Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία * Κοινή οργάνωση των αγορών * Μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα οπωροκηπευτικά * Μέτρα διαχειρίσεως της αγοράς κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας * Λήψη συμπληρωματικού ποσού κατά την εισαγωγή * Καθορισμός σε ύψος συνεπαγόμενο απαγόρευση των εισαγωγών * Δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση * Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας * Παράνομος χαρακτήρας
(Κανονισμός 1796/81 του Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 1)
Περίληψη
Ο κατ' αποκοπήν καθορισμός του συμπληρωματικού ποσού κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας, ως μέτρο διαχειρίσεως της αγοράς, από τον κανονισμό 1796/81, σε επίπεδο που αντιστοιχεί με την τιμή κόστους των μανιταριών πρώτης διαλογής που έχουν παραχθεί εντός της Κοινότητας, το Συμβούλιο παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Πράγματι, ο καθορισμός του ποσού αυτού σε ένα τέτοιο επίπεδο είναι υπερβολικός διότι βαίνει πέραν του σκοπού του εν λόγω κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της κοινοτικής αγοράς, τιμωρεί τους εισαγωγείς και ισοδυναμεί με πραγματική απαγόρευση των εισαγωγών. Επιπλέον, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι τα διαρκή μέτρα, όπως τα μέτρα διαχειρίσεως της αγοράς, διευκολύνουν, σε σχέση με τα προσωρινά μέτρα, τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό των εμπορικών δραστηριοτήτων των εισαγωγέων. Εξάλλου, όσον αφορά τις κατώτερες κατηγορίες των εισαγομένων από τρίτες χώρες μανιταριών, υπερβαίνει πολύ αισθητά το κόστος των μανιταριών κατωτέρων κατηγοριών που παρήχθησαν εντός της Κοινότητας, γεγονός το οποίο τον θέτει προδήλως εκτός του περιθωρίου εκτιμήσεως, το οποίο διαθέτει το Συμβούλιο στον εν λόγω τομέα. Επομένως, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1796/81 είναι άκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-295/94,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht Hamburg (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Huepeden & Co. KG
και
Hauptzollamt Hamburg-Jonas,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1796/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί μέτρων εφαρμοζομένων στις εισαγωγές κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών (ΕΕ L 183, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Huepeden & Co. KG, εκπροσωπουμένη από τον Ulrich Lorenz-Meyer, δικηγόρο Αμβούργου,
* το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους Diego Canga Fano και Jan-Peter Hix, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Klaus Dieter Borchardt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των διαδίκων, κατά τη συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Νοεμβρίου 1994, το Finanzgericht Hamburg υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1796/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί μέτρων εφαρμοζομένων στις εισαγωγές κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών (ΕΕ L 183, σ. 1, στο εξής: επίδικος κανονισμός).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Ηuepeden & Co. KG (στο εξής: Ηuepeden) και του Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: Hauptzollamt) ως προς την πληρωμή συμπληρωματικών ποσών που το τελευταίο αξίωσε δυνάμει του κανονισμού 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της "εκ των υστέρων" εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο για εμπορεύματα που διασαφηνίστηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/007, σ. 254), και του επίδικου κανονισμού.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Πριν από τη θέσπιση του επίδικου κανονισμού, η Επιτροπή είχε εκδώσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3429/80, της 29ης Δεκεμβρίου 1980, για τη θέσπιση των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται στις εισαγωγές κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών (JO L 358, σ. 66). Ο κανονισμός αυτός, ο οποίος στηριζόταν στον κανονισμό (ΕΟΚ) 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 226), και ειδικότερα στο άρθρο του 14, είχε καθορίσει, για το τρίμηνο από 1ης Ιανουαρίου έως 31 Μαρτίου 1981, την ποσόστωση των εισαγωγών κονσερβών μανιταριών προερχομένων από τρίτες χώρες σε 7 196 τόνους. Επιπλέον, είχε θεσπίσει έλεγχο των εισαγωγών μέσω πιστοποιητικών εισαγωγής και είχε προβλέψει, για την περίπτωση κατά την οποία οι ποσότητες των κονσερβών μανιταριών που προέρχονταν από τρίτες χώρες και είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας θα υπερέβαιναν την οριζομένη από τον εν λόγω κανονισμό ποσότητα, την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού 175 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους.
4 Για το επόμενο τρίμηνο, από 1ης Απριλίου έως 30 Ιουνίου 1981, η Επιτροπή εξέδωσε, στη συνέχεια, τον κανονισμό 796/81, της 27ης Μαρτίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας (ΕΕ L 82, σ. 8), στηριζόμενο επίσης στο άρθρο 14 του κανονισμού 516/77. Ο κανονισμός αυτός καθόριζε την ποσόστωση των εισαγωγών σε 7 618 τόνους και προέβλεπε ότι, σε περίπτωση υπερβάσεως της ποσότητας αυτής, θα εισεπράττετο επίσης συμπληρωματικό ποσό 175 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους.
5 Για το τρίμηνο από 1ης Ιουλίου 1981 έως 30 Σεπτεμβρίου 1981, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1755/81 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1981, περί θεσπίσεως των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών μανιταριών καλλιεργείας (ΕΕ L 175, σ. 23), επίσης στηριζόμενος στο άρθρο 14 του κανονισμού 516/77, καθόρισε, αυτή τη φορά, την ποσόστωση των εισαγωγών σε 5 736 τόνους, το δε συμπληρωματικό ποσό που θα έπρεπε να εισπραχθεί σε περίπτωση υπερβάσεως σε 160 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους.
6 Μετά τον κανονισμό αυτόν εκδόθηκε ο επίδικος κανονισμός ο οποίος, αντιθέτως προς τους προηγουμένους κανονισμούς της Επιτροπής, δεν στηρίζεται στο άρθρο 14 του κανονισμού 516/77, αλλά στο άρθρο του 13, παράγραφος 2, και δεν χαρακτηρίζει τα μέτρα που θεσπίζει ως "μέτρα διασφαλίσεως" αλλά ως "μέτρα διαχειρίσεως της αγοράς". Επιπλέον, ο κανονισμός αυτός καθόρισε, στο άρθρο 3, την ποσόστωση των εισαγωγών σε 34 750 τόνους ετησίως και, στο άρθρο 2, το συμπληρωματικό ποσό που θα εισπραχθεί σε περίπτωση υπερβάσεως της εν λόγω ποσοστώσεως σε 160 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους.
7 Με τις αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 1991, C-24/90, Werner Faust (Συλλογή 1991, σ. Ι-4905), C-25/90, Wuensche (Συλλογή 1991, σ. Ι-4939), και C-26/90, Wuensche (Συλλογή 1991, σ. Ι-4961), το Δικαστήριο κήρυξε άκυρο το άρθρο 1 των κανονισμών 3429/80, 796/81 και 1755/81, ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού, λόγω παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας. Αντιθέτως, δεν αποφάνθηκε επί του κύρους του επίδικου κανονισμύ.
8 Προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις αυτές, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (EOK) 2163/92, της 30ής Ιουλίου 1992, για την είσπραξη συμπληρωματικού ποσού που προβλέπεται από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3429/80, (ΕΟΚ) 796/81 και (ΕΟΚ) 1755/81, για τη θέσπιση των μέτρων διασφαλίσεως που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή κονσερβών καλλιεργούμενων μανιταριών (ΕΕ L 217, σ. 16), με τον οποίο αυτή μείωσε, αναδρομικώς, σε 105 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους το συμπληρωματικό ποσό που προβλέπεται από τους τρεις κανονισμούς σχετικά με τα μέτρα διασφαλίσεως για τις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 30ής Σεπτεμβρίου 1981.
9 Ο κανονισμός 2163/92 δεν αφορούσε τον επίδικο κανονισμό. Επομένως, το ύψος του συμπληρωματικού ποσού, καθοριζόμενο από τον εν λόγω κανονισμό σε 160 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους, διατηρήθηκε.
Η διαφορά της κύριας δίκης
10 Τον Ιούλιο και Δεκέμβριο του 1987, η Ηuepeden εισήγαγε στη Γερμανία πολλές παρτίδες κονσερβών μανιταριών προελεύσεως Κίνας. Μετά τη συμπλήρωση των σχετικών με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία διατυπώσεων, αποδείχθηκε ότι, για μια παρτίδα εισαχθείσα τον Ιούλιο του 1987 και για δύο άλλες που εισήχθησαν τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, η Ηuepeden δεν μπορούσε να προσκομίσει έγκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής. Το Hauptzollamt της ζήτησε, συνεπώς, βάσει του επίδικου κανονισμού, το ποσό των 165 467,13 γερμανικών μάρκων ως συμπληρωματικό ποσό.
11 Μετά την απόρριψη της ενστάσεώς της, η Ηuepeden άσκησε προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Hamburg, στο πλαίσιο της οποίας αμφισβήτησε το κύρος του επίδικου κανονισμού για τον λόγο ότι ήταν αντίθετος προς την αρχή της αναλογικότητας.
12 Εκτιμώντας ότι η έκβαση της διαφοράς εξηρτάτο από το κύρος του εν λόγω κανονισμού, το Finanzgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Είναι έγκυρο το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1796/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981;"
Επί του υποβληθέντος ερωτήματος
13 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το ύψος του συμπληρωματικού ποσού, που προβλέπεται από τον επίδικο κανονισμό, είναι σύμφωνο προς την αρχή της αναλογικότητας.
14 Κατά πάγια νομολογία, από την αρχή αυτή προκύπτει ότι η νομιμότητα των μέτρων που επιβάλλουν οικονομικές επιβαρύνσεις στους επιχειρηματίες εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα μέτρα αυτά είναι κατάλληλα και αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που νομίμως επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, όταν προσφέρονται προς επιλογή περισσότερα κατάλληλα μέτρα, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό και οι επιβαλλόμενες επιβαρύνσεις δεν πρέπει να είναι υπέρμετρες σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ., ιδίως, την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, 265/87, Schraeder, Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψη 21).
15 Επομένως, πρώτα πρέπει να εξεταστεί ο σκοπός του επίδικου κανονισμού, για να προσδιοριστεί στη συνέχεια αν τα μέτρα είναι κατάλληλα και ανάλογα.
16 Ο κανονισμός αυτός στηρίζεται στον κανονισμό 516/77 και, ιδίως, στο άρθρο του 13, παράγραφος 2, σύμφωνα με το οποίο, εκτός παρεκκλίσεως που αποφασίζεται από το Συμβούλιο, απαγορεύεται στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες η εφαρμογή κάθε ποσοτικού περιορισμού ή μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος.
17 Σύμφωνα με την πρώτη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη, ο επίδικος κανονισμός έχει ως σκοπό τη θέσπιση μέτρων διαχειρίσεως της αγοράς των κονσερβών μανιταριών, προκειμένου να την προστατεύσει από διαταραχές λόγω εισαγωγών προελεύσεως τρίτων χωρών.
18 Όπως διευκρινίζεται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του ιδίου αυτού κανονισμού, αποδείχθηκε ότι τα μέτρα διασφαλίσεως που ελήφθησαν προηγουμένως από την Επιτροπή δεν αποτελούσαν, από τη φύση τους, το πλέον πρόσφορο μέσο θεραπείας.
19 Ως προς τον σκοπό του επίδικου κανονισμού που ορίστηκε επ' ακριβώς με τον τρόπο αυτόν, διαπιστώνεται ότι η αξίωση συμπληρωματικού ποσού σε περίπτωση υπερβάσεως της επιτρεπομένης ποσοστώσεως ήταν ενδεδειγμένη και αναγκαία για την πραγματοποίησή του.
20 Ως προς το ύψος του ποσού αυτού, πρέπει να παρατηρηθεί ότι καθορίστηκε κατ' αποκοπήν σε 160 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους, χωρίς να προβλεφθεί διαβάθμιση αυτού ενόψει της ποιότητας των εμπορευμάτων και των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτά εισήχθησαν. Επιπλέον, το ποσό αυτό καθορίστηκε στο ίδιο σχεδόν ύψος με εκείνο που προβλέπεται από τους δύο προηγούμενους κανονισμούς της Επιτροπής, οι οποίοι είχαν θεσπίσει μέτρα διασφαλίσεως, και αντιστοιχεί, όπως προκύπτει από τον φάκελο, περίπου στο 150 % της αξίας των μανιταριών καλλιεργείας τρίτης διαλογής.
21 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν αυτό το ύψος του συμπληρωματικού ποσού υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας.
22 Κατ' αρχάς, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν, υπέρ του κύρους του επίδικου κανονισμού, ότι οι λόγοι που οδήγησαν το Δικαστήριο να κηρύξει ανισχύρους τους τρεις προηγουμένους κανονισμούς της Επιτροπής δεν μπορούν να ισχύσουν εν προκειμένω λόγω των διαφορών που εμφανίζει ο κανονισμός αυτός σε σχέση προς τους κηρυχθέντες ανισχύρους κανονισμούς. Ισχυρίζονται συναφώς ότι ο επίδικος κανονισμός δεν εκδόθηκε βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 516/77, οπότε το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 521/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των μέτρων διασφαλίσεως στον τομέα των μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα οπωροκηπευτικά (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 251), δεν έχει εφαρμογή. Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία συνιστά ειδική εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, προβλέπει ότι τα μέτρα που θεσπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού 516/77 δεν είναι δυνατόν να ληφθούν παρά κατά το μέτρο και για τη διάρκεια που κρίνονται απολύτως αναγκαία. Επομένως, ο επίδικος κανονισμός έπρεπε να τηρεί μόνο τη γενική αρχή της αναλογικότητας, της οποίας οι απαιτήσεις είναι λιγότερο αυστηρές από εκείνες του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77.
23 Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Ανεξάρτητα από τις εκτιμήσεις τους σχετικά με τη μη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 521/77, οι οποίες ευσταθούν, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δέχονται ότι η γενική αρχή της αναλογικότητας έχει εφαρμογή.
24 Ακολούθως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεωρούν ότι το γεγονός ότι ο επίδικος κανονισμός δεν θέσπισε προσωρινά μέτρα διασφαλίσεως αλλά διαρκή μέτρα διαχειρίσεως της αγοράς εμποδίζει την κήρυξή του ως ακύρου για τους ίδιους λόγους με εκείνους που δέχθηκε το Δικαστήριο στις προπαρατεθείσες αποφάσεις Werner Faust και Wuensche.
25 Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει επίσης να απορριφθεί. Πράγματι, από τον επίδικο κανονισμό προκύπτει ότι τα θεσπιζόμενα από αυτόν μέτρα είναι κατ' ουσίαν πανομοιότυπα με τα μέτρα διασφαλίσεως που είχαν προηγούμενως θεσπιστεί με τους κανονισμούς της Επιτροπής. Τόσο από την άποψη του σκοπού του, δηλαδή της προστασίας της κοινοτικής αγοράς, όσο και από την άποψη των τεχνικών που αυτός χρησιμοποιεί, δηλαδή τον καθορισμό ποσοστώσεων των εισαγωγών, τον έλεγχο των εισαγωγών μέσω πιστοποιητικών εισαγωγής και τον καθορισμό συμπληρωματικών ποσών σε περίπτωση υπερβάσεως, ο επίδικος κανονισμός δεν διαφέρει θεμελιωδώς από τους κανονισμούς 3429/80, 796/81, και 1755/81, δεδομένου ότι η διαφορετική ονομασία των μέτρων δεν έχει, συναφώς, σημασία.
26 Τούτου δοθέντος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι μια κατ' αποκοπήν επιβάρυνση, όπως αυτή που προβλέπεται από τον επίδικο κανονισμό, η οποία καθορίζεται σε αισθητά υψηλό επίπεδο και επιβάλλεται σε όλους τους επιχειρηματίες που υπερβαίνουν τις καθορισθείσες ποσότητες, ανεξαρτήτως πραγματοποιήσεως της υπερβάσεως αυτής, ενδεχομένως, εκ παραδρομής ή δολίως, είναι υπερβολική διότι βαίνει πέραν του σκοπού του κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της κοινοτικής αγοράς, και τιμωρεί τους εισαγωγείς. Υπό τις συνθήκες αυτές, κρίνεται ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της αναλογικότητας.
27 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αντιτείνουν συναφώς ότι, για να εκτιμηθεί η αναλογικότητα του μέτρου, δεν αρκεί να εξεταστεί το ύψος των συμπληρωματικών ποσών, αλλά πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη το θεσπιζόμενο από τον κανονισμό σύστημα στο σύνολό του, καθώς και η σχέση μεταξύ του καθορισμού των ποσών αυτών και του καθορισμού των ποσοτήτων που μπορούν να εισάγονται άνευ επιβαρύνσεως.Το Συμβούλιο και η Επιτροπή παρατηρούν συναφώς ότι ο επίδικος κανονισμός είναι, για τους επιχειρηματίες, λιγότερο καταναγκαστικός απ' ό,τι οι προηγούμενοι κανονισμοί της Επιτροπής, διότι οι απαλλασσόμενες της εισπράξεως του συμπληρωματικού ποσού ποσότητες, το οποίο, σ' αυτούς τους τελευταίους, ανερχόταν περίπου σε 27 000 τόνους για το έτος 1981, πλησιάζουν, στον επίδικο κανονισμό, τους 37 000 τόνους για τα μεταγενέστερα έτη. Επομένως, η διατήρηση του συμπληρωματικού ποσού σε 160 ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους ήταν δικαιολογημένη. Το Συμβούλιο προσθέτει ότι το γεγονός ότι ο επίδικος κανονισμός θεσπίζει διαρκή μέτρα και όχι προσωρινά, όπως εκείνα που είχαν θεσπιστεί προηγουμένως, καθιστά δυνατό στους επιχειρηματίες να προγραμματίζουν τις δραστηριότητές τους και δικαιολογεί, επομένως, τον καθορισμό του συμπληρωματικού ποσού σε υψηλό επίπεδο.
28 Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Εκτός του ότι οι απαλλασσόμενες του συμπληρωματικού ποσού ποσότητες δεν αμφισβητούνται στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, η αύξησή τους δείχνει αντιθέτως, όπως ο γενικός εισαγγελέας τόνισε στην παράγραφο 27 των προτάσεών του, ότι ο κίνδυνος διαταραχής της αγοράς δεν ήταν πολύ σοβαρός. Επιπλέον, το γεγονός ότι τα διαρκή μέτρα, όπως τα μέτρα διαχειρίσεως της εν λόγω αγοράς, διευκολύνουν, σε σχέση με τα προσωρινά μέτρα, τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό των εμπορικών δραστηριοτήτων των εισαγωγέων δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον καθορισμό επιβαρύνσεως σε υπερβολικό ύψος. Επομένως, η διατήρηση του συμπληρωματικού ποσού στο επίπεδο που ήδη προέβλεψαν οι κανονισμοί της Επιτροπής, οι οποίοι προηγουμένως θέσπισαν μέτρα διασφαλίσεως, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
29 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται επίσης ότι, κατά την έκδοση του επίδικου κανονισμού, η αρχή της αναλογικότητας τηρήθηκε για τον λόγο ότι το επίμαχο συμπληρωματικό ποσό αποτελεί λιγότερο αυστηρό μέτρο για το εμπόριο απ' ό,τι η πλήρης απαγόρευση των εισαγωγών, μέτρο το οποίο το Συμβούλιο θα μπορούσε να έχει θεσπίσει λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας του εκτιμήσεως στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής.
30 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, ο επίδικος κανονισμός δεν είχε ως σκοπό να αποκλείσει πλήρως τις εισαγωγές πέραν ορισμένων ποσοτήτων, αλλά να αφήσει ανοικτή, έστω πέραν των καθοριζομένων ποσοτήτων, τη δυνατότητα χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής έναντι πληρωμής συμπληρωματικού ποσού (βλ. απόφαση της 12ης Απριλίου 1984, 345/82, Wuensche, Συλλογή 1984, σ. 1995, σκέψη 25). Εφόσον είχε επιλέξει την τελευταία αυτή λύση, το Συμβούλιο όφειλε να τηρήσει την αρχή της αναλογικότητας.
31 Το Συμβούλιο ισχυρίζεται επίσης ότι το συμπληρωματικό ποσό έπρεπε να καθοριστεί σε υψηλό επίπεδο προκειμένου να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα των μέτρων διαχειρίσεως της αγοράς που θέσπισε ο επίδικος κανονισμός.
32 Πρέπει να τονισθεί συναφώς ότι, αν το Συμβούλιο διαθέτει κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως για να καθορίζει το ύψος του συμπληρωματικού ποσού, αυτό δεν θα μπορούσε να καθοριστεί σε επίπεδο τόσο υψηλό ώστε να ισοδυναμεί με απαγόρευση. Πράγματι, ο κανονισμός δεν αποσκοπεί στην απαγόρευση όλων των εισαγωγών πέραν των καθοριζομένων ποσοτήτων, αλλά στην προστασία της κοινοτικής αγοράς μανιταριών από διαταραχές οφειλόμενες σε υπερβολικές εισαγωγές από τρίτες χώρες.
33 Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι το ύψος του συμπληρωματικού ποσού ήταν δικαιολογημένο, διότι αντιστοιχούσε στην τιμή κόστους των μανιταριών πρώτης διαλογής, ώστε οι υπερβαίνουσες τις καθοριζόμενες ποσότητες εισαγωγές να αφορούν, ιδίως, αυτόν τον τύπο μανιταριών.
34 Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει επίσης να απορριφθεί. Πράγματι, όπως ο γενικός εισαγγελέας υπογράμμισε στην παράγραφο 31 των προτάσεών του, το θεσπισθέν από τον επίδικο κανονισμό ύψος του συμπληρωματικού ποσού, το οποίο αντιστοιχεί στην τιμή κόστους των μανιταριών κοινοτικής παραγωγής πρώτης κατηγορίας, αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 100 % του κόστους παραγωγής των εν λόγω εισαγομένων μανιταριών.
35 Εξάλλου, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως η Επιτροπή αναγνωρίζει, το συμπληρωματικό ποσό είχε καθοριστεί από τον επίδικο κανονισμό βάσει του κόστους των μανιταριών πρώτης διαλογής παραγομένων εντός της Κοινότητας. Επομένως, το ύψος του συμπληρωματικού ποσού για τις κατώτερες κατηγορίες των εισαγομένων από τρίτες χώρες μανιταριών είχε πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις και, συνεπώς, υπερβαίνει πολύ αισθητά το κόστος των μανιταριών κατωτέρων κατηγοριών που παρήχθησαν εντός της Κοινότητας. Συνεπώς, καθορίζοντας το συμπληρωματικό ποσό σε ύψος υπερβαίνον αυτό που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού του κανονισμού, το Συμβούλιο προδήλως υπερέβη την εξουσία εκτιμήσεως που του ανήκει και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
36 Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι το προβλεπόμενο από τον επίδικο κανονισμό συμπληρωματικό ποσό δεν προκάλεσε καμία διαμαρτυρία των τρίτων χωρών στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων του "Uruguay round".
37 Το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές, διότι η έλλειψη αντιδράσεως εκ μέρους των τρίτων χωρών όσον αφορά το ύψος του συμπληρωματικού ποσού δεν μπορεί να επηρεάσει το συμβατό του εν λόγω ποσού προς το κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως προς την αρχή της αναλογικότητας.
38 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δυσκολεύεται πολύ να προβεί σε διαφοροποίηση του συμπληρωματικού ποσού ανάλογα με την ποιότητα των μανιταριών, ιδίως, διότι ελλείπουν αρκετά στοιχεία καθιστώντα δυνατή την εν λόγω διαφοροποίηση.
39 Πρέπει, συναφώς, να τονιστεί ότι, ακόμη και αν ήταν πραγματική, η δυσχέρεια αυτή δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον καθορισμό συμπληρωματικού ποσού σε επίπεδο υπερβαίνον το περιθώριο εκτιμήσεως του Συμβουλίου.
40 Ενόψει όλων των προεκτεθεισών σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, του επίδικου κανονισμού δεν είναι έγκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
41 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 το Finanzgericht Hamburg, αποφαίνεται:
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1796/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί μέτρων εφαρμοζομένων στις εισαγωγές κονσερβών καλλιεργουμένων μανιταριών, δεν είναι έγκυρο ως προς το ύψος του καθοριζομένου συμπληρωματικού ποσού.
Full & Egal Universal Law Academy