Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων * Ελευθερία εγκαταστάσεως * Εταιρίες * Οδηγία 78/660 * Ετήσιοι λογαριασμοί ορισμένων μορφών εταιριών * Αρχή της πραγματικής εικόνας * Υποχρέωση καταχωρίσεως στους ισολογισμούς μόνο των κερδών που πραγματοποιήθηκαν κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού * Ειδική περίπτωση
(Οδηγία 78/660 του Συμβουλίου, άρθρο 31 PAR 1, στοιχ. γ', περίπτωση αα')
Περίληψη
H τέταρτη οδηγία 78/660, βασιζομένη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ', της Συνθήκης, περί των ετησίων λογαριασμών των εταιριών ορισμένων μορφών, όπως τροποποιήθηκε με την έβδομη οδηγία 83/349 για τους ενοποιημένους λογαριασμούς, προβλέπει, προς συντονισμό του περιεχομένου των εν λόγω λογαριασμών, την αρχή της "πραγματικής εικόνας", της οποίας η τήρηση συνιστά τον πρωταρχικό στόχο της οδηγίας. Η εφαρμογή της αρχής αυτής πρέπει να βασίζεται, κατά το μέτρο του δυνατού, στις γενικές αρχές που περιέχει το άρθρο 31 της οδηγίας, ιδίως η παράγραφος 1, στοιχείο γ', περιπτώσεις αα' και ββ', και στοιχείο δ'. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συνεκτίμηση του συνόλου των στοιχείων που όντως αφορούν τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής αυτής.
Στην περίπτωση κατά την οποία
* μια εταιρία (η μητρική εταιρία) είναι ο μοναδικός μέτοχος άλλης εταιρίας (της θυγατρικής) και την ελέγχει,
* κατά το εθνικό δίκαιο, η μητρική εταιρία και η θυγατρική αποτελούν όμιλο,
* οι εταιρικές χρήσεις των δύο εταιριών συμπίπτουν,
* οι ετήσιοι λογαριασμοί της θυγατρικής για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος είχαν εγκριθεί από τη γενική της συνέλευση προτού περατωθεί ο έλεγχος των ετήσιων λογαριασμών της μητρικής εταιρίας για την ίδια αυτή χρήση,
* από τους ετήσιους λογαριασμούς της θυγατρικής για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος, όπως εγκρίθηκαν από τη γενική της συνέλευση, προκύπτει ότι κατά την ημερομηνία που έγινε δεκτή για το κλείσιμο του ισολογισμού της θυγατρικής * ήτοι την τελευταία ημέρα της χρήσεως αυτής * η θυγατρική είχε διαθέσει τα κέρδη στη μητρική εταιρία, και
* το εθνικό δικαστήριο έχει βεβαιωθεί ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί της θυγατρικής εταιρίας για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος δίδουν πραγματική εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής της καταστάσεως, καθώς και των αποτελεσμάτων χρήσεως,
δεν αντιβαίνει προς τον κανόνα του άρθρου 31, παράγραφος 1, στοιχείο γ', περίπτωση αα', της οδηγίας κατά τον οποίο, για την αποτίμηση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στους ετήσιους λογαριασμούς, μόνο τα κέρδη που πραγματοποιήθηκαν κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού μπορούν να περιλαμβάνονται σ' αυτόν, το ότι το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι τα κέρδη για τα οποία γίνεται λόγος πρέπει να καταχωρίζονται στον ισολογισμό της μητρικής εταιρίας για τη χρήση για την οποία η θυγατρική εταιρία προέβη στη διάθεσή τους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-234/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Waltraud Tomberger
και
Gebrueder von der Wettern GmbH,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 31, παράγραφος 1, και 59 της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζομένης στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ', της Συνθήκης, περί των ετησίων λογαριασμών των εταιριών ορισμένων μορφών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε με την έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ', της Συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (ΕΕ L 193, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, J. C. Moitinho de Almeida, C. Gulmann και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Tomberger, εκπροσωπούμενη από τον Hansjuergen Herrmann, δικηγόρο Κολωνίας,
* η εταιρία Gebrueder von der Wettern GmbH, εκπροσωπούμενη από την Adelgund Hofmeister, δικηγόρο Κολωνίας,
* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Alfred Dittrich, Regierungsdirektor στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης, και τον Bernd Kloke, Oberregierungsrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Antonio Caeiro και Juergen Grunwald, νομικούς συμβούλους,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Tomberger, εκπροσωπούμενης από τον Klaus Heinemann, δικηγόρο Κολωνίας, της εταιρίας Gebrueder von der Wettern GmbH, εκπροσωπούμενης από την Adelgund Hofmeister, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Alfred Dittrich, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από τον David Anderson, barrister, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Juergen Grunwald, κατά τη συνεδρίαση της 16ης Νοεμβρίου 1995,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιανουαρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 21ης Ιουλίου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Αυγούστου 1994, το Bundesgerichtshof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 31, παράγραφος 1, και 59 της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζομένης στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ', της Συνθήκης, περί των ετησίων λογαριασμών των εταιριών ορισμένων μορφών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 17), όπως τροποποιήθηκε με την έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ', της Συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς (ΕΕ L 193, σ. 1).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Tomberger (στο εξής: η ενάγουσα της κύριας δίκης) και της Gebrueder von der Wettern (στο εξής: η εναγόμενη της κύριας δίκης), εταιρίας γερμανικού δικαίου με έδρα τη Γερμανία.
3 Το άρθρο 2, παράγραφος 3, της τέταρτης οδηγίας, ταυτιζόμενο στη διατύπωση προς την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, ορίζει:
"Οι ετήσιοι λογαριασμοί πρέπει να δηλούν την πραγματική εικόνα του ενεργητικού και παθητικού, της οικονομικής καταστάσεως και των αποτελεσμάτων χρήσεως της εταιρίας."
4 Η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου ορίζει:
"'Οπου σε εξαιρετικές περιπτώσεις η εφαρμογή μιας διατάξεως της οδηγίας έρχεται σε σύγκρουση με την υποχρέωση της παραγράφου 3, επιβάλλεται η παρέκκλιση από τη διάταξη αυτή προκειμένου να αποδοθεί η πραγματική εικόνα κατά την έννοια της παραγράφου 3."
5 Το άρθρο 31, παράγραφος 1, της τετάρτης οδηγίας ορίζει:
"1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα ποσά που εμφανίζονται στους ετήσιους λογαριασμούς προκύπτουν από περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποτιμηθεί σύμφωνα με τις κατωτέρω γενικές αρχές:
(...)
γ) η αποτίμηση πρέπει να γίνεται με σύνεση και ιδιαίτερα:
αα) στη χρήση πρέπει να περιλαμβάνονται μόνο τα κέρδη που πραγματοποιήθηκαν,
ββ) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι κίνδυνοι που είναι δυνατόν να προβλεφθούν και όλες οι ζημίες που μπορεί να προκύψουν στη διάρκεια της χρήσεως ή σε προηγούμενη, έστω και αν τέτοιοι κίνδυνοι ή ζημίες έγιναν αντιληπτοί στο χρονικό διάστημα που είναι μεταξύ του τέλους της χρήσεως και της ημερομηνίας συντάξεως του ισολογισμού
(...)
δ) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη έσοδα και έξοδα που αφορούν τη χρήση, ανεξάρτητα από την ημερομηνία εισπράξεως των εσόδων και την πληρωμή των εξόδων
(...)"
6 Το άρθρο 59, παράγραφος 1, της τέταρτης οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει:
"Προκειμένου για συμμετοχές με την έννοια του άρθρου 17, στο κεφάλαιο επιχειρήσεων, στη λειτουργία και τη διαχείριση των οποίων ασκείται σημαντική επιρροή, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν ή να επιβάλουν την εμφάνισή τους στον ισολογισμό σύμφωνα με τις ακόλουθες παραγράφους 2 έως 9, ως χωριστά κονδύλια των στοιχείων 'μερίδια σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις' και 'συμμετοχές' ανάλογα με την περίπτωση."
7 Το άρθρο 59, παράγραφοι 2 έως 9, όπως έχει τροποποιηθεί, προβλέπει δύο μεθόδους αποτιμήσεως των συμμετοχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
8 Η ενάγουσα της κύριας δίκης, μέτοχος της εναγομένης της κύριας δίκης, βάλλει κατά των ετήσιων λογαριασμών της εταιρίας αυτής, όπως είχαν καταρτιστεί για τη χρήση από 1ης Ιανουαρίου 1989 έως 31 Δεκεμβρίου 1989 και εγκριθεί στις 19 Οκτωβρίου 1990 από τη γενική συνέλευση της εταιρίας.
9 Η εναγόμενη της κύριας δίκης έχει ειδικότερα συμμετοχές 100 % στις εταιρίες Technische Sicherheitssystem GmbH και Gesellschaft fuer Bauwerksabdichtungen mbH (στο εξής: εταιρίες TSS και GfB).
10 Οι ετήσιοι λογαριασμοί των εταιριών TSS και GfB, οι οποίοι είχαν καταρτιστεί για τη χρήση που περιλαμβάνεται επίσης από 1ης Ιανουαρίου 1989 έως 31 Δεκεμβρίου 1989, εγκρίθηκαν στις 29 Ιουνίου 1990 με απόφαση της αντίστοιχης γενικής συνελεύσεώς τους. Από τους λογαριασμούς αυτούς προκύπτει ότι ορισμένα κέρδη είχαν διατεθεί στην εναγόμενη της κύριας δίκης για τη χρήση 1989 χωρίς ακόμη να της έχουν καταβληθεί.
11 Οι ετήσιοι λογαριασμοί της εναγομένης για το 1989 εμφανίζουν τα κέρδη που της είχαν διανείμει οι εταιρίες ΤSS και GfΒ για τη χρήση 1988, όχι όμως αυτά που της είχαν διατεθεί για τη χρήση 1989.
12 Εκτιμώντας ότι, δυνάμει της τετάρτης οδηγίας, οι ετήσιοι λογαριασμοί της εναγομένης της κύριας δίκης για τη χρήση 1989 έπρεπε να εμφανίζουν τα κέρδη που της είχαν διαθέσει οι εταιρίες TSS και GfΒ για την ίδια αυτή χρήση, η ενάγουσα της κύριας δίκης άσκησε αγωγή ενώπιον του Landgericht ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση της γενικής συνελεύσεως της εναγομένης περί εγκρίσεως αυτών των ετήσιων λογαριασμών για τη χρήση 1989. Η αγωγή, απορριφθείσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση, κατέστη αντικείμενο αιτήσεως Revision (αναιρέσεως) ενώπιον του Bundesgerichtshof.
13 Το Bundesgerichtshof θεωρεί ότι το δικαίωμα μιας επιχειρήσεως (της μητρικής εταιρίας), η οποία είναι ο μόνος ή ο κατά πλειοψηφία εταίρος σε άλλη εταιρία (τη θυγατρική), να συμμετέχει στα κέρδη της τελευταίας καθίσταται αρκούντως συγκεκριμένο την ημερομηνία που γίνεται δεκτή για το κλείσιμο του ισολογισμού της θυγατρικής ώστε να είναι δυνατό να θεωρείται ότι το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται στην περιουσία της μητρικής εταιρίας. Απ' αυτό προκύπτει ότι η απαίτηση αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στους ετήσιους λογαριασμούς της μητρικής εταιρίας "από την ημερομηνία γενέσεως" της αντίστοιχης υποχρεώσεως της θυγατρικής έναντι της μητρικής εταιρίας. Πάντως, το Bundesgerichtshof διερωτάται ως προς το συμβιβαστό της θέσεως αυτής προς τις επιταγές της τέταρτης οδηγίας.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:
"Αντιβαίνει προς τη ρύθμιση που θεσπίστηκε με το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γ', περίπτωση αα', της τέταρτης οδηγίας της 25ης Ιουλίου 1978 (78/660/ΕΟΚ), κατά την οποία στον ισολογισμό πρέπει να περιλαμβάνονται μόνο τα κέρδη που πραγματοποιήθηκαν μέχρι το τέλος της χρήσεως καθώς και προς την αποκαλουμένη αρχή της μεθόδου της 'καθαράς θέσεως' , η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 59 της οδηγίας αυτής, το γεγονός ότι η απαίτηση επί των κερδών, την οποία έχει μια επιχείρηση έναντι εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, της οποίας είναι ο μόνος εταίρος και ως προς την οποία δεν ανατρέπεται το τεκμήριο της εξαρτήσεως υπό την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 2, του Aktiengesetz (νόμου περί ανωνύμων εταιριών) και της συμμετοχής σε όμιλο επιχειρήσεων υπό την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, τρίτη φράση, του προαναφερθέντος νόμου, απαίτηση η οποία ήδη κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού της εξαρτημένης εταιρίας θεωρείται ως ανήκουσα στην περιουσία της επιχειρήσεως που είναι ο μόνος ή ο κατα πλειοψηφία εταίρος και επομένως εμφανίζεται συγχρόνως στο ενεργητικό, υπό την προϋπόθεση ότι οι χρήσεις και των δύο επιχειρήσεων συμπίπτουν και ότι η συνέλευση των εταίρων της εξαρτημένης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης αποφασίζει περί της εγκρίσεως των ετησίων λογαριασμών και της διαθέσεως των κερδών σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί ο έλεγχος των ετησίων λογαριασμών της επιχειρήσεως που είναι ο μόνος εταίρος;"
15 Εκ προοιμίου πρέπει να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος και τη διάταξη περί παραπομπής, το ερώτημα αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο μιας σειράς πολύ ειδικών περιστάσεων:
* η μητρική εταιρία είναι ο μόνος μέτοχος της θυγατρικής και την ελέγχει,
* κατά το εθνικό δίκαιο, η μητρική εταιρία και η θυγατρική αποτελούν όμιλο,
* η εταιρικές χρήσεις των δύο εταιριών συμπίπτουν,
* οι ετήσιοι λογαριασμοί της θυγατρικής για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος είχαν εγκριθεί από τη γενική της συνέλευση προτού περατωθεί ο έλεγχος των ετήσιων λογαριασμών της μητρικής εταιρίας για την ίδια αυτή χρήση,
* από τους ετήσιους λογαριασμούς της θυγατρικής για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος, όπως εγκρίθηκαν από τη γενική της συνέλευση, προκύπτει ότι την ημέρα που ορίστηκε για το κλείσιμο του ισολογισμού της θυγατρικής * ήτοι την τελευταία ημέρα της χρήσεως αυτής * η θυγατρική είχε διαθέσει τα κέρδη στη μητρική εταιρία, και
* το εθνικό δικαστήριο θεωρεί, υπό το φως των τεκμηρίων του εθνικού δικαίου ως προς τις σχέσεις μεταξύ της μητρικής εταιρίας και της θυγατρικής της, ότι το δικαίωμα της μητρικής εταιρίας να συμμετάσχει στα κέρδη για τα οποία γίνεται λόγος καθίσταται αρκούντως συγκεκριμένο κατά την ημερομηνία που έγινε δεκτή για το κλείσιμο των ισολογισμών των δύο εταιριών ώστε είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται, κατά την ίδια αυτή ημερομηνία, στην περιουσία της μητρικής εταιρίας.
16 'Οσον αφορά το άρθρο 59 της τέταρτης οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί, στο οποίο αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, αρκεί η παρατήρηση ότι, όπως παρατηρεί ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 12 των προτάσεών του, η διάταξη αυτή δεν ασκεί επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, καθόσον ο Γερμανός νομοθέτης δεν έκανε χρήση της ευχέρειας που του παρέχει η διάταξη αυτή, οπότε οι μέθοδοι αποτιμήσεως που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη δεν έχουν εφαρμογή στη Γερμανία.
17 'Οσον αφορά το άρθρο 31 της τέταρτης οδηγίας, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι αυτή αποβλέπει στον συντονισμό των εθνικών διατάξεων που αφορούν τη διάρθρωση και το περιεχόμενο των ετήσιων λογαριασμών ορισμένων μορφών εταιριών (βλ. την πρώτη αιτιολογική σκέψη). Προς συντονισμό του περιεχομένου των ετήσιων λογαριασμών, η οδηγία αυτή προβλέπει την αρχή της "πραγματικής εικόνας", της οποίας η τήρηση συνιστά τον πρωταρχικό στόχο της οδηγίας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι ετήσιοι λογαριασμοί των εταιριών στις οποίες αναφέρεται η τέταρτη οδηγία πρέπει να δίδουν την πραγματική εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής θέσεως, καθώς και των αποτελεσμάτων χρήσεως των εταιριών αυτών (βλ. την τέταρτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 5, της τέταρτης οδηγίας).
18 Η εφαρμογή της αρχής της πραγματικής εικόνας πρέπει να βασίζεται, κατά το μέτρο του δυνατού, στις γενικές αρχές που περιέχει το άρθρο 31 της τετάρτης οδηγίας. Εν προκειμένω, οι αρχές που διακηρύσσονται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γ', περιπτώσεις αα' και ββ', και στοιχείο δ', ενέχουν ιδιαίτερη σημασία.
19 Πρώτον, η παράγραφος 1, στοιχείο γ', περίπτωση αα', του άρθρου αυτού ορίζει ότι μόνον τα κέρδη που πραγματοποιήθηκαν κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού μπορούν να περιλαμβάνονται σ' αυτόν.
20 Δεύτερον, η παράγραφος 2, στοιχείο δ', του ίδιου αυτού άρθρου διευκρινίζει ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στον ισολογισμό χρήσεως, όλα τα έσοδα και έξοδα που αφορούν τη χρήση, ανεξάρτητα από την ημερομηνία εισπράξεως των εσόδων και την πληρωμή των εξόδων.
21 Τρίτον, όσον αφορά τους κινδύνους και τις ζημίες που μπορεί να προκύψουν στη διάρκεια της χρήσεως, η παράγραφος 1, στοιχείο γ', περίπτωση ββ', επιβάλλει να λαμβάνονται υπόψη έστω κι αν έγιναν γνωστοί μεταξύ της ημερομηνίας του τέλους της χρήσεως και της ημερομηνίας συντάξεως του ισολογισμού της χρήσεως αυτής.
22 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συνεκτίμηση του συνόλου των στοιχείων * πραγματοποιηθέντα κέρδη, δαπάνες, έσοδα, κίνδυνοι και ζημίες * που όντως αφορούν τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της τηρήσεως της αρχής της πραγματικής εικόνας.
23 Εν προκειμένω όμως, σύμφωνα με τους ετήσιους λογαριασμούς της θυγατρικής, τα κέρδη για τα οποία γίνεται λόγος αυτή τα πραγματοποίησε κατά τη χρήση 1989 και τα διέθεσε στη μητρική εταιρία στις 31 Δεκεμβρίου 1989, δηλαδή πριν το κλείσιμο της χρήσεως αυτής. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί, πριν την εξέταση των λογαριασμών της μητρικής εταιρίας, ότι κανένα στοιχείο δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι με αυτή την παρουσίαση της οικονομικής καταστάσεως της θυγατρικής εταιρίας τηρείται η αρχή της πραγματικής εικόνας.
24 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, αν οι ίδιοι οι λογαριασμοί της θυγατρικής εταιρίας τηρούν την αρχή της πραγματικής εικόνας, δεν αντιβαίνει προς τον κανόνα του άρθρου 31, παράγραφος 1, στοιχείο γ', περίπτωση αα', της τέταρτης οδηγίας το ότι το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι, υπό τις περιγραφείσες περιστάσεις, τα κέρδη για τα οποία γίνεται λόγος πρέπει να καταχωρίζονται στον ισολογισμό της μητρικής εταιρίας για τη χρήση για την οποία η θυγατρική προέβη στη διάθεσή τους.
25 Επομένως στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στην περίπτωση κατά την οποία
* μια εταιρία (η μητρική εταιρία) είναι ο μοναδικός μέτοχος άλλης εταιρίας (της θυγατρικής) και την ελέγχει,
* κατά το εθνικό δίκαιο, η μητρική εταιρία και η θυγατρική αποτελούν όμιλο,
* οι εταιρικές χρήσεις των δύο εταιριών συμπίπτουν,
* οι ετήσιοι λογαριασμοί της θυγατρικής για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος είχαν εγκριθεί από τη γενική της συνέλευση προτού περατωθεί ο έλεγχος των ετήσιων λογαριασμών της μητρικής εταιρίας για την ίδια αυτή χρήση,
* από τους ετήσιους λογαριασμούς της θυγατρικής για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος, όπως εγκρίθηκαν από τη γενική της συνέλευση, προκύπτει ότι κατά την ημερομηνία που έγινε δεκτή για το κλείσιμο του ισολογισμού της θυγατρικής * ήτοι την τελευταία ημέρα της χρήσεως αυτής * η θυγατρική είχε διαθέσει τα κέρδη στη μητρική εταιρία, και
* το εθνικό δικαστήριο έχει βεβαιωθεί ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί της θυγατρικής εταιρίας για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος δίδουν πραγματική εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής της καταστάσεως, καθώς και των αποτελεσμάτων χρήσεως,
δεν αντιβαίνει προς τον κανόνα του άρθρου 31, παράγραφος 1, στοιχείο γ', περίπτωση αα', της τέταρτης οδηγίας το ότι το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι, υπό τις περιγραφείσες περιστάσεις, τα κέρδη για τα οποία γίνεται λόγος πρέπει να καταχωρίζονται στον ισολογισμό της μητρικής εταιρίας για τη χρήση για την οποία η θυγατρική εταιρία προέβη στη διάθεσή τους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 21ης Ιουλίου 1994 το Bundesgerichtshof, αποφαίνεται:
Στην περίπτωση κατά την οποία
* μια εταιρία (η μητρική εταιρία) είναι ο μοναδικός μέτοχος άλλης εταιρίας (της θυγατρικής) και την ελέγχει,
* κατά το εθνικό δίκαιο, η μητρική εταιρία και η θυγατρική αποτελούν όμιλο,
* οι εταιρικές χρήσεις των δύο εταιριών συμπίπτουν,
* οι ετήσιοι λογαριασμοί της θυγατρικής για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος είχαν εγκριθεί από τη γενική της συνέλευση προτού περατωθεί ο έλεγχος των ετήσιων λογαριασμών της μητρικής εταιρίας για την ίδια αυτή χρήση,
* από τους ετήσιους λογαριασμούς της θυγατρικής για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος, όπως εγκρίθηκαν από τη γενική της συνέλευση, προκύπτει ότι κατά την ημερομηνία που έγινε δεκτή για το κλείσιμο του ισολογισμού της θυγατρικής * ήτοι την τελευταία ημέρα της χρήσεως αυτής * η θυγατρική είχε διαθέσει τα κέρδη στη μητρική εταιρία, και
* το εθνικό δικαστήριο έχει βεβαιωθεί ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί της θυγατρικής εταιρίας για τη χρήση για την οποία γίνεται λόγος δίδουν πραγματική εικόνα του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής της καταστάσεως, καθώς και των αποτελεσμάτων χρήσεως,
δεν αντιβαίνει προς τον κανόνα του άρθρου 31, παράγραφος 1, στοιχείο γ', περίπτωση αα', της τέταρτης οδηγίας 78/660/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, βασιζομένης στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ', της Συνθήκης, περί των ετησίων λογαριασμών των εταιριών ορισμένων μορφών, όπως τροποποιήθηκε με την έβδομη οδηγία 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, βασιζόμενη στο άρθρο 54, παράγραφος 3, περίπτωση ζ', της Συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς, το ότι το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι, υπό τις περιγραφείσες περιστάσεις, τα κέρδη για τα οποία γίνεται λόγος πρέπει να καταχωρίζονται στον ισολογισμό της μητρικής εταιρίας για τη χρήση για την οποία η θυγατρική εταιρία προέβη στη διάθεσή τους.
Full & Egal Universal Law Academy