Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων * Αναγνώριση και εκτέλεση * Διαδικασία * Αίτηση κηρύξεως εκτελεστότητας * 'Εγγραφα που πρέπει να προσκομίζονται * Απόδειξη της επιδόσεως της αποφάσεως που αποτελεί το αντικείμενο της αιτήσεως εκτελέσεως * Προσκόμιση ύστερα από την κατάθεση της σχετικής αιτήσως * Επιτρέπεται * Προϋποθέσεις
(Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, άρθρο 47, σημ. 1)
Περίληψη
Το άρθρο 47, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε από τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απόδειξη της επιδόσεως της αποφάσεως είναι δυνατόν, όταν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες το επιτρέπουν, να προσκομίζεται ύστερα από την κατάθεση της αιτήσεως, ιδίως κατά τη διάρκεια εκδικάσεως προσφυγής ασκηθείσας στη συνέχεια από τον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω διάδικος διαθέτει εύλογη προθεσμία για να εκτελέσει εκουσίως την απόφαση και ότι ο διάδικος που ζητεί την εκτέλεση επιβαρύνεται με τα έξοδα κάθε περιττής διαδικασίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-275/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hof van cassatie van Belgie προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Roger Van der Linden
και
Berufsgenossenschaft der Feinmechanik und Elektrotechnik,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 47, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 24),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), C. Gulmann και P. Jann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* ο Van der Linden, εκπροσωπούμενος από τον H. Geinger, δικηγόρο Βρυξελλών,
* η Berufsgenossenschaft der Feinmechanik und Elektrotechnik, εκπροσωπούμενη από τον F. Fazzi-De Clercq, δικηγόρο Γάνδης,
* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Lohr, Ministerialdirigent στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Δικαιοσύνης,
* η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον F. Cede, πρεσβευτή στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. van Nuffel, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιανουαρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 1994, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Οκτωβρίου 1994, το Hof van cassatie van Belgie (Βελγικό Ακυρωτικό Δικαστήριο) υπέβαλε, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 47, σημείο 1, της συμβάσεως αυτής (ΕΕ 1982, L 388, σ. 7), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (ΕΕ 1982, L 388, σ. 20, στο εξής: Σύμβαση).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Van der Linden, ο οποίος έχει τη βελγική ιθαγένεια και ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, πωλητής αυτοκινήτων εγκατεστημένος στο Blankenberge, στο Βέλγιο, και της Berufsgenossenschaft der Feinmechanik und Elektrotechnik, ασφαλιστικής εταιρίας γερμανικού δικαίου (στο εξής: ασφαλιστική εταιρία). Η διαφορά αυτή αφορά την αναγκαστική εκτέλεση, στο Βέλγιο, δύο ερήμην αποφάσεων, εκδοθεισών στις 25 Μαΐου και την 1η Σεπτεμβρίου 1976 από το Landgericht Bonn, με τις οποίες ο Van der Linden υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ασφαλιστική εταιρία, αφενός, το ποσό των 45 428,25 γερμανικών μάρκων (DM), πλέον τόκων 4 %, που είχαν αρχίσει να τρέχουν από τις 12 Μαρτίου 1976, και, αφετέρου, το ποσό των 2 190,75 DM, πλέον τόκων 4 %, που είχαν αρχίσει να τρέχουν από τις 20 Αυγούστου 1976.
3 Το πρώτο από τα ποσά αυτά αντιστοιχεί στα ιατρικά έξοδα που καταβλήθηκαν για την ίαση των τραυμάτων που υπέστη ο Rudolf Lempges, ασφαλισμένος στην ασφαλιστική εταιρία, λόγω συγκρούσεως, που συνέβη στις 5 Φεβρουαρίου 1973 στη Γερμανία, του αυτοκινήτου του με αυτό του Van der Linden, το οποίο οδηγείτο από τρίτον. Το δεύτερο ποσό αντιστοιχεί στα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από τη διαδικασία αυτή.
4 Στις 2 Φεβρουαρίου 1982, το Rechtbank van eerste aanleg te Brugge (στο εξής: Rechtbank) κήρυξε, κατόπιν αιτήσεως της ασφαλιστικής εταιρίας, τις αποφάσεις αυτές εκτελεστές στο Βέλγιο.
5 Ο Van der Linden άσκησε ανακοπή κατά της αποφάσεως αυτής προσάπτοντας, μεταξύ άλλων, στο Rechtbank το γεγονός ότι δέχθηκε την αίτηση κηρύξεως εκτελεστότητας ενώ δεν είχε προσκομιστεί, και τούτο αντίθετα προς τις επιταγές του άρθρου 47, σημείο 1, της Συμβάσεως, κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι οι ερήμην εκδοθείσες αποφάσεις είχαν επιδοθεί και ήταν εκτελεστές.
6 Με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1993, το Rechtbank κήρυξε την ανακοπή παραδεκτή, πλην όμως αβάσιμη. Συγκεκριμένα, διαπίστωσε ότι, καίτοι ο Van der Linden είχε, προφανώς ορθώς, προβάλει το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της υποβολής από την ασφαλιστική εταιρία της μονομερούς αιτήσεως δεν είχε προσκομιστεί η απόδειξη της επιδόσεως των ερήμην αποφάσεων της 25ης Μαΐου και της 1ης Σεπτεμβρίου 1976, η εν λόγω εταιρία προέβη, στις 6 Ιανουαρίου 1987, δηλαδή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της ανακοπής, σε νέα επίδοση σύμφωνα με τις επιταγές του βελγικού εσωτερικού δικαίου. Έτσι, κατά το Rechtbank, τηρήθηκε το άρθρο 47, σημείο 1, της Συμβάσεως, οπότε η σχετική απόφαση έπρεπε να επικυρωθεί, έστω και αν είχε εκδοθεί βάσει ελλιπών εγγράφων.
7 Κατά της αποφάσεως αυτής ο Van der Linden άσκησε αναίρεση ενώπιον του Hof van cassatie van Belgie, υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο δεν μπορούσε νομίμως να αποφασίσει ότι η ασφαλιστική εταιρία είχε ακόμη τη δυνατότητα να καταστήσει νομότυπη τη διαδικασία μέσω επιδόσεως γενομένης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επί της ανακοπής, και τούτο για τον λόγο ότι από τα άρθρα 46, σημείο 1, και 47, σημείο 1, της Συμβάσεως απορρέει ότι η προσκόμιση της αποφάσεως και της εκθέσεως επιδόσεως πρέπει να γίνονται ταυτόχρονα με την κατάθεση του δικογράφου με το οποίο ζητείται να κηρυχθεί εκτελεστή μια δικαστική απόφαση και ότι η επίδοση της αποφάσεως πρέπει να προηγείται της αιτήσεως εκτελέσεως.
8 Το Hof van cassatie van Belgie αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Πρέπει το άρθρο 47, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που έχει συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως μπορεί να διατάξει την εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας σε άλλο κράτος μέλος μόνον εφόσον, είτε ταυτοχρόνως με τη σχετική αίτηση είτε πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως, έχουν επίσης προσκομιστεί το μνημονευόμενο στο άρθρο 47, σημείο 1, έγγραφο και, ιδίως, η έκθεση επιδόσεως;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει το άρθρο αυτό να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, παρά τις διατάξεις του εθνικού δικαίου, η υποχρέωση προσκομίσεως του εγγράφου δεν έχει εκπληρωθεί αν η απόφαση επιδόθηκε μόνο μετά την υποβολή της αιτήσεως και αν το έγγραφο από το οποίο προκύπτει η επίδοση αυτή συντάχθηκε και προσκομίστηκε αφού το δικαστήριο του κράτους εκτελέσεως είχε αποφανθεί επί της αιτήσεως και αφού ο διάδικος, σε βάρος του οποίου ζητείται η εκτέλεση, είχε ασκήσει προσφυγή;"
9 Με τα ερωτήματα αυτά, το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει αν το άρθρο 47, σημείο 1, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απόδειξη της επιδόσεως της αποφάσεως της οποίας ζητείται η εκτέλεση μπορεί να προσκομιστεί μετά την υποβολή της αιτήσεως, ειδικότερα δε κατά τη διάρκεια εκδικάσεως προσφυγής ασκηθείσας, στη συνέχεια, από τον διάδικο κατά του οποίου στρέφεται αυτή η αίτηση.
10 Σύμφωνα με το άρθρο 33, τρίτο εδάφιο, της Συμβάσεως, "Στην αίτηση επισυνάπτονται τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 46 και 47", ενώ το άρθρο 47, σημείο 1, διευκρινίζει ότι "Ο διάδικος που ζητεί την εκτέλεση οφείλει, επιπλέον, να προσκομίσει:
1) κάθε έγγραφο κατάλληλο να αποδείξει ότι, κατά το δίκαιο του κράτους προελεύσεως, η απόφαση είναι εκτελεστή και έχει επιδοθεί (...)".
11 Εξάλλου το άρθρο 48 της Συμβάσεως ορίζει ότι, "Αν δεν προσάγονται τα έγγραφα που μνημονεύονται στο άρθρο 46, σημείο 2, και στο άρθρο 47, σημείο 2, το δικαστήριο μπορεί είτε να ορίσει ημερομηνία προσαγωγής τους είτε να δεχθεί ισοδύναμα έγγραφα είτε, εφόσον κρίνει ότι έχει επαρκώς ενημερωθεί, να απαλλάξει τον αιτούντα από το βάρος αυτό."
12 Ο Van der Linden και η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι η απόδειξη της επιδόσεως της αποφάσεως πρέπει να προσκομίζεται το αργότερο κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως. Κατά τον Van der Linden, μια τέτοια ερμηνεία επιρρωννύεται από το άρθρο 48, εφόσον αυτό δεν προβλέπει καμιά δυνατότητα τάξεως προθεσμίας αποδοχής ισοδυνάμων εγγράφων ή απαλλαγής του αιτούντος από την προσκόμιση των εγγράφων που προσδιορίζονται στο άρθρο 47, σημείο 1, ενώ τέτοια δυνατότητα ρητώς προβλέπεται για τα έγγραφα που μνημονεύονται στα άρθρα 46, σημείο 2, και 47, σημείο 2.
13 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
14 Πράγματι, καίτοι σύμφωνα με το άρθρο 33, τρίτο εδάφιο, πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση τα μνημονευόμενα στα άρθρα 46 και 47 έγγραφα, δεν προκύπτει ωστόσο ότι δεν είναι δυνατόν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες, στους οποίους το άρθρο 33, πρώτο εδάφιο, παραπέμπει όσον αφορά τις λεπτομέρειες σχετικά με τον χρόνο και τον τύπο υποβολής της αιτήσεως, να προβλέπουν ότι είναι δυνατόν να καθίσταται νομότυπη η διαδικασία διά της προσκομίσεως, σε μεταγενέστερο της υποβολής της αιτήσεως στάδιο, της αποδείξεως της επιδόσεως, και τούτο εφόσον τηρείται ο σκοπός που επιδιώκεται από τα άρθρα 33, τρίτο εδάφιο, και 47, σημείο 1, της Συμβάσεως.
15 Συναφώς, η έκθεση εμπειρογνωμόνων σχετικά με τη Σύμβαση (ΕΕ 1986, C 298, σ. 29, 83) αναφέρει ότι η επίδοση της αποφάσεως στον εναγόμενο έχει ως σκοπό να λάβει αυτός γνώση της εκδοθείσας κατ' αυτού αποφάσεως και να του δοθεί η δυνατότητα να την εκτελέσει εκουσίως πριν ζητηθεί η κήρυξη εκτελεστότητας.
16 Οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες οι οποίοι επιτρέπουν στο δικαστήριο του τόπου εκτελέσεως να λαμβάνει υπόψη, κατά τη διάρκεια μιας διαδικασίας όπου δεν απαιτείται η κλήτευση του αντιδίκου, την απόδειξη της επιδόσεως της αποφάσεως δεν είναι ασυμβίβαστοι με έναν τέτοιο σκοπό, υπό την προϋπόθεση ότι ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, ο οποίος δεν εκπροσωπείται κατ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, διαθέτει εύλογη προθεσμία για να εκτελέσει εκουσίως την απόφαση και ότι ο διάδικος ο οποίος ζητεί την εκτέλεση επιβαρύνεται με τα έξοδα κάθε περιττής διαδικασίας.
17 Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει ο Van der Linden, αυτή η ερμηνεία της Συμβάσεως δεν αντίκειται στο άρθρο της 48. Καίτοι είναι αληθές ότι η διάταξη αυτή, η οποία επιτρέπει στο δικαστήριο να τάξει προθεσμία προσκομίσεως ορισμένων εγγράφων, δεν αφορά την απόδειξη της επιδόσεως που προβλέπεται από το άρθρο 47, σημείο 1, η εν λόγω διάταξη προβλέπει επίσης ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να δεχθεί ισοδύναμα έγγραφα. Όμως η τελευταία αυτή δυνατότητα αποκλείεται όσον αφορά την απόδειξη της επιδόσεως της αποφάσεως της οποίας ζητείται η εκτέλεση. Πράγματι, το άρθρο 48, όπως επισημαίνει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 18 των προτάσεών του, αποτελεί απλώς ειδική διάταξη της οποίας το πεδίο εφαρμογής περιορίζεται στον τομέα που αυτή διέπει και η οποία δεν μπορεί επομένως να επιφέρει άλλους περιορισμούς στη γενική αρχή κατά την οποία εφαρμόζονται κανονικώς οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες οι οποίοι δεν αντιβαίνουν προς τις ουσιώδεις επιταγές της Συμβάσεως.
18 Πρέπει να προστεθεί ότι η ίδια συλλογιστική ισχύει και ως προς τη δυνατότητα να καταστεί νομότυπη η αίτηση διά της προσκομίσεως της αποδείξεως της επιδόσεως κατά τη διάρκεια εκδικάσεως προσφυγής που έχει ασκηθεί, στη συνέχεια, από τον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διαδικασία κηρύξεως εκτελεστότητας διεξάγεται, στο στάδιο αυτό, χωρίς κλήτευση του αντιδίκου, γεγονός που αποτελεί πρόσθετη εγγύηση για τον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 47, σημείο 1, της Συμβάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απόδειξη της επιδόσεως της αποφάσεως είναι δυνατό, όταν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες το επιτρέπουν, να προσκομίζεται ύστερα από την κατάθεση της αιτήσεως, ιδίως κατά τη διάρκεια εκδικάσεως προσφυγής ασκηθείσας στη συνέχεια από τον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω διάδικος διαθέτει εύλογη προθεσμία για να εκτελέσει εκουσίως την απόφαση και ότι ο διάδικος που ζητεί την εκτέλεση βαρύνεται με τα έξοδα κάθε περιττής διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική και η Αυστριακή Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 1994 το Hof van cassatie van Belgie, αποφαίνεται:
Το άρθρο 47, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε από τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απόδειξη της επιδόσεως της αποφάσεως είναι δυνατό, όταν οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες το επιτρέπουν, να προσκομίζεται ύστερα από την κατάθεση της αιτήσεως, ιδίως κατά τη διάρκεια εκδικάσεως προσφυγής ασκηθείσας στη συνέχεια από τον διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω διάδικος διαθέτει εύλογη προθεσμία για να εκτελέσει εκουσίως την απόφαση και ότι ο διάδικος που ζητεί την εκτέλεση επιβαρύνεται με τα έξοδα κάθε περιττής διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy