Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Πράξεις των οργάνων * Οδηγίες * Άμεσο αποτέλεσμα * Όρια * Δυνατότητα επικλήσεως οδηγίας κατά ιδιώτη * Αποκλείεται * Εκτέλεση από τα κράτη μέλη * Υποχρεώσεις των εθνικών δικαστηρίων
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία * Δικαίωμα επί του σήματος * Προϊόν τεθέν σε κυκλοφορία σε κράτος μέλος από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συναίνεσή του * Εισαγωγή σε άλλο κράτος μέλος, κατόπιν επανασυσκευασίας και εκ νέου επιθέσεως του σήματος * Εναντίωση του δικαιούχου του σήματος * Επιτρέπεται * Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 36 οδηγία 89/104 του Συμβουλίου, άρθρο 7 PAR 2)
Περίληψη
1. Μολονότι μια οδηγία, αυτή καθαυτή, δεν γεννά υποχρεώσεις σε βάρος ιδιώτη και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της κατ' αυτού, το εθνικό δικαστήριο που εφαρμόζει το εθνικό δίκαιο και καλείται να το ερμηνεύσει, ανεξάρτητα από το αν οι προς ερμηνεία διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι προγενέστερες ή μεταγενέστερες της οδηγίας, οφείλει να το πράξει, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης.
2. Το άρθρο 36 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι ο δικαιούχος σήματος μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα επί του σήματος για να εμποδίσει έναν εισαγωγέα να διαθέσει στο εμπόριο ένα φαρμακευτικό προϊόν το οποίο έχει τεθεί σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συναίνεσή του, αν ο εν λόγω εισαγωγέας έχει επανασυσκευάσει το προϊόν και έχει επιθέσει εκ νέου το σήμα χωρίς την άδεια του δικαιούχου του σήματος, εκτός:
* Αν αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο του, με σκοπό να απαγορευθεί η εμπορία των επανασυσκευασμένων προϊόντων υπ' αυτό το σήμα, θα συνέτεινε στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών. Τούτο συμβαίνει ιδίως οσάκις ο δικαιούχος διαθέτει στην αγορά διαφόρων κρατών μελών το ίδιο φαρμακευτικό προϊόν σε διαφορετικές συσκευασίες και η επανασυσκευασία στην οποία έχει προβεί ο εισαγωγέας αφενός είναι αναγκαία για τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής και αφετέρου έχει πραγματοποιηθεί υπό συνθήκες που δεν μπορούν να επηρεάσουν την αρχική κατάσταση του προϊόντος. Πάντως, η προϋπόθεση αυτή δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο δικαιούχος του σήματος επεδίωξε εσκεμμένα να στεγανοποιήσει τις αγορές μεταξύ των κρατών μελών.
* Αν αποδεικνύεται ότι η επανασυσκευασία δεν μπορεί να επηρεάσει την αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία. Τούτο συμβαίνει ιδίως οσάκις ο εισαγωγέας περιορίστηκε σε ενέργειες που δεν ενέχουν κανένα κίνδυνο επηρεασμού, π.χ. στην αφαίρεση των πλακιδίων με κυψελίδες από την αρχική εξωτερική τους συσκευασία και στην τοποθέτησή τους εντός νέας εξωτερικής συσκευασίας ή στην προσθήκη στη συσκευασία νέου φυλλαδίου οδηγιών χρήσεως ή ενημερωτικού φυλλαδίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται πάντως να ελέγξει αν η αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία έχει επηρεαστεί εμμέσως από το γεγονός, π.χ., ότι η εσωτερική ή η εξωτερική συσκευασία του επανασυσκευασμένου προϊόντος ή το νέο φυλλάδιο οδηγιών χρήσεως ή ενημερωτικό φυλλάδιο δεν περιέχει ορισμένες σημαντικές πληροφορίες ή περιέχει ανακριβείς πληροφορίες.
* Αν αναφέρεται σαφώς επί της νέας συσκευασίας ποιος έχει επανασυσκευάσει το προϊόν και το όνομα του παρασκευαστή του και αν οι ενδείξεις αυτές είναι τυπωμένες κατά τρόπον ώστε ένα πρόσωπο με συνήθη όραση που καταβάλλει τη συνήθη προσοχή να είναι σε θέση να τις αντιληφθεί. Αντιθέτως, δεν απαιτείται να αναφέρεται ότι η επανασυσκευασία πραγματοποιήθηκε χωρίς την άδεια του δικαιούχου του σήματος.
* Αν η παρουσίαση του επανασυσκευασμένου προϊόντος δεν μπορεί να βλάψει τη φήμη του σήματος ή τη φήμη του δικαιούχου του. Επομένως, η συσκευασία δεν πρέπει να είναι ελαττωματική, κακής ποιότητας ή να χαρακτηρίζεται από προχειρότητα.
* Αν ο εισαγωγέας έχει ειδοποιήσει τον δικαιούχο του σήματος πριν από τη διάθεση του επανασυσκευασμένου προϊόντος προς πώληση και του παραδώσει, εφόσον του ζητηθεί, δείγμα του επανασυσκευασμένου προϊόντος.
Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 36 της Συνθήκης ισχύει επίσης για το άρθρο 7, παράγραφος 2, της πρώτης οδηγίας 89/104 περί σημάτων, δεδομένου ότι οι δύο αυτές διατάξεις επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-232/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Oberlandesgericht Koeln (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
MPA Pharma GmbH
και
Rhone-Poulenc Pharma GmbH,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ, σε σχέση με το δίκαιο περί σημάτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, J.-P. Puissochet και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann (εισηγητή), P. Jann και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματείς: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η MPA Pharma GmbH, εκπροσωπούμενη από τον Wolfgang A. Rehmann, δικηγόρο Μονάχου,
* η Rhone-Poulenc Pharma GmbH, εκπροσωπούμενη από τον Kurt Bauer, δικηγόρο Κολωνίας,
* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Philippe Martinet, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Richard Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και την Angela Bardenhewer, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της MPA Pharma GmbH, της Rhone-Poulenc Pharma GmbH, της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 4ης Οκτωβρίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 29ης Ιουλίου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Αυγούστου 1994, το Oberlandesgericht Koeln υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ, σε σχέση με το δίκαιο περί σημάτων.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο μιας διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Rhone-Poulenc Pharma (στο εξής: Rhone-Poulenc), παρασκευάστριας φαρμακευτικών προϊόντων, και της εταιρίας MPA Pharma (στο εξής: Pharma), που εισάγει στη Γερμανία ορισμένα από τα προϊόντα της πρώτης εταιρίας.
3 Η Rhone-Poulenc είναι γερμανική θυγατρική εταιρία της γαλλικής εταιρίας Rhone-Poulenc Rover SA, η οποία είναι ο δικαιούχος του σήματος Orudis στη Γερμανία και σε άλλες χώρες. Βάσει αδείας που της έχει παραχωρηθεί από τη μητρική της εταιρία, η Rhone-Poulenc διαθέτει στη γερμανική αγορά το φαρμακευτικό προϊόν Orudis retard, ως φάρμακο κατά των ρευματισμών, σε συσκευασίες των 20, 50 και 100 δισκίων, τα οποία είναι τοποθετημένα σε πλακίδια με κυψελίδες που αντιστοιχούν στα τυποποιημένα μεγέθη που συνιστούν διάφορες επαγγελματικές ενώσεις, εμπορικά σωματεία και οι γερμανικοί φορείς ασφαλίσεως ασθενείας.
4 Στην Ισπανία μια θυγατρική της γαλλικής Rhone-Poulenc εταιρία διαθέτει στο εμπόριο το Orudis retard αποκλειστικά σε συσκευασίες των 20 δισκίων.
5 Η Pharma διαθέτει στη γερμανική αγορά το προϊόν Orudis retard, το οποίο εισάγει διά της λεγόμενης παράλληλης οδού από την Ισπανία. Προκειμένου να επιτύχει συσκευασίες των 50 δισκίων, η Pharma επανασυσκευάζει το προϊόν σε νέες εξωτερικές συσκευασίες τις οποίες έχει επινοήσει και εντός των οποίων τοποθετεί πλακίδια με κυψελίδες τα οποία έχουν αφαιρεθεί από διαφορετικές συσκευασίες ισπανικής προελεύσεως.
6 Σε όλες τις ορατές πλευρές αυτών των νέων εξωτερικών συσκευασιών αναγράφονται στα γερμανικά τα εξής:
"MPA Import Arzneimittel
50 δισκία βραδείας αποδεσμεύσεως
του φαρμάκου Orudis retard
Λαμβάνονται από το στόμα".
Σε μία δε από τις κύριες εξωτερικές πλευρές αναφέρονται τα εξής:
"Παρασκευαστής:
Rhone-Poulenc S.A.E,
Ισπανία"
και
"Εισαγωγέας και υπεύθυνη
φαρμακευτική εταιρία:
MPA Pharma GmbH, D-22946 Trittau".
Σε μία από τις πλαϊνές εξωτερικές πλευρές αναγράφονται τα εξής:
"Το περιεχόμενο της παρούσας συσκευασίας Orudis retard παρασκευάστηκε από τη Rhone-Poulenc Farma S.A.E, Alcorcon (Μαδρίτη), και εισήχθη στη Γερμανία, όπου και συσκευάστηκε, από την MPA Pharma GmbH, D-22946, Trittau, σύμφωνα με τις διατάξεις του γερμανικού νόμου περί φαρμακευτικών προϊόντων."
7 Η Pharma προσθέτει επίσης στις συσκευασίες ένα φυλλάδιο οδηγιών χρήσεως το οποίο έχει συντάξει η ίδια.
8 Η Rhone-Poulenc θεωρεί ότι η διάθεση στο εμπόριο του επανασυσκευασμένου προϊόντος συνιστά προσβολή του σήματος Orudis και γι' αυτόν τον λόγο άσκησε κατά της Pharma αγωγή με την οποία ζήτησε την παύση της προσβολής αυτής. Το Landgericht έκανε δεκτή την αγωγή της, οπότε η Pharma άσκησε έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Αρκεί για την ύπαρξη συγκεκαλυμμένου περιορισμού στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, υπό την έννοια του άρθρου 36, δεύτερη περίοδος, της Συνθήκης ΕΚ, το γεγονός ότι η άσκηση του παρεχομένου από το εθνικό δίκαιο δικαιώματος επί του σήματος, σε συνδυασμό με το εφαρμοζόμενο από τον δικαιούχο του σήματος σύστημα εμπορίας, οδηγεί αντικειμενικά σε στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών ή απαιτείται προς τούτο να αποδειχθεί ότι ο δικαιούχος του σήματος ασκεί το δικαίωμά του επί του σήματος, σε συνδυασμό με το εφαρμοζόμενο από αυτόν σύστημα εμπορίας, με σκοπό να προκαλέσει την τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών;
2) Υφίσταται 'συγκεκαλυμμένος περιορισμός στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών' , υπό την έννοια του άρθρου 36, δεύτερη περίοδος, της Συνθήκης ΕΚ, όταν ο δικαιούχος σήματος που προστατεύεται στα κράτη μέλη Α και Β επικαλείται το παρεχόμενο από το εθνικό δίκαιο δικαίωμά του επί του σήματος για να εμποδίσει έναν εισαγωγέα, πρώτον, να αγοράζει φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία διατίθενται στην αγορά του κράτους μέλους Β υπό το σήμα αυτό από επιχείρηση που ανήκει στον ίδιο όμιλο όπως και ο δικαιούχος του σήματος και για τα οποία απαιτείται συνταγή ιατρού στο κράτος μέλος Α και, δεύτερον, να τα διαθέτει στην αγορά του κράτους μέλους Α, αφού τα επανασυσκευάζει εντός εξωτερικής συσκευασίας που έχει επινοήσει ο ίδιος και επί της οποίας έχει θέσει, χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του σήματος, το σήμα αυτό, εφόσον μεν, πρώτον, η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος οδηγεί σε στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών (βλ. πρώτο ερώτημα), δεύτερον, αποδεικνύεται ότι η επανασυσκευασία δεν μπορεί να επηρεάσει την αρχική κατάσταση του προϊόντος, τρίτον, ο δικαιούχος του σήματος είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για την εμπορία του επανασυσκευασμένου προϊόντος και, επιπλέον, επί της νέας συσκευασίας αναγράφονται όχι μόνον ο παρασκευαστής και ο εισαγωγέας αλλά και ο υπεύθυνος της επανασυσκευασίας του προϊόντος, εντούτοις δε
α) η ένδειξη επί της εξωτερικής συσκευασίας περί του υπευθύνου της επανασυσκευασίας δεν είναι αρκετά σαφής, με αποτέλεσμα να ενδέχεται να την παραβλέψουν οι ενδιαφερόμενες κατηγορίες συναλλασσομένων,
και/ή
β) ούτε από την ίδια την ένδειξη περί της επανασυσκευασίας ούτε από την υπόλοιπη εξωτερική συσκευασία προκύπτει ότι ο εισαγωγέας προέβη στην επανασυσκευασία του προϊόντος χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του σήματος ή της επιχειρήσεως που ανήκει στον ίδιο όμιλο όπως και ο δικαιούχος του σήματος;"
9 Με τα ερωτήματα αυτά, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να διευκρινιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ο δικαιούχος σήματος μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης, να επικαλεστεί το δικαίωμα επί του σήματος για να εμποδίσει έναν εισαγωγέα να διαθέτει στο εμπόριο ένα φαρμακευτικό προϊόν το οποίο έχει τεθεί σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος από τον δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του, σε περίπτωση που ο εν λόγω εισαγωγέας έχει επανασυσκευάσει το προϊόν και έχει επιθέσει εκ νέου το σήμα. Συναφώς, ζητείται ιδίως από το Δικαστήριο να εξηγήσει τη σημασία και το περιεχόμενο της έννοιας "τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών" και να αποφανθεί σχετικά με την ύπαρξη ορισμένων πρόσθετων προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται από τον εισαγωγέα.
10 Πριν εξετασθούν τα ερωτήματα αυτά, πρέπει να τονιστεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίχθηκε ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία πρέπει να κριθεί υπό το φως όχι μόνο του άρθρου 36 της Συνθήκης, αλλά επίσης του άρθρου 7 της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1, στο εξής: οδηγία). Η οδηγία αυτή έπρεπε να έχει μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992, η δε προθεσμία αυτή τάχθηκε με την απόφαση 92/10/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991, για τη μετάθεση της ημερομηνίας θέσεως σε ισχύ των εθνικών διατάξεων εφαρμογής της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1992, L 6, σ. 35).
11 Δεδομένου όμως ότι το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας, επιβάλλονται μόνον οι ακόλουθες δύο διαπιστώσεις.
12 Καταρχάς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, μια οδηγία, αυτή καθαυτή, δεν γεννά υποχρεώσεις σε βάρος ιδιώτη και επομένως δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της κατ' αυτού (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986 στην υπόθεση C-152/84, Marshall, Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψη 48 της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-106/89, Marleasing, Συλλογή 1990, σ. Ι-4135, σκέψη 6, και της 14ης Ιουλίου 1994 στην υπόθεση C-91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. Ι-3325, σκέψη 20). Ωστόσο, κατά τη νομολογία αυτή, κατά την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας διατάξεις, το εθνικό δικαστήριο που καλείται να το ερμηνεύσει οφείλει να το πράξει, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ.
13 'Επειτα, όπως προκύπτει από την απόφαση που εκδίδει σήμερα το Δικαστήριο στις υποθέσεις C-427/93, C-429/93 και C-436/93, Bristol-Myers Squibb κ.λπ., σκέψη 40, το άρθρο 7 της οδηγίας, ακριβώς όπως το άρθρο 36 της Συνθήκης, σκοπεί να συμβιβάσει τα θεμελιώδη συμφέροντα αφενός της προστασίας των δικαιωμάτων επί του σήματος και αφετέρου της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς, οπότε οι δύο αυτές διατάξεις, δεδομένου ότι σκοπούν στην επίτευξη του ιδίου αποτελέσματος, πρέπει να ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο.
14 Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 36 της Συνθήκης, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο αυτό επιτρέπει τις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς εισαγωγών που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
15 Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 36 επιτρέπει παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς μόνο στο μέτρο που δικαιολογούνται από την προστασία των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο αυτής της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
16 Όσον αφορά το δικαίωμα επί του σήματος, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού που σκοπεί να εγκαθιδρύσει η Συνθήκη. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι σε θέση να προσελκύουν την πελατεία με την ποιότητα των προϊόντων τους ή των υπηρεσιών τους, πράγμα που είναι δυνατό μόνο χάρη στην ύπαρξη διακριτικών γνωρισμάτων που εξατομικεύουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες αυτές. Για να μπορεί το σήμα να επιτελεί τη λειτουργία αυτή, πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι όλα τα προϊόντα επί των οποίων έχει τεθεί έχουν κατασκευαστεί υπό τον έλεγχο μιας μόνο επιχειρήσεως, η οποία έχει την ευθύνη για την ποιότητά τους (αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1990 στην υπόθεση C-10/89, HAG, Συλλογή 1990, σ. Ι-3711, στο εξής: απόφαση HAG II, σκέψη 13, και της 22ας Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-9/93, IHT Internationale Heiztechnik και Danziger, Συλλογή 1994, σ. Ι-2789, σκέψεις 37 και 45).
17 Κατά συνέπεια, όπως έχει επανειλημμένα δεχθεί το Δικαστήριο, το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος συνίσταται κυρίως στην παροχή στον δικαιούχο του σήματος του αποκλειστικού δικαιώματος χρήσεως του σήματος για την πρώτη θέση σε κυκλοφορία του προϊόντος και, επομένως, στην προστασία του κατά των ανταγωνιστών που θα ήθελαν να εκμεταλλευθούν τη θέση και τη φήμη του σήματος, πωλώντας προϊόντα επί των οποίων έχει τεθεί παρανόμως το εν λόγω σήμα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 23ης Μαΐου 1978 στην υπόθεση 102/77, Hoffmann-La Roche, Συλλογή τόμος 1974, σ. 481, σκέψη 7 απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1981 στην υπόθεση 1/81, Pfizer, Συλλογή 1981, σ. 2913, σκέψη 7 προαναφερθείσες αποφάσεις HAG ΙI, σκέψη 14, και IHT Internationale Heiztechnik και Danziger, σκέψη 33).
18 Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δικαιούχος σήματος προστατευομένου από τη νομοθεσία κράτους μέλους δεν μπορεί να επικαλείται τη νομοθεσία αυτή για να αντιτίθεται στην εισαγωγή ή την εμπορία προϊόντος το οποίο διατίθεται νομίμως στην αγορά άλλου κράτους μέλους από τον ίδιο ή με τη συναίνεσή του (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 16/74, Winthrop, Συλλογή τόμος 1974, σ. 481, σκέψεις 7 έως 11 προαναφερθείσες αποφάσεις HAG II, σκέψη 12, και IHT Internationale Heiztechnik και Danziger, σκέψεις 33 και 34).
19 Πράγματι, το αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος δεν είναι να επιτρέπει στους δικαιούχους να στεγανοποιούν τις εθνικές αγορές και να υποβοηθεί έτσι τη διατήρηση των διαφορών που είναι δυνατό να υφίστανται μεταξύ των τιμών στα διάφορα κράτη μέλη. Είναι αληθές ότι, ιδίως στην αγορά των φαρμακευτικών προϊόντων, οι διαφορές αυτές τιμών μπορούν να οφείλονται σε παράγοντες επί των οποίων οι δικαιούχοι των σημάτων δεν ασκούν κανέναν έλεγχο, ιδίως δε στις διαφορετικές ρυθμίσεις των κρατών μελών σχετικά με τον καθορισμό των ανώτατων τιμών, των περιθωρίων κέρδους των χονδρεμπόρων φαρμακευτικών προϊόντων και των φαρμακείων ή των ανώτατων ποσών επιστροφής των ιατρικών εξόδων βάσει των συστημάτων ασφαλίσεως ασθενείας. Όμως, οι στρεβλώσεις που προκαλούνται από τη διαφορετική ρύθμιση περί τιμών σ' ένα κράτος μέλος πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη λήψη μέτρων από τις κοινοτικές αρχές και όχι με τη θέσπιση από άλλο κράτος μέλος μέτρων ασυμβίβαστων προς τους σχετικούς με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κανόνες (βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Winthrop, σκέψεις 16 και 17).
20 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν το αποκλειστικό δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο του σήματος περιλαμβάνει τη δυνατότητά του να αντιτάσσεται στη χρησιμοποίηση του σήματος από τον τρίτο που έχει επανασυσκευάσει το προϊόν, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ουσιώδης λειτουργία του σήματος, που έγκειται στο ότι παρέχει στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την εγγύηση ότι το φέρον το σήμα προϊόν έχει συγκεκριμένη προέλευση, καθόσον του δίνει τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν από τα προϊόντα άλλης προελεύσεως. Η εν λόγω εγγύηση προελεύσεως συνεπάγεται ότι ο καταναλωτής ή ο τελικός χρήστης μπορεί να είναι βέβαιος ότι το πωλούμενο προϊόν που φέρει σήμα δεν αποτέλεσε, σε προγενέστερο στάδιο εμπορίας, αντικείμενο παρεμβάσεως τρίτου μη εξουσιοδοτημένου από τον δικαιούχο του σήματος, η οποία αλλοίωσε την αρχική του κατάσταση (προαναφερθείσες αποφάσεις Hoffmann-La Roche, σκέψη 7, και Pfizer, σκέψη 8).
21 Επομένως, το δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο του σήματος να αντιτίθεται σε κάθε χρησιμοποίηση του εν λόγω σήματος ικανή να νοθεύσει την εγγύηση προελεύσεως, όπως διασαφηνίστηκε η εγγύηση αυτή ανωτέρω, ανάγεται στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος, η προστασία του οποίου μπορεί να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (προαναφερθείσες αποφάσεις Hoffmann-La Roche, σκέψη 7, και Pfizer, σκέψη 9).
22 Με την προαναφερθείσα απόφαση Hoffmann-La Roche, το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατ' εφαρμογήν των αρχών αυτών, το άρθρο 36 της Συνθήκης πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμά του, προκειμένου να εμποδίσει έναν εισαγωγέα να διαθέσει στο εμπόριο ένα προϊόν το οποίο έχει τεθεί σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος από τον δικαιούχο ή με τη συναίνεσή του, εφόσον ο εν λόγω εισαγωγέας έχει επανασυσκευάσει το προϊόν και επί της νέας συσκευασίας έχει θέσει εκ νέου το σήμα, εκτός
* αν αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο, λαμβανομένου υπόψη του συστήματος εμπορίας που εφαρμόζει ο εν λόγω δικαιούχος, θα συνέτεινε στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών
* αν αποδεικνύεται ότι η νέα συσκευασία δεν επηρεάζει την αρχική κατάσταση του προϊόντος
* αν ο δικαιούχος του σήματος ειδοποιείται πριν από τη διάθεση προς πώληση του επανασυσκευασθέντος προϊόντος και
* αν η νέα συσκευασία αναφέρει ποιος έχει επανασυσκευάσει το προϊόν.
23 Ωστόσο, η νομολογία αυτή πρέπει να διασαφηνιστεί, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προβάλλονται στην παρούσα υπόθεση, στις προαναφερθείσες υποθέσεις Bristol-Myers Squibb κ.λπ. καθώς και στις υποθέσεις C-71/94, C-72/94 και C-73/94, Eurim-Pharm Arzneimittel, επί των οποίων το Δικαστήριο εκδίδει σήμερα τις αποφάσεις του.
Ως προς την τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών
24 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο του, με σκοπό να απαγορευθεί η εμπορία υπ' αυτό το σήμα των προϊόντων που έχουν επανασυσκευασθεί από τρίτον, θα συνέτεινε στη στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως στην περίπτωση που ο δικαιούχος διαθέτει στην αγορά διαφόρων κρατών μελών το ίδιο φαρμακευτικό προϊόν σε διαφορετικές συσκευασίες, το δε προϊόν, με τη μορφή που διατίθεται από τον δικαιούχο του σήματος στην αγορά ενός κράτους μέλους, δεν μπορεί να εισαχθεί και να διατεθεί στην αγορά άλλου κράτους μέλους από παράλληλο εισαγωγέα.
25 Επομένως, ο δικαιούχος του σήματος δεν μπορεί να αντιταχθεί στην επανασυσκευασία του προϊόντος σε νέα εξωτερική συσκευασία, όταν το μέγεθος της συσκευασίας που χρησιμοποιείται από τον δικαιούχο στο κράτος μέλος όπου ο εισαγωγέας αγόρασε το προϊόν δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής, διότι υπάρχει π.χ. ρύθμιση που δεν επιτρέπει παρά μόνο συσκευασίες ορισμένου μεγέθους ή ανάλογη εθνική πρακτική ή διότι υπάρχουν διατάξεις περί ασφαλίσεως ασθενείας που εξαρτούν την επιστροφή των ιατρικών εξόδων από το μέγεθος της συσκευασίας ή παγιωμένες πρακτικές εκδόσεως ιατρικών συνταγών, οι οποίες στηρίζονται, μεταξύ άλλων, στα τυποποιημένα μεγέθη που συνιστώνται από επαγγελματικές οργανώσεις και από τους φορείς ασφαλίσεως ασθενείας.
26 Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, σε περίπτωση κατά την οποία, σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές που ισχύουν στο κράτος μέλος εισαγωγής, ο δικαιούχος χρησιμοποιεί σ' αυτό το κράτος πλείονα διαφορετικά μεγέθη συσκευασίας, δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι ένα από τα μεγέθη αυτά διατίθεται επίσης στην αγορά του κράτους μέλους εξαγωγής για να συναχθεί ότι δεν απαιτείται η επανασυσκευασία του προϊόντος. Συγκεκριμένα, θα υφίστατο στεγανοποίηση των αγορών αν ο εισαγωγέας δεν μπορούσε να διαθέσει το προϊόν παρά μόνο σε ένα περιορισμένο μέρος της αγοράς του κράτους μέλους εισαγωγής.
27 Αντιθέτως, ο δικαιούχος μπορεί να αντιταχθεί στην επανασυσκευασία του προϊόντος σε νέα εξωτερική συσκευασία, σε περίπτωση κατά την οποία ο εισαγωγέας είναι σε θέση να επιτύχει τη δημιουργία συσκευασίας η οποία μπορεί να διατίθεται στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής, τοποθετώντας π.χ. επί της αρχικής εξωτερικής ή εσωτερικής συσκευασίας νέες ετικέτες συντεταγμένες στη γλώσσα του κράτους μέλους εισαγωγής ή προσθέτοντας ένα νέο φυλλάδιο οδηγιών χρήσεως ή ενημερωτικό φυλλάδιο στη γλώσσα του κράτους μέλους εισαγωγής.
28 Πράγματι, η εξουσία του δικαιούχου σήματος προστατευομένου σ' ένα κράτος μέλος να αντιτάσσεται στην εμπορία των επανασυσκευασθέντων προϊόντων, εφόσον φέρουν το σήμα αυτό, δεν πρέπει να περιορίζεται παρά μόνο στο μέτρο που η επανασυσκευσία στην οποία έχει προβεί ο εισαγωγέας είναι αναγκαία για τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής.
29 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης της κύριας δίκης, η χρησιμοποίηση από το Δικαστήριο της εκφράσεως "τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών" δεν σημαίνει ότι ο εισαγωγέας οφείλει να αποδείξει ότι ο δικαιούχος του σήματος, θέτοντας σε κυκλοφορία, εντός διαφόρων κρατών μελών, το ίδιο προϊόν σε διαφορετικές συσκευασίες, επεδίωκε εσκεμμένα να στεγανοποιήσει τις αγορές μεταξύ των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, διευκρινίζοντας ότι πρέπει να πρόκειται για τεχνητή στεγανοποίηση, θέλησε να υπογραμμίσει ότι ο δικαιούχος μπορεί πάντοτε να επικαλείται το δικαίωμά του επί του σήματος για να αντιτάσσεται στην εμπορία των επανασυσκευασθέντων προϊόντων, οσάκις τούτο δικαιολογείται από την ανάγκη διασφαλίσεως της ουσιώδους λειτουργίας του σήματος, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, η στεγανοποίηση που προκύπτει δεν μπορεί να θεωρηθεί τεχνητή.
Ως προς τον επηρεασμό της αρχικής καταστάσεως του προϊόντος
30 Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί καταρχάς ότι η έννοια του επηρεασμού της αρχικής καταστάσεως του προϊόντος αφορά την κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία.
31 Επομένως, ο δικαιούχος σήματος μπορεί να αντιτάσσεται σε κάθε επανασυσκευασία που συνεπάγεται τον κίνδυνο να εκτεθεί το προϊόν που περιέχεται στη συσκευασία σε επεμβάσεις ή επιδράσεις που επηρεάζουν την αρχική του κατάσταση. Προκειμένου να κριθεί αν τούτο συντρέχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει, όπως τόνισε το Δικαστήριο στη σκέψη 10 της προαναφερθείσας αποφάσεως Hoffmann-La Roche, να λαμβάνεται υπόψη η φύση του προϊόντος και η μέθοδος επανασυσκευασίας.
32 Όσον αφορά τα φαρμακευτικά προϊόντα, από την ίδια σκέψη της προαναφερθείσας αποφάσεως Hoffmann-La Roche προκύπτει ότι η επανασυσκευασία πρέπει να θεωρείται ως πραγματοποιηθείσα υπό συνθήκες που δεν μπορούν να επηρεάσουν την αρχική κατάσταση του προϊόντος, όταν, π.χ., ο δικαιούχος του σήματος έχει θέσει το προϊόν σε κυκλοφορία εντός διπλής συσκευασίας και η επανασυσκευασία δεν αφορά παρά μόνο την εξωτερική συσκευασία, αφήνοντας ανέπαφη την εσωτερική, ή όταν η επανασυσκευασία ελέγχεται από δημόσια αρχή, προκειμένου να διασφαλιστεί η αρτιότητα του προϊόντος.
33 Επομένως, κατά τη νομολογία αυτή, το γεγονός ότι τα πλακίδια με κυψελίδες απλώς αφαιρούνται από την αρχική τους εξωτερική συσκευασία και τοποθετούνται σε νέα εξωτερική συσκευασία μαζί με μία ή περισσότερες αρχικές συσκευασίες ή τοποθετούνται σε άλλη αρχική συσκευασία δεν μπορεί να επηρεάσει την αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία.
34 Ωστόσο, ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίχθηκε ότι ακόμη και αυτού του είδους οι επεμβάσεις ενέχουν τον κίνδυνο να επηρεάσουν την αρχική κατάσταση του προϊόντος. Για παράδειγμα, τα πλακίδια με κυψελίδες που προέρχονται από διαφορετικές αρχικές συσκευασίες και συγκεντρώνονται σε μια ενιαία εξωτερική συσκευασία είναι δυνατό να προέρχονται από διαφορετικές παρτίδες παραγωγής και να έχουν διαφορετικές ημερομηνίες λήξεως.
35 Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι κάθε υποθετικός κίνδυνος μεμονωμένου σφάλματος αρκεί για να αναγνωριστεί στον δικαιούχο του σήματος το δικαίωμα να αντιτάσσεται σε κάθε επανασυσκευασία των φαρμακευτικών προϊόντων σε νέες εξωτερικές συσκευασίες.
36 Όσον αφορά μια επέμβαση που συνίσταται στην προσθήκη στη συσκευασία ενός νέου φυλλαδίου οδηγιών χρήσεως ή ενημερωτικού φυλλαδίου, που έχει συνταχθεί στη γλώσσα του κράτους εισαγωγής, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να τεκμαίρεται ότι η εν λόγω επέμβαση επηρεάζει άμεσα την αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία.
37 Ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία μπορεί να επηρεαστεί έμμεσα, όταν, π.χ., η εξωτερική ή εσωτερική συσκευασία του επανασυσκευασμένου προϊόντος ή το νέο φυλλάδιο οδηγιών χρήσεως ή ενημερωτικό φυλλάδιο δεν περιέχει ορισμένες σημαντικές πληροφορίες ή περιέχει ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη φύση του προϊόντος, τη σύνθεσή του, τα αποτελέσματά του, τη χρήση του ή τη διατήρησή του.
38 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν τούτο συμβαίνει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, προβαίνοντας ιδίως σε σύγκριση με το προϊόν που διαθέτει ο δικαιούχος του σήματος στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής. Ωστόσο, δεν πρέπει να αποκλεισθεί η δυνατότητα του εισαγωγέα να παρέχει ορισμένες πρόσθετες πληροφορίες, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν αντιφάσκουν προς εκείνες που παρέχει ο δικαιούχος του σήματος εντός του κράτους μέλους εισαγωγής, η δε προϋπόθεση αυτή πληρούται π.χ. στην περίπτωση που οι διαφορές οφείλονται στη διαφορετική συσκευασία που χρησιμοποιεί ο δικαιούχος στο κράτος μέλος εξαγωγής.
Ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται από τον παράλληλο εισαγωγέα
39 Στην περίπτωση που η επανασυσκευασία πραγματοποιείται υπό συνθήκες που δεν μπορούν να επηρεάσουν την αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία, η ουσιώδης λειτουργία του σήματος, ως εγγύηση προελεύσεως, διασφαλίζεται. Έτσι, ο καταναλωτής ή ο τελικός χρήστης δεν περιάγεται σε πλάνη σχετικά με την προέλευση των προϊόντων, αλλά παραλαμβάνει πράγματι προϊόντα που έχουν παρασκευαστεί υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του δικαιούχου του σήματος.
40 Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι αν επομένως γίνει δεκτό, προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ότι ο δικαιούχος δεν μπορεί να επικαλείται το δικαίωμά του επί του σήματος για να αντιτάσσεται στην εμπορία υπό το σήμα του των προϊόντων που έχουν επανασυσκευασθεί από έναν εισαγωγέα, το συμπέρασμα αυτό θα ισοδυναμεί ουσιαστικά με την αναγνώριση στον εισαγωγέα ορισμένης δυνατότητας την οποία έχει, υπό κανονικές συνθήκες, μόνο ο ίδιος ο δικαιούχος.
41 Κατά συνέπεια, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Hoffmann-La Roche, προς το συμφέρον του δικαιούχου του σήματος και προκειμένου ο δικαιούχος αυτός να προστατεύεται από κάθε κατάχρηση, η εν λόγω δυνατότητα πρέπει να μη γίνεται δεκτή παρά μόνον εφόσον ο εισαγωγέας πληροί ορισμένες άλλες προϋποθέσεις.
42 Έτσι, αν ληφθεί υπόψη το συμφέρον του δικαιούχου του σήματος να μην μπορεί να δημιουργηθεί στον καταναλωτή ή τον τελικό χρήστη η εντύπωση ότι ο ίδιος είναι υπεύθυνος για την επανασυσκευασία, πρέπει επί της συσκευασίας να αναφέρεται από ποιον έχει επανασυσκευασθεί το προϊόν.
43 Όπως έχει ήδη διευκρινίσει το Δικαστήριο, το στοιχείο αυτό πρέπει να προκύπτει σαφώς από την εξωτερική συσκευασία του επανασυσκευασμένου προϊόντος (προαναφερθείσες αποφάσεις Hoffmann-La Roche, σκέψη 12, και Pfizer, σκέψη 11). Τούτο σημαίνει, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 128 των προτάσεών του, ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να κρίνει αν η σχετική ένδειξη είναι τυπωμένη κατά τρόπον ώστε να γίνεται αντιληπτή από ένα πρόσωπο με συνήθη όραση που καταβάλλει τη συνήθη προσοχή.
44 Αντιθέτως, δεν υπάρχει λόγος να αναφέρεται ρητά επί της συσκευασίας, επιπλέον, ότι η επανασυσκευασία πραγματοποιήθηκε χωρίς την άδεια του δικαιούχου του σήματος, δεδομένου ότι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 88 των προτάσεών του, μια τέτοια ένδειξη μπορεί να θεωρηθεί ότι σημαίνει ότι το επανασυσκευασμένο προϊόν δεν είναι απολύτως νόμιμο.
45 Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη σκέψη 11 της προαναφερθείσας αποφάσεως Pfizer, μπορεί να επιβληθεί η υποχρέωση να αναφέρεται σαφώς επί της εξωτερικής συσκευασίας από ποιον έχει παρασκευασθεί το προϊόν, δεδομένου ότι ο παρασκευαστής μπορεί να έχει πράγματι συμφέρον να μην δημιουργηθεί στον καταναλωτή ή τον τελικό χρήστη η εντύπωση ότι ο εισαγωγέας είναι ο δικαιούχος του σήματος και ότι το προϊόν έχει παρασκευασθεί υπό τον έλεγχό του.
46 Ακόμη και στην περίπτωση που αναφέρεται στη συσκευασία ποιος προέβη στην επανασυσκευασία του προϊόντος, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να βλάπτεται παρά ταύτα, λόγω της ακατάλληλης παρουσιάσεως του επανασυσκευασμένου προϊόντος, η φήμη του σήματος, άρα και του δικαιούχου του σήματος. Σ' αυτήν την περίπτωση, ο δικαιούχος του σήματος έχει έννομο συμφέρον, αναγόμενο στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος, να μπορεί να αντιταχθεί στην εμπορία του προϊόντος. Προκειμένου να κρίνεται αν η παρουσίαση του επανασυσκευασμένου προϊόντος μπορεί να βλάψει τη φήμη του σήματος, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση του προϊόντος και η αγορά για την οποία προορίζεται.
47 Όσον αφορά τα φαρμακευτικά προϊόντα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι πρόκειται για έναν ευαίσθητο τομέα, όπου το κοινό είναι ιδιαίτερα απαιτητικό όσον αφορά την ποιότητα και την αρτιότητα του προϊόντος, και ότι η παρουσίαση του προϊόντος μπορεί πράγματι να εμπνεύσει συναφώς την εμπιστοσύνη του κοινού. Συνεπώς, μια ελαττωματική, προχειροφτιαγμένη ή κακής ποιότητας συσκευασία θα μπορούσε να βλάψει τη φήμη του σήματος.
48 Πάντως, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί η παρουσίαση ενός επανασυσκευασμένου φαρμακευτικού προϊόντος ποικίλλουν ανάλογα με το αν πρόκειται για προϊόν που πωλείται στα νοσοκομεία ή, μέσω των φαρμακείων, στους καταναλωτές. Στην πρώτη περίπτωση, τα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται στους ασθενείς από επαγγελματίες, για τους οποίους η παρουσίαση του προϊόντος δεν έχει μεγάλη σημασία. Στη δεύτερη περίπτωση, η παρουσίαση του προϊόντος έχει μεγαλύτερη σημασία για τον καταναλωτή, έστω και αν το γεγονός ότι πρόκειται για προϊόντα τα οποία χορηγούνται κατόπιν ιατρικής συνταγής είναι ικανό από μόνο του να εμπνεύσει στους καταναλωτές μια σχετική εμπιστοσύνη στην ποιότητα του προϊόντος.
49 Τέλος, όπως τόνισε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Hoffmann-La Roche, ο δικαιούχος του σήματος πρέπει να έχει ειδοποιηθεί πριν από τη διάθεση του επανασυσκευασμένου προϊόντος προς πώληση. Επιπλέον, ο δικαιούχος μπορεί να απαιτήσει να του παραδώσει ο εισαγωγέας ένα δείγμα του επανασυσκευασμένου προϊόντος πριν από τη διάθεση προς πώληση, ώστε να μπορεί να εξακριβώσει ότι η επανασυσκευασία δεν πραγματοποιήθηκε κατά τρόπο που επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα την αρχική κατάσταση του προϊόντος και ότι η παρουσίαση μετά την επανασυσκευασία δεν μπορεί να βλάψει τη φήμη του σήματος. Ομοίως, η απαίτηση αυτή παρέχει στον δικαιούχο του σήματος τη δυνατότητα να προστατεύεται καλύτερα από το ενδεχόμενο παραποιήσεως του σήματος.
50 Κατόπιν όλων όσων προεκτέθηκαν, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι ο δικαιούχος σήματος μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα επί του σήματος για να εμποδίσει έναν εισαγωγέα να διαθέσει στο εμπόριο ένα φαρμακευτικό προϊόν το οποίο έχει τεθεί σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συναίνεσή του, αν ο εν λόγω εισαγωγέας έχει επανασυσκευάσει το προϊόν και έχει επιθέσει εκ νέου το σήμα, εκτός:
* Αν αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο του, με σκοπό να απαγορευθεί η εμπορία των επανασυσκευασμένων προϊόντων υπ' αυτό το σήμα, θα συνέτεινε στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών. Τούτο συμβαίνει ιδίως οσάκις ο δικαιούχος διαθέτει στην αγορά διαφόρων κρατών μελών το ίδιο φαρμακευτικό προϊόν σε διαφορετικές συσκευασίες και η επανασυσκευασία στην οποία έχει προβεί ο εισαγωγέας αφενός είναι αναγκαία για τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής και αφετέρου έχει πραγματοποιηθεί υπό συνθήκες που δεν μπορούν να επηρεάσουν την αρχική κατάσταση του προϊόντος. Πάντως, η προϋπόθεση αυτή δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο δικαιούχος του σήματος επεδίωξε εσκεμμένα να στεγανοποιήσει τις αγορές μεταξύ των κρατών μελών.
* Αν αποδεικνύεται ότι η επανασυσκευασία δεν μπορεί να επηρεάσει την αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία. Τούτο συμβαίνει ιδίως οσάκις ο εισαγωγέας περιορίστηκε σε ενέργειες που δεν ενέχουν κανένα κίνδυνο επηρεασμού, π.χ. στην αφαίρεση των πλακιδίων με κυψελίδες από την αρχική εξωτερική τους συσκευασία και στην τοποθέτησή τους εντός νέας εξωτερικής συσκευασίας ή στην προσθήκη στη συσκευασία νέου φυλλαδίου οδηγιών χρήσεως ή ενημερωτικού φυλλαδίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται πάντως να ελέγξει αν η αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία έχει επηρεαστεί εμμέσως από το γεγονός, π.χ., ότι η εσωτερική ή η εξωτερική συσκευασία του επανασυσκευασμένου προϊόντος ή το νέο φυλλάδιο οδηγιών χρήσεως ή ενημερωτικό φυλλάδιο δεν περιέχει ορισμένες σημαντικές πληροφορίες ή περιέχει ανακριβείς πληροφορίες.
* Αν αναφέρεται σαφώς επί της νέας συσκευασίας ποιος έχει επανασυσκευάσει το προϊόν και το όνομα του παρασκευαστή του και αν οι ενδείξεις αυτές είναι τυπωμένες κατά τρόπον ώστε ένα πρόσωπο με συνήθη όραση που καταβάλλει τη συνήθη προσοχή να είναι σε θέση να τις αντιληφθεί. Αντιθέτως, δεν απαιτείται να αναφέρεται ότι η επανασυσκευασία πραγματοποιήθηκε χωρίς την άδεια του δικαιούχου του σήματος.
* Αν η παρουσίαση του επανασυσκευασμένου προϊόντος δεν μπορεί να βλάψει την φήμη του σήματος ή τη φήμη του δικαιούχου του. Επομένως, η συσκευασία δεν πρέπει να είναι ελαττωματική, κακής ποιότητας ή να χαρακτηρίζεται από προχειρότητα.
* Αν ο εισαγωγέας έχει ειδοποιήσει τον δικαιούχο του σήματος πριν από τη διάθεση του επανασυσκευασμένου προϊόντος προς πώληση και του παραδώσει, εφόσον του ζητηθεί, δείγμα του επανασυσκευασμένου προϊόντος.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
51 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 29ης Ιουλίου 1994 το Oberlandesgericht Koeln, αποφαίνεται:
Το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι ο δικαιούχος σήματος μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα επί του σήματος για να εμποδίσει έναν εισαγωγέα να διαθέσει στο εμπόριο ένα φαρμακευτικό προϊόν το οποίο έχει τεθεί σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συναίνεσή του, αν ο εν λόγω εισαγωγέας έχει επανασυσκευάσει το προϊόν και έχει επιθέσει εκ νέου το σήμα, εκτός:
* Αν αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο του, με σκοπό να απαγορευθεί η εμπορία των επανασυσκευασμένων προϊόντων υπ' αυτό το σήμα, θα συνέτεινε στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών. Τούτο συμβαίνει ιδίως οσάκις ο δικαιούχος διαθέτει στην αγορά διαφόρων κρατών μελών το ίδιο φαρμακευτικό προϊόν σε διαφορετικές συσκευασίες και η επανασυσκευασία στην οποία έχει προβεί ο εισαγωγέας αφενός είναι αναγκαία για τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής και αφετέρου έχει πραγματοποιηθεί υπό συνθήκες που δεν μπορούν να επηρεάσουν την αρχική κατάσταση του προϊόντος. Πάντως, η προϋπόθεση αυτή δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο δικαιούχος του σήματος επεδίωξε εσκεμμένα να στεγανοποιήσει τις αγορές μεταξύ των κρατών μελών.
* Αν αποδεικνύεται ότι η επανασυσκευασία δεν μπορεί να επηρεάσει την αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία. Τούτο συμβαίνει ιδίως οσάκις ο εισαγωγέας περιορίστηκε σε ενέργειες που δεν ενέχουν κανένα κίνδυνο επηρεασμού, π.χ. στην αφαίρεση των πλακιδίων με κυψελίδες από την αρχική εξωτερική τους συσκευασία και στην τοποθέτησή τους εντός νέας εξωτερικής συσκευασίας ή στην προσθήκη στη συσκευασία νέου φυλλαδίου οδηγιών χρήσεως ή ενημερωτικού φυλλαδίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται πάντως να ελέγξει αν η αρχική κατάσταση του προϊόντος που περιέχεται στη συσκευασία έχει επηρεαστεί εμμέσως από το γεγονός, π.χ., ότι η εσωτερική ή η εξωτερική συσκευασία του επανασυσκευασμένου προϊόντος ή το νέο φυλλάδιο οδηγιών χρήσεως ή ενημερωτικό φυλλάδιο δεν περιέχει ορισμένες σημαντικές πληροφορίες ή περιέχει ανακριβείς πληροφορίες.
* Αν αναφέρεται σαφώς επί της νέας συσκευασίας ποιος έχει επανασυσκευάσει το προϊόν και το όνομα του παρασκευαστή του και αν οι ενδείξεις αυτές είναι τυπωμένες κατά τρόπον ώστε ένα πρόσωπο με συνήθη όραση που καταβάλλει τη συνήθη προσοχή να είναι σε θέση να τις αντιληφθεί. Αντιθέτως, δεν απαιτείται να αναφέρεται ότι η επανασυσκευασία πραγματοποιήθηκε χωρίς την άδεια του δικαιούχου του σήματος.
* Αν η παρουσίαση του επανασυσκευασμένου προϊόντος δεν μπορεί να βλάψει την φήμη του σήματος ή τη φήμη του δικαιούχου του. Επομένως, η συσκευασία δεν πρέπει να είναι ελαττωματική, κακής ποιότητας ή να χαρακτηρίζεται από προχειρότητα.
* Αν ο εισαγωγέας έχει ειδοποιήσει τον δικαιούχο του σήματος πριν από τη διάθεση του επανασυσκευασμένου προϊόντος προς πώληση και του παραδώσει, εφόσον του ζητηθεί, δείγμα του επανασυσκευασμένου προϊόντος.
Full & Egal Universal Law Academy