του Συμβουλίου)
2. Πράξεις των οργάνων * Οδηγίες * Εκτέλεση από τα κράτη μέλη * Δεν αρκεί πρακτική σύμφωνη με τις επιταγές της οδηγίας * Δεν αρκεί η ύπαρξη προσχεδίου εθνικής κανονιστικής αποφάσεως
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3)
Περίληψη
1. Δεν αρκούν για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 91/263, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τον τερματικό εξοπλισμό των τηλεπικοινωνιών περιλαμβανομένης της αμοιβαίας αναγνωρίσεως της πιστότητας, εθνικές διατάξεις που αναπαράγουν απλώς το κείμενο της οδηγίας 86/361, για το πρώτο στάδιο της αμοιβαίας αναγνώρισης των εγκρίσεων τύπου του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού. Συγκεκριμένα, μεταξύ της οδηγίας 86/361 και της οδηγίας 91/263 υφίστανται προφανείς διαφορές, οι οποίες συνεπάγονται ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι εφαρμόζει τη δεύτερη λόγω του γεγονότος και μόνον ότι έχει πραγματοποιήσει τη μεταφορά της πρώτης στο εσωτερικό δίκαιο. Για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, η οδηγία 91/263 συνιστά, σε σχέση με την οδηγία 86/361, ένα μετέπειτα στάδιο για την πλήρη και αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων τύπου του τερματικού εξοπλισμού, έχει ευρύτερο σκοπό και πεδίο εφαρμογής από ό,τι η οδηγία 86/361, προβλέπει τρεις απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται ο τερματικός εξοπλισμός και οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των βασικών απαιτήσεων της οδηγίας 86/361 και θέσπισε ένα σύστημα σημάνσεως ΕΚ για τους τερματικούς εξοπλισμούς που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας, το οποίο δεν προβλεπόταν στην οδηγία 86/361.
2. Η ύπαρξη πρακτικής σύμφωνης με τις προδιαγραφές ασφαλείας μιας οδηγίας δεν αποτελεί λόγο μη μεταφοράς της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη με διατάξεις δημιουργούσες ένα πλαίσιο αρκετά συγκεκριμένο, σαφές και διαφανές που να παρέχει στους ιδιώτες τη δυνατότητα να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Ομοίως, η ύπαρξη ενός προσχεδίου κανονιστικής αποφάσεως δεν μπορεί να διασφαλίσει τη μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-221/94,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Anders C. Jessen, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και Jean-Francis Pasquier, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην υπηρεσία αυτή, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενου από τον Nicοlas Schmit, διευθυντή των διεθνών οικονομικών σχέσεων και της συνεργασίας στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα του υπουργείου αυτού,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας, κυρίως, να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/263/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1991, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τον τερματικό εξοπλισμό των τηλεπικοινωνιών περιλαμβανομένης της αμοιβαίας αναγνωρίσεως της πιστότητας (ΕΕ L 128, σ. 1), και, επικουρικώς, να ενημερώσει αμέσως την Επιτροπή για τη λήψη των ως άνω μέτρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και ιδίως από το άρθρο της 17,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος (εισηγητή), J. L. Murray, K. N. Κακούρη, P. J. G. Kapteyn και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουνίου 1996, κατά την οποία το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου εκπροσωπήθηκε από τον Patrick Kinsch, δικηγόρο Λουξεμβούργου, και η Επιτροπή από τον Jean-Francis Pasquier,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Σεπτεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουλίου 1994, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας, κυρίως, να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/263/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1991, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τον τερματικό εξοπλισμό των τηλεπικοινωνιών περιλαμβανομένης της αμοιβαίας αναγνωρίσεως της πιστότητας (ΕΕ L 128, σ. 1), και, επικουρικώς, να ενημερώσει αμέσως την Επιτροπή για τη λήψη των ως άνω μέτρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και ιδίως από το άρθρο της 17.
2 Όπως προκύπτει και από τον τίτλο της, αντικείμενο της οδηγίας 91/263 είναι η προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τον τερματικό εξοπλισμό των τηλεπικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβαίας αναγνωρίσεως της πιστότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη έπρεπε να λάβουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωσή τους προς την εν λόγω οδηγία το αργότερο μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 1992 και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή σχετικώς.
3 Η Επιτροπή, μη έχοντας λάβει από την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου καμία κοινοποίηση των ληφθέντων μέτρων, της έταξε προθεσμία για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης.
4 Ελλείψει απαντήσεως, η Επιτροπή απέστειλε στις 7 Φεβρουαρίου 1994 στην Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αιτιολογημένη γνώμη με την οποία την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/263 εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως. Δεδομένου ότι η γνώμη αυτή έμεινε ομοίως αναπάντητη, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
5 Ενώπιον του Δικαστηρίου, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η οδηγία 91/263 μπορούσε ήδη να εφαρμοστεί, δεδομένου ότι η κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δουκάτου (reglement grand-ducal) της 15ης Δεκεμβρίου 1988, περί εκτελέσεως της οδηγίας 86/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για το πρώτο στάδιο της αμοιβαίας αναγνώρισης των εγκρίσεων τύπου του τηλεπικοινωνιακού τερματικού εξοπλισμού (ΕΕ L 217, σ. 21), καλύπτει ήδη το αντικείμενο της οδηγίας 91/263.
6 Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου στηρίζεται, δεύτερον, σε ένα νόμο της 10ης Αυγούστου 1992, περί συστάσεως της επιχειρήσεως ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών, ο οποίος μετέτρεψε την πρώην υπηρεσία ταχυδρομείων και τηλεπικοινωνιών σε δημόσια επιχείρηση με οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια και νομική προσωπικότητα. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο νόμος αυτός δημιούργησε μια εθνική αρχή με κανονιστική αρμοδιότητα, χωριστή από τον επιχειρηματικό φορέα, και ότι η πολιτική του Μεγάλου Δουκάτου στον τομέα αυτόν υπήρξε πάντοτε φιλελεύθερη. Η εν λόγω κυβέρνηση παρατηρεί, τέλος, ότι υφίσταται ήδη ένα νομοσχέδιο που αποσκοπεί στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 91/263, καθώς και της οδηγίας 93/97/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 91/263/ΕΟΚ όσον αφορά τον εξοπλισμό δορυφορικών επίγειων σταθμών (ΕΕ L 290, σ. 1).
7 Βάσει των προεκτεθέντων, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου φρονεί ότι το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία 91/263 έχει σήμερα επιτευχθεί και ότι το Μεγάλο Δουκάτο τηρεί τις αρχές της οδηγίας αυτής, ήτοι την ελεύθερη κυκλοφορία του τερματικού εξοπλισμού και την αμοιβαία αναγνώριση της πιστότητας.
Επί της κανονιστικής αποφάσεως του Μεγάλου Δουκάτου της 15ης Δεκεμβρίου 1988
8 Δεδομένου ότι η κανονιστική απόφαση του Μεγάλου Δουκάτου της 15ης Δεκεμβρίου 1988 μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 86/361 αναπαράγοντας ολόκληρο το κείμενό της σε σχετικό παράρτημα, πρέπει, πρώτον, να εξεταστούν οι σκοποί και οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και της οδηγίας 91/263 προκειμένου να ερευνηθεί αν το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μεταφέροντας στο εσωτερικό δίκαιο την πρώτη οδηγία, έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της δεύτερης.
9 Από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 86/361 προκύπτει ότι "η αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων τύπου του τερματικού τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς τη δημιουργία ανοικτής και ενοποιημένης αγοράς των εξοπλισμών αυτών". Από την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά σταδιακά λόγω της υπάρξεως, στα κράτη μέλη, διαφορετικών συνθηκών, καθώς και τεχνικών και διοικητικών περιορισμών.
10 H έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 86/361 καθορίζει την αμοιβαία αναγνώριση των δοκιμών πιστότητας των τερματικών εξοπλισμών μαζικής παραγωγής ως το πρώτο στάδιο της αμοιβαίας αναγνώρισης των εγκρίσεων τύπου των εν λόγω εξοπλισμών. Στη λογική αυτή, το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι "τα κράτη μέλη υλοποιούν την αμοιβαία αναγνώριση των αποτελεσμάτων των δοκιμών πιστότητας των τηλεπικοινωνιακών τερματικών εξοπλισμών μαζικής παραγωγής προς τις νέες προδιαγραφές πιστότητας, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της παρούσας οδηγίας".
11 Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 86/361, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τις αρχές που είναι αρμόδιες, σε κάθε ένα από αυτά, για τη χορήγηση εγκρίσεων τύπου για τους τερματικούς εξοπλισμούς και τα εργαστήρια δοκιμών που αναγνωρίζονται ως αρμόδια για να εξακριβώνουν την πιστότητα του τερματικού εξοπλισμού προς τις κοινές προδιαγραφές πιστότητας που ορίζονται στο άρθρο 2, σημείο 13, της οδηγίας αυτής. Τα εργαστήρια αυτά είναι επίσης αρμόδια να χορηγούν, ενδεχομένως, τα πιστοποιητικά πιστότητας που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, που περιλαμβάνουν το σύνολο των στοιχείων που αφορούν τις μετρήσεις.
12 Ωστόσο, μολονότι ο σκοπός της οδηγίας 86/361 είναι η αμοιβαία αναγνώριση και η εναρμόνιση των προτύπων πιστότητας, εξακολουθεί να είναι αναγκαίο, όπως παρατήρησε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 12 των προτάσεών του, να διενεργείται έγκριση τύπου εντός κάθε κράτους μέλους, δεδομένου ότι η αναγνώριση εντός του άλλου κράτους μέλους ισχύει μόνο για το αποτέλεσμα των δοκιμών.
13 Τέλος, το άρθρο 9 της οδηγίας 86/361 αναθέτει στην Επιτροπή την εξέταση των λεπτομερειών του δεύτερου σταδίου της πραγματοποίησης μιας χωρίς εσωτερικά σύνορα αγοράς τερματικών τηλεπικοινωνιακών εξοπλισμών, το οποίο θα αφορά ειδικότερα την εφαρμογή της αμοιβαίας αναγνώρισης των εγκρίσεων τύπου, καθώς και την υποβολή σχετικών προτάσεων στο Συμβούλιο.
14 Όσον αφορά την οδηγία 91/263, η πρώτη αιτιολογική σκέψη της αναφέρει ότι η οδηγία 86/361 προέβλεψε, στο άρθρο της 9, ένα δεύτερο στάδιο για την πλήρη και αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων τύπου του τερματικού εξοπλισμού. Η διαπίστωση αυτή συνιστά προφανή ένδειξη των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των δύο οδηγιών.
15 Πρέπει εξάλλου να τονιστεί ότι ο σκοπός της οδηγίας 91/263 είναι ευρύτερος εκείνου της οδηγίας 86/361, ήτοι η πλήρης και αμοιβαία αναγνώριση των εγκρίσεων τύπου του τερματικού εξοπλισμού, προκειμένου να υφίσταται για κάθε τερματικό εξοπλισμό ενιαία έγκριση τύπου ισχύουσα σε ολόκληρη την Κοινότητα. Ομοίως, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 91/263 είναι ευρύτερο από εκείνο της οδηγίας 86/361, καθόσον περιλαμβάνει τόσο τους τερματικούς εξοπλισμούς που προορίζονται να συνδεθούν με το δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο (άρθρο 1) όσο και τους εξοπλισμούς που μπορούν μεν να συνδεθούν με το δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο, αλλά δεν προορίζονται γι' αυτό (άρθρο 2).
16 Το άρθρο 3 της οδηγίας 91/263 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι τερματικοί εξοπλισμοί θα μπορούν να διατίθενται στην αγορά και να τίθενται σε λειτουργία μόνον εάν είναι σύμφωνοι με τις προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στην οδηγία, εφόσον έχουν εγκατασταθεί και συντηρούνται σωστά και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η οδηγία προβλέπει την αναγνώριση όχι μόνον των αποτελεσμάτων των δοκιμών που διενεργούνται εντός των λοιπών κρατών μελών, αλλά και των εγκρίσεων τύπου.
17 Επιπλέον, ο τερματικός εξοπλισμός πρέπει να ικανοποιεί τρεις απαιτήσεις που προκύπτουν από το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, στοιχεία γ', ε' και στ', δηλαδή την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα, την αποτελεσματική χρησιμοποίηση του φάσματος των ραδιοσυχνοτήτων και τη διασύνδεση του τερματικού εξοπλισμού με εξοπλισμούς του δημόσιου τηλεπικοινωνιακού δικτύου με σκοπό την εγκατάσταση, την τροποποίηση, τη διατήρηση και την οριστική διακοπή πραγματικών ή πλασματικών συνδέσεων. Οι απαιτήσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των βασικών απαιτήσεων του άρθρου 2, σημείο 17, της οδηγίας 86/361.
18 Εφόσον ένας τερματικός εξοπλισμός ανταποκρίνεται στις διατάξεις της οδηγίας 91/263, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εμποδίζουν τη διάθεσή του στην αγορά ούτε την ελεύθερη κυκλοφορία του και τη χρησιμοποίησή του στο έδαφός τους (άρθρο 5). Διαπιστώνεται επίσης ότι τα κράτη μέλη θεωρούν ότι ανταποκρίνεται κατ' αρχήν στις βασικές απαιτήσεις του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α' και β', ο τερματικός εξοπλισμός που είναι σύμφωνος με τα εθνικά πρότυπα που εφαρμόζουν τα κατάλληλα εναρμονισμένα πρότυπα, των οποίων τα στοιχεία αναφοράς έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα. Επιπλέον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/263 προβλέπει την εκ μέρους της Επιτροπής θέσπιση των μέτρων που αφορούν τις βασικές απαιτήσεις που διαλαμβάνονται στην οδηγία.
19 Με την οδηγία 91/263 θεσπίστηκε επίσης ένα σύστημα σημάνσεως ΕΚ για τους τερματικούς εξοπλισμούς που ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της οδηγίας, το οποίο δεν προβλεπόταν στην οδηγία 86/361.
20 Βάσει των προεκτεθέντων, είναι προφανές ότι εθνικές διατάξεις που αναπαράγουν απλώς το κείμενο της οδηγίας 86/361 δεν επαρκούν για να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο η οδηγία 91/263.
Επί του νόμου της 10ης Αυγούστου 1992
21 Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 25 των προτάσεών του, ο διαχωρισμός μεταξύ της επιχειρήσεως που προσφέρει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και της υπηρεσίας που έχει αρμοδιότητα να χορηγεί τις εγκρίσεις τύπου ήταν ήδη υποχρεωτικός βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών (ΕΕ L 131, σ. 73). Κατόπιν των προεκτεθέντων, είναι βέβαιον ότι το περιεχόμενο και ο σκοπός της οδηγίας 91/263 βαίνουν πέραν των ισχυουσών εθνικών διατάξεων. Επομένως, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Επί της φιλελεύθερης πολιτικής που ακολουθεί το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και του σχεδίου κανονιστικής αποφάσεως (reglement grand-ducal)
22 Όσον αφορά τα επιχειρήματα που η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου αντλεί από τη φιλελεύθερη πολιτική που ασκεί στον τομέα των τερματικών εξοπλισμών, αρκεί επί του σημείου αυτού να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη πρακτικής σύμφωνης με τις προδιαγραφές ασφαλείας μιας οδηγίας δεν αποτελεί λόγο μη μεταφοράς της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη με διατάξεις δημιουργούσες ένα πλαίσιο αρκετά συγκεκριμένο, σαφές και διαφανές που να παρέχει στους ιδιώτες τη δυνατότητα να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (βλ., μεταξύ άλλων, υπ' αυτό το πνεύμα, απόφαση της 30ής Μαΐου 1991, C-361/88, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1991, σ. Ι-2567, σκέψη 24). Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι η ύπαρξη ενός προσχεδίου κανονιστικής αποφάσεως δεν μπορεί να διασφαλίσει τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 91/263.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί με την οδηγία 91/263, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και ιδίως από το άρθρο της 17.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το καθού ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί με την οδηγία 91/263/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 1991, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τον τερματικό εξοπλισμό των τηλεπικοινωνιών περιλαμβανομένης της αμοιβαίας αναγνωρίσεως της πιστότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία και ιδίως από το άρθρο της 17.
2) Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy