Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Λιπαρές ουσίες - Ελαιόλαδο - Ενίσχυση στην παραγωγή - Καθορισμός βάσει της αποδόσεως των καλλιεργουμένων ελαιοδένδρων - Κατ' αποκοπήν καθορισμός των αποδόσεων - Διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής - Αρμοδιότητες αφενός των κρατών μελών και αφετέρου της Επιτροπής - Αντικατάσταση των παρασχεθέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων με στοιχεία της Επιτροπής - Επιτρεπτό - Προϋποθέσεις - Αντικατάσταση στο πλαίσιο του κανονισμού 1840/94 - Πλήρωση των προϋποθέσεων
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 155· κανονισμοί του Συμβουλίου 136/66, άρθρο 5 § 2, και 2261/84, άρθρο 18· κανονισμοί της Επιτροπής 3061/84, άρθρο 12, και 1840/94)
2 Πράξεις των οργάνων - Ατιολόγηση - Υποχρέωση - Περιεχόμενο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190)
3 Προσφυγή ακυρώσεως - Λόγοι ακυρώσεως - Κατάχρηση εξουσίας - Έννοια
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173)
Περίληψη
4 Όσον αφορά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τις οποίες το Συμβούλιο αναθέτει στην Επιτροπή για την εκτέλεση των κανόνων που αυτό θεσπίζει, από την οικονομία της Συνθήκης, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να θεωρηθεί το άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, καθώς και από τις απαιτήσεις της πρακτικής προκύπτει ότι η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Ειδικότερα, η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί σταθερά και προσεκτικά την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση και, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να της αναθέσει ευρείες αρμοδιότητες στον τομέα αυτό, οι οποίες ισχύουν μέχρι ορισμένου σημείου, και ως προς τη διαπίστωση των βασικών στοιχείων, τα δε όρια των αρμοδιοτήτων αυτών πρέπει να εκτιμώνται ιδίως με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οργανώσεως της αγοράς.
Ενόψει των αρχών αυτών, σε σχέση με το σύστημα ενισχύσεων στους παραγωγούς ελαιών και ελαιολάδου, το οποίο θεσπίζει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 136/66, και, ειδικότερα, με την ενίσχυση που χορηγείται στους ελαιοκαλλιεργητές των οποίων η μέση παραγωγή είναι κατώτερη των 500 kg ελαιολάδου ανά περίοδο εμπορίας, η οποία ενίσχυση υπολογίζεται, κατά τη διαδικασία των άρθρων 18 του κανονισμού 2261/84 και 12 του κανονισμού 3061/84, βάσει των κατ' αποκοπήν καθοριζομένων αποδόσεων των καλλιεργουμένων ελαιοδένδρων, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη παραγωγής καλούνται να ασκήσουν συμπληρωματικές λειτουργίες: τα κράτη μέλη παραγωγής υποχρεούνται να παρέχουν ορισμένα στοιχεία στην Επιτροπή, η οποία δικαιούται να τα ελέγχει προκειμένου να καθορίσει οριστικώς τις εν λόγω αποδόσεις. Οσάκις τα στοιχεία που συλλέγουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές και διαβιβάζουν τα κράτη μέλη παραγωγής αποκλίνουν σημαντικά από την πραγματικότητα της αγοράς, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να περιορίζεται στο να επιφέρει ασήμαντες διορθώσεις στα στοιχεία αυτά, αλλά μπορεί, οσάκις τούτο είναι αναγκαίο, να τα αντικαθιστά με στοιχεία που έχει συλλέξει απευθείας από τους διαφόρους επιχειρηματίες, χρησιμοποιώντας τις δικές της παραμέτρους, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι τα στοιχεία αυτά απεικονίζουν πιστά την πραγματική κατάσταση και εξέλιξη της αγοράς ελαιών και ελαιολάδου.
Όσον αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής αντικατάσταση, στον κανονισμό 1840/94, των βασικών στοιχείων που προέρχονταν από τις ιταλικές αρχές, η τελευταία αυτή προϋπόθεση επληρούτο, διότι τα στοιχεία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή ανταποκρίνονταν περισσότερο στην οικονομική πραγματικότητα της ιταλικής αγοράς ελαιολάδου απ' ό,τι τα υποβληθέντα από τις ιταλικές αρχές στοιχεία.
5 Από την αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει λεπτομερώς όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα.
6 Μια πράξη κοινοτικού οργάνου έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας, αν εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλον από τον αναφερόμενο ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά από τη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-285/94,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adιlaοde,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Eugenio de March, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον Alexandre Carnelutti, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 1840/94 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1994, για τον καθορισμό των αποδόσεων σε ελιές και ελαιόλαδο για την περίοδο 1993/94 (EE L 193, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, J. L. Murray, G. Hirsch (εισηγητή) και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Νοεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Οκτωβρίου 1994, η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 1840/94 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 1994, για τον καθορισμό των αποδόσεων σε ελιές και ελαιόλαδο για την περίοδο 1993/94 (EE L 193, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).
2 Ο κανονισμός αυτός εντάσσεται στο πλαίσιο της κανονιστικής ρυθμίσεως των κοινοτικών ενισχύσεων που χορηγούνται στους παραγωγούς ελιών και ελαιολάδου.
3 Ο κανονισμός 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33), προβλέπει κοινοτικές ενισχύσεις για τους παραγωγούς ελιών και ελαιολάδου. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3499/90 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990 (EE L 338, σ. 1),
«2. Η ενίσχυση χορηγείται:
- στους ελαιοκαλλιεργητές των οποίων η μέση παραγωγή είναι τουλάχιστον 500 kg ελαιολάδου ανά περίοδο εμπορίας, με βάση την πράγματι παραχθείσα ποσότητα ελαιολάδου,
- στους άλλους ελαιοκαλλιεργητές, με βάση τον αριθμό και το δυναμικό παραγωγής των ελαιοδένδρων που καλλιεργούν καθώς και των αποδόσεων αυτών των ελαιοδένδρων που έχουν καθοριστεί κατ' αποκοπή και εφόσον οι ελιές που παρήχθησαν έχουν συνθλιβεί.»
4 Βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2261/84 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1984, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεως στην παραγωγή ελαιολάδου και στις οργανώσεις παραγωγών ελαιολάδου (EE L 208, σ. 3), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3500/90 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990 (EE L 338, σ. 3), οι μεγάλοι παραγωγοί, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 136/66, λαμβάνουν ενίσχυση υπολογιζόμενη βάσει της πραγματικής παραγωγής τους, ενώ οι λοιποί παραγωγοί, τους οποίους αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του ίδιου κανονισμού, λαμβάνουν ενίσχυση ίση «με το ποσοστό που προκύπτει εφαρμόζοντας τον μέσο όρο των αποδόσεων σε ελαίες και ελαιόλαδο, που καθορίζονται κατ' αποκοπήν κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων περιόδων εμπορίας, σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού, στον αριθμό των εν παραγωγή ελαιοδένδρων και εφόσον η μεταποίηση ελαιών σε ελαιόλαδο πραγματοποιείται σε εγκεκριμένο ελαιοτριβείο.»
5 Το άρθρο 17α του κανονισμού 2261/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 3500/90, προβλέπει λεπτομερείς κανόνες για τον καθορισμό των διαφόρων ποσοτήτων που είναι αναγκαίες για τον υπολογισμό των διαφόρων ειδών ενισχύσεων:
«1. Πριν από την 1η Δεκεμβρίου, για τη σχετική περίοδο εμπορίας, η Επιτροπή καθορίζει τον μέσο όρο των αποδόσεων σε ελιές και σε ελαιόλαδο των τεσσάρων τελευταίων περιόδων εμπορίας.
2. Πριν από την 1η Απριλίου, για τη σχετική περίοδο εμπορίας, καθορίζεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 38 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ:
- η προβλεπόμενη παραγωγή,
- το ποσό κατά μονάδα ενισχύσεως στην παραγωγή το οποίο μπορεί να προκαταβληθεί. Το εν λόγω ποσό πρέπει να είναι τέτοιου ύψους ώστε, λαμβάνοντας υπόψη τις προβλέψεις παραγωγής της εν λόγω περιόδου εμπορίας, να αποφεύγεται κάθε κίνδυνος αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στους ελαιοκαλλιεργητές.
3. Το αργότερο έξι μήνες μετά από το τέλος της περιόδου εμπορίας, πραγματοποιείται, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2, ο καθορισμός για την εν λόγω περίοδο εμπορίας:
- της πραγματικής παραγωγής για την οποία έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα χορήγησης ενίσχυσης,
- (...)
- (...)
4. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 15 Μαρτίου, τα στοιχεία που αφορούν τις προβλέψεις παραγωγής ελαιολάδου για τη σχετική περίοδο εμπορίας. Η Επιτροπή μπορεί να ανατρέξει σε άλλες πηγές πληροφοριών και να αναθέσει, κατά περίπτωση, την εκπόνηση μελετών ή τη διεξαγωγή ερευνών σχετικά με την παραγωγή ελαιολάδου.»
6 Ειδικότερα, ο τρόπος υπολογισμού των αποδόσεων σε ελιές και ελαιόλαδο καθορίζεται στο άρθρο 18 του κανονισμού 2261/84, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Οι αποδόσεις σε ελιές και λάδι που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ καθορίζονται κατά ομοιογενείς ζώνες παραγωγής, το αργότερο στις 31 Μαου κάθε έτους, με βάση τα στοιχεία που παρέχονται από τα κράτη μέλη παραγωγής μέχρι τις 30 Απριλίου κάθε έτους το αργότερο.»
7 Το άρθρο 19 του ιδίου κανονισμού προσθέτει ότι οι αποδόσεις υπό την έννοια του άρθρου 18 καθορίζονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 38 του κανονισμού 136/66, δηλαδή την αποκαλούμενη διαδικασία «της επιτροπής διαχειρίσεως».
8 Όσον αφορά τα βασικά στοιχεία που είναι αναγκαία για τον καθορισμό των αποδόσεων αυτών από την Επιτροπή, το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3061/84 της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1984, για [τις] λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην παραγωγή ελαιολάδου (EE L 288, σ. 52), ορίζει τα εξής:
«1. Για τον καθορισμό των αποδόσεων σε ελιές και σε λάδι που αναφέρονται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2261/84, τα κράτη μέλη [που παράγουν τα προϋόντα αυτά] δίνουν στην Επιτροπή τα στοιχεία [που] έχουν καθοριστεί για τις ομογενείς ζώνες παραγωγής και που συντάσσονται αφού ληφθ[ούν] υπόψη:
- η γεωγραφική κατάσταση και τα γεωλογικά χαρακτηριστικά του εδάφους,
- οι ποικιλίες των ελαιοδένδρων που επικρατούν, καθώς και το σύνηθες μέγεθος σχηματισμού τους και η ηλικία τους.
2. Για κάθε ζώνη παραγωγής, αυτά τα στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνουν κυρίως:
α) τη γεωγραφική οροθέτηση της ζώνης·
β) εκτίμηση της ελαιοκομικής επιφάνειας·
γ) εκτίμηση του μέσου αριθμού ελαιοδένδρων ανά εκτάριο ειδικής καλλιέργειας·
δ) τη μέση παραγωγή σε ελιές κατά δένδρο·
ε) τη μέση παραγωγή ελαίου ανά 100 κιλά ελιές.
3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν το αργότερο στις 30 Απριλίου τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχεία ββ, γγ, δδ εε, καθώς και σύντομη έκθεση επί των όρων παραγωγής που διαπιστώθηκαν σε κάθε ζώνη κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας.
4. Για τον καθορισμό της απόδοσης σε ελαιόλαδο, τα κράτη μέλη [που παράγουν τα προϋόντα αυτά] προβαίνουν, για κάθε ζώνη παραγωγής, στον καθορισμό, σε ελαιοτριβεία που είναι εξοπλισμένα κατά διαφορετικό τρόπο και αντιπροσωπευτικά του δυναμικού σύνθλιψης της ζώνης και σε διαφορετικές εποχές της συγκομιδής, της αποδόσεως σε λάδι [των] ελιών της εν λόγω ζώνης.
Για τον καθορισμό της απόδοσης σε ελιές, τα κράτη μέλη προβαίνουν, τουλάχιστον για τις σημαντικότερες ζώνες παραγωγής και κατά την έναρξη της περιόδου, σε καθορισμό της απόδοσης σε ελιές στα ελαιόδενδρα που αντιπροσωπεύουν τους όρους παραγωγής της ζώνης.
5. Υπάλληλοι της Επιτροπής συμμετέχουν στον προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται πιο πάνω.»
9 Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ορθή και ενιαία εφαρμογή του καθεστώτος ενισχύσεως στην παραγωγή και δεδομένου ότι, όπως η πείρα απέδειξε, η διοικητική διάρθρωση των κρατών μελών παραγωγής δεν ήταν αρκετά προσαρμοσμένη για τη διεξαγωγή των προβλεπομένων από την κοινοτική ρύθμιση ελέγχων, το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2262/84 του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1984, για τη λήψη ειδικών μέτρων στον τομέα του ελαιολάδου (EE L 208, σ. 11), ορίζει ότι «κάθε κράτος μέλος παραγωγής ιδρύει, σύμφωνα με την έννομη τάξη του, ειδικό οργανισμό στον οποίο ανατίθενται ορισμένοι έλεγχοι και δραστηριότητες στα πλαίσια του καθεστώτος ενίσχυσης στην παραγωγή ελαιολάδου». Προς τούτο, η Ιταλική Δημοκρατία συνέστησε την Age-Control SpA (στο εξής: Age-Control).
10 Όσον αφορά, ειδικότερα, την περίοδο εμπορίας 1993/94, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1187/94 της Επιτροπής, της 26ης Μαου 1994, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1993/94, της εκτιμωμένης παραγωγής ελαιολάδου καθώς και του ποσού της μοναδιαίας ενισχύσεως στην παραγωγή που μπορεί να προκαταβληθεί (EE L 132, σ. 4), καθόρισε τα εξής αριθμητικά στοιχεία:
«Για την περίοδο εμπορίας του ελαιολάδου 1993/94:
- η εκτιμώμενη παραγωγή ισούται με 1 283 000 τόνους,
- (...)»
11 Τέλος, ο προσβαλλόμενος κανονισμός καθόριζε στο παράρτημα Ι αυτού, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, τις κατ' αποκοπή αποδόσεις σε ελιές και ελαιόλαδο βάσει των αναγραφομένων στο παράρτημα αυτό ζωνών παραγωγής.
12 Συναφώς, η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού παραπέμπει στο άρθρο 18 του κανονισμού 2261/84, κατά το οποίο οι αποδόσεις σε ελιές και ελαιόλαδο πρέπει να καθορίζονται ανά ομοιογενή ζώνη παραγωγής με βάση τα στοιχεία που παρέχονται από τα κράτη μέλη παραγωγής, και ορίζει ότι, λαμβανομένων υπόψη των ληφθέντων στοιχείων, πρέπει να καθοριστούν οι αποδόσεις αυτές όπως αναγράφονται στο παράρτημα Ι.
13 Όσον αφορά τις ιταλικές αποδόσεις, στην αιτιολογική αυτή σκέψη εκτίθεται ειδικότερα ότι «οι αριθμοί που εμφαίνονται στο παράρτημα Ι περιλαμβάνουν προσαρμογές σε σχέση με τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από το κράτος μέλος, ώστε να υπάρχει συνέπεια με την εκτιμώμενη παραγωγή που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) 1187/94 της Επιτροπής».
14 Προς στήριξη της προσφυγής της η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως, αντλούμενους αντιστοίχως:
- από την παράβαση του άρθρου 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ, του άρθρου 18 του κανονισμού 2261/84, του άρθρου 12 του κανονισμού 3061/84, του άρθρου 1 του κανονισμού 2262/84, καθώς και από την παραβίαση της αρχής της ασφαλείας δικαίου,
- από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ και
- από την κατάχρηση εξουσίας.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
15 Προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση εκθέτει ότι η Επιτροπή, προκειμένου να καθορίσει τις αποδόσεις που αναγράφονται στον προσβαλλόμενο κανονισμό, δεν στηρίχθηκε στα παρασχεθέντα από την Age-Control στοιχεία, αλλά στα δικά της στοιχεία, τα οποία δεν έχουν συλλεγεί σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έλαβε στοιχεία της αγοράς επιλεκτικώς, αναφερόμενη, ειδικότερα, μόνο στην ποιότητα του παρθένου ελαιολάδου.
16 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης, το άρθρο 18 του κανονισμού 2261/84, το άρθρο 12 του κανονισμού 3061/84 και το άρθρο 1 του κανονισμού 2262/64, καθώς και η αρχή της ασφαλείας δικαίου, δεν επιτρέπουν στην Επιτροπή να χρησιμοποιεί, στο πλαίσιο του υπολογισμού των μέσων αποδόσεων σε ελιές και ελαιόλαδο κατ' εφαρμογή του άρθρου 18 του κανονισμού 2261/84, μέθοδο με την οποία αντικαθιστά τα δεδομένα και τα αριθμητικά στοιχεία που της παρέχουν οι ειδικοί εθνικοί οργανισμοί τους οποίους προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2262/84, εν προκειμένω η Age-Control, με στοιχεία καθορισθέντα ελευθέρως βάσει άλλων κριτηρίων.
17 Συγκεκριμένα, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή δεσμεύεται, και ως προς τη συλλογή των βασικών αριθμητικών στοιχείων, από την επίμαχη κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Εάν τούτο δεν ίσχυε, οι εθνικοί οργανισμοί, τους οποίους υποχρεώθηκαν να ιδρύσουν τα κράτη μέλη για τη συλλογή και τον έλεγχο, σε εθνικό επίπεδο, των στοιχείων που είναι αναγκαία για τον καθορισμό των ελαιοκομικών αποδόσεων και οι οποίοι εργάζονται βάσει προγράμματος εγκριθέντος προηγουμένως από την Επιτροπή, υπό την επίβλεψη υπαλλήλων της Επιτροπής και σύμφωνα με τις οδηγίες αυτής, δεν θα είχαν λόγο υπάρξεως.
18 Πάντως, η Ιταλική Κυβέρνηση δέχεται ότι η Επιτροπή δύναται, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει για τον καθορισμό των αποδόσεων, να διορθώνει τα παρασχεθέντα από τα κράτη μέλη στοιχεία, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύει ότι τα εθνικά στοιχεία δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια καθορισμού των αποδόσεων που προβλέπει το άρθρο 12 του κανονισμού 3061/84.
19 Κατ' αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά τον κανονισμό 1187/94 και τον προσβαλλόμενο κανονισμό που αναφέρονται στην περίοδο εμπορίας 1993/94, η Επιτροπή, αφού μείωσε, στο πλαίσιο του κανονισμού 1187/94, τις ιταλικές εκτιμήσεις σχετικά με την παραγωγή, καθόρισε με τον προσβαλλόμενο κανονισμό τις κατ' αποκοπήν αποδόσεις σε χιλιόγραμμα ελαιοκάρπου ανά δένδρο και χιλιόγραμμα ελαιολάδου ανά 100 χιλιόγραμμα ελαιοκάρπου, των οποίων το ύψος συνάδει με την εκτιμώμενη παραγωγή και είναι, κατά ποσοστό, 30 % περίπου κατώτερο από το ύψος που προέκυπτε από τον υπολογισμό βάσει των αριθμητικών στοιχείων της Age-Control και μόνον. Το ότι η μείωση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα δεν αμφισβητείται.
Επί των εξουσιών εκτελέσεως και εκτιμήσεως της Επιτροπής και των κρατών μελών παραγωγής
20 Όσον αφορά τις εξουσίες, αντιστοίχως, της Επιτροπής και των κρατών μελών παραγωγής στο πλαίσιο της διαχειρίσεως του συστήματος ενισχύσεων προς τους παραγωγούς ελαιών και ελαιολάδου, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης, η Επιτροπή, προς διασφάλιση της λειτουργίας και αναπτύξεως της κοινής αγοράς, ασκεί τις αρμοδιότητες που της αναθέτει το Συμβούλιο για την εκτέλεση των κανόνων που αυτό θεσπίζει.
21 Έτσι, με τα άρθρα 17α και 18 του κανονισμού 2261/84, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 3500/90, το Συμβούλιο ανέθεσε στην Επιτροπή να καθορίζει, κατά τη διάρκεια μιας περιόδου εμπορίας και μετά από αυτή, κατά τη διαδικασία της Επιτροπής διαχειρίσεως, τις διάφορες ποσότητες ελαιών και ελαιολάδου, δηλαδή τον μέσον όρο των αποδόσεων των τεσσάρων τελευταίων περιόδων εμπορίας, την εκτιμώμενη παραγωγή, τις αποδόσεις ανά περίοδο εμπορίας και την πραγματική παραγωγή, στοιχεία αναγκαία για τη χορήγηση της ενισχύσεως στους παραγωγούς, υπό την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 136/66.
22 Από την οικονομία της Συνθήκης, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει να θεωρηθεί το άρθρο 155, καθώς και από τις απαιτήσεις της πρακτικής, προκύπτει ότι η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως. Επειδή η Επιτροπή είναι η μόνη που μπορεί να παρακολουθεί σταθερά και προσεκτικά την εξέλιξη των γεωργικών αγορών και να ενεργεί με την ταχύτητα που απαιτεί η κατάσταση, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να της αναθέσει ευρείες αρμοδιότητες στον τομέα αυτό. Κατά συνέπεια, τα όρια των αρμοδιοτήτων αυτών πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα τους ουσιώδεις γενικούς στόχους της οργανώσεως της αγοράς (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-478/93, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. Ι-3081, σκέψη 30).
23 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτή η διακριτική ευχέρεια ισχύει επίσης, κατά ορισμένο μέτρο, ως προς τη διαπίστωση των βασικών στοιχείων (βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette Frθres κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313, σκέψη 25). Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 30 των προτάσεών του, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, πιο πρόσφατα, με την προπαρατεθείσα απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, ότι η Επιτροπή μπορεί να ελέγχει την ακρίβεια των παρασχεθέντων από τις εθνικές διοικητικές αρχές αριθμητικών στοιχείων και, ενδεχομένως, να τα διορθώνει αυτεπαγγέλτως. Ωστόσο, η άσκηση της ευχέρειας αυτής δεν πρέπει να αντιβαίνει ούτε στη βασική νομοθεσία ούτε στην εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση νομοθεσία, η οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στον κανονισμό 2261/84.
24 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, από την κατά γράμμα ερμηνεία του άρθρου 18 του κανονισμού 2261/84, δεν προκύπτει ότι αυτό απαγορεύει στην Επιτροπή να μην περιορίζεται μόνο στα αριθμητικά στοιχεία που της παρέχουν τα κράτη μέλη παραγωγής και να τα διορθώνει, αν προκύπτει ότι δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα της αγοράς.
25 Αφενός, στην περίπτωση αυτή οι αποδόσεις υπολογίζονται «με βάση» τα στοιχεία που παρέχονται από τα κράτη μέλη παραγωγής, όπως προβλέπει η διάταξη αυτή. Πράγματι, η έκφραση αυτή δεν αποκλείει ούτε την τροποποίηση των γνωστοποιηθέντων από τα κράτη μέλη παραγωγής στοιχείων ούτε το να λαμβάνονται υπόψη άλλα στοιχεία, όπως επιβεβαιώνει το άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 3061/84. Συναφώς, το άρθρο αυτό προβλέπει μικρό μόνον αριθμό στοιχείων προς συλλογή και γνωστοποίηση από τα κράτη μέλη παραγωγής στην Επιτροπή, χωρίς να αποκλείει τη συλλογή άλλων στοιχείων.
26 Αφετέρου, το γεγονός ότι το άρθρο 19 του κανονισμού 2261/84 παραπέμπει στη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως για τον καθορισμό των αποδόσεων, υπό την έννοια του άρθρου 18 του ιδίου κανονισμού, εμφαίνει ότι ο καθορισμός αυτός δεν περιορίζεται σε απλό υπολογισμό βάσει των στοιχείων που γνωστοποίησαν οι αρμόδιοι οργανισμοί των κρατών μελών, αλλά συνεπάγεται ορισμένη αυτονομία της Επιτροπής κατά τη λήψη αποφάσεων, επικουρουμένης, ενδεχομένως, από την επιτροπή διαχειρίσεως.
27 Πράγματι, έστω και αν υποτεθεί ότι ο καθορισμός των αποδόσεων είναι αποτέλεσμα απλού υπολογισμού που πραγματοποιείται σύμφωνα με αυστηρούς και σαφώς καθορισμένους κανόνες βάσει αμετάβλητων αριθμητικών στοιχείων που παρέχουν τα κράτη μέλη παραγωγής, η συμμετοχή τόσο της επιτροπής διαχειρίσεως λιπαρών ουσιών όσο και της Επιτροπής θα ήταν περιττή και, όπως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 37 των προτάσεών του, ο οριστικός καθορισμός των αποδόσεων θα εναπέκειτο τότε απευθείας σε έκαστο κράτος μέλος παραγωγής.
28 Έτσι, για να εξασφαλίσει την υλοποίηση των ουσιωδών στόχων του συστήματος των ενισχύσεων στους παραγωγούς ελαιών και ελαιολάδου, ήτοι της διασφαλίσεως της ίσης μεταχειρίσεως όλων των παραγωγών ελαιών και ελαιολάδου σε όλα τα κράτη μέλη παραγωγής, και για να μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος των ενισχύσεων στους παραγωγούς βάσει ορθών στοιχείων, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχει και, ενδεχομένως, να διορθώνει τα στοιχεία που της γνωστοποιεί κάθε κράτος μέλος.
29 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, στο πλαίσιο του υπό κρίση συστήματος, η Επιτροπή είναι η μόνη υπεύθυνη, κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, για τον υπολογισμό και τον καθορισμό των διαφόρων ποσοτήτων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση των ενισχύσεων. Κατά συνέπεια, κατά το άρθρο 17α, παράγραφος 2, του κανονισμού 2261/84, υπολογίζει την εκτιμώμενη παραγωγή πριν από την 1η Απριλίου και καθορίζει, κατά τα άρθρα 18 και 17α, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού, τις αποδόσεις πριν από τις 31 Μαου και την πραγματική παραγωγή το αργότερο έξι μήνες μετά το τέλος της περιόδου εμπορίας.
30 Συνεπώς, είναι προφανές ότι, στο πλαίσιο του συστήματος ενισχύσεων προς τους παραγωγούς ελαιών και ελαιολάδου, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη παραγωγής καλούνται να ασκήσουν συμπληρωματικές λειτουργίες: τα κράτη μέλη παραγωγής υποχρεούνται να παρέχουν ορισμένα στοιχεία στην Επιτροπή, η οποία δικαιούται να τα ελέγχει προκειμένου να καθορίσει οριστικώς τις αποδόσεις σε ελιές και ελαιόλαδο.
Επί των εξουσιών της Επιτροπής να χρησιμοποιεί άλλα στοιχεία
31 Η Ιταλική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι χρησιμοποίησε στοιχεία συλλεγέντα κατά παράβαση των σχετικών κοινοτικών κανόνων. Συνεπώς, πρέπει να ελεγχθεί το περιεχόμενο των εξουσιών της Επιτροπής για τη διόρθωση των στοιχείων που της παρέχουν τα κράτη μέλη παραγωγής.
32 Οσάκις τα στοιχεία που συλλέγουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές και διαβιβάζουν τα κράτη μέλη παραγωγής αποκλίνουν σημαντικά από την πραγματικότητα της αγοράς, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να περιορίζεται στο να επιφέρει ασήμαντες διορθώσεις στα στοιχεία αυτά, αλλά μπορεί, οσάκις τούτο είναι αναγκαίο, να τα αντικαθιστά με στοιχεία που έχει συλλέξει απευθείας από τους διαφόρους επιχειρηματίες, χρησιμοποιώντας τις δικές της παραμέτρους, υπό την προϋπόθεση πάντοτε ότι τα στοιχεία αυτά απεικονίζουν πιστά την πραγματική κατάσταση και εξέλιξη της αγοράς ελαιών και ελαιολάδου.
33 Αν δεν είχε τέτοια εξουσία αντικαταστάσεως, η Επιτροπή δεν θα ήταν σε θέση να εγγυηθεί την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος ενισχύσεων στους παραγωγούς ελαιών και ελαιολάδου βάσει ορθών στοιχείων και, ως εκ τούτου, να διασφαλίζει την τήρηση ενός από τους ουσιώδεις στόχους της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα αυτό, δηλαδή της ίσης μεταχειρίσεως όλων των παραγωγών ελαιών και ελαιολάδου σε όλα τα κράτη μέλη.
34 Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή δεν αντιβαίνει στα άρθρα 18 του κανονισμού 2261/84 και 12 του κανονισμού 3061/84. Βεβαίως, αντιθέτως προς το άρθρο 17α, παράγραφος 4, του κανονισμού 2261/84, καμία από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπει ρητώς τη χρήση άλλων πηγών πληροφοριών και τη δυνατότητα, ενδεχομένως, εκπονήσεως μελετών ή διεξαγωγής ερευνών σχετικά με την παραγωγή ελαιολάδου. Εντούτοις, όπως προκύπτει ήδη από τη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, η διατύπωση του άρθρου 18 του κανονισμού 2261/84 δεν αποκλείει τη χρήση άλλων πηγών εκτός από τα στοιχεία που συλλέγουν και γνωστοποιούν τα κράτη μέλη παραγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 3061/84 της Επιτροπής.
35 Κατά συνέπεια, οσάκις τα στοιχεία που έχουν συλλέξει τα κράτη μέλη δεν μπορούν να διορθωθούν παρά μόνο διά της αντικαταστάσεώς τους με άλλα στοιχεία που απεικονίζουν πιστότερα, απ' ό,τι τα εθνικά στοιχεία, την κατάσταση της αγοράς και τις αποδόσεις για την οικεία περίοδο εμπορίας, η δυνατότητα της Επιτροπής να προβαίνει στην αντικατάσταση αυτή δεν αντιβαίνει στο άρθρο 18 του κανονισμού 2261/84.
36 Η χρήση άλλων πηγών πληροφοριών, όπως προβλέπει το άρθρο 17α, παράγραφος 4, του κανονισμού 2261/84, επιτρέπεται κατά μείζονα λόγο στο πλαίσιο των αποδόσεων, δεδομένου ότι αυτές ως σύνολο εκφράζουν την πραγματική παραγωγή την οποία καλείται να καθορίσει η Επιτροπή, βάσει του άρθρου 17α, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, του ιδίου κανονισμού, το αργότερο έξι μήνες μετά το τέλος της περιόδου εμπορίας.
37 Εξάλλου, μολονότι η διόρθωση των παρασχεθέντων από τα κράτη μέλη παραγωγής στοιχείων διαφέρει από την πράξη με την οποία τα στοιχεία αυτά αντικαθίστανται από στοιχεία προερχόμενα από άλλες πηγές, οι δύο πράξεις μπορεί να καταλήγουν στους ίδιους βασικούς αριθμούς για τον υπολογισμό των αποδόσεων και, ως εκ τούτου, θα είναι αδύνατο να προσδιοριστεί στη συνέχεια από ποια πράξη απορρέουν οι αποδόσεις αυτές.
Επί της αντικαταστάσεως των στοιχείων στο πλαίσιο του προσβαλλομένου κανονισμού
38 Επομένως, για να εκτιμηθεί αν η Επιτροπή μπορούσε, εν προκειμένω, να αντικαταστήσει τα παρασχεθέντα από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές στοιχεία με δικά της στοιχεία, πρέπει να ελεγχθεί αν οι παράμετροι τις οποίες εφάρμοσε στα στοιχεία που προέρχονται από διαφόρους επιχειρηματίες στην ιταλική αγορά μπορούσαν να απεικονίζουν πιστότερα, από τα παρασχεθέντα από τις ιταλικές αρχές στοιχεία, την πραγματική κατάσταση της ιταλικής αγοράς και αν ήταν ικανά να αποδυναμώσουν τον ισχυρισμό της Ιταλικής Κυβέρνησης ότι η περίοδος εμπορίας 1993/94 υπερέβαινε την πραγματική παραγωγή της προηγουμένης περιόδου εμπορίας.
39 Όσον αφορά την εκτίμηση μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, πρέπει κατ' αρχάς να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή έχει σημαντική ελευθερία εκτιμήσεως, ο κοινοτικός δικαστής, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας της ασκήσεως της ελευθερίας αυτής, δεν μπορεί να υποκαθιστά την αρμόδια αρχή προβαίνοντας στις συναφείς εκτιμήσεις, αλλά οφείλει να περιορίζεται στην εξέταση του αν οι εκτιμήσεις αυτές ενέχουν πρόδηλο σφάλμα ή κατάχρηση εξουσίας (απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 34).
40 Εν προκειμένω, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε την ύπαρξη τέτοιου σφάλματος.
41 Κατ' αρχάς, λόγω της προηγούμενης εμπειρίας στον τομέα του καθορισμού των αποδόσεων, η Επιτροπή κλήθηκε να ελέγξει και να διορθώσει, μάλιστα δε να αντικαταστήσει, τα ιταλικά στοιχεία. Πράγματι, η εκ μέρους των ιταλικών αρχών πρόβλεψη της ιταλικής παραγωγής, η οποία ελήφθη υπόψη για την εκτιμώμενη παραγωγή που καθορίζει ο κανονισμός 1187/84, είχε ήδη διορθωθεί προς τα κάτω. Έτσι, μολονότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του κανονισμού 1187/94 και του προσβαλλομένου κανονισμού, η Επιτροπή δεν μπορούσε, χωρίς να διακυβεύει την εκπλήρωση της αποστολής της στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των ενισχύσεων προς τους παραγωγούς ελαιών και ελαιολάδου, να αγνοήσει την παρέκκλιση κατά ποσοστό 30 % περίπου μεταξύ της εκτιμωμένης παραγωγής στο πλαίσιο του πρώτου από αυτούς τους κανονισμούς και των αποδόσεων, όπως αυτές προέκυπταν από τα αρχικά στοιχεία που γνωστοποίησε η Age-Control.
42 Εξάλλου, οι παράμετροι που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι τιμές χονδρικής πωλήσεως, η σχέση μεταξύ της τιμής της αγοράς και της προσφοράς, οι διατηρούμενες σε ιδιωτικά αποθέματα ποσότητες, οι προσφερόμενες στους οργανισμούς παρεμβάσεως ποσότητες, η ημερομηνία πωλήσεως των ιδιωτικών αποθεμάτων στην αρχή της περιόδου εμπορίας, καθώς και οι μετεωρολογικές συνθήκες σε ορισμένες περιοχές της Ιταλίας, μπορούν να παράσχουν, στο σύνολό τους, πιστή εικόνα της πραγματικότητας και της εξελίξεως της αγοράς.
43 Επομένως, παρά τις ορθώς διατυπωθείσες επικρίσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως όσον αφορά ορισμένες λεπτομέρειες των παραμέτρων και ορισμένα συμπεράσματα που συνήγαγε από αυτές η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα παρασχεθέντα από τους διαφόρους επιχειρηματίες στοιχεία εμφαίνουν, στο σύνολό τους και αντιθέτως από τα συλλεγέντα από την Age-Control και γνωστοποιηθέντα από τις ιταλικές αρχές στοιχεία, μια καθοδική τάση της παραγωγής σε σχέση με την παραγωγή της προηγούμενης περιόδου εμπορίας.
44 Όπως διευκρίνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 54 επ. των προτάσεών του, τα στοιχεία που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για τον καθορισμό των αποδόσεων, από τις οποίες προκύπτει η πραγματική παραγωγή, υπό την έννοια του άρθρου 17α, παράγραφος 3, του κανονισμού 2261/84, ανταποκρίνονταν περισσότερο στην οικονομική πραγματικότητα της ιταλικής αγοράς ελαιολάδου απ' ό,τι τα υποβληθέντα από τις ιταλικές αρχές στοιχεία.
45 Όσον αφορά την αρχή της ασφαλείας δικαίου, υπενθυμίζεται, ειδικότερα, ότι δεν μπορεί να θεωρείται ότι συντρέχει παραβίαση της αρχής αυτής, εφόσον το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έλαβε γνώση των λόγων για τους οποίους η Επιτροπή αποφάσισε να στηριχθεί στα δικά της στοιχεία, καθώς και της μεθόδου που επέλεξε για τη συλλογή τους, και εφόσον το ίδιο το κράτος μέλος είχε πρόσβαση στα χρησιμοποιηθέντα στοιχεία. Τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία του έχουν παράσχει τη δυνατότητα να συγκρίνει τα δεδομένα και, ενδεχομένως, να αναθεωρήσει τα δικά του αριθμητικά στοιχεία. Όσον αφορά, ειδικότερα, την εν προκειμένω περίοδο εμπορίας 1993/94, ο γενικός εισαγγελέας εξέθεσε στο σημείο 51 των προτάσεών του ότι η Ιταλική Κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της όλα τα πληροφοριακά στοιχεία και, ως εκ τούτου, η αρχή της ασφαλείας δικαίου τηρήθηκε.
46 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 155, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης ΕΚ, των άρθρων 18 του κανονισμού 2261/84, 12 του κανονισμού 3061/84 και 1 του κανονισμού 2262/84, καθώς και από την παραβίαση της αρχής της ασφαλείας δικαίου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
47 Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένος και, επομένως, η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης.
48 Κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εκδίδει την πράξη, προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να διυλίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (προπαρατεθείσα απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής, σκέψεις 48 και 49, και απόφαση της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, Irish Farmers Association κ.λπ., μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39).
49 Εν προκειμένω, αρκεί η αναφορά στο γράμμα της πρώτης αιτιολογικής σκέψεως του προσβαλλομένου κανονισμού, η οποία, όσον αφορά τις ιταλικές αποδόσεις, διευκρινίζει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο ότι οι αριθμοί που εμφαίνονται στο παράρτημα Ι περιλαμβάνουν προσαρμογές σε σχέση με τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από το κράτος μέλος, ώστε να υπάρχει συνέπεια με την εκτιμώμενη παραγωγή που αναφέρει ο κανονισμός 1187/94. Διαπιστώνεται ότι, ανεξαρτήτως του βασίμου του ισχυρισμού της Ιταλικής Δημοκρατίας ότι δεν υπάρχει σχέση αιτιώδους συναφείας μεταξύ της εκτιμωμένης παραγωγής και των αποδόσεων, αυτή δεν μπορούσε να αγνοεί, υπό τις συνθήκες αυτές, τους λόγους που ώθησαν την Επιτροπή να διορθώσει τα παρασχεθέντα από τις ιταλικές αρχές στοιχεία.
50 Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλομένου κανονισμού πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
51 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση, στηριζόμενη στην πρώτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, διότι καθόρισε το ύψος των αποδόσεων με σκοπό να τις προσαρμόσει προς την εκτιμώμενη παραγωγή στο πλαίσιο του κανονισμού 1187/94 και, έτσι, να επικυρώσει την προς τα κάτω πρόβλεψή της για την παραγωγή της περιόδου εμπορίας 1993/94.
52 Κατά πάγια νομολογία, μια πράξη κοινοτικού οργάνου έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας, αν εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλον από τον αναφερόμενο ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά από τη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων (απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-84/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-5755, σκέψη 69).
53 Τούτο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του προσβαλλομένου κανονισμού.
54 Όσον αφορά τον σκοπό του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή διευκρινίζει στην πρώτη αιτιολογική σκέψη ότι οι αποδόσεις σε ελιές και ελαιόλαδο πρέπει να καθορίζονται ανά ομοιογενή ζώνη παραγωγής με βάση τα στοιχεία που παρέχονται από τα κράτη μέλη παραγωγής και ότι, λαμβανομένων υπόψη των ληφθέντων στοιχείων, πρέπει να καθοριστούν οι αποδόσεις αυτές όπως αναγράφονται στο παράρτημα Ι. Επίσης, είναι αναμφίβολο ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός σκοπεί στην υλοποίηση του στόχου του άρθρου 18 του κανονισμού 2261/84, δηλαδή στον καθορισμό των αποδόσεων.
55 Όσον αφορά την ιταλική παραγωγή, η Επιτροπή εκθέτει στη συνέχεια, στην τελευταία φράση της ίδιας αιτιολογικής σκέψεως, τους λόγους για τους οποίους προέβη σε προσαρμογές των ιταλικών αριθμητικών στοιχείων, αντιθέτως προς τα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη αριθμητικά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποίησε ως είχαν. Όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 80 των προτάσεών του, η Επιτροπή εξηγεί κατά τον τρόπο αυτό γιατί επέφερε τροποποίηση σε ένα μέσο που επιτρέπει τον καθορισμό των αποδόσεων, χωρίς, ωστόσο, να επιδιώξει την πραγματοποίηση άλλου σκοπού εκτός από τον διαλαμβανόμενο στις δύο πρώτες φράσεις της αιτιολογικής σκέψεως αυτής.
56 Δεδομένου ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός επιδιώκει άλλο σκοπό εκτός από τον καθορισμό των αποδόσεων, ο καθορισμός αυτός δεν πάσχει πρόδηλο σφάλμα. Επομένως, και ο λόγος αυτός ακυρώσεως που αντλείται από την κατάχρηση εξουσίας πρέπει να απορριφθεί.
57 Συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
58 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy